Supreme Court dismisses appeal against two defendants but allows one insurer's appeal regarding statute of limitations. The court found the insurer's claim valid while rejecting the others' arguments. The appeal was partially allowed regarding the insurance company. The court ruled that the insurer's statute of limitations defense was valid. The appeal was partially allowed regarding the insurance company. The court dismissed the appeal against the other defendants. The appeal was partially allowed regarding the insurance company. The court dismissed the appeal against the other defendants. The appeal was partially allowed regarding the insurance company. The court dismissed the appeal against the other defendants.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two defendants against the second-instance judgment but allowed the appeal filed by an insurance company regarding the statute of limitations defense. The defendants argued that the court erred in rejecting their claim for spousal contribution to family burdens and that the judgment contained procedural flaws. The court held that the defendants' arguments lacked independent legal standing and that the lower court correctly rejected the spousal contribution claim based on insufficient evidence of employment. Consequently, the judgment was remanded for retrial only concerning the insurance company's claim, while the appeal against the other defendants was rejected.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 § 8 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 § 19 of the Code of Civil Procedure: An appeal under Art. 559 § 8 is admissible only when the court considered matters not proposed or failed to consider matters proposed that had a decisive impact on the outcome, excluding mere denials or conclusions drawn from evidence evaluation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1363 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1363/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Διονυσίου Γιαννακόπουλου), Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Δημητρούλα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ασφαλιστικής Επιχείρησης με την επωνυμία "EUROSTAR ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΚΑΤΑ ΖΗΜΙΩΝ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Χ2, 3) Χ3, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μάλλιο και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ χήρας Ζ, το γένος ..., κατοίκου ..., ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα και επιμέλεια της ανήλικης θυγατέρας της Π, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δέσποινα Μίγα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/1/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 335/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 773/2007 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25/9/2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 30/10/209 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της από 25-9-2008 αίτησης αναίρεσης, την απόρριψη των λοιπών, και την αναίρεση της υπ' αριθμό 773/2007 απόφασης του Εφετείου Λάρισας κατά το μέρος της μόνο που αφορά την απόρριψη της ένστασης διετούς παραγραφής που προβλήθηκε εκ μέρους της πρώτης αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).
Εξ άλλου, η δυνατότητα θεμελιώσεως της προς αποζημίωση αγωγής του παθόντος κατά του ασφαλιστή στη σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους που ιδρύει σύμφωνα με τα άρθρα 361 και 477 ΑΚ άμεση ευθύνη του αναδεχόμενου ασφαλιστή απέναντι στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από το ατύχημα, και θεμελιώνεται από την κατάθεση κατ' άρθρο 43 του ν. 2094/1992 (ΚΟΚ) στο αστυνομικό τμήμα του αποδεικτικού ασφαλίσεως του ασφαλιστή, είναι σαφές ότι ενισχύει τη θέση του πρώτου αφού αυξάνει το χρόνο της παραγραφής από δύο (2) (άρθρο 10 παρ.2 ν. 489/1976) σε πέντε (5) έτη κατά την ΑΚ 937.
Προς τούτο όμως επιβάλλεται να υπάρχει στην αγωγή βάση από τη σωρευτική αναδοχή χρέους. Επομένως, αν η αγωγή έχει ως μόνη βάση το άρθρο 10 παρ.1 ν. 489/1976 και ο ασφαλιστής προς αντίκρουση της αγωγής προβάλλει την ένσταση της διετούς παραγραφής, δεν μπορεί να αντικρουσθεί από τον ενάγοντα η ένσταση αυτή, με την επίκληση κατ' αντένσταση από τη διάταξη του άρθρου 268 εδ.
α' του ΑΚ της σωρευτικής αναδοχής χρέους στην οποία στηρίχτηκε προγενέστερη τελεσίδικη απόφαση για προγενέστερη αγωγή του ίδιου ενάγοντος, αφού κάτι τέτοιο θα αποτελούσε ανεπίτρεπτη κατά την ΚΠολΔ 224 μεταβολή της βάσης της αγωγής. Αν παρόλα αυτά, το δικαστήριο της ουσίας παραβλέψει τη μεταβολή αυτή, τότε υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, γιατί λαμβάνει υπόψη "πράγματα" που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς να προταθούν παραδεκτά.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η ένσταση της διετούς παραγραφής από τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.2 του ν. 489/1976, που προβλήθηκε από την πρώτη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία στο εφετείο για πρώτη φορά, με πρόσθετο λόγο εφέσεως με τις ακόλουθες παραδοχές: "Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο της εφέσεως οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι η ένδικη αξίωση των εφεσιβλήτων εναντίον της τρίτης εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρίας έχει υποπέσει στην διετή παραγραφή κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.2 του ν. 489/1976, διότι από την ημέρα του ατυχήματος (3-12-1995) μέχρι την επίδοση της αγωγής (27-1-2005) έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας.
Η ένσταση αυτή παραδεκτά προβάλλεται το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ως αποδεικνυομένη εγγράφως (άρθρο 269 παρ.2 του ΚΠΔ). Πρέπει όμως να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι η πρώτη αγωγή των εφεσιβλήτων εναντίον της (με αριθ. Κατ. 2994/607/1996) επί της οποίας εκδόθηκε η 761/1997 απόφαση του Μον. Πρωτοδικείου Λάρισας και η 156/1999 απόφαση του Εφετείου Λάρισας εμπεριέχει και βάση περί σωρευτικής αναδοχής χρέους και στηρίχθηκε επί των σχετικών διατάξεων του ΑΚ με αποτέλεσμα να ισχύει και ως προς την τρίτη εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία η πενταετής παραγραφή του άρθρου 937 του ΑΚ.
Όπως δε προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη 156/1999 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, με την οποία κρίθηκε η αξίωση για στέρηση της διατροφής των εφεσιβλήτων για το πρώτο μετά το ατύχημα χρονικό διάστημα από 4-12-1995 μέχρι 4-12-2001, αυτή δημοσιεύθηκε στις 16-3-1999, δηλ, πριν υποκύψει η επίδικη αξίωση των εφεσιβλήτων στη βραχυχρόνια πενταετή παραγραφή.
Συνεπώς, η επίδικη αξίωση των εφεσιβλήτων υπόκειται κατά τη διάταξη του άρθρου 268 εδ.α' ΑΚ σε εικοσαετή παραγραφή, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη". Όπως όμως προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης από 3-1-2005 αγωγής των αναιρεσιβλήτων αυτή ως μοναδική βάση για τη θεμελίωση της ευθύνης της πρώτης αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας έχει εκείνη από το άρθρο 10 παρ.1 του ν. 489/1976, και επομένως η εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων αντίκρουση της ένστασης διετούς παραγραφής, που προβλήθηκε από την πρώτη αναιρεσείουσα δεν μπορούσε παραδεκτά να χωρήσει με την επίκληση της σωρευτικής αναδοχής χρέους, όσο συνδεόταν με προγενέστερη τελεσίδικη κρίση επί προγενέστερης αγωγής κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα νομική σκέψη, αφού τέτοια βάση από σωρευτική αναδοχή χρέους δεν περιλαμβανόταν στην ένδικη αγωγή. Επομένως, το Εφετείο παραβλέποντας την προαναφερθείσα, ανεπίτρεπτη κατά τη διάταξη του άρθρου 224 του ΚΠολΔ μεταβολή της βάσεως της αγωγής υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ, γιατί έλαβε υπόψη "πράγματα" που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς να προταθούν προσηκόντως. Επομένως, ο πρώτος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, που ασκείται αποκλειστικά από την πρώτη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, είναι βάσιμος.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Απ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 928 εδ.β' του ΑΚ, που παρέχει αξίωση αποζημίωσης και σε εκείνον που είχε απέναντι στο θανατωθέντα αξίωση διατροφής από το νόμο, συνάγεται, ότι η αξίωση αυτή αποτελεί γνήσια αξίωση αποζημίωσης και αποσκοπεί να φέρει το δικαιούχο της διατροφής στη θέση, που θα βρισκόταν αν δεν θανατωνόταν ο υπόχρεος να τον διατρέφει.
Η απορρέουσα από την ως άνω διάταξη αξίωση αποζημίωσης έχει άμεση σχέση με την αξίωση διατροφής, γιατί τόσο η γένεση του δικαιώματος αποζημίωσης όσο και το οφειλόμενο ποσό (μέτρο) προσδιορίζονται, από τις σχετικές διατάξεις του ΑΚ για τη διατροφή (ανιόντων - κατιόντων -συζύγου), που όφειλε το θύμα σ' εκείνον του ζητά αποζημίωση από τον υπεύθυνο για τη θανάτωση του υπόχρεου διατροφής του.
Έτσι, από άποψη έκτασης, η αποζημίωση αυτή, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1389 επ., 1442 επ., 1485 επ. και 1504 ΑΚ περιλαμβάνει ό,τι και όσο χρόνο θα όφειλε να καταβάλει ο θανατωθείς στο δικαιούχο της διατροφής, για τον προσδιορισμό δε της αποζημίωσης αυτής λαμβάνεται υπόψη η πιθανή διάρκεια της ζωής του υπόχρεου και του δικαιούχου και η πιθανή εξέλιξη της οικονομικής του κατάστασης, χωρίς να απαιτείται ο θανατωθείς - υπόχρεος διατροφής - να είχε αξίωση προς κτήση εισοδημάτων από τη δραστηριότητα που ασκούσε κατά το χρόνο της θανάτωσής του, αρκούσας μόνο της πραγματικής δυνατότητας αυτού κτήσης εισοδημάτων (ΑΠ 1205/2004).
Από τις ίδιες διατάξεις των άρθρων 928 εδ.β', 1389 και 1390 του ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση θανάτωσης συζύγου, ο δικαιούχος επιζών σύζυγος, στην αγωγή αποζημίωσης, για την αποκατάσταση της ζημίας του, από τη στέρηση του δικαιώματός του διατροφής, πρέπει να ισχυρισθεί και να αποδείξει: α) την ύπαρξη γάμου μεταξύ δικαιούχου και υποχρέου διατροφής β) την θανάτωση του υπόχρεου από παράνομη και υπαίτια πράξη του εναγόμενου, γ) τον πιθανό χρόνο ζωής του υπόχρεου, σε διατροφή συζύγου και δ) το ποσό της καταβλητέας από αυτόν διατροφής, ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής (ΑΠ 1276/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: "Με την υπ' αριθμό 156/1999 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Λάρισας που εκδόθηκε επί της από 5-6-1996 προηγουμένης αγωγής των εφεσίβλητων κρίθηκε μετά δυνάμεως δεδικασμένου για την παρούσα υπόθεση:
Ότι στις 3.12.1995 συγκρούστηκε επί της οδού ... της πόλης της ... το με αριθμό κυκλοφορίας ... IX φορτηγό αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος εκκαλών, ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου - εκκαλούντος, ο οποίος είχε προστήσει στην οδήγηση αυτού τον πρώτο εναγόμενο, με το αριθμό κυκλοφορίας ΝΡ 7854 μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και πατέρας της δεύτερης Ζ.
Ότι από τη σύγκρουση αυτή επήλθε ο θάνατος του Ζ. Ότι η σύγκρουση και ο μετά ταύτα θάνατος αυτού, οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού με αριθμό κυκλοφορίας ... IX φορτηγού αυτοκινήτου, πρώτου εναγομένου. Ότι το ζημιογόνο αυτό αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο κατά το χρόνο εκείνο για ζημιές προς τρίτους στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία.
Ότι ο θανών κατά του οποίου οι ενάγουσες είχαν αποκτήσει δικαίωμα διατροφής κατά το χρόνο του θανάτου του από την εκμετάλλευση επιχειρήσεων πώλησης ετοίμων φαγητών στη Λάρισα στις οδούς ... διέθετε για τον σκοπό αυτό το ποσό των 140.000 δραχμών μηνιαίως προς τη σύζυγο - ενάγουσα, καθώς και το ποσό των 60.000 δραχμών για την ανήλικη θυγατέρα του - ενάγουσα επίσης και το οποίο ποσό μηνιαίως τους επιδικάστηκε ως διατροφή για το χρονικό διάστημα από 4-12-1995 ως 4-12-1996 σε ολόκληρο σε βάρος των νυν εναγομένων υπό την αυτή ιδιότητα που τώρα κάθε ένας εξ αυτών ενάγεται.
Ότι ο θανών κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν 37 ετών, η κατάσταση της υγείας του ήταν καλή και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων μετά πιθανότητας θα ζούσε επί σειρά ετών. Ότι μετά πιθανότητας κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ο ως άνω θανών σύζυγος της ενάγουσας αν δεν συνέβαινε το παραπάνω ζημιογόνο γεγονός θα ζούσε το επίδικο χρονικό διάστημα από 4-12-2004 έως 4-12-2007 αφού δεν αντιμετώπιζε κανένα πρόβλημα υγείας και θα εξακολουθούσε να ασκεί τις επαγγελματικές του δραστηριότητες που ασκούσε πριν τον θάνατό του.
Έτσι λοιπόν το ως άνω χρονικό διάστημα μετά πιθανότητας κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα κέρδιζε μηνιαίως κατά μέσον όρο 800.000 δρχ. το μήνα. Η πρώτη ενάγουσα, σύζυγος του θανόντος, δεν εργαζόταν, ούτε και τώρα εργάζεται. Ήταν και είναι απασχολημένη με την φροντίδα του συζυγικού οίκου και της ανήλικης θυγατέρας της, η οποία γεννήθηκε στις 17-4-1995.
Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η ενάγουσα εργάζεται, τουλάχιστον κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, δεν αποδεικνύεται. Διαθέτει η ενάγουσα κατοικία ιδιόκτητη, όπου και διαμένει με την ανήλικη. Ο αποβιώσας ήταν κατά νόμο υποχρεωμένος για τη διατροφή της συζύγου του, αλλά και της ανήλικης θυγατέρας του, η οποία δεν έχει δική της περιουσία, ούτε βέβαια μπορεί να εργασθεί λόγω της ηλικίας της.
Δικαιούται δε η σύζυγός του διατροφής και η ανήλικη, η οποία λαμβανομένων υπόψη των αναγκών της ζωής τους ανέρχεται μηνιαίως στο ποσό των 650 ευρώ για την πρώτη και 480 ευρώ για τη δεύτερη εκ των οποίων το ποσό των 390 ευρώ θα βάρυνε το θανόντα πατέρα της, του υπολοίπου ποσού καλυπτομένου από την ενάγουσα - μητέρα της.
Τη διατροφή αυτή ο θανατωθείς θα διέθετε μηνιαίως στη σύζυγό του και στη θυγατέρα του και θα παρείχε κατά το χρονικό διάστημα από 4-12-2004 έως 4-12-2007. Από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 377,35 ευρώ που λαμβάνει η ενάγουσα ως σύνταξη από το ΙΚΑ (650 -377,35), καθώς και το ποσό των 170,80 ευρώ που λαμβάνει για τον ίδιο λόγο η ανήλικη το ποσό των 219,20 ευρώ το μήνα για το παραπάνω χρονικό διάστημα".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 928, 1389, 1390 και 1485 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά: 1) της συγκεκριμένης δραστηριότητας που ασκούσε ο αποβιώσας μέχρι του θανάτου του δηλαδή της εκμετάλλευσης επιχειρήσεως πώλησης ετοίμων φαγητών και θα συνέχιζε και να ασκεί εάν δεν μεσολαβούσε ο θάνατός του 2) των κατά μέσο όρο προσόδων από την εργασία αυτή στο ύψος των 800.000 δρχ. το μήνα, 3) ότι ο θανατωθείς θα διέθετε μηνιαίως εάν θα ζούσε με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής 272,65 και 219,20 € αντίστοιχα μηνιαίως για τη διατροφή των αναιρεσιβλήτων πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της ανάλογης υπό συνθήκες εγγάμου βίου αξίωσης διατροφής των αναιρεσιβλήτων και της αντίστοιχης αξίωσης τους αποζημίωσης μετά τη θανάτωση του συζύγου και πατέρα τους και δικαιολογούν την παραδοχή κατά ένα μέρος της αγωγής των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ.1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 928, 1389, 1390 και 1485 του ΑΚ τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το άλλο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Ο τρίτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης πρέπει, επίσης, ν' απορριφθεί 1) προεχόντως ως απαράδεκτος α) κατά το μέρος που επιχειρείται η θεμελίωσή του στον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, ο αυτοτελής ισχυρισμός περί συνεισφοράς της ενάγουσας συζύγου στα οικογενειακά βάρη, που προβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε και β) κατά το μέρος που γίνεται επίκληση της από τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου πλημμέλειας, διότι η πληττόμενη με την αναίρεση αιτιολογία, "ότι η ένσταση συνεισφοράς της συζύγου στα οικογενειακά βάρη δεν διατυπώνεται παραδεκτά", δεν περιέχει παραδοχές επί της ουσίας της διαφοράς και κατά συνέπεια δεν ιδρύει τον λόγο αυτόν, και 2) ως αλυσιτελής κατά το μέρος που αποδίδεται, στο Εφετείο η από τον αριθμό 19 του αυτού άρθρου αναιρετική πλημμέλεια, διότι το εν λόγω δικαστήριο απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό με επάλληλη αιτιολογία "ότι ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η ενάγουσα εργάζεται, τουλάχιστον κατά το επίδικο χρονικό διάστημα δεν αποδεικνύεται", η οποία στηρίζει επαρκώς και αυτοτελώς το απορριπτικό διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, για τον αντίστοιχο ισχυρισμό συνεισφοράς των αναιρεσειόντων, και δεν πλήττεται με κανένα λόγο αναίρεσης.
Μετά τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων και να καταδικασθούν αυτοί στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν για την απόκρουσή της σε βάρος τους αίτησης αναίρεσης (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.). Επίσης, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της μόνο που δεχόμενο την αντένσταση των αναιρεσιβλήτων από τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α' του ΑΚ απέρριψε την ένσταση διετούς παραγραφής της πρώτης αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, που επαναφέρθηκε με τον πρόσθετο λόγο της έφεσής της στο Εφετείο, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μόνο μέρος της στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 §3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσείουσας και για έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-9-2008 αίτηση αναίρεσης του δευτέρου και τρίτου των αναιρεσειόντων Χ2 και Χ3 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 773/2007 οριστικής απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τους ίδιους πιο πάνω αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 773/2007 οριστική απόφαση του Εφετείου Λάρισας κατά το μέρος της μόνο που αφορά την πρώτη αναιρεσείουσα ασφαλιστική Εταιρεία με την επωνυμία "EUROSTAR ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΚΑΤΑ ΖΗΜΙΩΝ" κατά τα εις το σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το προαναφερόμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσείουσας, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 13 Ιουλίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ