1363/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ναυσικά Φράγκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1363/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστη, έστω και με την έννοια του ενδεχομένου δόλου (της αμφιβολίας), ότι ενεργεί υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου εντός της καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμοδιότητας του, ότι τα βεβαιούμενα γεγονότα είναι ψευδή και στη θέληση ή αποδοχή αυτού να βεβαιώσει τα ψευδή περιστατικά, που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1363 / 2016 (Α Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1363/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ναυσικά Φράγκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Ιουλίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Α. Κ. του Δ., 2)Α. Σ. του Σ., 3)Β. Π. του Ε. και 4)Ν. Κ. του Ι., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Μουζακίτη για αναίρεση της υπ’ αριθ.4/2016 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Γ. Κ. του Κ. και 2)Μ. Κ. του Μ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Χούρσογλου.
Το Πενταμελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 15 Απριλίου 2016, 15 Απριλίου 2016, 18 Απριλίου 2016 και 18 Απριλίου 2016 τέσσερις χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 594/16.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες αιτήσεις υπ’ αριθμ. 5/15-4-2016 της Α. Κ., 6/15-4-2016 του Α. Σ., 8/18-4-2016 της Β. Π., 7/18-4-2016 του Ν. Κ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4/2016 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, και πρέπει να συνεκδικασθούν ως συναφείς Κατά το άρθρο 242 παρ. 1 του ΠΚ. "υπάλληλος που στα καθήκοντα του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδές περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας), το οποίο είναι γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται, αντικειμενικώς α) ο δράστης (αυτουργός) να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α’ και 263Α Π.Κ., αρμόδιος καθ’ ύλη και κατά τόπο για την σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ.
γ’ Π.Κ. και δη δημόσιο, όπως αυτό προσδιορίζεται από το άρθρο 438 Κ.Πολ.Δ., κατά την έννοια του οποίου πρέπει να προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη έναντι πάντων κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται σ’ αυτό και γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών περιστατικών, τα οποία μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν το έγγραφο έχει τη νομική δυνατότητα να αποδεικνύει τη γένεση, ύπαρξη, διατήρηση, αλλοίωση ή απώλεια ενός δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημοσίας ή ιδιωτικής φύσης, ανεξαρτήτως αν οι ίδιες έννομες συνέπειες θα μπορούσαν να επέλθουν με τη βεβαίωση στο έγγραφο της πραγματικής κατάστασης.
Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστη, έστω και με την έννοια του ενδεχομένου δόλου (της αμφιβολίας), ότι ενεργεί υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου εντός της καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμοδιότητας του, ότι τα βεβαιούμενα γεγονότα είναι ψευδή και στη θέληση ή αποδοχή αυτού να βεβαιώσει τα ψευδή περιστατικά, που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες.
Ψευδές είναι το περιστατικό, όταν δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και, ειδικότερα, όταν βεβαιώνεται περιστατικό, που δεν είναι αληθές ή δεν αναφέρεται περιστατικό αληθές που έπρεπε να αναφερθεί, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρχε υποχρέωση να το βεβαιώσει ο υπάλληλος και τούτο υπέπεσε στην αντίληψη του.
Για την συγκρότηση της πράξης αυτής δεν αποτελεί προϋπόθεση η εγκυρότητα του εγγράφου, το οποίο μπορεί να προσβάλει σύμφωνα με το νόμο. Υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α’ ΠΚ., ο οποίος είναι δυνατό να διαπράξει το έγκλημα της ψευδούς βεβαίωσης, είναι και ο συμβολαιογράφος ο οποίος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 5 παρ. 1,2 ν. 2830/2000 (Κώδικα περί Συμβολαιογράφων), είναι άμισθος, δημόσιος λειτουργός και έχει καθήκον να συντάσσει και φυλάσσει έγγραφα συστατικά ή αποδεικτικά των δικαιοπραξιών και δηλώσεων των ενδιαφερομένων, οσάκις ή σύνταξη τους είναι υποχρεωτική κατά νόμο ή οι ενδιαφερόμενοι επιθυμούν να προσδώσουν σ’ αυτά κύρος δημοσίου εγγράφου, ενώ οφείλει να απέχει από τη σύνταξη πράξεων, οι οποίες αντίκεινται στον νόμο ή τα χρηστά ήθη, πρέπει δε να ασκεί τα καθήκοντα/του ευσυνείδητα και αμερόληπτα, έχοντας την υποχρέωση κατά την σύνταξη συμβολαιογραφικών εγγράφων να εξηγεί στους δικαιοπρακτούντες τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν και τα δικαιώματα που έχουν από τις πράξεις που καταρτίζονται και να διαπιστώνει ότι γνωρίζουν τα αποτελέσματα αυτών.
Ειδικότερα, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Κώδικα περί Συμβολαιογράφων, συνάγεται ότι ο συμβολαιογράφος οφείλει να καταχωρίζει τις δηλώσεις των δικαιοπρακτούντων κατά τρόπο σαφή και αναλλοίωτο και να μη συντάσσει δικαιοπραξία προδήλως άκυρη κατά τα υποπίπτοντα στην αντίληψη του στοιχεία, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και η ψυχοσωματική (διανοητική) κατάσταση της υγείας του συμβαλλομένου, όταν αυτή παρέχει υπόνοια ανικανότητας.
Και να μεν δεν καθιερώνεται υποχρέωση στον νόμο να ερευνά εκδοχή στέρησης ικανότητας προς δικαιοπραξία του δηλούντος ή ελαττώματος αυτού στη δήλωση βούλησης (δικαστική ή νόμιμη απαγόρευση, κατάσταση πτώχευσης, στέρηση χρήσης λογικού, λόγω πνευματικής νόσου), πλην όμως διαπράττει ψευδή βεβαίωση, αν από πρόθεση παραλείψει την καταχώρηση περιστατικού, που υποπίπτει στην αντίληψη του (ή καταχωρήσει με πρόθεση περιστατικό σαφώς αντίθετο από εκείνο που υποπίπτει σ’ αυτή) και δύναται κατά τους ορισμούς του νόμου να επηρεάσει το κύρος της απ’ αυτόν βεβαιούμενης δήλωσης.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α’ Π.Κ., η οποία ορίζει ότι "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε άλλον της απόφασης να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, πρόκληση που μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, όπως με τις συμβουλές, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, παραινέσεις προτροπές (παρακίνηση, παρόρμηση, ενθάρρυνση), πειθώ, φορτικότητα, πίεση, απειλή, εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά αίτια της βούλησης, με τη διέγερση μίσους κατά θύματος, με την επιβολή λόγω υπηρεσιακής ή άλλης εξαρτήσεως ή την επιρροή προσώπου λόγω της ιδιότητας και της θέσεως του ή και της σχέσης του με το φυσικό αυτουργό κλπ.
β) η διάπραξη από τον άλλο της πράξης αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, αρκεί και ενδεχόμενος, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος με την γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης. Τέλος, για τη θεμελίωση της κατ’ άρθρο 46 παρ. 1 εδ.
β ΠΚ. άμεσης συνέργειας ο δράστης να παρέχει άμεση συνδρομή στον αυτουργό κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και η συνδρομή αυτή να συνδέεται αμέσως προς την πράξη του αυτουργού και μάλιστα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε, χωρίς αυτή τη συνδρομή, δεν θα ήταν δυνατή μετά βεβαιότητας η τέλεση του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που τελέστηκε.
Η έννοια της συνδρομής μπορεί να συνίσταται και σε ενέργεια βοηθητική προς τον αυτουργό του εγκλήματος κατά την εκτέλεση του αδικήματος. Επίσης απαιτείται και δόλια προαίρεση, δηλαδή, ηθελημένη παροχή της συνδρομής αυτής και γνώση ότι αυτή παρέχεται για την εκτέλεση από τον αυτουργό της κυρίας πράξης.
Ο δόλος του αμέσου συνεργού έγκειται στην ηθελημένη παροχή της συνδρομής και στην γνώση ότι την παρέχει για την εκτέλεση άδικης πράξης. Σύμφωνα δε με την παρ. 3 του πιο πάνω άρθρου 242 του ΠΚ., αν ο υπαίτιος της ψευδούς βεβαιώσεως, είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον , επιβάλλεται κάθειρξη, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ.
Έτι περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ. 1 ΠΚ., στην περίπτωση του κατ’ εξακολούθηση εγκλήματος, δηλονότι της τέλεσης από τον ίδιο δράστη περισσοτέρων της μιας ομοειδών πράξεων, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό του αυτού ή διαφόρων προσώπων, με ενότητα του δόλου του δράστη, ως προς την τέλεση αυτών, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει μία και μόνο ποινή, για την επιμέτρηση της δε λαμβάνει το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων.
Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο, 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ., όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή ή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκρατούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή ο σκοπός επελεύσεως ορισμένου προσθέτου αποτελέσματος.
Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως ή εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμ. 4/2016 απόφαση του Εφετείου Βορείου Αιγαίου, οι τέσσερις αναιρεσείοντες, κηρύχθηκαν σε δεύτερο βαθμό, ένοχοι αντίστοιχα, η πρώτη ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση από την οποία ο υπαίτιος είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του και σε άλλον αθέμιτο όφελος και να βλάψει παράνομα άλλον με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική βλάβη άνω των 120.000 ευρώ κατ’ εξακολούθηση και χρήσεως εν γνώσει εγγράφου πλαστού, ο δεύτερος ψευδούς βεβαίωσης από την οποία ο υπαίτιος είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του και σε άλλον αθέμιτο όφελος και να βλάψει παράνομα άλλον με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική βλάβη άνω των 120.000 ευρώ κατ’ εξακολούθηση και καθένας από τους τρίτη και τέταρτο, άμεσης συνέργειας σε ψευδή βεβαίωση από την οποία ο υπαίτιος είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του και σε άλλον αθέμιτο όφελος και να βλάψει παράνομα άλλον με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική βλάβη άνω των 120.000 ευρώ κατ’ εξακολούθηση και τους επιβλήθηκαν ποινές φυλακίσεως τεσσάρων ετών και δύο (2) μηνών στην πρώτη, πέντε (5) ετών, στον δεύτερο και δύο (2) ετών σε καθέναν, από τους τρίτη και τέταρτο, ανασταλείσες επί τριετία για τους πρώτη, τρίτη και τέταρτο και μετατραπείσα, σε χρηματική ποινή για το δεύτερο κατηγορούμενο.
Το άνω δικαστήριο της ουσίας, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, κατά λέξη, ότι: "από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, από τα αναφερόμενα στα πρακτικά έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, την από 5.5.2015 ιατρική έκθεση του Π.
Ζ. και την από 8.11.2010 έκθεση γραφολογικής εξέτασης της Β. Α., σε συνδυασμό και με τις απολογίες των κατηγορουμένων, και γενικά από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κατά πιστή μεταφορά, πραγματικά περιστατικά: Στην Μυτιλήνη στις 31.7.2008, δυνάμει του με αριθμό .../31.7.2008 πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Α.
Σ., δευτέρου των κατηγορουμένων, που καταρτίστηκε παρουσία των Β. Π. και Ν. Κ., τρίτης και τετάρτου των κατηγορουμένων αντίστοιχα, οι οποίοι συνέπραξαν ως μάρτυρες, ο Α. Κ. του Μ., εν ζωή συνταξιούχος Συμβολαιογράφος Αθηνών και άγαμος ο οποίος είχε γεννηθεί το έτος 1922 και έχει ήδη αποβιώσει, φέρεται ότι προέβη στην παροχή πληρεξουσιότητας προς τον Δ.
Θ. Π., ανιψιό του, ο οποίος επίσης έχει ήδη αποβιώσει, και προς τη σύζυγο του (του ανιψιού) Α. Κ., πρώτη των κατηγορουμένων, με περιεχόμενο την εντολή, όπως, από κοινού ή και χωριστά ο καθένας, ενεργούν στο όνομα και για λογαριασμό του ανωτέρω εντολέα τα κάτωθι: 1. Να εισπράττουν τη μηνιαία σύνταξη του και κάθε είδους αναδρομικές αυξήσεις, καθυστερούμενες συντάξεις, βοηθήματα, επιδόματα, νοσήλια, τακτικές και έκτακτες παροχές. 2.
Να διαχειρίζονται την κινητή και την ακίνητη περιουσία του, εισπράττοντας μισθώματα, τόκους, τοκομερίδια, μερίσματα, επιδοτήσεις και γενικά κάθε είδους εισοδήματα από αυτή. 3. Να εκμισθώνουν ακίνητα ιδιοκτησίας του, να επιλαμβάνονται των ανακυπτουσών μισθωτικών διαφορών και να εισπράττουν κάθε είδους επιδοτήσεις, 4.
Να εκπροσωπούν τον εντολέα ενώπιον κάθε δημόσιας και μη υπηρεσίας, οργανισμού, ν.π.δ.δ. και ν.π.ι.δ., Δ.Ο.Υ., 5. Να καταθέτουν και να αναλαμβάνουν χρήματα από τραπεζικούς λογαριασμούς, να ρευστοποιούν ομόλογα, μετοχές ή άλλα αξιόγραφα και γενικά να προβαίνουν σε διευθέτηση των συναλλαγών του με τράπεζες, 6.
Να παραλαμβάνουν την αλληλογραφία του, 7. Να τον εκπροσωπούν ενώπιον του Εθνικού Κτηματολογίου και γενικά να προβαίνουν στις απαραίτητες ενέργειες για την προστασία των εννόμων συμφερόντων του αναφορικά με την ακίνητη περιουσία του, 8. Να δωρίσουν κατά ψιλή κυριότητα με δωρεά εν ζωή, παρακρατώντας την επικαρπία εφ’ όρου ζωής του εντολέα, τα επί της οδού ...
ενταύθα ευρισκόμενα ακίνητα ιδιοκτησίας του εντολέα ήτοι δύο όμορα διαμερίσματα του β’ ορόφου, δύο ισόγεια καταστήματα και μια υπόγεια αποθήκη, στα τέκνα τους Ν. και Β. - Κ. Θ. - Π. (από ένα διαμέρισμα και ένα κατάστημα στον καθένα και την αποθήκη στην Β. - Κ.) και το επί των οδών ..., στη ..., ενταύθα οικόπεδο εξ αδιαιρέτου στους ιδίους.
Περαιτέρω, στην Μυτιλήνη, στις 17.2.2008, ο εν λόγω Α. Κ. φέρεται ότι προέβη και πάλι στην παροχή πληρεξουσιότητας προς τον Δ. Θ. - Π. ανιψιό του, και την κατηγορουμένη - σύζυγο του Α. Κ., δυνάμει του με αριθμό .../17.10.2008 πληρεξουσίου του κατηγορουμένου Συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Α. Σ., παρουσία των αυτών ως άνω τρίτης και τετάρτου των κατηγορουμένων, που συνέπραξαν επίσης ως μάρτυρες, με περιεχόμενο την εντολή , όπως ενεργώντας από κοινού ή και κάθε ένας χωριστά, δωρίσουν, στο όνομα και για λογαριασμό του ανωτέρω εντολέα κατά ψιλή κυριότητα, με δωρεά εν ζωή, παρακρατώντας την επικαρπία εφ’ όρου ζωής του εντολέα, την επί της οδού ...
ενταύθα, παλαιά λιθόκτιστη οικία, μετά του οικοπέδου της, και ένα ελαιόκτημα εκτάσεως 87 στρεμμάτων περίπου κείμενο στην θέση "..." του Δ.Δ ... του Δήμου Μυτιλήνης, στον Δ. Π. - Θ.. Στο τέλος δε του κειμένου καθενός από τα ανωτέρω δύο πληρεξούσια αναγράφηκε ότι "η παρούσα πληρεξουσιότητα είναι αμετάκλητη, ως αφορώσα το αποκλειστικό συμφέρον των εντολοδόχων, μη δυνάμενη να ανακληθεί εξ οιουδήποτε νομίμου λόγου και αιτίας, ισχύουσα και σε περίπτωση, ο μη γένοιτο θανάτου ή επέλευσης δικαιοπρακτικής ανικανότητας του εντολέως" και ότι "Για την βεβαίωση όλων των παραπάνω συντάχθηκε το παρόν...
το οποίο, αφού διαβάστηκε καθαρά και δυνατά και το άκουσε ο εμφανισθείς εντολέας, που βεβαίωσε το περιεχόμενο του , όπως το βεβαιώνω και εγώ ο Συμβολαιογράφος, υπογράφεται από τους μάρτυρες και από μένα τον Συμβολαιογράφο... εκτός από τον εντολέα, ο οποίος, αφού κλήθηκε να υπογράψει, δήλωσε αδυναμία υπογραφής λόγω ασθενείας".
Μάλιστα, στο δεύτερο από τα εν λόγω πληρεξούσια προστέθηκε και η φράση ότι το πληρεξούσιο αυτό δόθηκε στον Α. Κ. προς ανάγνωση και αυτός το ανέγνωσε.
Στη συνέχεια, στην Μυτιλήνη, στις 24.10.2008, οι ανωτέρω εντολοδόχοι (πρώτη κατηγορουμένη και ο σύζυγος της Δ. Θ. - Π.) προέβησαν στην υπογραφή των με αριθμούς .../24.10.2088 και .../24.10.2088 συμβολαίων δωρεάς εν ζωή ακινήτων, τα οποία συνέταξε ο δεύτερος κατηγορούμενος και με τα οποία υλοποιήθηκαν οι εντολές που περιέρχονται στα ως άνω πληρεξούσια, με συνέπεια οι αναφερόμενοι σ’ αυτά δωρεοδόχοι να προσποριστούν περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στη συνολική αξία των ακινήτων που πιο πάνω μνημονεύονται, η οποία ανερχόταν, η μεν αντικειμενική, σε 507.468.04 ευρώ, η δε εμπορική, σε 681.100 ευρώ.
Ο εντολέας Α. Κ., που παρείχε την πληρεξουσιότητα, απεβίωσε στις 25.10.2008, δηλαδή την επομένη της συντάξεως των ανωτέρω δωρητηρίων συμβολαίων και οκτώ ημέρες μετά την παροχή της δεύτερης πληρεξουσιότητας. Ο εν λόγω Α. Κ., ήταν τότε ηλικίας 86 ετών και είχε βεβαρημένο ιατρικό ιστορικό, καθώς στις 27.3.2001 είχε εισαχθεί στην Χειρουργική Κλινική του Γ.Ν.
Μυτιλήνης "..." και είχε υποβληθεί σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου με διάγνωση κάκωσης κεφαλής, κάταγμα κρανίου και οξύ υποσκληρίδιο αιμάτωμα μετωποκροταφιαίο σε απορρόφηση (αρ.), την 2.12.2003 είχε εισαχθεί και πάλι στη Χειρουργική Κλινική του αυτού Νοσοκομείου και είχε υποβληθεί σε εγχείρηση βουβωνοκήλης (δεξ.), ενώ και την 30.10.2006 είχε εισαχθεί στην Ορθοπεδική Κλινική του ιδίου Νοσοκομείου, με διάγνωση διατροχαντήριο κάταγμα .
Περαιτέρω, στις 11.3.2008, είχε μεταφερθεί στα εξωτερικά ιατρεία του Γ.Ν. Μυτιλήνης "..." και είχε υποβληθεί σε αξονική εγκεφάλου, μετά από την οποία εισήχθη στην Β’ Παθολογική Κλινική του Νοσοκομείου και νοσηλεύτηκε μέχρι την 14.3.2008, οπότε και εξήλθε με διάγνωση "πτώση μυϊκής ισχύος (δε) άνω άκρου. Αφασία εκπομπής - πτώση γωνίας (δε)" συνεπεία της εκδήλωσης αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (ΑΕΕ) (βλ.
μεταξύ άλλων, το με αριθ. πρωτ. .../29.4.2010 έγγραφο του Δ/κού Υποδιευθυντή του Νοσοκομείου). Πριν την τελευταία αυτή εισαγωγή και νοσηλεία του στο εν λόγω Νοσοκομείο και συγκεκριμένα 6 Μαρτίου 2008, ο Α. Κ., επειδή δεν αισθανόταν καλά, διότι προφανώς κατά το χρόνο εκείνο είχε ήδη εκδηλωθεί το αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, είχε τηλεφωνήσει στην οικία του εγκαλούντος Γ.
Κ., προκειμένου αυτός και η σύζυγος του Κ. να προστρέξουν σε βοήθεια, όπως πράγματι προσέτρεξαν και τον συνέδραμαν στο θέμα αυτό. Αναλόγως, εξάλλου, είχε πράξει ο Α. Κ. και τον Οκτώβριο μήνα του 2006, που είχε υποστεί το διατροχαντήριο κάταγμα, οπότε συγκεκριμένα είχε ζητήσει, τηλεφωνικά, τη βοήθεια της εγκαλούσας Μ.
Κ., η οποία και προσέτρεξε, μαζί με τον Β. Β., και του προσέφεραν τις πρώτες βοήθειες. Τα πρόσωπα αυτά, που πιο πάνω αναφέρονται διατηρούσαν φιλικές σχέσεις και σχέσεις συμπάθειας, αγάπης και εμπιστοσύνης με τον Α. Κ., ο οποίος ήταν αποκομμένος από το ευρύτερο συγγενικό του περιβάλλον και εξέφραζε την ενόχληση του από το γεγονός ότι το περιβάλλον αυτό δεν επιδείκνυε το επιβαλλόμενο και αναμενόμενο από τον ίδιο ενδιαφέρον.
Ειδικότερα, ο Α. Κ. γνωρίστηκε με τον πολιτικώς ενάγοντα Γ. Κ. τον Δεκέμβριο μήνα του 2000 και έκτοτε αναπτύχθηκε μεταξύ τους φιλική σχέση, με κοινές εξόδους και επισκέψεις του ενός στην οικία του άλλου. Φίλος του ήταν επίσης και ο Β. Β., ενώ η εγκαλούσα Μ. Κ., με την οποία γνωρίστηκε κατά τα έτη 1997 - 1998, υπήρξε οικιακή βοηθός του μέχρι και τις αρχές του έτους 2007.
Από τον χρόνο εκείνο, μετά δηλαδή τη έξοδο του από το Νοσοκομείο, όπου είχε εισαχθεί συνεπεία του προαναφερόμενου κατάγματος, ο Α. Κ. μετακόμισε σε ιδιόκτητο διαμέρισμα επί της οδού ... (μέχρι τότε, διέμενε στην οικία της οδού ...). Έκτοτε ο ανιψιός του Δ. Θ. - Π. και η πρώτη κατηγορουμένη -σύζυγος του ανέλαβαν τον χειρισμό των υποθέσεων του, αποκόπτοντας τους εγκαλούντες και το λοιπό φιλικό του περιβάλλον από αυτόν, και ανέθεσαν την φροντίδα του στην οικιακή βοηθό ονόματι "Τ." (S. - V.
P.), βουλγαρικής υπηκοότητας, η οποία τον φρόντιζε και τον περιποιούνταν μέχρι τον χρόνο του θανάτου του. Από το παραπάνω δε χρονικό σημείο, τα προαναφερόμενα φιλικά του πρόσωπα τον επισκέπτονταν, συνήθως κατά τις πρωινές ώρες, εν αγνοία του ανιψιού και της κατηγορουμένης συζύγου του, προκειμένου να μη δημιουργούνται μεταξύ τους εντάσεις, δεδομένου ότι οι τελευταίοι κατά τις συναντήσεις τους εκδήλωναν τη δυσφορία τους για την παρουσία τους εκεί και τη συναναστροφή τους με τον Α.
Κ..
Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε περαιτέρω ότι με τα 488/3.11.2008 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης δημοσιεύτηκε η από 6.10.2006 ιδιόγραφη διαθήκη του Α. Κ., με την περιεχόμενη σ’ αυτή, από 27.4.2007, προσθήκη. Με τη διαθήκη αυτή ο εν λόγω διαθέτης ανακάλεσε κάθε προηγούμενη διαθήκη του και εγκατέστησε κληρονόμους του τους πολιτικώς ενάγοντες (Γ.
Κ. και Μ. Κ.), τα τέκνα του ανιψιού του Δ., δηλαδή τον Ν. και Β. -Κ. Θ. - Π., και τη σύζυγο του - πρώτη κατηγορουμένη καθώς και ορισμένα ακόμη άλλα φιλικά και συγγενικά του πρόσωπα. Είναι σημαντικό και πρέπει εδώ να επισημανθεί ότι στην παραπάνω διαθήκη του, η οποία είναι πολυσέλιδη και εξαιρετικά αναλυτική (δεδομένης της επιστημονικής του ιδιότητας και της πολυετούς επαγγελματικής του εμπειρίας), δεν συμπεριέλαβε μεταξύ των τετιμημένων τον ανιψιό του Δ.
Θ. - Π., ενώ στην σύζυγο του - κατηγορουμένη Α. Κ. κατέλειπε ποσοστό 67% της ψιλής κυριότητας ενός ελαιοκτήματος, κειμένου στην ... Λουτρόπολης Θερμής. Για το πρόσωπο μάλιστα του εν λόγω ανιψιού του έκανε εκτενή αναφορά στο KB’ Κεφάλαιο της διαθήκης, υπό τον τίτλο "Ειδικός Ουσιώδης Όρος", όπου ειδικότερα, ανέφερε "Παρ. 1.
Δια του παρόντος όρου μου επιθυμώ να τονίσω ότι δεν επιθυμώ την περίθαλψίν μου από τον ανιψιό μου Δ. Ν. Π. -Θ., όσον καλοπροαίρετος και αν είναι η προσφορά του και η περίθαλψίς μου παρ’ αυτού εις ιδιόκτητον αυτού κατοικία, καθόσον ούτος λόγω της διαφοράς ηλικίας μας δεν αντιλαμβάνεται πόσον κουραστικός γίνεται εις εμέ, όντας μάλιστα και καρδιοπαθής, αλλά και πόσον επικίνδυνος γίνεται δια την υγείαν και την ίδιαν την ζωήν μου, όταν δια της επιμονής του ασκεί καλοβούλως ή κακοβούλως έντονη ψυχολογική κατ’ εμού βία, με αποτέλεσμα την αύξηση της αρτηριακής μου πιέσεως και την ενδεχόμενη πρόκλησιν εγκεφαλικού επεισοδίου με τας γνωστάς ανεπιθύμητους συνεπείας.
Αποκρούω λοιπόν εκ των προτέρων και την αρνούμαι την αυτή αναμενόμενη προσφοραν και περίθαλψίν μου παρ’ αυτού, που ως και εις την περίπτωσιν περίθαλψης της μητρός του απεδείχθη προκαλέσασα εγκεφαλικόν της επεισόδιον και σύντομον κατάληξίν της. Παρ. 2. Εξάλλου, περίθαλψίς μου εις οικίαν συνεπάγεται και περιορισμόν της επικοινωνίας μου μεθ’ ετέρων προσώπων, φιλικών ή συγγενικών μου, τα οποία αφ’ εαυτών θα διστάζουν να μ’ επισκεφθούν, οπότε μοιραίως θέλω ευρεθή εις απομόνωσιν.
Παρ. 3. Και επειδή αι αληθείς προθέσεις συγγενικών προσώπων, όσον και αν εμφανίζονται αγαθές υποκρύπτουν και το σπέρμα του περιουσιακού συμφέροντος ως μ’ εδίδαξε η πείρα της ζωής μου, είναι δε πλήρως δυσαπόδεικτοι αι πράγματι αληθείς προθέσεις των, ορίζω και διατάσσω δια της παρούσης μου όπως ο εν λόγω ανιψιός μου, εάν με εγκαταστήσει υφ’ οποιεσδήποτε συνθήκες εις ιδιόκτητον αυτού οικίαν προς περίθαλψίν μου, βεβαίως, να αποστερείται ούτος αλλά και τα μέλη της οικογενείας του, παντός κληρονομικού επί της ευρεθησομένης κατά την ημέρα του θανάτου μου περιουσίας δικαιώματος πάσαν δε νεωτέρα της παρούσης μου διαθήκη, φερόμενη ως συνταχθείσα εις ιδιόκτητον αυτού οικίαν ή σύμβαση μετ’ αυτού ή μέλους της οικογενείας του, θα είναι παντελώς άκυρος και ανίσχυρος και δεν θα απεικονίζει την αληθή και πραγματικήν βούληση μου και πας έχων έννομο συμφέρον θα δύναται βάση του παρόντος όρου να την προσβάλλει ως άκυρον και ανίσχυρον...".
Συνάγεται λοιπόν, από περικοπή αυτής της διαθήκης η επιφυλακτικότητα του διαθέτη έναντι του άνω ανιψιού του, η αποστροφή του στην ιδέα της περίθαλψης του από τον ίδιο και τα μέλη της οικογενείας του και ο φόβος του μάλιστα για την ίδια του τη ζωή, σε περίπτωση που τυχόν θα αναλάμβαναν την φροντίδα του. Επί πλέον, προκύπτει η σαφής πρόθεση του κατά τον χρόνο συντάξεως της εν λόγω διαθήκης, οπότε ήταν σωματικά και πνευματικά υγιής, να αποτελεί η διαθήκη αυτή τη μοναδική και αυθεντική έκφραση της βούλησης του, των προθέσεων και των αισθημάτων του και τον μοναδικό τρόπο διακανονισμού της περιουσίας του μετά τον θάνατο του.
Παρ’ όλα αυτά, σε χρόνο μικρότερο από δύο έτη από την σύνταξη της διαθήκης και ένα περίπου έτος από τον χρόνο που σημείωσε σ’ αυτήν την προαναφερόμενη προσθήκη, φέρεται ότι μετέβαλε άποψη και προέβη στην παροχή των επίμαχων πληρεξουσιοτήτων προς τον ανιψιό του και τη σύζυγο αυτού, προκειμένου να προβούν στις μνημονευόμενες πιο πάνω δωρεές στον ίδιο τον ανιψιό και στα τέκνα τους.
Όπως είναι φανερό, η επιλογή του αυτή, λαμβανομένου υπόψη και ότι η δωρεά αποτελεί παροχή περιουσιακού αντικειμένου, που γίνεται χωρίς αντάλλαγμα και από ιδιαίτερο συνήθως καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας, βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τις επιθυμίες που εξέφρασε με τη διαθήκη. Αξιοσημείωτο είναι, επίσης, το γεγονός ότι με την κατάρτιση των ως άνω πληρεξουσίων και δωρητηρίων συμβολαίων διέθεσε όλη την ακίνητη περιουσία του στον παραπάνω ανιψιό του και στα τέκνα του τελευταίου, πλην του ελαιοκτήματος, που άφησε με τη διαθήκη του στην πρώτη κατηγορουμένη, και έτσι η εν λόγω διαθήκη του κατέστη κενή περιεχομένου, όσον αφορά τους πολιτικώς ενάγοντες και τους λοιπούς, ως άνω τετμημένους.
Ο λόγος δε, προφανώς, για τον οποίο δεν συμπεριλήφθηκε στα πληρεξούσια και το παραπάνω ελαιόκτημα, που βρίσκεται στην ... Λουτρόπολης Θερμής, είναι ότι ο διαθέτης τηρούσε μέσα στη οικία του αντίγραφο της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης, προσιτό στους εισερχόμενους σ’ αυτήν, σύμφωνα με τις καταθέσεις των μαρτύρων που τον επισκέπτονταν και εξετάστηκαν στο ακροατήριο.
Άρα, το περιεχόμενο της διαθήκης, το πρωτότυπο της οποίας είχε εμπιστευθεί ο διαθέτης περί μήνα Νοέμβριο του 2007 στην μάρτυρα Π. Κ., θυγατέρα του Γ. Κ., ήταν προφανώς γνωστό στην πρώτη κατηγορουμένη. Σημειώνεται ότι, πλην του άνω ανιψιού του, ο Α. Κ. είχε και άλλους συγγενείς και, ειδικότερα, άλλα τρία ανίψια, τέκνα της αδελφής του Μ., οι οποίοι θα εκαλούντο ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του.
Ενόψει των ανωτέρω, το ενδεχόμενο μιας τοιαύτης συνειδητής ριζικής αλλαγής των αισθημάτων του "διαθέτη, έναντι τόσο του ανιψιού του και των τέκνων του, όσο και των τετιμημένων με τη διαθήκη προσώπων, δεν αντέχει στην κοινή λογική και δεν δικαιολογείται από τα πράγματα, δεδομένου μάλιστα ότι, όπως από το όλο περιεχόμενο της διαθήκης, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία, συνάγεται, ο διαθέτης ήταν άνθρωπος αποφασιστικός, με σαφείς απόψεις για τα πρόσωπα του περιβάλλοντος του, με πλήρη συνείδηση των συνεπειών των επιλογών του, αναλυτικός και προνοητικός, ενώ διέθετε και νομική κατάρτιση και συμβολαιογραφική εμπειρία της πολυετούς σχετικής, επαγγελματικής του ενασχόλησης.
Περαιτέρω, όπως πιο πάνω σημειώθηκε, ο Α. Κ. είχε εισαχθεί στις 11.3.2008 στην Β’ Παθολογική Κλινική του Νοσοκομείου "...", απ’ όπου εξήλθε στις 14.3.2008 με διάγνωση "Πτώση μυϊκής ισχύος (δε) άνω άκρου - Αφασία εκπομπής - Πτώση γωνίας (δε)". Έχοντας δε αφασία εκπομπής απότοκη βλάβης στην περιοχή του PROCCA, στον εγκέφαλο, όπου κατασκευάζονται και εκφέρονται οι λέξεις, παρουσίαζε ιδιαίτερη δυσχέρεια στην εκφορά του λόγου και αντίληψης σε τέτοιο βαθμό, ώστε, στις όποιες ερωτήσεις του γίνονται, να απαντά μονολεκτικά, με πολύ αργό ρυθμό, με κατακερματισμένες προτάσεις και πολύ χαμηλόφωνα.
Εμφάνιζε κενά νοήματος και ομιλίας, ασάφεια, έλλειψη ικανότητας να γνωρίζει και να γράφει γράμματα, να διαβάσει και να κατανοήσει ένα κείμενο. Παρουσίαζε δηλαδή κινητική αγραφία, όπως συνάγεται και από την επισκόπηση των υπογραφών του, που φέρεται ότι έχουν τεθεί από τον ίδιο στις αποδείξεις είσπραξης μισθωμάτων ενός διαμερίσματος του των μηνών Μαρτίου έως και Οκτωβρίου 2008, που αναγνώσθηκαν.
Στις αποδείξεις αυτές η υπογραφή του εμφανίζεται "διαταραγμένη", σημαντικά διαφορετική από αυτές που είχε θέσει στην χειρόγραφη διαθήκη του, ενώ εμφανής είναι και η χειροτέρευση της υπογραφής του προϊόντος του χρόνου, ενδεικτική της συνεχούς επιδείνωσης της υγείας του από τον Μάρτιο του 2008 και εφεξής.
Μετά, συνεπώς, το προαναφερόμενο εγκεφαλικό επεισόδιο, που υπέστη τις πρώτες μέρες του Μαρτίου 2008, δεν είχε την ικανότητα να προβεί σε έγκυρη δήλωση δικαιοπρακτικής βουλήσεως. Είναι δε ενδεικτικό της κακής εν γένει σωματικής και διανοητικής καταστάσεως του, το γεγονός ότι κατά τη σύντομη εξέταση της νοητικής του κατάστασης με το test MINI-MENTAL, στην οποία εξέταση τον υπέβαλε, μετά από το ως άνω εγκεφαλικό επεισόδιο (κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο παραπάνω Νοσοκομείο) ο Δ.
Π., νευρολόγος ιατρός, ο ασθενής Α. Κ. πέτυχε βαθμολογία 13-14 βαθμών. Σχετικά με την εξέταση αυτή, πρέπει να σημειωθεί ότι η βαθμολογία 27 -30 θεωρείται φυσιολογική, η βαθμολογία 20 - 27 αποτελεί ένδειξη αρχόμενης διαταραχής, η βαθμολογία 21-24 δείχνει ελαφρά διαταραχή νοητικών λειτουργιών και η βαθμολογία 11 - 20 καταδεικνύει μέτρια διαταραχή των νοητικών λειτουργιών.
Ακόμη αυτός, κατά την ίδια ως άνω εξέταση του από τον παραπάνω ιατρό, δεν μπορούσε να εκτελέσει ούτε την λεγόμενη τριπλή εντολή, η οποία συγκεκριμένα συνίσταται στην εντολή εκτελέσεως των εξής τριών απλών κινήσεων "πάρε αυτό το χαρτί, δίπλωσε το στα τέσσερα και δώσε στον Χ". Όπως λοιπόν συνάγεται από τη προπεριγραφόμενη κατάσταση της υγείας του, ο Α.
Κ., αφότου υπέστη το προαναφερόμενο εγκεφαλικό επεισόδιο μπορούσε μεν να δώσει την συγκατάθεση του για κάποια απλή ενέργεια, αλλά ήταν ανίκανος προς κάθε δικαιοπραξία και θα έπρεπε από τότε να έχει τεθεί υπό πλήρη δικαστική συμπαράσταση, αφού αδυνατούσε εν όλω να φροντίζει μόνος του τις υποθέσεις του.
Όπως δε σημειώθηκε πιο πάνω, προϊόντος του χρόνου η κατάσταση της υγείας του χειροτέρευε (βλ. και την απολογία του 5ου κατηγορουμένου: "περίμενα ότι η κατάσταση του θα χειροτέρευε"). Μάλιστα, σε χρόνο που δεν εξακριβώθηκε αλλά πάντως μετά την αναφερόμενη και πιο κάτω τελευταία εξέταση του από τον κατηγορούμενο Δ.
Π. (11.6.2008) και πριν από το τέλος Ιουλίου 2008, υπέστη και δεύτερο εγκεφαλικό επεισόδιο, στην δεξιά αυτή τη φορά (στην αντίθετη δηλαδή σχέση με το πρώτο) πλευρά του εγκεφάλου, όπως τούτο συνάγεται ιδίως από το πιστοποιητικό θανάτου του, που αναγνώστηκε, αλλά και από το γεγονός ότι αυτός από τον Ιούλιο του ιδίου έτους υποβαλλόταν στην οικία του σε σχετική θεραπευτική αγωγή (βλ.
για το ζήτημα αυτό ιδιαίτερα τις καταθέσεις των μαρτύρων Ι. Ν., Ε. Σ. και Ν. Χ.). Έτσι, στις 31.7.2008 και στις 17.10.2008, οπότε συντάχθηκαν τα επίμαχα πληρεξούσια, δεν είχε την ικανότητα να ζητήσει την κατάρτιση τέτοιων πράξεων, να εκφράσει με οποιονδήποτε τρόπο τη βούληση του, να αναγνώσει τα κείμενα των πληρεξουσίων ή, αν αυτά πράγματι αναγνώστηκαν από τον κατηγορούμενο Συμβολαιογράφο, να ακούσει και να κατανοήσει το περιεχόμενο τους, να κατανοήσει δηλαδή τις επιμέρους εντολές που φέρεται ότι έδωσε με αυτά.
Τα ανωτέρω περιστατικά προκύπτουν από την συνεκτίμηση των προαναφερομένων αποδεικτικών μέσων και κυρίως των εγγράφων που αναγνώστηκαν και αφορούν το ιατρικό ιστορικό του Α. Κ. σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των μαρτύρων Μ. Κ., Γ. Κ., Κ. Σ., Β. Β. και Κ. Κ., οι οποίοι, άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο, είχαν έλθει σε προσωπική επικοινωνία με τον Α.
Κ. κατά το κρίσιμο διάστημα που προηγήθηκε του χρόνου κατάρτισης των επίμαχων πληρεξουσίων και αναφέρθηκαν συγκεκριμένα, χωρίς την χρήση ιατρικών όρων, στην αδυναμία του για έλλογη επικοινωνία μαζί τους. Η τελευταία μάλιστα απ’ αυτούς, η οποία είχε επισκεφθεί του Α. Κ. 20 περίπου ημέρες πριν από τον θάνατο του, κατέθεσε χαρακτηριστικά ότι τότε αυτός ήταν ένα "φυτό".
Οι παραπάνω δε καταθέσεις ενισχύονται και επιβεβαιώνονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων Ι. Ν., ψυχιάτρου νευροφυσιολόγου, και Ε. Σ., Καθηγητή Νευρολογίας οι οποίοι λαμβάνοντας υπόψη τα έγγραφα του ιατρικού φακέλου, συμπεριλαμβανομένου του πιστοποιητικού θανάτου, του Α. Κ., προέβησαν σε επιστημονική αξιολόγηση των παραπάνω περιστατικών και περιέγραψαν με λεπτομέρεια την σωματική και διανοητική του κατάσταση και την αρνητική επίδραση αυτής στην ικανότητα του για επιχείρηση δικαιοπραξιών, ενώ δεν αναιρούνται ούτε κλονίζονται από την απολογία ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου του κατηγορουμένου Δ.
Π., ιατρού νευρολόγου, ο οποίος υπηρετούσε τότε και εξακολουθεί να υπηρετεί στο Νοσοκομείο Μυτιλήνης . Πράγματι ο τελευταίος ο οποίος, όπως εκτέθηκε ήδη πιο πάνω, είχε εξετάσει τον Α. Κ. για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο Νοσοκομείο Μυτιλήνης στις αρχές Μαρτίου του 2008 και μία ακόμη φορά στην οικία του στις 11 Ιουνίου του ιδίου έτους (οπότε συνέταξε την αναφερόμενη πιο κάτω ιατρική γνωμάτευση) απολογούμενος πρωτοδίκως βεβαίωσε, μεταξύ των άλλων, ότι ο Α.
Κ. "είχε μια αφασία και διαταραχή στην εκφορά του λόγου...", "συνήθως μαζί με την αφασία εκπομπής λόγου έχουμε και αγραφία...", "ήταν ικανός για δικαιοπραξία στις 11.6.2008", αλλά "ήθελε χρόνο για να αντιληφθεί" και "...θεωρώ ότι μπορούσε να τις κάνει αυτές τις δικαιοπραξίες (εννοεί τα επίμαχα πληρεξούσια) εάν του δινόταν χρόνος".
Εξάλλου, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αφού επιβεβαίωσε το γεγονός ότι κατά τον χρόνο που εξήτασε του Α. Κ. στο Νοσοκομείο ο τελευταίος παρουσίαζε πραγματικά αφασία BROCCA και δεν μπορούσε να εκτελέσει την προαναφερόμενη τριπλή εντολή (στη σχετική δε προτροπή του απλώς "τον κοίταζε"), ενώ, σε σχετικές ερωτήσεις για τον χρόνο που απαιτούνταν για να αντιληφθεί ο εν λόγω ασθενής το περιεχόμενο των επίμαχων πληρεξουσίων, διευκρίνισε ότι "ήθελε δυο ώρες παραπάνω χρόνο" (βλ.
τα πρακτικά). Σημειώνεται εδώ ότι, κατά τις παραδοχές των τεσσάρων πρώτων κατηγορουμένων, για την κατάρτιση του κάθε πληρεξουσίου απαιτήθηκε χρόνος περίπου μιας ώρας και ότι αρχικά οι πολιτικώς ενάγοντες υποστήριξαν κατηγορηματικότατα ότι ο Α. Κ. κατά τον χρόνο συντάξεως του δεύτερου από τα επίδικα πληρεξούσια (17.10.2008) δεν ήταν ικανός προς δικαιοπραξία (δεν είχε επαφή με το περιβάλλον), ενώ, όσο αφορά την κατάσταση της υγείας του κατά τον χρόνο καταρτίσεως του πρώτου πληρεξουσίου (31.7.2008), επειδή προφανώς δεν γνώριζαν όλα τα στοιχεία που αφορούν το ιατρικό ιστορικό του, δεν είχαν λάβει σαφή θέση αλλά είχαν ισχυριστεί ότι, εφόσον ο Α.
Κ. υπέγραφε τις αποδείξεις εισπράξεως των μισθωμάτων ενός μισθωμένου διαμερίσματος του, δεν δικαιολογούνταν η παροχή τότε της πληρεξουσιότητας, επιφυλάχθηκαν δε να προσκομίσουν και άλλα αποδεικτικά στοιχεία (βλ. την από 27.3.2009 μηνυτήρια αναφορά του). Τέλος πρέπει να τονιστεί ότι ούτε από την κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως Π.
Ζ., ιατρού νευρολόγου, κλονίζονται όσα προαναφέρθηκαν αναφορικά με την αδυναμία του Α. Κ. να καταλάβει την διανοητική δύναμη που απαιτούνταν για να κατανοήσει και βεβαιώσει το περιεχόμενο των επιδίκων πληρεξουσίων κατά τους ως άνω κρίσιμους χρόνους, αφού αυτός, εν κατακλείδι, ενδοιαστικά υποστήριξε επί λέξει ότι ο Α.
Κ., "θα μπορούσε να έχει δυνατότητα δικαιοπραξίας, δεν αποδείχθηκε ότι μπορούσε..." Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι τέσσερις πρώτοι κατηγορούμενοι είχαν αντιληφθεί και γνώριζαν την προπεριγραφόμενη πολύ κακή σωματική και διανοητική κατάσταση του ασθενούς Α. Κ. και την αδυναμία του για έλλογη επικοινωνία και συνεννόηση μαζί τους, αφού η κατάσταση αυτή ήταν εμφανής και ευχερώς αντιληπτή από οιονδήποτε τρίτο.
Παρ’ όλα αυτά, η πρώτη κατηγορουμένη ενεργώντας με πρόθεση (από κοινού με τον αποβιώσαντα ήδη σύζυγο της), προκειμένου να αποτρέψει την περιέλευση της περιουσίας του Α. Κ. στα πρόσωπα που αυτός είχε ορίσει με την προαναφερόμενη ιδιόγραφη διαθήκη του ή σε άλλους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, προκάλεσε στον δεύτερο κατηγορούμενο με πειθώ παραινέσεις και φορτικότητα την απόφαση να συντάξει τα επίμαχα πληρεξούσια με τις περιεχόμενες σ’ αυτά και αναφερόμενες κατωτέρω ψευδείς βεβαιώσεις.
Ο δε δεύτερος κατηγορούμενος δέχθηκε να συντάξει και συνέταξε τα πληρεξούσια αυτά, με τα οποία βεβαίωσε από πρόθεση ψευδή περιστατικά που μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες ότι δηλαδή ο Α. Κ. του ζήτησε τάχα να συντάξει τα πληρεξούσια και ότι ο τελευταίος έδωσε τις περιεχόμενες σ’ αυτά εντολές και, αφού διαβάστηκαν καθαρά και δυνατά και τα άκουσε, (ειδικά δε το δεύτερο του δόθηκε προς ανάγνωση και ανέγνωσε) βεβαίωσε δήθεν το περιεχόμενο τους, όπως το βεβαίωσε και ο ίδιος, ενώ η αλήθεια είναι ότι, όπως προαναφέρθηκε, ο Α.
Κ. δεν μπόρεσε να αναλάβει την πρωτοβουλία καταρτίσεως των πληρεξουσίων, τη σχετική δε πρωτοβουλία είχαν η πρώτη κατηγορουμένη και ο σύζυγος της, ούτε είχε την ικανότητα να δώσει τέτοιες εντολές ή να διαβάσει τα πληρεξούσια, ή εάν τα πληρεξούσια του αναγνώστηκαν, να ακούσει, να κατανοήσει και να βεβαιώσει το περιεχόμενο τους.
Στην ψευδή δε αυτή βεβαίωση προέβη με σκοπό να προσπορίσει στα πρόσωπα που, βάσει των επίμαχων πληρεξουσίων, θα αποκτούσαν τα προαναφερόμενα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία και, ειδικότερα, στα τέκνα της πρώτης κατηγορουμένης και στον σύζυγο της Δ. Θ. - Π., παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη απομείωση της κληρονομιαίας περιουσίας του Α.
Κ., συνιστάμενο στην αξία τους, που ανερχόταν η μεν εμπορική στο ποσό, τουλάχιστον, των 681.100 ευρώ, η δε αντικειμενική σε ποσό κατά τι μικρότερο της εμπορικής. Οι τρίτη και ο τέταρτος των κατηγορουμένων, εξάλλου, παρόλο που αντιλήφθηκαν την προπεριγραφόμενη κακή κατάσταση του Α. Κ., δεν αποχώρησαν αλλά συνέπραξαν ως μάρτυρες στην σύνταξη των πληρεξουσίων από τον δεύτερο κατηγορούμενο, παρέχοντας έτσι άμεση συνδρομή σ’ αυτόν κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της άδικης πράξης της ψευδούς βεβαίωσης, που αυτούς διέπραξε.
Τέλος, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε, ότι η πρώτη κατηγορουμένη, στην Μυτιλήνη, στις 6-6-2008, με πρόθεση έκανε χρήση πλαστού εγγράφου κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 242 παρ. 4 ΠΚ. εγγράφου, δηλαδή εγγράφου που περιείχε ψευδή βεβαίωση, και συγκεκριμένα προσκόμισε στους αρμοδίους υπάλληλους του εκεί υποκαταστήματος της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδας το από 3.6.2008 έντυπο εξουσιοδότησης προς ανάληψη χρηματικού, ποσού 5.000 ευρώ, από τον με αριθμό ...
τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή ο Α. Κ. και πέτυχε να αναλάβει το ποσό αυτό, ενώ γνώριζε ότι το έγγραφο αυτό είχε καταρτισθεί εξαρχής από τον σύζυγο της Δ. Θ. - Π. του Ν., ο οποίος είχε θέσει επί του σώματος του κατ’ απομίμηση και χωρίς τη συναίνεση του την υπογραφή του Α. Κ. και ότι ο τελευταίος είχε εμφανίσει μετά από σοβαρότατο εγκεφαλικό επεισόδιο τον Μάρτιο του ιδίου έτους, αγραφία και συνεπώς δεν θα μπορούσε να έχει θέσει ιδιοχείρως την υπογραφή, τη γνησιότατα της οποίας είχε βεβαιώσει επί του σώματος της εξουσιοδότησης ο αρχικά συγκατηγορούμενός της υπάλληλος Ε.
Δ.. Σημειώνεται ότι η πλαστότητα του ανωτέρω εγγράφου επιβεβαιώθηκε από την γραφολογική πραγματογνωμοσύνη που διατάχτηκε αρμοδίως και για την οποία συντάχθηκε η από 8.11.2010 έκθεση της Β. Α., που αναγνώστηκε.
Με τις παραδοχές αυτές στη συνέχεια το δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες: Α. Κ. του ότι: ΑΙ. Στην Μυτιλήνη στις 31-7-2008 και στις 17-10-2008 με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε και συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ενεργώντας ύστερα από συναπόφαση και με κοινό δόλο με τον ήδη αποβιώσαντα σύζυγο της Δ.
Θ. - Π. του Ν., και ενώ γνώριζε ότι ο υπέργηρος, γεννηθείς το 1922, θείος (αδελφός της μητέρας του συζύγου της) Α. Κ. του Μ. ήταν, λόγω γήρατος και σοβαρότατου εγκεφαλικού επεισοδίου που είχε υποστεί τον Μάρτιο του ιδίου έτους, ανίκανος δικαιοπρακτικά για σύμπραξη στην κατάρτιση των κάτωθι αναφερόμενων συμβολαιογραφικών πράξεων, με πειθώ, φορτικότητα και συνεχείς παραινέσεις και προτροπές, προκάλεσε στον συγκατηγορούμενο της Α.
Σ. του Σ. την απόφαση να τελέσει το περιγραφόμενο αμέσως πιο κάτω αδίκημα της ψευδούς βεβαίωσης, με σκοπό να προσπορίσει σε άλλους παράνομο περιουσιακό όφελος άνω των 120.000 ευρώ, αδίκημα το οποίο αυτός τέλεσε στους ανωτέρω τόπο και χρόνους καθώς, ενώ ήταν υπάλληλος, που στα καθήκοντα του αναγόταν η σύνταξη και έκδοση δημοσίων εγγράφων, ενεργώντας με πρόθεση, βεβαίωσε σε τέτοιο έγγραφο ψευδώς περιστατικά που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες, με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, αξίας άνω των 120.000 ευρώ.
Ειδικότερα δε, κατά τον προαναφερόμενο χρόνο ο ανωτέρω συγκατηγορούμενός της ετύγχανε Συμβολαιογράφος Μυτιλήνης και στα πλαίσια ασκήσεως των κατά νόμο καθηκόντων του, η ίδια και ο προαναφερθείς σύζυγος της, του ζήτησαν να συντάξει πληρεξούσια έγγραφα, δυνάμει των οποίων ο ως άνω θείος του συζύγου της Α.
Κ. του Μ., ο οποίος ετύγχανε άγαμος και αδυνατούσε να μετακινηθεί εκτός οικίας του, θα χορηγούσε ειδική πληρεξουσιότητα και εντολή, αφενός μεν α. να εισπράττουν για λογαριασμό του οποιαδήποτε σύνταξη ή βοήθημα από τα ασφαλιστικά ταμεία, στα οποία ήταν εγγεγραμμένος (Ταμείο Νομικών και Ταμείο Ασφαλίσεως Συμβολαιογράφων) β.
να διαχειρίζονται την κινητή και ακίνητη περιουσία του, εισπράττοντας τα πάσης φύσεως εισοδήματα, γ. να προβαίνουν σε εκμισθώσεις ακίνητης περιουσίας του και να εισπράττουν τις αναλογούσες σε αυτόν επιδοτήσεις γεωργικών εργασιών, δ. να εκπροσωπούν ενώπιον οποιουδήποτε δημόσιου οργανισμού και υπηρεσίας, οργανισμού κοινής ωφέλειας, ασφαλιστικού οργανισμού Δ.Ο.Υ.
κλπ. ε. να προβαίνουν σε καταθέσεις κι αναλήψεις χρηματικών ποσών από τους τραπεζικούς λογαριασμούς του, σε καταθέσεις κι αναλήψεις χρηματικών ποσών από τους τραπεζικούς λογαριασμούς του, σε ρευστοποιήσεις ομολόγων, μετοχών ή άλλων αξιόγραφων επ’ ονόματι του, στ. να παραλαμβάνουν την αλληλογραφία του από τα Ε.Λ.Τ.Α.
ή εταιρείες ταχυμεταφορών, ζ. να τον εκπροσωπούν στο Εθνικό Κτηματολόγιο και να δωρίσουν κατά ψιλή κυριότητα παρακρατώντας την επικαρπία εφόρου ζωής του εντολέα ι) τα επί της οδού ... στην Μυτιλήνη, ευρισκόμενα ακίνητα ιδιοκτησίας του, ήτοι δύο όμορα διαμερίσματα του β’ ορόφου, δύο ισόγεια καταστήματα και μία υπόγεια αποθήκη στα τέκνα τους Ν.
και Β.-Κ. (από ένα διαμέρισμα και κατάστημα στον καθένα και την αποθήκη στη Β. -Κ.) και ιι) το επί των οδών ... της συνοικίας ...ς Μυτιλήνης οικόπεδο του από κοινού εξ’ αδιαιρέτου και κατ’ ισομοιρία στους ιδίους (Δ. Θ. Π. κι Α. Κ. του Δ.) κι αφετέρου να δωρίσουν κατά ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας την επικαρπία εφ’ όρου ζωής του εντολέα στον σύζυγο της ι) την επί της οδού ...
αρ. … στη Μυτιλήνη, ευρισκόμενη παλαιά τριώροφη λιθόκτιστη οικία μετά του οικοπέδου της και ιι) ένα ελαιόκτημα εκτάσεως 87 περίπου στρεμμάτων ευρισκόμενο στη θέση ... του Δ.Δ. ... του Δήμου Μυτιλήνης. Αυτός δε (Α. Σ.) πράγματι μετέβη κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες στο επί της οδού ... στην Μυτιλήνη διαμέρισμα, όπου διέμενε ο Α.
Κ. του Μ., και προέβη στην σύνταξη των με αριθμούς .../31.07.2008 και .../17.10.2008 πληρεξουσίων του, το πρώτο από τα οποία περιείχε τις ανωτέρω υπό στοιχ. α’ έως ζ’ εντολές και το δεύτερο τις υπόλοιπες. Στο τέλος δε του κειμένου καθενός από τα ανωτέρω δύο πληρεξούσια ανέγραψε ότι "η παρούσα πληρεξουσιότητα είναι αμετάκλητη, ως αφορώσα το αποκλειστικό συμφέρον των εντολοδόχων, μη δυνάμενη να ανακληθεί εξ οιουδήποτε νομίμου λόγου και αιτίας, ισχύουσα και σε περίπτωση, ο μη γένοιτο, θανάτου ή επέλευσης δικαιοπρακτικής ανικανότητας του εντολέως" και ότι "Για την βεβαίωση όλων των παραπάνω συντάχθηκε το παρόν...
το οποίο, αφού διαβάστηκε καθαρά και δυνατά και το άκουσε ο εμφανισθείς εντολέας, που βεβαίωσε το περιεχόμενο του, όπως το βεβαιώνω και εγώ ο Συμβολαιογράφος υπογράφεται από τους μάρτυρες και από μένα τον Συμβολαιογράφο... εκτός από τον εντολέα, ο οποίος, αφού κλήθηκε να υπογράψει, δήλωσε αδυναμία υπογραφής λόγω ασθενείας".
Μάλιστα, στο δεύτερο από τα εν λόγω πληρεξούσια προστέθηκε και η φράση ότι το πληρεξούσιο αυτό δόθηκε στον Α. Κ. προς ανάγνωση και αυτός το ανέγνωσε. Πλην όμως, ο εν λόγω Α. Κ. κατά τον χρόνο κατάρτισης των συγκεκριμένων συμβολαιογραφικών εγγράφων δε διέθετε την από τον νόμο απαιτούμενη δικαιοπρακτική ικανότητα προς κατάρτιση τους, καθώς έχοντας πρόσφατα (Μάρτιο 2008) υποστεί σοβαρότατο εγκεφαλικό επεισόδιο, συνεπεία του οποίου είχε μεταφερθεί και νοσηλευθεί στο ...
Νοσοκομείο Μυτιλήνης, δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί το περιεχόμενο των πληρεξουσίων αυτών, γεγονός το οποίο ήταν ευχερώς αντιληπτό από τους παρευρισκόμενους, που όφειλαν να απέχουν από τη σύνταξη τους. Τα δε διά των ανωτέρω πληρεξουσίων βεβαιωθέντα ψευδή περιστατικά, ότι δηλαδή ο ως άνω Α. Κ. ζήτησε να συντάξει τα πληρεξούσια και έδωσε τις περιεχόμενες σ’ αυτά εντολές και περαιτέρω ότι, αφού αυτά διαβάστηκαν καθαρά και δυνατά και τα άκουσε (ειδικά δε το δεύτερο του δόθηκε προς ανάγνωση και το ανέγνωσε), βεβαίωσε το περιεχόμενο τους {ενώ η αλήθεια είναι ο Α.
Κ. δεν μπορούσε να ζητήσει την κατάρτιση των πληρεξουσίων, τη σχετική δε πρωτοβουλία είχαν αυτή (η κατηγορουμένη) και ο σύζυγος της, ούτε είχε την ικανότητα να δώσει προφορικά εντολές ή να αναγνώσει τα πληρεξούσια ή, εάν αυτά αναγνώστηκαν, να ακούσει και να κατανοήσει το περιεχόμενο τους} ο συγκατηγορούμενός της Α.
Σ. πιστοποίησε, επομένως, εν γνώσει του ψεύδους τους και παρήγαγαν έννομες συνέπειες, καθώς η ίδια και ο σύζυγος της, λαβόντες δια των ανωτέρω πληρεξουσίων την, με το προαναφερθέν περιεχόμενο, ειδική εντολή, προέβησαν στις 24.10.2008 με τα υπ’ αρ. ... και ... συμβόλαια δωρεάς εν ζωή ακινήτων που ο προαναφερθείς συγκατηγορούμενός της Συμβολαιογράφος συνέταξε, στην μεταβίβαση των προαναφερθέντων ακινήτων στα τέκνα της και στον σύζυγο της, αντίστοιχα, που προσπορίσθηκαν παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη απομείωση της κληρονομιαίας περιουσίας του Α.
Κ. του Μ., συνισταμένου (το όφελος) στην αξία των ανωτέρω ακινήτων που ανερχόταν συνολικά, η μεν αντικειμενική σε 507.468.04 ευρώ, η δε εμπορική σε 681.100 ευρώ τουλάχιστον, ήτοι άνω των 120.000 ευρώ και Α2.Στην Μυτιλήνη στις 6-6-2008 με πρόθεση έκανε χρήση πλαστού κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 242 παρ. 4 ΠΚ εγγράφου, ήτοι εγγράφου που περιείχε ψευδή βεβαίωση, και συγκεκριμένα προσκόμισε στους αρμόδιους υπάλληλους του εκεί υποκαταστήματος της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος το 3.6.2008 έντυπο εξουσιοδότησης της προς ανάληψη χρηματικού ποσού 5.000 ευρώ από τον με αρ. ...
τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτήν ο προαναφερθείς Α. Κ. του Μ., και πέτυχε να αναλάβει το ποσό, ενώ γνώριζε ότι το έντυπο αυτό είχε καταρτισθεί εξαρχής από τον σύζυγο της Δ. Θ.-Π. του Ν., ο οποίος είχε θέσει επί του σώματος του κατ’ απομίμηση και χωρίς τη συναίνεση του την υπογραφή του Α. Κ. καθώς (γνώριζε) και ότι ο τελευταίος είχε εμφανίσει μετά από σοβαρότατο εγκεφαλικό επεισόδιο τον Μάρτιο του ιδίου έτους αγραφία και συνεπώς δεν θα μπορούσε να έχει θέσει ιδιοχείρως την υπογραφή, την γνησιότητα της οποίας είχε βεβαιώσει επί του σώματος της εξουσιοδότησης ο αρχικά συγκατηγορούμενός ενώπιον της αστυνομίας υπάλληλος Ε.
Δ. Α. Σ. του ότι: Στη Μυτιλήνη, στις 31-7-2008 και 17-10-2008, ενώ ήταν υπάλληλος, που στα καθήκοντα του αναγόταν η σύνταξη κι έκδοση δημοσίων εγγράφων, με πρόθεση βεβαίωσε ψευδώς σε τέτοιο έγγραφο περιστατικό, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, αξίας άνω των 120.000 ευρώ.
Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, καθώς ετύγχανε Συμβολαιογράφος Μυτιλήνης, στα πλαίσια ασκήσεως των κατά νόμο καθηκόντων του, οι συγκατηγορούμενοι του (ήδη αποβιώσας) Δ. Θ. - Π. του Ν. και η σύζυγος του Α. Κ. του Δ., πρώτη κατηγορουμένη, του ζήτησαν να συντάξει πληρεξούσια έγγραφα, με τα οποία ο υπέργηρος, γεννηθείς το 1922, θείος (αδελφός της μητέρας του Δ.
Θ.) Α. Κ. του Μ. που ήταν άγαμος και αδυνατούσε να μετακινηθεί εκτός της οικίας, θα χορηγούσε σε αυτούς ειδική πληρεξουσιότητα κι εντολή, αφενός μεν α. να εισπράττουν για λογαριασμό του οποιαδήποτε σύνταξη ή βοήθημα από τα ασφαλιστικά ταμεία, στα οποία ήταν εγγεγραμμένος (Ταμείο Νομικών και Ταμείο Ασφαλίσεως Συμβολαιογράφων), β.
να διαχειρίζονται την κινητή και ακίνητη περιουσία του, εισπράττοντας τα πάσης φύσεως εισοδήματα, γ. να προβαίνουν σε εκμισθώσεις ακίνητης περιουσίας του και να εισπράττουν τις αναλογούσες σε αυτόν επιδοτήσεις γεωργικών εργασιών, δ. να τον εκπροσωπούν ενώπιον οποιουδήποτε δημόσιου οργανισμού κι υπηρεσίας, οργανισμού κοινής ωφέλειας, ασφαλιστικού οργανισμού.
Δ.Ο.Υ. κλπ. ε. να προβαίνουν σε καταθέσεις και αναλήψεις χρηματικών ποσών από τους τραπεζικούς λογαριασμούς του, σε ρευστοποιήσεις ομολόγων, μετοχών ή άλλων αξιόγραφων επ’ ονόματι του, στ. να παραλαμβάνουν την αλληλογραφία του από τα ΕΛΤΑ ή εταιρείες ταχυμεταφορών, ζ. να τον εκπροσωπούν στο Εθνικό Κτηματολόγιο και να δωρίσουν κατά ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας την επικαρπία εφόρου ζωής του εντολέα ι) τα επί της οδού ...
στην Μυτιλήνη, ευρισκόμενα ακίνητα ιδιοκτησίας του, ήτοι δύο όμορα διαμερίσματα του β’ ορόφου, δύο ισόγεια καταστήματα και μία υπόγεια αποθήκη στα τέκνα τους Ν. και Β.-Κ. (από ένα διαμέρισμα και κατάστημα στον καθένα και την αποθήκη στην Β.-Κ.) και ιι) το επί των οδών ... της συνοικίας ...ς Μυτιλήνης οικόπεδο του από κοινού, εξ αδιαιρέτου και κατ’ ισομοιρία στους ίδιους (Δ.
Θ. Π. κι Α. Κ. του Δ.) κι αφετέρου να δωρίσουν κατά ψηλή κυριότητα, παρακρατώντας την επικαρπία εφόρου ζωής του εντολέα στον εξ αυτών Δ. Θ. Π. του Ν.) ι) την επί της οδού ... αρ…. στην Μυτιλήνη, ευρισκόμενη παλαιά τριώροφη λιθόκτιστη οικία μετά του οικοπέδου της και ιι) ένα ελαιόκτημα εκτάσεως 87 περίπου στρεμμάτων ευρισκόμενο στην θέση ...
του Δ.Δ. ... του Δήμου Μυτιλήνης. Ο κατηγορούμενος πράγματι μετέβη κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες στο επί της οδού ... στην Μυτιλήνη διαμέρισμα, όπου διέμενε ο Α. Κ. του Μ., και προέβη στην σύνταξη των με αριθμούς .../31.7.2008 και .../17.10.2008 πληρεξουσίων, το πρώτο από τα οποία περιείχε τί\ς ανωτέρω υπό στοιχ. α’ έως ζ’ εντολές και το δεύτερο τις υπόλοιπες.
Στο τέλος δε του κειμένου καθενός από τα ανωτέρω δύο πληρεξούσια ανέγραψε ότι "η παρούσα πληρεξουσιότητα είναι αμετάκλητη ως αφορώσα το αποκλειστικό συμφέρον των εντολοδόχων, μη δυνάμενη να ανακληθεί εξ οιουδήποτε νομίμου λόγου και αιτίας ισχύουσα και σε περίπτωση , ο μη γένοιτο, θανάτου ή επέλευσης δικαιοπρακτικής ανικανότητας του εντολέως" και ότι "Για βεβαίωση όλων των παραπάνω συντάχθηκε το παρόν...
το οποίο, αφού διαβάστηκε καθαρά και δυνατά και το άκουσε ο εμφανισθείς εντολέας, που βεβαίωσε το περιεχόμενο του, όπως το βεβαιώνω και εγώ ο Συμβολαιογράφος, υπογράφεται από τους μάρτυρες και από μένα τον Συμβολαιογράφο... εκτός από τον εντολέα, ο οποίος, αφού κλήθηκε να υπογράψει, δήλωσε αδυναμία υπογραφής λόγω ασθενείας".
Μάλιστα, στο δεύτερο από τα εν λόγω πληρεξούσια προστέθηκε και η φράση ότι το πληρεξούσιο αυτό δόθηκε στον Α. Κ. προς ανάγνωση και αυτός το ανέγνωσε. Πλην όμως, ο εν λόγω Α. Κ. κατά τον χρόνο σύναψης των συγκεκριμένων συμβολαιογραφικών εγγράφων δεν διέθετε την από τον νόμο απαιτούμενη δικαιοπρακτική ικανότητα προς κατάρτιση τους, καθώς, έχοντας πρόσφατα (Μάρτιο 2008) υποστεί σοβαρότατο εγκεφαλικό επεισόδιο, συνεπεία του οποίου είχε μεταφερθεί και νοσηλευθεί στο ...
Νοσοκομείο Μυτιλήνης, δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί το περιεχόμενο αυτών, γεγονός το οποίο ήταν ευχερώς αντιληπτό από τους παρευρισκόμενους που όφειλαν να απέχουν από την σύνταξη τους. Τα δε διά των ανωτέρω πληρεξουσίων βεβαιωθέντα ψευδή περιστατικά, ότι δηλαδή ο ως άνω Α. Κ. ζήτησε να συνταχθούν τα πληρεξούσια και έδωσε τις περιεχόμενες σ’ αυτά εντολές και περαιτέρω ότι, αφού αυτά διαβάστηκαν καθαρά και δυνατά και τα άκουσε (ειδικά δε το δεύτερο του δόθηκε προς ανάγνωση και το ανέγνωσε), βεβαίωσε το περιεχόμενο τους {ενώ η αλήθεια είναι ότι ο Α.
Κ. δεν μπορούσε να ζητήσει την κατάρτιση των πληρεξουσίων, τη σχετική δε πρωτοβουλία είχαν η πρώτη κατηγορουμένη και ο σύζυγος της, ούτε είχε την ικανότητα να δώσει προφορικά εντολές ή να διαβάσει τα πληρεξούσια ή, εάν αυτά αναγνώστηκαν, να ακούσει και να κατανοήσει το περιεχόμενο τους}, ο κατηγορούμενος πιστοποίησε, επομένως, εν γνώσει του ψεύδους τους και αυτά παρήγαγαν έννομες συνέπειες καθώς οι λαβόντες δια των ανωτέρω πληρεξουσίων την, με το προαναφερθέν περιεχόμενο, ειδική εντολή συγκατηγορούμενοί του Δ.
Θ.-Π. του Ν. και η σύζυγος του Α. Κ. του Δ. προέβησαν στις 24.10.2008 με τα υπ’ αρ. ... και ... συμβόλαια δωρεάς εν ζωή ακινήτων που ο ίδιος συνέταξε, στην μεταβίβαση των προαναφερθέντων ακινήτων στα τέκνα τους και στον Δ. Θ. Π., αντίστοιχα, που προσπορίσθηκαν παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη απομείωση της κληρονομιαίας περιουσίας του Α.
Κ. του Μ., συνιστάμενο (το όφελος) στην αξία των ανωτέρω ακινήτων που ανερχόταν συνολικά, η μεν αντικειμενική σε 507.468,04 ευρώ, η δε εμπορική σε 681.100 ευρώ, τουλάχιστον, ήτοι άνω των 120.000 ευρώ.
Β. Π. του ότι: Στην Μυτιλήνη, στους παρακάτω χρόνους, παρείχε με πρόθεση στον συγκατηγορουμενό της Α. Σ. του Σ. άμεση συνδρομή κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση του κατωτέρω εγκλήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από τον νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή και το οποίο τέλεσε με πρόθεση. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος Α.
Σ. στην Μυτιλήνη στις 31-7-2008 και 17-10-2008, με περισσότερες από μία πράξεις του, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου αδικήματος ενώ ήταν υπάλληλος, που στα καθήκοντα του αναγόταν η σύνταξη κι έκδοση δημοσίων εγγράφων, σε τέτοιο έγγραφο βεβαίωσε με πρόθεση ψευδώς περιστατικό, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος αξίας άνω των 120.000 ευρώ.
Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, τυγχάνοντας Συμβολαιογράφος Μυτιλήνης, στα πλαίσια ασκήσεως των κατά νόμο καθηκόντων του, οι συγκατηγορούμενοί του Δ. Θ.-Π. τον Ν. και η σύζυγος του Α. Κ. του Δ., του ζήτησαν να συντάξει πληρεξούσια έγγραφα, δυνάμει των οποίων ο υπέργηρος, γεννηθείς το 1922, θείος (αδελφής της μητέρας) του Δ.
Θ. Α. Κ. του Μ., ο οποίος ετύγχανε άγαμος και αδυνατούσε να μετακινηθεί εκτός της οικίας του, θα χορηγούσε σε αυτούς ειδική πληρεξουσιότητα κι εντολή, αφενός μεν α. να εισπράττουν για λογαριασμό του οποιαδήποτε σύνταξη ή βοήθημα από τα ασφαλιστικά ταμεία, στα οποία ήταν εγγεγραμμένος (Ταμείο Νομικών και Ταμείο Ασφαλίσεως Συμβολαιογράφων), β.
να διαχειρίζονται την κινητή και ακίνητη περιουσία του εισπράττοντας τα πάσης φύσεως εισοδήματα, γ. να προβαίνουν σε εκμισθώσεις ακίνητης περιουσίας του και να εισπράττουν τις αναλογούσες σε αυτόν επιδοτήσεις γεωργικών εργασιών, δ. να τον εκπροσωπούν ενώπιον οποιουδήποτε δημοσίου οργανισμού κι υπηρεσίας οργανισμού κοινής, ωφέλειας, ασφαλιστικού οργανισμού, Δ.Ο.Υ.
κλπ. ε. να προβαίνουν σε καταθέσεις κι αναλήψεις χρηματικών ποσών από τους τραπεζικούς λογαριασμούς του, σε ρευστοποιήσεις ομολόγων, μετοχών ή άλλων αξιόγραφων επ’ ονόματι του, στ. να παραλαμβάνουν την αλληλογραφία του από τα ΕΛΤΑ ή εταιρείες ταχυμεταφορών, ζ. να τον εκπροσωπούν στο Εθνικό Κτηματολόγιο και να δωρίσουν κατά ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας την επικαρπία εφόρου ζωής του εντολέα ι) τα επί της οδού ...
στην Μυτιλήνη, ευρισκόμενα ακίνητα ιδιοκτησίας του, ήτοι δύο όμορα διαμερίσματα του β’ ορόφου, δύο ισόγεια καταστήματα και μία υπόγεια αποθήκη στα τέκνα τους Ν. και Β.-Κ. (από ένα διαμέρισμα και κατάστημα στον καθένα και την αποθήκη στην Β. - Κ.) και ιι) το επί των οδών ... της συνοικίας ...ς Μυτιλήνης οικόπεδο του από κοινού, εξ αδιαιρέτου και κατ’ ισομοιρία στους ίδιους (Δ.
Θ. Π. κι Α. Κ. του Δ.) κι αφετέρου να δωρίσουν κατά ψιλή κυριότητα παρακρατώντας την επικαρπία εφόρου ζωής του εντολέα στον εξ αυτών Δ. Θ. Π. του Ν.) ι) την επί της οδού ... αρ. … στην Μυτιλήνη ευρισκόμενη παλαιά τριώροφη λιθόκτιστη οικία μετά του οικόπεδου της ιι) ένα ελαιόκτημα εκτάσεως 87 περίπου στρεμμάτων ευρισκόμενο στη θέση ...
του Δ.Δ. ... Μυτιλήνης. Ο Α. Σ. πράγματι μετέβη κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες στο επί της οδού ...στην Μυτιλήνη διαμέρισμα, όπου διέμενε ο Α. Κ. του Μ. και προέβη στην σύνταξη των με αριθμούς .../31.7.2008 και .../17.10.2008 πληρεξουσίων του, το πρώτο από τα οποία περιείχε τις ανωτέρω υπό στοιχ. α’ έως ζ’ εντολές και το δεύτερο τις υπόλοιπες.
Στο τέλος δε του κειμένου καθενός από τα ανωτέρω δύο πληρεξούσια ανέγραψε ότι η "παρούσα πληρεξουσιότητα είναι αμετάκλητη, ως αφορώσα το αποκλειστικό συμφέρον των εντολοδόχων, μη δυνάμενη να ανακληθεί εξ οιουδήποτε νομίμου λόγου και αιτίας, ισχύουσα και σε περίπτωση, ο μη γένοιτο, θανάτου ή επέλευσης δικαιοπρακτικής ανικανότητας του εντολέως και ότι "Για την βεβαίωση όλων των παραπάνω συντάχθηκαν το παρόν...
το οποίο, αφού διαβάστηκε καθαρά και δυνατά και το άκουσε ο εμφανισθείς εντολέας, που βεβαίωσε το περιεχόμενο του, όπως το βεβαιώνω και εγώ ο Συμβολαιογράφος, υπογράφεται από τους μάρτυρες και από μένα τον Συμβολαιογράφο... εκτός από τον εντολέα, ο οποίος, αφού κλήθηκε, να υπογράψει, δήλωσε αδυναμία υπογραφής λόγω ασθενείας".
Μάλιστα, στο δεύτερο από τα εν λόγω πληρεξούσια προστέθηκε και η φράση ότι το πληρεξούσιο αυτό δόθηκε στον Α. Κ. προς ανάγνωση και αυτός το ανέγνωσε. Πλην όμως, ο εν λόγω Α. Κ. κατά τον χρόνο κατάρτισης των συγκεκριμένων συμβολαιογραφικών εγγράφων δεν διέθετε την από τον νόμο απαιτούμενη δικαιοπρακτική ικανότητα προς κατάρτιση τους, καθώς έχοντας πρόσφατα (Μάρτιο 2008) υποστεί σοβαρότατο εγκεφαλικό επεισόδιο, συνεπεία του οποίου είχε μεταφερθεί και νοσηλευθεί επί ημέρες στο ...
Νοσοκομείο Μυτιλήνης, δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί το περιεχόμενο αυτών, γεγονός το οποίο ήταν ευχερώς αντιληπτό από τους παρευρισκόμενους που όφειλαν να απέχουν από τη σύνταξη τους. Τα δε διά των ανωτέρω πληρεξουσίων βεβαιωθέντα ψευδή περιστατικά, ότι δηλαδή ο ως άνω Α. Κ. ζήτησε να συνταχθούν τα πληρεξούσια και έδωσε τις περιεχόμενες σ’ αυτά εντολές και περαιτέρω ότι, αφού αυτά διαβάστηκαν καθαρά και δυνατά και τα άκουσε (ειδικά δε το δεύτερο του δόθηκε προς ανάγνωση και το ανέγνωσε), βεβαίωσε το περιεχόμενο τους {ενώ η αλήθεια είναι ότι Α.
Κ. δεν μπορούσε να ζητήσει την κατάρτιση των πληρεξουσίων, τη σχετική δε πρωτοβουλία είχαν η πρώτη κατηγορουμένη και ο σύζυγος της, ούτε είχε την ικανότητα να δώσει προφορικά εντολές ή να διαβάσει τα πληρεξούσια ή, εάν αυτά αναγνώστηκαν, να ακούσει και να κατανοήσει το περιεχόμενο τους}, ο Α. Σ. πιστοποίησε, επομένως εν γνώσει του ψεύδους τους και αυτά παρήγαγαν έννομες συνέπειες, καθώς οι λαβόντες δια των ανωτέρω πληρεξουσίων την, με το προαναφερθέν περιεχόμενο, ειδική εντολή συγκατηγορούμενοί τους Δ.
Θ.-Π. του Ν. και η σύζυγος του Α. Κ. του Δ. προέβησαν στις 24.1.2008 με τα με αριθμούς ... και ... συμβόλαια δωρεάς εν ζωή ακινήτων που ο Α. Σ. συνέταξε, στην μεταβίβαση των προαναφερθέντων ακινήτων στα τέκνα τους και στον Δ. Θ. Π., αντίστοιχα, που προσπορίσθηκαν παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη απομείωση της κληρονομιαίας περιουσίας του Α.
Κ. του Μ., συνιστάμενο (το όφελος) στην αξία των ανωτέρω ακινήτων που ανερχόταν συνολικά, η μεν αντικειμενική σε 507.468,04 ευρώ η δε εμπορική σε 681.100 ευρώ, τουλάχιστον, ήτοι άνω των 120.000 ευρώ. Η άμεση δε συνδρομή που παρείχε η κατηγορούμενη αυτή στον Α. Σ. κατά τη διάρκεια και την εκτέλεση των ανωτέρω πράξεων συνίστατο στο ότι στις ανωτέρω ημερομηνίες, ήτοι στις 31-7-2008 και 17-10-2008, μετέβη στο επί της οδού ...
στη Μυτιλήνη διαμέρισμα όπου διέμενε ο Α. Κ. του Μ. και. μολονότι μπορούσε ευχερώς να αντιληφθεί ότι ο εν λόγω Α. Κ., δεν διέθετε την εκ του νόμου απαιτούμενη δικαιοπρακτική ικανότητα προς κατάρτιση των προαναφερθέντων συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων, καθώς λόγω γήρατος και του σοβαρότατου εγκεφαλικού επεισοδίου που είχε υποστεί πρόσφατα, δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί το περιεχόμενο αυτών, εντούτοις δεν αποχώρησε αλλά συνέπραξε ως μάρτυρας στη σύνταξη των με αριθμούς .../31.7.2008 και .../17.10.2008 πληρεξουσίων από το συγκατηγορούμενό της Συμβολαιογράφο Α.
Σ. και συνυπέγραψε.
Ν. Κ. του ότι: Στην Μυτιλήνη, στους παρακάτω χρόνους παρείχε με πρόθεση στον συγκατηγορούμενό του Α. Σ. του Σ. άμεση συνδρομή κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση του κατωτέρω εγκλήματος, που προβλέπεται και τιμωρείται από τον νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή και το οποίο τέλεσε με πρόθεση: Ειδικότερα, ο Α.
Σ. στην Μυτιλήνη, στις 31-7-2008 και 17-10-2008, με περισσότερες από μία πράξεις του, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου αδικήματος, ενώ ήταν υπάλληλος, που στα καθήκοντα του αναγόταν η σύνταξη κι έκδοση δημοσίων εγγράφων, σε τέτοιο έγγραφο βεβαίωσε με πρόθεση ψευδές περιστατικό, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος αξίας άνω των 120.000 ευρώ.
Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ετύγχανε Συμβολαιογράφος Μυτιλήνης και στα πλαίσια ασκήσεως των κατά νόμο καθηκόντων του, οι συγκατηγορούμενοι του Δ. Θ.-Π. του Ν. και η σύζυγος του Α. Κ. του Δ., του ζήτησαν να συντάξει πληρεξούσια έγγραφα, δυνάμει των οποίων ο υπέργηρος, γεννηθείς το 1922, θείος (αδελφός της μητέρας) του Δ.
Θ. Α. Κ. του Μ., ο οποίος ετύγχανε άγαμος και αδυνατούσε να μετακινηθεί εκτός της οικίας του, θα χορηγούσε σε αυτούς ειδική πληρεξουσιότητα κι εντολή, αφενός μεν α. να εισπράττουν για λογαριασμό του οποιαδήποτε σύνταξη ή βοήθημα από τα ασφαλιστικά ταμεία, στα οποία ήταν εγγεγραμμένος (Ταμείο Νομικών και Ταμείο Ασφαλίσεως Συμβολαιογράφων), β.
να διαχειρίζονται την κινητή και ακίνητη περιουσία του, εισπράττοντας τα πάσης φύσεως εισοδήματα, γ. να προβαίνουν σε εκμισθώσεις ακίνητης περιουσίας του και να εισπράττουν τις αναλογούσες σε αυτόν επιδοτήσεις γεωργικών εργασιών, δ. να τον εκπροσωπούν ενώπιον οποιουδήποτε δημοσίου οργανισμού κι υπηρεσίας, οργανισμού κοινής ωφέλειας ασφαλιστικού οργανισμού Δ.Ο.Υ.
κλπ. ε. να προβαίνουν σε καταθέσεις κι αναλήψεις χρηματικών ποσών από τους τραπεζικούς λογαριασμούς του, σε ρευστοποιήσεις ομολόγων, μετοχών ή άλλων αξιόγραφων επ’ ονόματι του, στ. να παραλαμβάνουν την αλληλογραφία του από τα ΕΛΤΑ ή εταιρείες ταχυμεταφορών, ζ. να τον εκπροσωπούν στο Εθνικό Κτηματολόγιο και να δωρίσουν κατά ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας την επικαρπία εφόρου ζωής του εντολέα ι) τα επί της οδού ...
στην Μυτιλήνη, ευρισκόμενα ακίνητα ιδιοκτησίας του, ήτοι δύο όμορα διαμερίσματα του β’ ορόφου δύο ισόγεια καταστήματα και μία υπόγεια αποθήκη στα τέκνα τους Ν. και Β. Κ. (από ένα διαμέρισμα και κατάστημα στον καθένα και την αποθήκη στην Β.-Κ.) και ιι) το επί των οδών ... της συνοικίας ...ς Μυτιλήνης οικόπεδο του από κοινού, εξ αδιαιρέτου και κατ’ ισομοιρία στους ίδιους (Δ.
Θ. Π. κι Α. Κ. του Δ.) κι αφετέρου να δωρίσουν κατά ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας την επικαρπία εφόρου ζωής του εντολέα στον εξ αυτών Δ. Θ. Π. του Ν.) ι) την επί της οδού: ... αρ. 8 στην Μυτιλήνη, ευρισκόμενη παλαιά τριώροφη λιθόκτιστη οικία μετά του οικοπέδου της και ιι) ένα ελαιόκτημα εκτάσεως 87 περίπου στρεμμάτων ευρισκόμενο στην θέση ...
του Δ.Δ. ... του Δήμου Μυτιλήνης. Ο Σ. πράγματι μετέβη κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες στο επί της οδού ... στην Μυτιλήνη διαμέρισμα, όπου διέμενε ο Α. Κ. του Μ. και προέβη στην σύνταξη των με αριθμούς .../31.7.2008 και .../17.10.2008 πληρεξουσίων του, το πρώτο από τα οποία περιείχε τις ανωτέρω υπό στοιχ. α’ έως ζ’ εντολές και το δεύτερο τις υπόλοιπες.
Στο τέλος δε του κειμένου καθενός από τα ανωτέρω δύο πληρεξούσια ανέγραψε ότι "η παρούσα πληρεξουσιότητα είναι αμετάκλητη, ως αφορώσα το αποκλειστικό συμφέρον των εντολοδόχων, μη δυνάμενη να ανακληθεί εξ οιουδήποτε νομίμου λόγου και αιτίας, ισχύουσα και σε περίπτωση, ο μη γένοιτο, θανάτου ή επέλευσης δικαιοπρακτικής ανικανότητας του εντολέως" και ότι "Για την βεβαίωση όλων των παραπάνω συντάχθηκε το παρόν...
το οποίο, αφού διαβάστηκε καθαρά και δυνατά και το άκουσε ο εμφανισθείς εντολέας, που βεβαίωσε το περιεχόμενο του, όπως το βεβαιώνω και εγώ ο Συμβολαιογράφος, υπογράφεται από τους μάρτυρες και από μένα τον Συμβολαιογράφο... εκτός από τον εντολέα, ο οποίος αφού κλήθηκε να υπογράψει, δήλωσε αδυναμία υπογραφής λόγω ασθενείας".
Μάλιστα, στο δεύτερο από τα εν λόγω πληρεξούσια προστέθηκε και η φράση ότι το πληρεξούσιο αυτό δόθηκε στον Α. Κ. προς ανάγνωση και αυτός το ανέγνωσε. Πλην όμως, ο εν λόγω Α. Κ., κατά το χρόνο κατάρτισης των συγκεκριμένων συμβολαιογραφικών εγγράφων δεν διέθετε την από τον νόμο απαιτούμενη δικαιοπρακτική ικανότητα προς κατάρτιση τους, καθώς, έχοντας πρόσφατα (Μάρτιο 2008) υποστεί σοβαρότατο εγκεφαλικό επεισόδιο, συνεπεία του οποίου είχε μεταφερθεί και νοσηλευθεί στο ...
Νοσοκομείο Μυτιλήνης, δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί το περιεχόμενο αυτών γεγονός το οποίο ήταν ευχερώς αντιληπτό από τους παρευρισκόμενους, που όφειλαν να απέχουν από τη σύνταξη τους. Τα δε διά των ανωτέρω πληρεξουσίων βεβαιωθέντα ψευδή περιστατικά, ότι δηλαδή ο ως άνω Α. Κ. ζήτησε να συνταχθούν τα πληρεξούσια και έδωσε τις περιεχόμενες σ’ αυτά εντολές και περαιτέρω ότι, αφού/ αυτά διαβάστηκαν καθαρά και δυνατά και τα άκουσε (ειδικά δε το δεύτερο του δόθηκε προς ανάγνωση και το ανέγνωσε), βεβαίωσε το περιεχόμενο τους {ενώ η αλήθεια είναι ότι ο Α.
Κ. δεν μπορούσε να ζητήσει την κατάρτιση των πληρεξουσίων, τη σχετική δε πρωτοβουλία είχαν η πρώτη κατηγορουμένη και ο σύζυγος της, ούτε είχε την ικανότητα να δώσει προφορικά εντολές ή να αναγνώσει τα πληρεξούσια ή, εάν αυτά αναγνώστηκαν, να ακούσει και να κατανοήσει το περιεχόμενο τους}, ο Α. Σ. πιστοποίησε, επομένως, εν γνώσει του ψεύδους τους και αυτά παρήγαγαν έννομες συνέπειες καθώς οι λαβόντες διά των ανωτέρω πληρεξουσίων την, με το προαναφερθέν περιεχόμενο, ειδική εντολή συγκατηγορούμενοί τους Δ.
Θ. - Π. του Ν. και η σύζυγος του Α. Κ. του Δ. προέβησαν στις 24.10.2008 με τα με αριθμούς, ... και ... συμβόλαια δωρεάς εν ζωή ακινήτων που ο Α. Σ. συνέταξε, στην μεταβίβαση των προαναφερθέντων ακινήτων στα τέκνα τους και στον Δ. Θ. Π., αντίστοιχα, που προσπορίσθησαν παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη απομείωση της κληρονομιαίας περιουσίας του Α.
Κ. του Μ., συνιστάμενο (το όφελος) στην αξία των ανωτέρω που ανερχόταν συνολικά, η μεν αντικειμενική σε 507.468,04 ευρώ η δε εμπορική σε 681.100 ευρώ, τουλάχιστον, ήτοι άνω των 120.000 ευρώ. Η άμεση δε συνδρομή που παρείχε ο κατηγορούμενος αυτός στον Α. Σ. κατά τη διάρκεια και την εκτέλεση των ανωτέρω πράξεων συνίστατο στο ότι στις ανωτέρω ημερομηνίες, ήτοι στις 31-7-2008 και 17-10-2008, μετέβη στο επί της οδού ...
στην Μυτιλήνη διαμέρισμα, όπου διέμενε ο Α. Κ. του Μ. και, μολονότι μπορούσε ευχερώς να αντιληφθεί ότι ο εν λόγω Α. Κ., δε διέθετε την εκ του νόμου απαιτούμενη δικαιοπρακτική ικανότητα προς κατάρτιση των προαναφερθέντων συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων, καθώς λόγω γήρατος, και του σοβαρότατου εγκεφαλικού επεισοδίου που είχε υποστεί πρόσφατα, δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί το περιεχόμενο αυτών, εντούτοις, δεν αποχώρησε, αλλά συνέπραξε ως μάρτυρας στην σύνταξη των με αριθμούς .../31.7.2008 και .../17.10.2008 πληρεξουσίων από τον συγκατηγορούμενό του Συμβολαιογράφο Α.
Σ. και συνυπέγραψε.
ΔΕΧΕΤΑΙ ότι οι κηρυχθέντες ένοχοι 1η, 2ος, 3η και 4ος κατηγορούμενοι μέχρι τον χρόνο που διέπραξαν τα αδικήματα, έζησαν έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και ότι συμπεριφέρθηκαν καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τις πράξεις τους".
Με βάση της παραδοχές αυτές, το Πενταμελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε, κατ’ αλληλοσυμπλήρωση του διατακτικού με το σκεπτικό της, την από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς επιλεκτική εκτίμηση αποδεικτικών μέσων και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων: 1) της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική βλάβη άνω των 120.000 ευρώ κατ’ εξακολούθηση, 2) της χρήσης εν γνώσει εγγράφου πλαστού, 3) της ψευδούς βεβαιώσεως, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική βλάβη άνω των 120.000 ευρώ και 4) της άμεσης συνέργειας σε ψευδή βεβαίωση με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική βλάβη άνω των 120.000 ευρώ, για τις οποίες καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, εκθέτει τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13 στ, α, γ, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 46 παρ. 1 περ.
α, β, 51,53, 61,63,79, 83, 84 παρ. 2Α και ε, 94 παρ. 1 98, 242 παρ 1,3,4 του ΠΚ. τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφαση του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.) από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση.
Το δίκασαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξέθεσε με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων και δεν απαιτείτο για την πληρότητα τις αιτιολογίας ειδική αξιολόγηση, συσχετισμός και συγκριτική στάθμιση των επί μέρους αποδεικτικών μέσων και μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζονται ποίο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσεως.
Επαρκώς δε και εμπεριστατωμένα αιτιολογείται αναφέροντας όσον αφορά τον δεύτερο αναιρεσείοντα α) την ιδιότητα του ως Συμβολαιογράφου και την κατάρτιση υπό αυτού δύο πληρεξουσίων, β) την υπ’ αυτού εν γνώσει του ψευδή βεβαίωση ότι ο ανωτέρω διαθέτης που έδωσε την πληρεξουσιότητα είχε προς τούτο δικαιοπρακτική ικανότητα, γ) τις παραδοχές ότι δεν υπήρχε τέτοια ικανότητα λόγω προσφάτου εγκεφαλικού επεισοδίου και τον άμεσο δόλο του για την έλλειψη αυτή, δ) τον σκοπό του με την ενέργεια του αυτή αφενός μεν να ωφελήσει τους ως άνω συγκατηγορουμένους του που αποκτούσαν δικαιώματα διαθέσεως της περιουσίας του ως άνω εντολέως σε αυτούς και τους οικείους τους, αφετέρου δε να βλάψει τους λοιπούς κληρονόμους κατά την αξία της περιουσίας αυτής, που ανέρχονται σε τουλάχιστον 507.000 ευρώ.
Όσον αφορά την πρώτη αναιρεσείουσα προσδιορίζονται τα μέσα, που αυτή χρησιμοποίησε για να πείσει τον ανωτέρω συμβολαιογράφο για την δικαιοπρακτική ικανότητα του εντολέα καθώς και το παράνομο όφελος που είχε τόσο αυτή όσο και οι οικείοι της από τις ψευδείς βεβαιώσεις που ανερχόταν τουλάχιστον σε 507.000 ευρώ με αντίστοιχη βλάβη των λοιπών κληρονόμων του εντολέα, το γεγονός ότι αυτή γνώριζε την από 6-10-2006 ιδιόγραφη διαθήκη του Α.
Κ. με την οποία εγκατέστησε κληρονόμους του τους πολιτικώς ενάγοντες Γ. Κ. και Μ. Κ., τα τέκνα της (αναιρεσείουσας) την ίδια (μόνο σε ποσοστό 67% ενός ελαιοκτήματος) καθώς και ορισμένα ακόμη άλλα φιλικά και συγγενικά πρόσωπα πλην του ανηψιού του Δ. Θ.-Π. (συζύγου της), το γεγονός ότι αυτή γνώριζε ότι με την κατάρτιση των ως άνω πληρεξουσίων και δωρητηρίων συμβολαίων ο Α.
Κ. διέθετε όλη την ακίνητη περιουσία του στον παραπάνω ανιψιό του και τα τέκνα του πλην του ελαιοκτήματος που άφησε όπως προαναφέρθηκε με την διαθήκη του στην ίδια και έτσι η εν λόγω διαθήκη του κατέστη κενή περιεχομένου όσον αφορά τους πολιτικώς ενάγοντες και τους λοιπούς ως άνω τετιμημένους καθώς και ότι η ίδια γνώριζε ότι η έγγραφη εξουσιοδότηση, της οποίας η ίδια έκανε χρήση ήταν, για τους εκτεθέντες λόγους, πλαστή, ότι η τοιαύτη γνώση της αναγκαίως συνάγεται από τις περαιτέρω παραδοχές, ότι κατά τον επίδικο χρόνο η κατηγορουμένη αυτή (και ο σύζυγος της Δ.
Θ. - Π.) είχε ιδίαν και άμεση αντίληψη, ότι ο διαθέτης αυτός ένεκα των προαναφερομένων σωματικών και πνευματικών νόσων του και νοητικών του καταστάσεων, ήταν ανίκανος προς φροντίδα και περιποίηση του εαυτού του και των υποθέσεων του και επομένως ανίκανος προς δικαιοπραξία και επομένως και προς χορήγηση πληρεξουσιότητας, λόγοι για τους οποίους η ίδια (και ο ανωτέρω σύζυγος της) είχε αναλάβει την περίθαλψη, την περιποίηση του και την επιμέλεια των υποθέσεων του, ενώ είχε αναθέσει την, λόγω της προς τούτο ανικανότητας του, φροντίδα του στην οικιακή βοηθό ονόματι "Τ." (S. - V.
P.), βουλγαρικής υπηκοότητας, η οποία τον φρόντιζε και τον περιποιούνταν μέχρι τον χρόνο του θανάτου του έχοντας μάλιστα αποκόψει τούτον από το φιλικό του περιβάλλον.
Όσον αφορά την άμεση συνεργασία της 3ης και 4ου εκ των αναιρεσειόντων συνισταμένη στην υπογραφή από αυτούς των πληρεξουσίων ως μαρτύρων παρά την εμφανή δικαιοπρακτική ανικανότητα λόγω εγκεφαλικού επεισοδίου του εντολέα καθώς και τη γνώση τους για το παράνομο όφελος που επιδίωκε ο αναιρεσείων Α. Σ. να προσπορίσει στην ηθική αυτουργό, τον σύζυγο της και τους οικείους τους, από τις ψευδείς βεβαιώσεις πληρεξούσια, που ανέρχονταν τουλάχιστον σε 507.000 ευρώ, με αντίστοιχη βλάβη των λοιπών κληρονόμων του εντολέα.
Είναι δε αβάσιμες οι αιτιάσεις: Α) της πρώτης αναιρεσείουσας ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση α) περιέχει ασάφειες και αντιφάσεις ως προς την παραδοχή της ότι, ο Α. Κ. κατά την σύνταξη των πληρεξουσίων δεν είχε την ικανότητα να προβεί σε έγκυρη δήλωση δικαιοπρακτικής βουλήσεως, αφού στην προσβαλλομένη απόφαση εκτίθεται ότι ο διαθέτης Α.
Κ. παρουσίαζε ιδιαίτερη δυσχέρεια στην εκφορά λόγου και αντίληψης... εμφάνιζε κενά νοήματος και ομιλίας κινητική αγραφία (ασάφεια εννοιών, έλλειψη ικανότητας να γνωρίζει και να γράφει γράμματα, να διαβάσει και να κατανοήσει ένα κείμενο), συνεπεία εγκεφαλικού επεισοδίου, που υπέστη τον Μάρτιο 2008 δεν είχε την ικανότητα να προβεί σε έγκυρη δήλωση δικαιοπρακτικής βουλήσεως...
ότι αφότου υπέστη το προαναφερόμενο εγκεφαλικό επεισόδιο μπορούσε μεν να δώσει την συγκατάθεση του για κάποια απλή ενέργεια, αλλά ήταν ανίκανος, προς κάθε δικαιοπραξία και θα έπρεπε από τότε να έχει τεθεί υπό πλήρη δικαστική συμπαράσταση, αφού αδυνατούσε εν όλω να φροντίζει μόνος του τις υποθέσεις του, ότι η κατάσταση της υγείας του χειροτέρευε, στο χρονικό διάστημα από 11-6-2008 έως και πριν από το τέλος Ιουλίου 2008, οπότε υπέστη και δεύτερο εγκεφαλικό επεισόδιο στη δεξιά πλευρά του εγκεφάλου και ότι εξ αιτίας της ανωτέρω νοητικής καταστάσεως του στις 31-7-2008 και στις 17-10-2008, οπότε συντάχθηκαν τα επίμαχα πληρεξούσια, δεν είχε την ικανότητα να ζητήσει την κατάρτιση τέτοιων πράξεων, να εκφράσει με οποιοδήποτε τρόπο τη βούληση του, να αναγνώσει τα κείμενα των πληρεξουσίων, ή αν αυτά πράγματι αναγνώστηκαν από τον Συμβολαιογράφο, να ακούσει και να κατανοήσει το περιεχόμενο τους, να κατανοήσει δηλαδή τις επιμέρους εντολές που φέρεται ότι έδωσε με αυτά, β) ότι επιλεκτικώς εκτιμά μόνο εκείνες τις καταθέσεις οι οποίες αναφέρονται σε δήθεν έλλειψη της ικανότητας προς δικαιοπραξία του Α.
Κ. και δεν συνεκτιμά αυτές με εκείνες οι οποίες αναφέρονται σε πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα αυτού κατά το χρονικό διάστημα Μαρτίου - Οκτωβρίου 2008, ότι δεν προέβη σε αξιολόγηση των μαρτυρικών, καταθέσεων των ιδίων μαρτύρων οι οποίοι προ της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως κατέθεσαν ότι ο Α. Κ. είχε πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, και στο ακροατήριο κατέθεσαν ότι ο ίδιος εστερείτο αυτής, δεδομένου ότι στην προσβαλλομένη απόφαση, επίσης εκτίθεται ότι από την "αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, από τα αναφερόμενα στα πρακτικά έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο...
σε συνδυασμό και με τις απολογίες των κατηγορουμένων και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά", και δεν απαιτείται να αξιολογήσει και να αναφέρει κάθε αποδεικτικό μέσο χωριστά, ούτε, απαιτείται να προβεί σε συσχέτιση τους, γ) ότι δεν αναφέρει τα γεγονότα που αποδεικνύουν το γεγονός, ότι η πρώτη αναιρεσείουσα με παραινέσεις, και φορτικότητα προκάλεσε στον Α.
Σ. την απόφαση να συντάξει τα πληρεξούσια, καθ’ όσον στην προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνεται ότι η αναιρεσείουσα - πρώτη κατηγορούμενη, με πρόθεση από κοινού με τον αποβιώσαντα σύζυγο της, προκειμένου να αποτρέψει την περιέλευση της περιουσίας του Α. Κ. στα πρόσωπα που αυτός είχε ορίσει με την προαναφερόμενη ιδιόγραφη διαθήκη του ή σε άλλους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, προκάλεσε στον δεύτερο κατηγορούμενο, με πειθώ, παραινέσεις και φορτικότητα την απόφαση να συντάξει τα επίμαχα πληρεξούσια, ως εκ τούτου δε εκτίθενται τα περιστατικά που αποδεικνύουν την τέλεση από την πρώτη αναιρεσείουσα, της αξιόποινης πράξεως, της ηθικής αυτουργίας της ψευδούς, βεβαιώσεως, δεν ήταν δε αναγκαίο, όπως προεκτίθεται, να εξειδικεύεται περαιτέρω σε τι συνίσταντο οι προτροπές, παραινέσεις, πειθώ ή φορτικότητα που χρησιμοποίησε η ηθική αυτή αυτουργός (ΑΠ 1032/2010) και δ) ότι στερείται αιτιολογίας ως προς την εν γνώσει της αναιρεσειούσης χρήση της από 3-6-2008, εξουσιοδοτήσεως που περιείχε ψευδή, βεβαίωση, αφού διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη απόφαση η παραδοχή ότι η αναιρεσείουσα προσκόμισε στους αρμοδίους υπαλλήλους της Αγροτικής Τράπεζας το έντυπο εξουσιοδοτήσεως προς ανάληψη ποσού 5.000 ευρώ από το λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή ο Α.
Κ. και πέτυχε να αναλάβει το ποσό αυτό, ενώ γνώριζε εξ ιδίας αντιλήψεως ότι το έντυπο αυτό είχε καταρτισθεί εξ αρχής από τον σύζυγο της Δ. Θ., ο οποίος είχε θέσει επί του σώματος του κατ’ απομίμηση και χωρίς τη συναίνεση του την υπογραφή του Α. Κ., όπως επίσης γνώριζε εξ ιδίας αντιλήψεως και ότι ο τελευταίος είχε εμφανίσει μετά από σοβαρότατο εγκεφαλικό επεισόδιο τον Μάρτιο του ιδίου έτους αγραφία και συνεπώς δεν θα μπορούσε να είχε θέσει ιδιοχείρως την υπογραφή του.
Β) του δευτέρου αναιρεσείοντος ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση α) περιέχει ασάφειες και αντιφάσεις ως προς την αποδοχή της ότι, ο Α. Κ. κατά την σύνταξη των πληρεξουσίων δεν είχε την ικανότητα να προβεί σε έγκυρη δήλωση δικαιοπρακτικής βουλήσεως, αφού διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη απόφαση η παραδοχή ότι ο Α.
Κ. παρουσίαζε ιδιαίτερη δυσχέρεια στην εκφορά λόγου και αντίληψης... εμφάνιζε κενά νοήματος και ομιλίας κινητική αγραφία (ασάφεια εννοιών, έλλειψη ικανότητας να γνωρίζει και να γράφει γράμματα, να διαβάσει και να κατανοήσει ένα κείμενο), συνεπεία εγκεφαλικού επεισοδίου, που υπέστη τον Μάρτιο 2008 δεν είχε την ικανότητα να προβεί σε έγκυρη δήλωση δικαιοπρακτικής βουλήσεως...
ότι αφότου υπέστη το προαναφερόμενο εγκεφαλικό επεισόδιο μπορούσε μεν να δώσει την συγκατάθεση του για κάποια απλή ενέργεια, αλλά ήταν ανίκανος, προς κάθε δικαιοπραξία και θα έπρεπε από τότε να έχει τεθεί υπό πλήρη δικαστική συμπαράσταση, αφού αδυνατούσε εν όλω να φροντίζει μόνος του τις υποθέσεις του, ότι η κατάσταση της υγείας του χειροτέρευε, στο χρονικό διάστημα από 11-6-2008 έως και πριν από το τέλος Ιουλίου 2008, οπότε υπέστη και δεύτερο εγκεφαλικό επεισόδιο στη δεξιά πλευρά του εγκεφάλου, και ότι συνεπεία της τοιαύτης νοητικής ανικανότητας του, στις 31-7-2008 και στις 17-10-2008, οπότε συντάχθηκαν τα επίμαχα πληρεξούσια, δεν είχε την ικανότητα να ζητήσει την κατάρτιση τέτοιων πράξεων, να εκφράσει με οποιοδήποτε τρόπο τη βούληση του, να αναγνώσει τα κείμενα των πληρεξουσίων, ή αν αυτά πράγματι αναγνώστηκαν από τον Συμβολαιογράφο, να ακούσει και να κατανοήσει το περιεχόμενο τους, να κατανοήσει δηλαδή τις επιμέρους εντολές που φέρεται ότι έδωσε με αυτά, β) ότι επιλεκτικώς εκτιμά μόνο εκείνες τις καταθέσεις οι οποίες αναφέρονται σε δήθεν έλλειψη της ικανότητας προς δικαιοπραξία του Α.
Κ. και δεν συνεκτιμά αυτές με εκείνες οι οποίες αναφέρονται σε πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα αυτού κατά το χρονικό διάστημα Μαρτίου - Οκτωβρίου 2008, ότι δεν προέβη σε αξιολόγηση των μαρτυρικών, καταθέσεων των ιδίων μαρτύρων οι οποίοι προ της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως κατέθεσαν ότι ο Α. Κ. είχε πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, και στο ακροατήριο κατέθεσαν ότι ο ίδιος εστερείτο αυτής, αφού διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ότι από την "αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, από τα αναφερόμενα στα πρακτικά έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο...
σε συνδυασμό και με τις απολογίες των κατηγορουμένων και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά" και δεν απητείτο να αξιολογήσει και να αναφέρει κάθε αποδεικτικό μέσο χωριστά, ούτε, απαιτείται να προβεί σε συσχέτιση τους, γ) ότι δεν αναφέρει τα γεγονότα που αποδεικνύουν το γεγονός, ότι η πρώτη αναιρεσείουσα με παραινέσεις, και φορτικότητα προκάλεσε στον αναιρεσείοντα Α.
Σ. την απόφαση να συντάξει τα πληρεξούσια, δεδομένου ότι εκτίθεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι η αναιρεσείουσα - πρώτη κατηγορούμενη, με πρόθεση από κοινού με τον αποβιώσαντα σύζυγο της, προκειμένου να αποτρέψει την περιέλευση της περιουσίας του Α. Κ. στα πρόσωπα που αυτός είχε ορίσει με την προαναφερόμενη ιδιόγραφη διαθήκη του ή σε άλλους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, προκάλεσε στον δεύτερο κατηγορούμενο, με πειθώ, παραινέσεις και φορτικότητα την απόφαση να συντάξει τα επίμαχα πληρεξούσια, δεν ήταν δε αναγκαίο, όπως προαναφέρεται, να εξειδικεύεται περαιτέρω σε τι συνίσταντο οι προτροπές, παραινέσεις, πειθώ ή φορτικότητα που χρησιμοποίησε η ηθικός αυτή αυτουργός (ΑΠ 1032/2010).
Και Γ) των τρίτης και τετάρτου των αναιρεσειόντων, ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση α) περιέχει ασάφειες και αντιφάσεις ως προς την αποδοχή της ότι, ο Α. Κ. κατά την σύνταξη των πληρεξουσίων δεν είχε την ικανότητα να προβεί σε έγκυρη δήλωση δικαιοπρακτικής βουλήσεως, καθ’ όσον διαλαμβάνονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι παραδοχές ότι ο Α.
Κ. παρουσίαζε ιδιαίτερη δυσχέρεια στην εκφορά λόγου και αντίληψης... εμφάνιζε κενά νοήματος και ομιλίας κινητική αγραφία (ασάφεια εννοιών, έλλειψη ικανότητας να γνωρίζει και να γράφει γράμματα, να διαβάσει και να κατανοήσει ένα κείμενο), συνεπεία εγκεφαλικού επεισοδίου, που υπέστη τον Μάρτιο 2008 δεν είχε την ικανότητα να προβεί σε έγκυρη δήλωση δικαιοπρακτικής βουλήσεως..., επίσης ότι αφότου υπέστη το προαναφερόμενο εγκεφαλικό επεισόδιο μπορούσε μεν να δώσει την συγκατάθεση του για κάποια απλή ενέργεια, αλλά ήταν ανίκανος, προς κάθε δικαιοπραξία και θα έπρεπε από τότε να έχει τεθεί υπό πλήρη δικαστική συμπαράσταση, αφού αδυνατούσε εν όλω να φροντίζει μόνος του τις υποθέσεις του, ότι η κατάσταση της υγείας του χειροτέρευε, στο χρονικό διάστημα από 11-6-2008 έως και πριν από το τέλος Ιουλίου 2008, οπότε υπέστη και δεύτερο εγκεφαλικό επεισόδιο στη δεξιά πλευρά του εγκεφάλου, ότι έτσι στις 31-7-2008 και στις 17-10-2008, οπότε συντάχθηκαν τα επίμαχα πληρεξούσια, δεν είχε την ικανότητα να ζητήσει την κατάρτιση τέτοιων πράξεων, να εκφράσει με οποιοδήποτε τρόπο τη βούληση του, να αναγνώσει τα κείμενα των πληρεξουσίων, ή αν αυτά πράγματι αναγνώστηκαν από τον Συμβολαιογράφο, να ακούσει και να κατανοήσει το περιεχόμενο τους, να κατανοήσει δηλαδή τις επιμέρους εντολές που φέρεται ότι έδωσε με αυτά, β) ότι επιλεκτικώς εκτιμά μόνο εκείνες τις καταθέσεις οι οποίες αναφέρονται σε δήθεν έλλειψη της ικανότητας προς δικαιοπραξία του Α.
Κ. και δεν συνεκτιμά αυτές με εκείνες οι οποίες αναφέρονται σε πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα αυτού κατά το χρονικό διάστημα Μαρτίου -Οκτωβρίου 2008, ότι δεν προέβη σε αξιολόγηση των μαρτυρικών, καταθέσεων των ιδίων μαρτύρων οι οποίοι προ της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως κατέθεσαν ότι ο Α. Κ. είχε πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, και στο ακροατήριο κατέθεσαν ότι ο ίδιος εστερείτο αυτής, καθ’ όσον διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ότι από την "αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, από τα αναφερόμενα στα πρακτικά έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο...
σε συνδυασμό και με τις απολογίες των κατηγορουμένων και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά", δεν απητείτο δε να αξιολογήσει και να αναφέρει κάθε αποδεικτικό μέσο χωριστά, ούτε, απαιτείται να προβεί σε συσχέτιση τους. Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, ως πλήττουσες την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί την εκτίμηση των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου είναι απαράδεκτες.
Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. Ι στοιχ. Δ και Ε, του ΚΠΔ λόγοι των κρινόμενων αιτήσεων αναιρέσεων με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προαναφέρονται είναι αβάσιμοι και πρέπει ν’ απορριφθούν.
Κατά το άρθρο 100 παρ. 1, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 67 παρ. 3, του ν. 3994/2011 "αν κάποιος καταδικαστεί σε ποινή φυλακίσεως μεγαλύτερη από τρία έτη και μέχρι πέντε έτη και συντρέχει στο πρόσωπο του η προϋπόθεση του άρθρου 99 παρ. 1 το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής του υπό όρους και υπό την επιμέλεια και επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αρωγής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι επί επιβολής ποινής φυλακίσεως μεγαλύτερης των τριών και μέχρι πέντε ετών το δικαστήριο, εφόσον συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 99 παρ. 1 ΠΚ (μη καταδίκη σε στερητική της ελευθερίας ποινή υπερβαίνουσα το έτος), είναι υποχρεωμένο και χωρίς υποβολή σχετικού αιτήματος να αναστείλει την εκτέλεση, της ποινής υπό όρους και μόνο αν δεν δεχθεί την αναστολή αυτή εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόρριψη της, ειδικά και εμπεριστατωμένα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ διαφορετικά ιδρύεται από την έλλειψη αιτιολογίας, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ’ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση ο δεύτερος αναιρεσείων κατηγορούμενος καταδικάστηκε όπως αναφέρθηκε σε ποινή φυλακίσεως πέντε ετών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική. Όπως δε προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, μετά την έκδοση της αποφάσεως επί της ποινής, ο συνήγορος του ζήτησε "την αναστολή της ποινής επί τριετία διότι είναι καρδιοπαθής, συνταξιούχος και δεν έχει άλλους οικονομικούς πόρους.
Ο Πρόεδρος αφού έδωσε το λόγο κατά σειρά στον Εισαγγελέα και στον συνήγορο του κατηγορουμένου, απέρριψε το αίτημα με την αιτιολογία, με την παράθεση της διατάξεως του άρθρου 100 παρ. 1 ΠΚ και την αναφορά ότι από το ποινικό μητρώο του 2ου κατηγορουμένου που υπάρχει στην δικογραφία και αναγνώστηκε, προκύπτει ότι αυτός δεν έχει καταδικαστεί σε στερητική της ελευθερίας ποινή...
Εν όψει τούτων... ως προς τον 2° κατηγορούμενο Α. Σ. το Δικαστήριο κρίνει ότι λόγω της φύσης της τελεσθείσας πράξης αλλά και για την αποτροπή τέλεσης, από αυτόν και άλλων αξιόποινων πράξεων, απαιτείται η εκτέλεση της ποινής που του επιβλήθηκε".
Όμως η αιτιολογία αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού το Δικαστήριο δεν αναφέρει, ποίες είναι οι προϋποθέσεις αναστολής, οι οποίες δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, ούτε προσδιορίζει τα στοιχεία με βάση τα οποία έκρινε ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να τον αποτρέψουν από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, είναι βάσιμος, ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Α. Σ. και πρέπει κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον αναιρεσείοντα αυτόν και δη ως προς τη διάταξη της, περί απορρίψεως του αιτήματος του περί αναστολής της ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, για το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές, είναι δυνατή, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, απορριπτόμενης κατά τα λοιπά της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως του άνω αναιρεσείοντος.
Μη υπάρχοντος δε άλλου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν κατά τα λοιπά η αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Α. Σ. και στο σύνολο τους οι αιτήσεις αναιρέσεως των αναιρεσειόντων Α. Κ., Β. Π. και Ν. Κ. και να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες αυτοί (Α. Κ., Β. Π. και Ν. Κ.) στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 583 παρ. 1 ΚΠΔ.) και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις αιτήσεις υπ’ αριθμ. 5/15-4-2016 της Α. Κ., 6/15-4-2016 του Α. Σ., 8/18-4-2016 της Β. Π. και 7/18-4-2016 του Ν. Κ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4/2016 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
Αναιρεί εν μέρει την υπ’ αριθμ. 4/2016 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα Α. Σ. και ως προς τη διάταξη της περί απορρίψεως του αιτήματος αναστολής της ποινής που του επεβλήθη.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την υπ’ αριθμ. 6/15-4-2016 αίτηση αναιρέσεως του Α. Σ.,
Απορρίπτει τις αιτήσεις αναιρέσεως υπ’ αριθμ.: 1) 5/15-4-2016 της Α. Κ., 2) 8/18-4-2016 της Β. Π. και 3) 7/18-4-2016 του Ν. Κ. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες Α. Κ., Β. Π. και Ν. Κ. στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ τον καθένα και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων που ανέρχεται σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουλίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Σεπτεμβρίου 2016.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ