Supreme Court dismisses appeal on evidence evaluation and common sense teachings regarding vehicle deviation cause.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's final judgment. The appellant argued that the lower court erred in evaluating private expert reports and misapplied rules regarding judicial admissions and common sense teachings. The court rejected these claims, ruling that the lower court properly exercised its free evaluation of evidence under Article 340 of the Code of Civil Procedure and that the cited common sense teachings pertained to evidence assessment rather than legal interpretation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 340, 352, 353, 559 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may not overturn a lower court's decision based on alleged errors in the free evaluation of evidence or the application of common sense teachings regarding factual causation, as such teachings serve evidence assessment rather than legal interpretation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1363 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1363/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Δ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βαρουτά.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τριβουρέα και 2) εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πρόδρομο Σικιαρίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1318/2002 μη οριστική, 5763/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 398/2015 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-6-2015 αίτησή του και τους από 19-5-2016 πρόσθετους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αποστολάκης ανέγνωσε την από 9-11-2016 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης, (κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην ως άνω έκθεση) και την απόρριψη των λοιπών λόγων του κυρίου δικογράφου αναίρεσης και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επί της αγωγής της δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος και του ιδίου περί καταβολής αποζημιώσεως, την οποία απηύθυναν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των αναιρεσίβλητων, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία η υπ’ αριθ. 5763/2010 οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν οι διάδικοι άσκησαν αντίθετες εφέσεις και εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 398/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία η μεν έφεση του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε από ουσιαστική άποψη, η δε έφεση των αναιρεσίβλητων έγινε δεκτή, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση και απορρίφθηκε η αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής ο δεύτερος ενάγων, που εν τω μεταξύ υπεισήλθε στη δικονομική θέση της πρώτης ενάγουσας ως κληρονόμος της, άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και τους πρόσθετους αυτής λόγους, οι οποίοι είναι παραδεκτοί (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 569 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθούν οι λόγοι αυτών (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 έως 122 ΚΠολΔ, η παράλειψη αναγραφής της ακριβούς διευθύνσεως της κατοικίας του διαδίκου στα δικόγραφα που αναφέρονται στις διατάξεις αυτές, έχει ως συνέπεια ότι οι επιδόσεις που αφορούν τη δίκη μπορούν να ενεργηθούν στη γραμματεία του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου διεξάγεται η δίκη και όχι δικονομική ακυρότητα ή απαράδεκτο της συζητήσεως της υποθέσεως (ΑΠ 1131/2007, ΑΠ 135/1987).
Εν προκειμένω, οι αναιρεσίβλητες ισχυρίζονται ότι η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη διότι δεν αναγράφεται σ’ αυτήν η ακριβής διεύθυνση του αναιρεσείοντος, όπως αξιώνει το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τα ανωτέρω άρθρα. Σύμφωνα όμως και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, η δικονομική αυτή ένσταση δεν είναι νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί διότι η προβαλλόμενη παράλειψη δεν συνεπάγεται δικονομική ακυρότητα ή απαράδεκτο της συζητήσεως της υποθέσεως.
Σύμφωνα με το άρθρο 143 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 του Ν. 4335/2015 με έναρξη ισχύος από 1.1.2016 - άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ.4 Ν. 4335/2015), "Ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του".
Εν προκειμένω, η δεύτερη αναιρεσίβλητη ισχυρίζεται ότι τόσο η αίτηση αναίρεσης, όσο και το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων δεν επιδόθηκαν σ’ αυτήν που έχει την έδρα της στην ..., με αποτέλεσμα η μεν συζήτηση της αίτησης αναίρεσης να είναι απαράδεκτη διότι δεν μπόρεσε να ετοιμάσει έγκαιρα την υπεράσπισή της, το δε δικόγραφο των πρόσθετων λόγων απαράδεκτο διότι δεν της επιδόθηκε μέσα στην οριζόμενη από το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ προθεσμία.
Ωστόσο, οι ανωτέρω δικονομικές ενστάσεις της είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν διότι από τις υπ’ αριθ. .../25.5.2016 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Εφετείου Πειραιώς Δ. Μ., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, αποδεικνύεται ότι ακριβή αντίγραφα των ανωτέρω δύο δικογράφων με την πράξη ορισμού της δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στον δικηγόρο Αθηνών Π.
Σ. ως αντίκλητο της δεύτερης αναιρεσίβλητης, δεδομένου ότι αυτός, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ’ αριθ. 398/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, είχε παραστεί ως δικαστικός πληρεξούσιος της ανωτέρω αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου. Σύμφωνα δε με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 143 παρ. 1 ΚΠολΔ, από την 1.1.2016, που άρχισε να ισχύει η επελθούσα τροποποίησή του, ο δικαστικός πληρεξούσιος είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, ενώ η αναιρεσίβλητη δεν επικαλείται ότι με δικόγραφο έχει γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του.
Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 339, 340, 341 και 346 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από το ν. 2915/2001, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, περιοριζόμενο όμως μόνο σ’ αυτά, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11β του άρθρο 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του αναφορικά με τη βασιμότητα των επικαλούμενων πραγματικών περιστατικών, που πρέπει κατά το άρθρο 335 ΚΠολΔ να είναι ουσιώδη, ώστε να επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (Ολομ ΑΠ 42/2002), έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή αποδείξεις που δεν τις επικαλέσθηκαν παραδεκτά οι διάδικοι.
Για να είναι όμως λυσιτελής ο πιο πάνω λόγος πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να στηρίχτηκε κύρια στα έγγραφα αυτά για να καταλήξει στο πόρισμά του. Δεν ιδρύεται ο λόγος, όταν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχτηκε μόνον επικουρικά σ’ αυτά, ενώ κύρια στηρίχτηκε για να καταλήξει στο πόρισμά της και σε άλλα νόμιμα και επαρκή αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 155/2007, ΑΠ 409/2015).
Στη προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ. 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως συμπληρώνεται και διευκρινίζεται με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματός της, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων, και: 1) δώδεκα (12) φωτογραφίες στις οποίες απεικονίζεται το επίδικο όχημα και τα εξαρτήματά του, καθώς και ο τόπος του ατυχήματος, 2) την ένορκη κατάθεση του αναιρεσείοντος, που έδωσε στα πλαίσια της διενεργηθείσας αστυνομικής προανάκρισης, και 3) την υπ’ αριθ. 394/2000 απόφαση του Πταισματοδικείου Λαυρίου, με την οποία ο αναιρεσείων αθωώθηκε των πταισματικών κατηγοριών που του είχαν αποδοθεί, μολονότι οι αναιρεσίβλητες δεν επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους στο Εφετείο τα εν λόγω έγγραφα.
Ο λόγος αυτός, αναφορικά με τα υπ’ αριθ. 2 και 3 έγγραφα είναι απαράδεκτος ως προς την ένορκη κατάθεση, προεχόντως λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται το αποδεικτικό περιεχόμενο του εγγράφου αυτού και αν αυτό αφορά ουσιώδη ισχυρισμό των διαδίκων, ενώ ως προς την απόφαση του Πταισματοδικείου είναι αβάσιμος, διότι το έγγραφο αυτό το επικαλέστηκε (και προσκόμισε) ο ίδιος ο αναιρεσείων με τις από 12-5-2014 προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου (βλ.
σελ. 68 αριθ. 35). Περαιτέρω, όσον αφορά τις 12 φωτογραφίες, από την επισκόπηση των από 7.5.2014 προτάσεων των αναιρεσίβλητων στο Εφετείο (σελ. 12) προκύπτει ότι αυτές επικαλέστηκαν μεν και προσκόμισαν μαζί με την υπ’ αριθ. 1920/24.10.2007 τεχνική έκθεση του Α. Μ., ως συνημμένες σ’ αυτή, και κάποιες φωτογραφίες χωρίς να αναφέρεται ο αριθμός τους και τα εικονιζόμενα θέματα, πλην όμως η επίκληση αυτή δεν είναι σαφής και ορισμένη αφού δεν μπορεί να συναχθεί η ταυτότητα των εγγράφων και δη αν είναι τα ίδια με τις ένδικες "δώδεκα (12) φωτογραφίες στις οποίες απεικονίζεται το επίδικο όχημα και τα εξαρτήματά του, καθώς και ο τόπος του ατυχήματος" που έλαβε υπόψη του το Εφετείο.
Επομένως, από την άποψη αυτή, το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν παραδεκτά. Ωστόσο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο την παραδοχή του ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, οδηγώντας το αυτοκίνητο της μητέρας του, κατασκευής της δεύτερης αναιρεσίβλητης ιαπωνικής αυτοκινητοβιομηχανίας, εκτράπηκε από την πορεία του και προσέκρουσε σε τσιμεντένια κολώνα λόγω της αμελούς οδηγικής συμπεριφοράς αυτού και της ταχύτητας που είχε και όχι λόγω του επικαλούμενου τεχνικού κατασκευαστικού ελαττώματος του αυτοκινήτου (αριστερή πλευρική απόκλιση του οπισθίου άξονα), θεμελίωσε εν μέρει μόνο και επικουρικά στις ανωτέρω φωτογραφίες, κύρια δε και σε άλλα νόμιμα και επαρκή αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται σ’ αυτή, μεταξύ των οποίων και α) στο με ημερομηνία 26-8-1999 σχεδιάγραμμα, που συνέταξε ο Αστυφύλακας Φ.
Κ., β) στα αναφερόμενα στην αγωγή πενήντα δύο (52) εξαρτήματα του αυτοκινήτου, που έπρεπε να αντικατασταθούν και γ) στο υπ’ αριθ. πρωτ. ...27-10-2012 έγγραφο του Τμήματος Τροχαίας .... Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο επί του ζητήματος αυτού δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Στις 26-8-1999 και περί ώρα 20:30 ο δεύτερος ενάγων οδηγούσε το επίδικο αυτοκίνητο, κινούμενος στη λεωφόρο ...
με κατεύθυνση από Σούνιο προς Αθήνα. Στο 36ο χιλιόμετρο της ανωτέρω οδού, στο ύψος της ..., που είναι διπλής κατεύθυνσης, έχει ασφάλτινο οδόστρωμα, πλάτους με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, παρουσιάζει κατωφέρεια και στην πορεία του οχήματος υπάρχει πινακίδα ορίου ταχύτητας Ρ-32, ήτοι 50 χιλ/ώρα. Κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, ήτοι ώρα 20:30 της 26-8-1999, επικρατούσαν συνθήκες φωτισμού ημέρας, η ορατότητα δεν περιοριζόταν από οποιοδήποτε τεχνητό ή φυσικό εμπόδιο, η κυκλοφορία οχημάτων και πεζών ήταν αραιή και η κατάσταση του οδοστρώματος ξηρά.
Στο ανωτέρω σημείο της οδού, κατά την είσοδο του οχήματος, που οδηγούσε ο ενάγων, σε ανοιχτή δεξιά στροφή, αυτό εξετράπη της πορείας του, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και προσέκρουσε στην περιμετρική τσιμέντινη βάση πυλώνα της. Εξαιτίας της πρόσκρουσης, ο ενάγων τραυματίσθηκε ..., ενώ το αυτοκίνητο, που οδηγούσε, υπέστη εκτεταμένες ζημίες σε όλο το εμπρόσθιο τμήμα του, για την αποκατάσταση των οποίων απαιτούνταν δαπάνη μεγαλύτερη της αξίας του οχήματος, με συνέπεια το όχημα να θεωρηθεί ολικώς κατεστραμμένο.
Υπό τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά το ατύχημα και οι εξ αυτού δυσμενείς για τον ενάγοντα συνέπειες, οφείλονται αποκλειστικά στην αμελή οδηγική συμπεριφορά του. Συγκεκριμένα, αυτός δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή, δεν είχε την εποπτεία του οχήματος του, ούτε είχε προσαρμόσει την ταχύτητα του στις επικρατούσες στην οδό συνθήκες, ήτοι στις συνεχείς στροφές, στην κατωφέρεια και τη μη ομαλή επιπεδότητα του ασφάλτινου οδοστρώματος (βλ.
προσκομισθείσες φωτογραφίες). Με βάση την πορεία του οχήματος, όπως αυτή διαγράφεται στο με ημερομηνία 26-8-1999 σχεδιάγραμμα, που συνέταξε ο Αστυφύλακας Φ. Κ., την αδυναμία του οδηγού να αποφύγει την πρόσκρουση, τη σφοδρότητα αυτής και τα σημεία του οχήματος, που προσέκρουσαν στην τσιμέντινη βάση του πυλώνα, τον εξαιτίας της πρόσκρουσης τραυματισμό του ενάγοντος καθώς και τις εκτεταμένες βλάβες, που προκλήθηκαν στο αυτοκίνητο, που οδηγούσε (βλ.
τα αναφερόμενα στην αγωγή πενήντα δύο (52) εξαρτήματα του αυτοκινήτου, που έπρεπε να αντικατασταθούν), το Δικαστήριο κρίνει, ότι η ταχύτητα του οχήματος υπερέβαινε το νόμιμο όριο των 50 χιλ/ώρα, με την οποία ο ενάγων ισχυρίζεται ότι εκινείτο. Το ατύχημα θα είχε αποφευχθεί, εάν ο ενάγων οδηγούσε με τεταμένη την προσοχή του, είχε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του και είχε προσαρμόσει την ταχύτητά του στις συνθήκες, που επικρατούσαν στην οδό, της οποίας σημειωτέον, η επικινδυνότητα στο συγκεκριμένο σημείο δεν αμφισβητείται, αφού, σύμφωνα με το υπ’ αριθ.
πρωτ. ...-10-2012 έγγραφο του Τμήματος Τροχαίας ..., "στην Π.Ε.Ο. ..., κατά τα έτη 1995 έως και 2005, προ κατασκευής κόμβου, έλαβαν χώρα είκοσι δύο (22) τροχαία ατυχήματα με τραυματισμό ατόμων". Εφόσον λοιπόν το Εφετείο δεν στηρίχτηκε κύρια και αποκλειστικά στα έγγραφα αυτά (φωτογραφίες) για να καταλήξει στο πόρισμά του, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, ο προβαλλόμενος λόγος δεν είναι λυσιτελής και γι’ αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ο δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου αναίρεσης, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος προεχόντως λόγω της αοριστίας του, διότι γίνεται μεν επίκληση της ανωτέρω διατάξεως πλην όμως παραλείπεται εντελώς το αντίστοιχο πραγματικό.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 εδ. β’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον ως άνω πρώτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση και την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την "Επίσημη Δημοσίευση των Εργοστασιακών Δοκιμών Μετωπικής Πρόσκρουσης" της δεύτερης αναιρεσίβλητης αναρτημένη στην επίσημη ιστοσελίδα της, η οποία αναφέρεται στο ένδικο μοντέλο ΙΧΕ που κατασκεύαζε τότε και η οποία αποτελεί ευθεία απόδειξη περί της ταχύτητας του οχήματός του εντός του νομίμου ορίου.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι όπως προεκτέθηκε τα αποδεικτικά μέσα, άρα και το ανωτέρω έγγραφο, δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης. Αλλά και αν κατ’ εκτίμηση, θεωρηθεί ως πλημμέλεια του αριθμού 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι επίσης απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει στο αναιρετήριο, όπως απαιτείται για την πληρότητα προβολής μίας τέτοιας πλημμέλειας, ότι επικαλέστηκε και προσκόμισε το ανωτέρω έγγραφο ενώπιον του Εφετείου, περιοριζόμενος μόνο στην αναφορά ότι το επικαλέσθηκε και το προσκόμισε στον πρώτο βαθμό.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ’ αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ’ ένα από αυτά.
Για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός απαιτείται να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) για την απόδειξη ποιου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκε το σχετικό αποδεικτικό μέσο, καθώς και ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, β) ποια είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ’ αυτό από το δικαστήριο της ουσίας, και γ) ποιο είναι ως προς το αποδεικτικό μέσο το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης.
Αν λείπει έστω και ένα από τα στοιχεία αυτά ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος ως αόριστος (ΑΠ 233/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι ενώ αποδίδει "αποδεικτική παντοδυναμία" στην από 28.12.2013 ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη συνταχθείσα από τον συγκοινωνιολόγο Η.
Α. Γ. κατά παραγγελία των αναιρεσίβλητων, δεν αποδίδει τη δέουσα αποδεικτική εκτίμηση σε μία "δικαστική ομολογία" της δεύτερης αναιρεσίβλητης στη σελίδα 55 των πρωτόδικων προτάσεών της στη μετ’ απόδειξη συζήτηση της 11.11.2009 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου (κατ’ αυτόν) ουσιαστικά ομολογείται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του θεμελιώδους γεωμετρικού ελαττώματος της πλευρικής απόκλισης του οχήματος και της εκτροπής αυτού.
Επίσης, ότι δεν αποδίδει τη δέουσα αποδεικτική αξία και στην ιδιωτική γνωμοδότηση του Κ. Σ. που αυτός προσκόμισε και επικαλέστηκε. Ο ως άνω λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω αοριστίας διότι δεν διαλαμβάνονται σ’ αυτόν τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη στοιχεία και ειδικότερα: ποια είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στα ως άνω αποδεικτικά μέσα από το δικαστήριο της ουσίας και ποιο είναι ως προς αυτά το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης.
Σε κάθε περίπτωση, είναι αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν προσέδωσε στα παραπάνω έγγραφα (ιδιωτικές πραγματογνωμοσύνες) μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ο νόμος ορίζει, αλλά, εκτίμησε αυτά ελεύθερα κατ’ άρθρο 340 ΚΠολΔ μαζί με τα υπόλοιπα, κατ’ είδος αναφερόμενα, αποδεικτικά μέσα και κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα περί της αιτίας της εκτροπής του οχήματος του αναιρεσείοντος.
Τέλος, αναφορικά με τη "δικαστική ομολογία" των εκπροσώπων της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ουδόλως αναφέρονται οι νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις για να κριθεί κατά τα άρθρα 352 και 353 ΚΠολΔ αν πρόκειται για εξώδικη ή για δικαστική (απλή ή σύνθετη) ομολογία και στην τελευταία περίπτωση αν φερόμενοι ως ομολογούντες διευθυντές τμημάτων παραγωγής (...) ήταν οι νόμιμοι εκπρόσωποι της ανωτέρω αναιρεσίβλητης και είχαν ως εκ τούτου ικανότητα για ομολογία.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύεται μόνον όταν τα διδάγματα αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς και όχι όταν χρησιμεύουν για εκτίμηση αποδείξεων (Ολομ ΑΠ 2/2008). Επομένως, ο τρίτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας σχετικά με την αιτία της εκτροπής του οχήματος του αναιρεσείοντος και ειδικότερα ότι αυτή δεν οφείλεται στην πλευρική απόκλιση των μη κατευθυντήριων τροχών του αυτοκινήτου του, είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται σε διδάγματα που χρησιμεύουν για την εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να απορριφθούν και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Θα ορισθεί μία δικαστική δαπάνη υπέρ όλων των (ομοδίκων) αναιρεσίβλητων, επιμεριζόμενη μεταξύ τους κατ’ ίσα μέρη, λόγω του κοινού επιδιωκόμενου σκοπού, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Ιουνίου 2015 αίτηση και τους από 19 Μαΐου 2016 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της υπ’ αριθ. 398/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, επιμεριζόμενα μεταξύ τους κατ’ ίσα μέρη, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουλίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ