Legislator Case Law & Legislation
1363/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling that defendants are not liable for compensation to third-party property owners during road widening.

Case Number 1363/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision in a road widening dispute. The lower court ruled that the appellants were not liable for compensation to third-party owners because their properties did not acquire a 'face' on the new road and suffered negative impacts like noise and pollution. The Supreme Court upheld this finding, rejecting the State's arguments as baseless and confirming the lower court's correct application of the law regarding property benefits.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 of Law 653/1977; Art. 176, 183 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court held that the obligation to compensate third-party owners for road widening does not arise if the properties do not acquire a face on the new road and suffer negative impacts rather than benefits.

Keywords

AI generated
road widening compensation third party property owners acquiring a face on road negative property impacts Supreme Court appeal dismissal expropriation law application judicial costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 of Law 653/1977
Art. 62 para. 9 and 10 of Law 947/1979
Art. 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 22 para. 1 of Law 3693/1957
Art. 1 of Law 2971/2001
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1363 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1363/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο της συνθέσεως, μη υπάρχοντος Αντιπροέδρου στη σύνθεση του Τμήματος), Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Διαμαντοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Β. του Χ., κατοίκου ... και 2) Α. Π. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γκεσούλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από με αριθμ. εκθ. καταθ. 1225/21-3-2006 και 1723/2-5-2007 αιτήσεις των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκε η 1344/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ’ ύλη για την εκδίκασή τους και τις παρέπεμψε να εκδικαστούν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15819/ 2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1308/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-11-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Καλού διάβασε την από 30-9-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 17-11-2014 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1308/2014 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παροδίων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν. 947/1979 αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφισταμένων οδών πραγματοποιουμένων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι πλάτους 20 μέτρων αυτών, προκειμένου περί διάνοιξης εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.

Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγομένων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφοι 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977 που καθιέρωναν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας, κρίθηκε ότι αντίκεινται στο άρθρο 1 του πρώτου (πρόσθετου) πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που, μετά την επικύρωσή της με το Ν.Δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διατάξεως του Ν. 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 33 αρ. 1 του Ν. 2971/2001, το οποίο, κατά το άρθρο 37 εδ. α’ του ίδιου νόμου, ισχύει από 19-1-2002 και εφαρμόζεται και στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν είχαν μέχρι τότε συντελεσθεί, ορίστηκε ότι το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του ν. 653/1977 είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου, ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή εκείνος ο οποίος αξιώνει δικαιώματα επί του απαλλοτριουμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας το οποίο προβλέπεται από τον ανωτέρω ν. 653/1977, δικαιούται με αίτησή του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα.

Η αίτηση, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, υποβάλλεται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την έκδοση της απόφασης επί του προσωρινού ή απ’ ευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και μετά τη λήξη της παραπέμπεται στην προβλεπόμενη από το ίδιο άρθρο τριμελή επιτροπή. Η τελευταία, σύμφωνα με την παρ. 4 του ως άνω άρθρου, μετά από αυτοψία και έλεγχο των στοιχείων προβαίνει το αργότερο εντός τριών μηνών, στη σύνταξη έκθεσης σχετικά με την ωφέλεια ή μη του ακινήτου λόγω του έργου, αιτιολογώντας πλήρως τους λόγους και συνδέοντάς τους ιδία με τη δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή τα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, τη δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και την κατά τις ισχύουσες διατάξεις αρτιότητα και οικοδομησιμότητά του.

Ακόμη, σύμφωνα με την παρ. 6 του ίδιου άρθρου, η αίτηση του ιδιώτη μαζί με την έκθεση της επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση στο αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, από το οποίο, σύμφωνα με την παρ. 1 του εν λόγω άρθρου κρίνεται το ήδη μαχητό, κατά την ίδια παράγραφο, τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών.

Από τα παραπάνω προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι το τεκμήριο ωφέλειας του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 653/1977, δεν καταργήθηκε αλλά εξακολουθεί να ισχύει ως μαχητό, όπως προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 του Ν. 2971/2001, με συνέπεια αν ο παρόδιος ιδιοκτήτης θεωρεί ότι δεν ωφελείται από τη διάνοιξη κ.λπ. εθνικής οδού να μπορεί να το καταρρίψει αποδεικνύοντας περιστατικά τα οποία αναιρούν την ωφέλειά του, προκειμένου να αποφύγει την καταβολή αποζημίωσης, είτε αξιώνεται αυτή ευθέως κατά την παρ. 1 του άρθρ. 1 ν. 653/1977 είτε συμψηφιστικά κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, οπότε και δικαιούται στη δεύτερη αυτή περίπτωση να ζητήσει να αποζημιωθεί αντίστοιχα και για το τμήμα της ιδιοκτησίας του που απαλλοτριώθηκε μεν αναγκαστικά για τη διάνοιξη εθνικής οδού, θεωρήθηκε όμως ως προς αυτό ότι πρέπει να αυτοαποζημιωθεί ως ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης.

Επίσης, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων των παραγρ. 1 και 4 του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001 προκύπτει ότι τα κριτήρια για την ωφέλεια του ακινήτου διευρύνονται και εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά), και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη της απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η κατά τις ισχύουσες διατάξεις αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου.

Επομένως, σε περίπτωση που η ωφέλεια του ακινήτου, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, συνδέεται με τα παραπάνω κριτήρια, το Δικαστήριο, προκειμένου να αποφανθεί για την ύπαρξη ή μη ωφέλειας απαλλοτριωθέντος ακινήτου που έχει ως συνέπεια την αποζημίωση άλλων τρίτων και την αυτοαποζημίωσή τους, λαμβάνει υπόψη του, εάν ωφελήθηκε το βαρυνόμενο ακίνητο σε σχέση με την αρχική κατάστασή του πριν την απαλλοτρίωσή του, με βάση τα ως άνω τασσόμενα κριτήρια, ήτοι:

α) ως προς τη δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή τα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη της απαλλοτρίωσης, β) ως προς τις χρήσεις του ακινήτου και γ) ως προς την αρτιότητα και οικοδομησιμότητα αυτού. Εξάλλου, με το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση με το μοναδικό λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της εκ πλαγίου παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 έως 6 του ν. 653/1977 (όπως τροποποιήθηκαν στη συνέχεια με τα άρθρα 63 παρ. 9 και 10 του ν. 947/1979, 14 του ν. 1349/1983 και 1, 2 του π.δ. 929/1979), και 33 παρ. 1 έως 4 του ν. 2971/2001, επειδή το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ύπαρξης ωφέλειας ή όχι για τα αναφερόμενα στην αίτηση αναίρεσης ακίνητα των αναιρεσιβλήτων, από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η ένδικη αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέρ του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνη αυτού και των παροδίων ιδιοκτητών και η οποία είχε ήδη συντελεστεί πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 2971/2001.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο, δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία την από 12-12-2012 έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά των εναγόντων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων και της υπ’ αριθμ. 15819/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία έγινε δεκτή η από 30 Απριλίου 2007 και υπ’ αριθμ.

εκθ. καταθ. 1723/2007 αίτηση -αγωγή τους, με την οποία οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι ζήτησαν να κριθεί η ανυπαρξία ωφέλειας για τα περιγραφόμενα σ’ αυτή ακίνητα ιδιοκτησίας τους, από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η αναφερόμενη στην αίτηση αναγκαστική απαλλοτρίωση, και να απαλειφθεί από τον κτηματολογικό πίνακα η επιβληθείσα υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων ιδιοκτησιών σε βάρος του αναφερόμενου απαλλοτριούμενου τμήματος της ιδιοκτησίας τους, με την προσβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα του παρόντος λόγου πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ’ αριθμ. 1090850/6036/20-8-1996 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Δ’ 925/7-9-1994, κηρύχθηκε αναγκαστικά απαλλοτριωτέα για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του αυτοκινητόδρομου σύνδεσης της εθνικής οδού ..., με τον 6° προβλήτα Θεσσαλονίκης από τη χθ 0 + 309,06 έως τη χθ 2 + 307,52, εδαφική έκταση, συνολικής εκτάσεως 52.142 τ.μ., που εικονίζεται με κλίμακα 1:1000 στο από 5-12-1995 κτηματολογικό διάγραμμα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της Διεύθυνσης ...

του Υπουργείου Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, τα οποία έχει συντάξει ο Β. Γ. και έχουν θεωρηθεί από τον Διευθυντή της Διεύθυνσης Απαλλοτριώσεων και Τοπογραφήσεων του εν λόγω Υπουργείου Κ. Δ. στις 18-12-1995. Η απαλλοτρίωση αυτή κηρύχθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνη αυτού και των παροδίων ιδιοκτητών σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του νόμου.

Με τον ως άνω κτηματολογικό πίνακα φέρονται ποιοι είναι οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες από την απαλλοτρίωση αυτή και ορίζεται στον κτηματολογικό αυτό πίνακα η υποχρέωση των παρόδιων ιδιοκτητών ως ωφελούμενων ιδιοκτητών σε αποζημίωση τρίτων παρόδιων ιδιοκτησιών, προσδιορίζεται δε και η συγκεκριμένη σε τετραγωνικά μέτρα έκταση.

Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι φέρονται ιδιοκτήτες τμημάτων της απαλλοτριούμενης έκτασης, ο πρώτος, Ν. Β., ακινήτων, τα οποία φέρουν αριθμό ... στον κτηματολογικό πίνακα και ο δεύτερος, Α. Π., του ακινήτου με αριθμό… του κτηματολογικού πίνακα. Σύμφωνα με τον ανωτέρω κτηματολογικό πίνακα πρόκειται για έκταση:

α) του Κτ.Πιν. ... μ.τ. 449 από τα στοιχεία ... β) του Κτ.Πιν. … μ.τ. 24 από τα στοιχεία ... και γ) του Κτ.Πιν. … μ.τ. 791 υπό τα στοιχεία .... Για τα ακίνητα αυτά, καθώς και για τα επικείμενα σ’ αυτά και τα ποσοστά απομείωσης της αξίας των εναπομεινάντων εκτός απαλλοτρίωσης τμημάτων, με την 26196/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καθορίσθηκε η προσωρινή τιμή μονάδος.

Ειδικότερα για το ΚΠ ... καθορίσθηκε η τιμή μονάδος στο ποσό των 35.000 δραχμών ανά τ.μ. και για το ΚΠ … στο ποσό των 40.000 δραχμών ανά τ.μ. και επίσης προσδιορίσθηκε ιδιαίτερη αποζημίωση των τμημάτων που απομένουν εκτός απαλλοτρίωσης από το ΚΠ ... ακίνητο για ένα τμήμα 449 τ.μ. σε ποσοστό 70%, για το ΚΠ … για ένα τμήμα 3.550 τ.μ.

σε ποσοστό 10% και για το ΚΠ … ακίνητο για ένα τμήμα 4.209 τ.μ. σε ποσοστό 40%. Το Ελληνικό Δημόσιο, υπέρ του οποίου και με δαπάνες αυτού και των παρόδιων ιδιοκτητών, απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας και τα ως άνω ακίνητα, παρακατέθεσε το σύνολο της προσωρινής αποζημίωσης και καθορίσθηκε με την ως άνω απόφαση, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και η οικεία ανακοίνωση της παρακατάθεσης αυτής δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Δ’ 805/24-11-2000.

Με τον τρόπο αυτό συνετέλεσε έκτοτε (24-11-2000) η εν λόγω απαλλοτρίωση (άρθρο 7 παρ. 1 ν.δ. 797/1971). Περαιτέρω με τον ως άνω κτηματολογικό πίνακα οι ενάγοντες υποχρεώθηκαν σε αποζημίωση τρίτων παρόδιων ιδιοκτητών ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες και δη ο πρώτος ενάγων για την ιδιοκτησία ΚΠ ... και για τ.μ. 406+9 και συνολικά σε αποζημίωση 24.827,59 ευρώ και ο δεύτερος ενάγων για την ιδιοκτησία ΚΠ … και για 299 τ.μ.

αυτής, ποσού 15.282.488 δραχμών και για την ιδιοκτησία ΚΠ ... και για 128 τ.μ. αυτής, ποσού 6.400.000 δραχμών και συνολικά για τις ανωτέρω ιδιοκτησίες 21.682.488 δραχμών, ήδη 63.631,66 ευρώ. Στη συνέχεια, το εκκαλούν με αίτησή του ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ζήτησε τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος των απαλλοτριούμενων εκτάσεων, οι δε εφεσίβλητοι άσκησαν διά των προτάσεών τους ανταίτηση.

Επί της ανωτέρω αίτησης και ανταίτησης, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η 52/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία καθορίσθηκε η οριστική τιμή μονάδος στο ποσό των 40.000 δρχ. ανά τ.μ. για το ακίνητο ΚΠ ..., στο ποσό των 45.000 δρχ. ανά τ.μ. για το ακίνητο ΚΠ … και στο ποσό των 50.000 δραχμών ανά τ.μ. για το ακίνητο ΚΠ … Η απόφαση αυτή έκρινε ότι τα επίδικα ακίνητα δεν υφίστανται μείωση της αξίας τους ώστε να δικαιούνται ιδιαίτερη αποζημίωση.

Η ανωτέρω απόφαση αναιρέθηκε με την 635/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατόπιν της αίτησης αναίρεσης που άσκησαν οι αιτούντες με την αιτιολογία ότι δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 § 1 του ΝΔ 797/71 προδικασία και η υπόθεση παραπέμφθηκε να δικασθεί εκ νέου στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο στη συνέχεια με την 2905/2004 απόφαση απέρριψε την αίτηση (αριθμ.

καταθ. 470/2000) του εκκαλούντος για έλλειψη προδικασίας, καθώς επίσης και την δια των προτάσεων ασκηθείσα ανταίτηση των εφεσιβλήτων. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως ασκήθηκε εκ νέου αναίρεση από τους ανταιτούντες - ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητους. Επί της αναιρέσεως αυτής εκδόθηκε η 1120/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε την αίτηση αναίρεσης κατά της 2905/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Συνέπεια όλων των ανωτέρω ήταν η 26196/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης να έχει καταστεί οριστική τόσο ως προς προσδιορισμό τιμής μονάδος των ακινήτων που απαλλοτρίώθηκαν όσο και ως προς την ιδιαίτερη αποζημίωση -μείωση αξίας των ακινήτων - τμημάτων που απέμειναν. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η περιοχή της απαλλοτριούμενης έκτασης ανήκει στην περιαστική ζώνη της Θεσσαλονίκης και στην ευρύτερη του ....

Το μεγαλύτερο τμήμα της είναι χαρακτηρισμένο από τον οργανισμό Θεσσαλονίκης ως Ζώνη Οικιστικού Ελέγχου (ΖΟΕ) 5, δηλαδή ως ζώνη ανάπτυξης υπηρεσιών μεταποίησης. Το ακίνητο ΚΠ ... προέκυψε από την αγορά 2 διαφορετικών τεμαχίων, με συνολικό εμβαδόν 967 τ.μ., εκ των οποίων απαλλοτριώθηκαν τα 449 τ.μ. και απέμειναν εκτός απαλλοτρίωσης τα 518 τ.μ.

Το εν λόγω ακίνητο δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο κατά κανόνα, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1α του ΠΔ της 24/31-5-1985 (14.000 τ.μ.), ούτε κατά παρέκκλιση, γιατί δεν είχε πρόσωπο σε διεθνή εθνική επαρχιακή, δημοτική ή κοινοτική οδό σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2β του ιδίου ΠΔ/τος και μετά την απαλλοτρίωση εξακολουθεί να μην είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, ούτε κατά κανόνα, ούτε κατά παρέκκλιση, καθόσον δεν ανήκει σε καμία από τις κατηγορίες παρέκκλισης.

Το ακίνητο ΚΠ … με βάση τα στοιχεία του κτηματολογικού πίνακα σε συνδυασμό με την 26196/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, είχε αρχικό εμβαδόν 3.574 τ.μ., εκ των οποίων απαλλοτριώθηκαν 24 τ.μ. και απέμειναν εκτός απαλλοτρίωσης 3.550 τ.μ. Το ακίνητο αυτό (ΚΠ…) πριν από την απαλλοτρίωση δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο κατά κανόνα, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1α του ΠΔ της 24/31-5-1985 (14.000 τ.μ.), ούτε κατά παρέκκλιση, γιατί δεν είχε πρόσωπο σε διεθνή, εθνική, επαρχιακή, δημοτική ή κοινοτική οδό, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2β του ιδίου ΠΔ/τος και εξακολουθεί και μετά την απαλλοτρίωση να μην είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, ούτε κατά κανόνα, ούτε κατά παρέκκλιση γιατί δεν ανήκει σε καμία από τις κατηγορίες παρέκκλισης.

Το ακίνητο ΚΠ 35 είχε αρχικό εμβαδόν 5.000 τ.μ. εκ των οποίων απαλλοτριώθηκαν 791 τ.μ. και απέμειναν εκτός απαλλοτρίωσης 4.209 τ.μ. Το ακίνητο αυτό (ΚΠ 35) πριν από την απαλλοτρίωση ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο κατά κανόνα κατά το άρθρο 1 παρ. 1α του ΠΔ της 24/31-5-1985 και εξακολουθεί και μετά την απαλλοτρίωση να είναι άρτιο και οικοδομήσιμο.

Ως προς την οικοδομησιμότητα των ως άνω ακινήτων πρέπει να λεχθούν τα εξής: α) Το πρώτο ως άνω ακίνητο (ΚΠ ...) εμπίπτει ολόκληρο στη ζώνη των 45 μ. από τον άξονα της νέα οδού και με τα σημερινά δεδομένα δεν έχει ελεύθερη οικοδομήσιμη έκταση, συμμετέχει δε μόνο στην αύξηση του συνολικού εμβαδού του ιδιοκτήτη - πρώτου εφεσιβλήτου Ν.

Β., β) Το δεύτερο ως άνω ακίνητο (ΚΠ 24), εμπίπτει κατά ένα μεγάλο τμήμα του στη ζώνη των 45 μ. από τον άξονα της νέας οδού και δεν έχει ελεύθερη οικοδομήσιμη επιφάνεια, εάν όμως συνενωθεί με το ΚΠ ... ακίνητο που ανήκει στον ίδιο ιδιοκτήτη, Ν. Β., (518 + 3.550 = 4.068 τ.μ. που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση) προκύπτει ελεύθερη οικοδομήσιμη επιφάνεια περί τα 2.000 τ.μ., πλην όμως αυτό εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του ιδιοκτήτη - πρώτου εφεσιβλήτου, ο οποίος δεν είναι υποχρεωμένος να τα συνενώσει, και υπάρχει περίπτωση να επιθυμεί να εκμεταλλευθεί το κάθε ένα ακίνητο ξεχωριστά, (ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι λόγω της πιθανής συνένωσης τα δύο ως άνω ακίνητα ωφελούνται), γ) Το τρίτο ακίνητο (ΚΠ 35) εμπίπτει κατά ένα μεγάλο τμήμα του στη ζώνη των 45 μ.

από τον άξονα της νέας οδού, ενώ μικρότερο τμήμα του στη ζώνη των 20 μ. από τον άξονα της ΕΠΟ 1, είναι οικοδομήσιμο ένα τραπεζοειδές τμήμα του ακινήτου και έχει ελεύθερη δομήσιμη επιφάνεια 1.500 - 1.800 τ.μ. με τα σημερινά δεδομένα.

Συνεπώς, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ως προς τα στοιχεία της αρτιότητας και της οικοδομησιμότητας των εν λόγω ακινήτων η κατάσταση πριν και μετά την επίδικη απαλλοτρίωση παρέμεινε η ίδια και ουδεμία ωφέλεια ως προς αυτό υπάρχει για τα ακίνητα αυτά. Περαιτέρω, το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι τα επίδικα γίνονται παρόδια επί βοηθητικού δρόμου, παράπλευρου της οδογέφυρας προς την πλευρά που βρίσκονται τα ακίνητα, ο οποίος είναι ασφαλτοστρωμένος (ώστε) να βελτιώνεται η πρόσβαση σ’ αυτά.

Όπως αποδείχθηκε τα ΚΠ ... και ΚΠ 24 ακίνητα πριν από την απαλλοτρίωση απείχαν περί τα 190 μέτρα και 130 μέτρα αντίστοιχα, από την επαρχιακή οδό Θεσσαλονίκης - ... και συνδεόταν με αυτή με ασφάλτινη αγροτική οδό, το δε ΚΠ … ακίνητο πριν από την απαλλοτρίωση είχε πρόσωπο 50 μέτρα επί της επαρχιακής οδού Θεσσαλονίκης - ...

και βάθος 100 μέτρα, ενώ απείχε 200 μέτρα από την Εσωτερική Περιφερειακή οδό. Μετά την απαλλοτρίωση, η νέα οδός είναι εναέρια στηρίζεται πάνω σε βάθρα και τα ακίνητα στην πραγματικότητα δεν απέκτησαν πρόσωπο επ’ αυτής, αλλά στον βοηθητικό δρόμο που είναι παράπλευρος της οδογέφυρας, προς την πλευρά που βρίσκονται τα επίδικα ακίνητα, ο οποίος σήμερα είναι ασφαλτοστρωμένος και επί εδάφους και ο οποίος κατασκευάστηκε για λόγους πυρασφάλειας καθώς στην περιοχή υπάρχουν πολλές δεξαμενές καυσίμων και διαφόρων χημικών και η συγκεκριμένη οδογέφυρα θα συνδέει το λιμάνι με την εθνική οδό ....

Έτσι, όλες οι ιδιοκτησίες γίνονται παρόδιες επ’ αυτού του βοηθητικού δρόμου και αποκτούν πρόσωπο επ’ αυτής της οδού, ο βοηθητικός δε δρόμος συνδέεται με τους υφιστάμενους δρόμους της περιοχής. Με βάση τα ανωτέρω η κατάσταση από άποψη προσβασιμότητας των επίδικων στην εθνική οδό ... δεν βελτιώθηκε μετά την απαλλοτρίωση.

Συγκεκριμένα, όπως ήδη προαναφέρθηκε, τα ΚΠ ... και ΚΠ … επίδικα είχαν προσβασιμότητα μέσω του ως άνω αγροτικού δρόμου στην επαρχιακή οδό Θεσσαλονίκης - ..., ενώ το ΚΠ … επίδικο, είχε πρόσωπο επί της επαρχιακής οδού Θεσσαλονίκης -..., και μετά την απαλλοτρίωση όλα απέκτησαν πρόσωπο επί του βοηθητικού δρόμου που συνδέεται με τους κύριους δρόμους της εν λόγω περιοχής.

Επομένως ουδεμία ωφέλεια απέκτησαν τα επίδικα ακίνητα απ’ αυτήν την αιτία. Τα ως άνω, εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα των ακινήτων των εφεσιβλήτων, από την απαλλοτρίωση και το έργο της υπέστησαν σοβαρή μείωση της αξίας τους, ζήτημα που έχει κριθεί με την 26196/1999 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που δέχθηκε μείωση της αξίας των υπολοίπων τμημάτων για τα οποία προσδιόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση.

Τα τμήματα αυτά βρίσκονται σχεδόν κάτω από γέφυρα η οποία δημιουργεί οπτικά εμπόδια σ’ αυτά και στα λοιπά ακίνητα της περιοχής και η οποία αλλοιώνει τελείως τη φυσιογνωμία της εν λόγω περιοχής, αφού πλέον για το μέλλον θα είναι δύσκολη έως αδύνατη η δομική αξιοποίηση των επιδίκων ακινήτων και υποβαθμίζεται η ευρύτερη περιοχή...

Επιπλέον η περιοχή, όπου θα κατασκευαστεί η οδογέφυρα, είναι βιομηχανική και με την κατασκευή της, που θα συνδέει την εθνική οδό Θεσσαλονίκης ... με το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, θα επιβαρυνθεί από άποψη ηχορύπανσης και μόλυνσης της ατμόσφαιρας με αυτή που υπάρχει σήμερα, αφού όλα τα οχήματα - κυρίως φορτηγά - που θα κατευθύνονται στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, θα διέρχονται πλέον από αυτή (οδογέφυρα).

Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι τα επίδικα ακίνητα καθόλου δεν ωφελούνται από την εν λόγω απαλλοτρίωση και οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι δεν θεωρούνται ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κατά την έννοια του ν. 653/1977. Για το λόγο αυτό δεν πρέπει να επιβαρυνθούν με αποζημίωση υπέρ τρίτων ιδιοκτησιών ΚΠ ..., ..., και ...... .

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως και αναγνώρισε ότι οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι δεν οφείλουν να καταβάλουν αποζημίωση υπέρ των προαναφερομένων ιδιοκτησιών (ΚΠ ..., ... και ...) ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, δεχόμενο επίσης ότι για την άσκηση της κρινόμενης αγωγής δεν απαιτείται η τήρηση της ανατρεπτικής προθεσμίας των δύο μηνών από την έκδοση της αποφάσεως περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού, για το λόγο ότι η απαλλοτρίωση συντελέστηκε πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 2971/2001, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους λόγους εφέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα κατ’ ουσίαν, επομένως και η έφεση στο σύνολό της πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το ζήτημα της ανυπαρξίας ωφέλειας των ως άνω ακινήτων, και έλλειψης υποχρέωσης των αναιρεσιβλήτων προς αποζημίωση τρίτων ιδιοκτησιών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον έλεγχο του Αρείου Πάγου για την ορθή ή όχι εφαρμογή των επικαλούμενων από το αναιρεσείον ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που εφαρμόστηκαν, αφού περιέχει τα περιστατικά που είναι αναγκαία, προκειμένου να κριθεί ότι δεν συντρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση η βασική προϋπόθεση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 653/1977, δηλαδή η απόκτηση προσώπου των ακινήτων τους επί της νέας οδού, δεχόμενο ειδικότερα ότι "Μετά την απαλλοτρίωση, η νέα οδός είναι εναέρια στηρίζεται πάνω σε βάθρα και τα ακίνητα στην πραγματικότητα δεν απέκτησαν πρόσωπο επ’ αυτής" και επί πλέον τα περιστατικά, τα οποία δικαιολογούν την κρίση του περί έλλειψης ωφέλειας, βάσει των διευρυμένων κατά τα προαναφερόμενα καθοριστικών στοιχείων ωφέλειας, αναφέροντας και τους λόγους για τους οποίους, όπως δέχτηκε τα ακίνητα των αναιρεσιβλήτων όχι μόνο δεν ωφελούνται από άποψη δυνατότητας πρόσβασης αυτών στο έργο, καθώς και αρτιότητας και οικοδομησιμότητας, αλλά αντιθέτως υφίστανται δυσμενείς επιπτώσεις από την εκτέλεση αυτού στη χρήση τους, και στη δυνατότητα δομικής αξιοποίησής τους, λόγω επιβαρύνσεως της περιοχής στην οποία βρίσκονται αυτά από άποψη ηχορύπανσης, μόλυνσης της ατμόσφαιρας και αλλοιώσεως της φυσιογνωμίας αυτής.

Επομένως, ο μοναδικός από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ), μειωμένη όμως κατ’ άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-11-2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1308/2014 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Δεκεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ