Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision upholding first-instance judgment on labor dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Union of Agricultural Cooperatives against the Patras Court of Appeal's decision. The appellants argued that the appellate court improperly examined the substantive merits of the board of directors' decision to release the plaintiff from duties, violating the principle that such decisions are not subject to substantive review. The court rejected this claim, ruling that the appellate court correctly applied substantive law by finding the disclosure of financial records exceeded the limits of good faith and the director's mandate. Consequently, the appeal was found baseless, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 553(1) Civil Procedure Code; Art. 559(1) Civil Procedure Code: Appeals against appellate judgments are admissible only if the first-instance judgment cannot be challenged by a motion for non-judgment and final judgment; the appellate court's substantive review of a board of directors' decision to release a director from duties is permissible if the decision violates good faith and the director's mandate.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1363 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1363/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο (επειδή κωλύονται οι Αρεοπαγίτες Αθανάσιος Θεμέλης και Ειρήνη Αθανασίου), Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) "Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Πατρών", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ..., 3) ..., 4) ..., 5) ..., 6) ... και 7) ..., όλων κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Ροκόφυλλο.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παναγιώτου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 700/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 303/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-6-2008 αίτησή τους και τους από 25-11-2008 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 3-2-2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Αθανασίου Θεμέλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης του κυρίου δικογράφου και του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης κατά της 303/2008 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την διάταξη του άρθρου 553 παρ 1 ΚΠολΔ που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή, προκύπτει ότι, αν γίνει τυπικά δεκτή η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, με αναίρεση προσβάλλεται μόνο η απόφαση του Εφετείου, είτε με αυτή απορρίφθηκε στην ουσία η έφεση και επικυρώθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, είτε έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση και το Εφετείο έκρινε ουσιαστικά την διαφορά, γιατί στην μεν πρώτη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε σε αυτήν του Εφετείου, στην δε δεύτερη έπαυσε νομικά να υπάρχει. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πλήττονται τόσο η 700/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών όσο και η επ' αυτής 303/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών. Με την τελευταία και όπως προκύπτει απ' αυτήν έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν εφέσεις των διαδίκων, κατ' επικύρωση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως ουσιαστικά βάσιμη, με συνέπεια η απόφαση του πρωτοδικείου να ενσωματωθεί σε εκείνη του Εφετείου. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης, καθόσον στρέφεται και κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη,
ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 569 παρ.2 ΚΠολΔ οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον ημέρες πριν από την συζήτηση της αναίρεσης, αντίγραφο δε του δικογράφου αυτού επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η παράλειψη της κατάθεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων προ της ως άνω προθεσμίας ή, στην περίπτωση της εμπρόθεσμης κατάθεσης, η παράλειψη της επίδοσης του δικογράφου αυτών προ της αυτής προθεσμίας, επάγεται το απαράδεκτο αυτών για έλλειψη προδικασίας και κατά συνέπεια την απόρριψη τους και αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει μεν ότι το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναίρεσης κατατέθηκε εμπρόθεσμα στη γραμματεία του Αρείου Πάγου την 25-11-2008, δηλ. τριάντα και πλέον ημέρες πριν την 17-2-2009 που ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τμήματος τούτου (Β1) του Αρείου Πάγου ως ημέρα συζήτησης της αναίρεσης, πλην όμως δεν αποδεικνύεται ότι επιδόθηκε αυτό στον αναιρεσίβλητο εντός της ίδιας προθεσμίας, εφόσον οι αναιρεσείοντες δεν προσκομίζουν σχετική έκθεση επίδοσης, αν και με τις από 5-5-2009 κατατεθείσες προτάσεις τους (υπόμνημα) επικαλούνται τέτοια έκθεση επίδοσης. Επομένως οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που θεμελιώνει τον ως άνω αναιρετικό λόγο συντελείται, όταν το δικαστήριο εφαρμόζει τέτοιο κανόνα, μολονότι κατά τις παραδοχές της σχετικής απόφασης του δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν αυτό δεν εφαρμόζει τέτοιο κανόνα, αν και σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης του υπήρχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις της εφαρμογής του.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 7εδ. α' του ν. 2112/1920 " πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν αϊ διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "μονομερής βλαπτική μεταβολή" θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων της εργασίας που γίνεται από τον εργοδότη χωρίς αυτός να έχει δικαίωμα για την τροποποίηση αυτή από το νόμο, την ατομική σύμβαση εργασίας ή τον κανονισμό εργασίας, ή κατά κατάχρηση( αρθ. 281 ΑΚ) του διευθυντικού δικαιώματος του, και προκαλεί στον εργαζόμενο άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία, τέτοια δε βλαπτική μεταβολή αποτελεί ειδικότερα και ο υποβιβασμός του μισθωτού και η ανάθεση σ' αυτόν καθηκόντων υποδεέστερης ειδικότητας ή θέσης στην επιχείρηση που συνεπάγεται δυσμενείς, υλικές ή ηθικές, ως προς το κύρος και την προσωπικότητα του, συνέπειες.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 19 παρ. 1-3 του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης Προσωπικού Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων που κυρώθηκε με την 27346(7-11-1990 κοινή απόφαση των Υπουργών Γεωργίας και Εργασίας, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ 700/1990, τ. Β') και επέχει ισχύ νόμου : "1.
Η επιλογή των προϊσταμένων όλων των Οργανικών μονάδων κάθε Οργάνωσης γίνεται από το Διοικητικό Συμβούλιο μετά από γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου με βάση τα στοιχεία του μητρώου κάθε υπαλλήλου. Η διοικητική ικανότητα του υπαλλήλου, η πρωτοβουλία και η δραστηριότητα εν γένει στην υπηρεσία είναι στοιχεία που εκτιμώνται. 2.
Όσοι επιλέγονται, τοποθετούνται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Οργάνωσης ως προϊστάμενοι στις αντίστοιχες οργανικές μονάδες για τρία έτη. Μετά την πάροδο των τριών ετών γίνεται νέα επιλογή. 3. Οι τοποθετούμενοι ως προϊστάμενοι εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντα τους έως την τυχόν επανεκλογή τους ή την τοποθέτηση νέου προϊσταμένου", ενώ κατά την παράγραφο 4 του ιδίου άρθρου: "Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Οργάνωσης, μετά από γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, ο προϊστάμενος μπορεί να απαλλαγεί από τα καθήκοντα του και πριν από τη λήξη της τριετίας για σοβαρούς λόγους αναγόμενους στην πλημμελή άσκηση των υπηρεσιακών του καθηκόντων, που να αποδεικνύεται, όπως η απρεπής συμπεριφορά προς το κοινό, η ευθυνοφοβία, η έλλειψη πρωτοβουλίας, η αδιαφορία στη βελτίωση μεθόδων οργάνωσης, λειτουργίας και αποδοτικότητας, η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην διεκπεραίωση των υποθέσεων, η κακή συνεργασία με το προσωπικό, η προφανής έλλειψη διοικητικών ικανοτήτων ή της απαιτουμένης επαγγελματικής κατάρτισης, η υπηρεσιακή ανεπάρκεια και η μεροληπτική κρίση κατά την αξιολόγηση του προσωπικού".
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της Συνεταιριστικής Οργάνωσης έχει την εξουσία να επιλέγει τους προϊσταμένους των Οργανικών Μονάδων και Τμημάτων της λαμβάνοντας υπόψη την διοικητική ικανότητα, την πρωτοβουλία και την δραστηριότητα κάθε υπαλλήλου και να τοποθετεί αυτούς στ' αντίστοιχα Τμήματα και Οργανικές Μονάδες για τρία έτη.
Δεν έχει, όμως, το δικαίωμα να απαλλάσσει τον επιλεγέντα και τοποθετηθέντα ως προϊστάμενο Τμήματος ή Μονάδας υπάλληλο από τα καθήκοντα του Προϊσταμένου και να αναθέτει σ' αυτόν υποδεέστερα καθήκοντα πριν λήξει η θητεία του, εκτός εάν συντρέχουν σοβαροί λόγοι αναγόμενοι σε πλημμελή άσκηση των υπηρεσιακών του καθηκόντων.
Επομένως, εάν το Διοικητικό Συμβούλιο της Συνεταιριστικής Οργάνωσης απαλλάξει τον υπάλληλο της από τα καθήκοντα του προϊσταμένου και αναθέσει σ' αυτόν υποδεέστερα καθήκοντα, χωρίς να έχει λήξει η τριετής θητεία του και χωρίς να συντρέχουν σοβαροί λόγοι απαλλαγής του, τότε προβαίνει σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, αφού μεταβάλλει τα καθήκοντα του υπαλλήλου χωρίς να έχει το προς τούτο δικαίωμα και του προξενεί βλάβη υλική (μείωση των αποδοχών του) και ηθική, δηλ.
προσβολή της προσωπικότητάς του εμφανίζοντας αυτόν ως μη ικανό για την άσκηση καθηκόντων προϊσταμένου. Η απόφαση αυτή του Διοικητικού Συμβουλίου της Συνεταιριστικής Οργάνωσης για την απαλλαγή του υπαλλήλου από τα καθήκοντα προϊσταμένου και η συνδρομή ή μη βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του υπαλλήλου, εξαιτίας της απαλλαγής αυτής, υπόκειται σε κάθε περίπτωση στον ουσιαστικό έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων ύστερα από αγωγή του υπαλλήλου, ασκούντος τις σχετικές αξιώσεις που δημιουργούνται από μια τέτοια μεταβολή, εφαρμόζονται επομένως και στην περίπτωση αυτή οι προδιαληφθείσες διατάξεις, αφού από ουδεμία διάταξη νόμου προκύπτει ότι μια τέτοια απόφαση εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Πατρών κρίνοντας, ύστερα από την άσκηση αντιθέτων εφέσεων εκ μέρους των διαδίκων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, επί αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά των τώρα αναιρεσειόντων (της Συνεταιριστικής Οργάνωσης "Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Πατρών" και μελών του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής) με αντικείμενο, και κατ' εκτίμηση αυτής, αξιώσεις αυτού από παράνομη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του και δη υποβιβασμό του σε υποδεέστερη θέση με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της 1ης αναίρεσείουσας που ελήφθη, κατά πλειοψηφία, από τους λοιπούς αναιρεσείοντες και συνιστά σε κάθε περίπτωση καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος αυτής, δέχθηκε με την προσβαλλομένη 303/2008 απόφαση του, ότι ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) προσλήφθηκε από την πρώτη εναγομένη (1η αναιρεσείουσα) την 1-9-1983 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αρχικά ορισμένου χρόνου προκειμένου να εργασθεί σ' αυτήν ως χημικός οινολόγος, ότι μετά την πάροδο του χρόνου δοκιμασίας κατέστη μόνιμος υπάλληλος και εξελίχθηκε σε προϊστάμενο του τμήματος παραγωγής χύδην οίνων της πρώτης εναγομένης και την 16-12-2003 με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου αυτής τοποθετήθηκε στην θέση του Τεχνικού Διευθυντή της καταλαμβάνοντας την οικεία οργανική θέση, ότι την 29-12-2005 ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης εναγομένης (2ος εναγόμενος και αναιρεσείων) εισηγήθηκε την παραπομπή του ενάγοντος σε υπηρεσιακό συμβούλιο με το ερώτημα της απαλλαγής αυτού από τα καθήκοντα του λόγω του ισχυρού κλονισμού των σχέσεων του με το προεδρείο του διοικητικού συμβουλίου της, έλλειψης συνεργασίας και πλημμελούς άσκησης των καθηκόντων, ότι το υπηρεσιακό συμβούλιο γνωμοδότησε υπέρ της απαλλαγής του ενάγοντος από τα καθήκοντα του Διευθυντή με την αιτιολογία της έλλειψης συνεργασίας μεταξύ αυτού και των μελών του προεδρείου του ΔΣ της πρώτης εναγομένης, ότι την 7-2-2006 από το διοικητικό συμβούλιο αυτής αποφασίσθηκε με πλειοψηφία 7-4 των μελών του, μεταξύ των οποίων οι δεύτερος έως και έβδομος των εναγομένων, η αφαίρεση από τον ενάγοντα των καθηκόντων του Διευθυντή υπηρεσιών και η επιστροφή αυτού στα καθήκοντα του επικεφαλής τμήματος παραγωγής χύδην οίνοσν της υπηρεσίας οινοποίησης, ότι επιπλέον ανακλήθηκε η ...απόφαση του ΔΣ της πρώτης εναγομένης, σύμφωνα με την οποία ο ενάγων είχε δικαίωμα μονομερούς υπογραφής και ανάληψης χρημάτων, όπως επίσης ανακλήθηκαν όλες οι αποφάσεις του ΔΣ, με τις οποίες ο ενάγων είχε ορισθεί ως εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης σε διάφορες επιτροπές και οργανώσεις, ότι κατ' αυτόν τον τρόπο αφαιρέθηκαν συγκεκριμένες σοβαρές αρμοδιότητες, που συνάδουν μόνο με την θέση του Διευθυντή, από τον ενάγοντα, ο οποίος είχε την εποπτική, διαχειριστική, ελεγκτική και καθοδηγητική λειτουργία της πρώτης εναγομένης και προΐστατο όλων των υπηρεσιών αυτής και περιορίσθηκαν οι αρμοδιότητες του στην θέση του προϊσταμένου ενός συγκεκριμένου τμήματος, όντας υπόλογος σε υποδιευθυντή και διευθυντή, ότι η ανάθεση στον ενάγοντα υποδεέστερων καθηκόντων συνιστά υποβιβασμό του, ότι κατά συνέπεια το διοικητικό συμβούλιο της πρώτης εναγομένης που απήλλαξε τον ενάγοντα υπάλληλο της από τα καθήκοντα του Διευθυντή και ανέθεσε σ' αυτόν υποδεέστερα καθήκοντα χωρίς να έχει λήξει η θητεία του και χωρίς να συντρέχουν σοβαροί λόγοι απαλλαγής του προέβη σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, αφού μετέβαλε τα καθήκοντα του χωρίς να έχει το προς τούτο δικαίωμα και του προξένησε ηθική βλάβη, συνισταμένη στην προσβολή της προσωπικότητας του εμφανίζοντας αυτόν ως μη ικανό για την άσκηση καθηκόντων προϊσταμένου, ότι (αποδείχθηκε ότι) ο υποβιβασμός του ενάγοντος, κατά τους ισχυρισμούς των εναγομένων, ήταν αποτέλεσμα της πλημμελούς διεξαγωγής εκ μέρους του των καθηκόντων του ως Διευθυντή λόγω της γνωστοποίησης απ' αυτόν των αντιγράφων λογιστικής κατάστασης (καρτελών) ορισμένων μελών της Ένωσης σε τρίτα πρόσωπα κατά την διάρκεια συλλαλητηρίου, η ενέργεια, όμως, αυτή των μελών της εναγομένης Ένωσης υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του διευθυντικού δικαιώματος, καθόσον η δημοσιοποίηση των καρτελών αφενός δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του ενάγοντος ως γενομένη κατ' εντολή του Προέδρου του ΔΣ και αφετέρου δεν συνιστά σοβαρό λόγο απαλλαγής από τα καθήκοντα του Διευθυντή.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, με το να κρίνει δηλ. και να ερευνήσει κατ' ουσίαν την απόφαση για την απαλλαγή του ενάγοντος από τα καθήκοντα του Διευθυντή θεωρώντας ότι αυτή συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, δεχθέν με τον τρόπο αυτό στην πραγματικότητα ότι η ως άνω απόφαση και κρίση του ΔΣ της 1ης εναγομένης υπόκειται στον ουσιαστικό έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου ως άνω διατάξεις και δη του άρθρου 7 ν.2112/1920 που ήταν εφαρμοστέες, αν και δεν τις ανέφερε ρητά, και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559ΚΠολΔ, σύμφωνα με τον οποίο και κατ' εκτίμηση αυτού η κρίση αυτή του ΔΣ της 1ης εναγομένης δεν υπόκειται στον ουσιαστικό έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων και κατά συνέπεια παραβιάσθηκαν με την εφαρμογή τους οι ως άνω μη εφαρμοστέες, κατά τους αναιρεσείοντες, διατάξεις.
Εξάλλου, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ειδικότερα δε δεν υφίσταται αντίφαση μεταξύ των παραδοχών του ότι η δημοσιοποίηση των καρτελών δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου (ενάγοντος) και ότι δεν συνιστά σοβαρό λόγο απαλλαγής αυτού από τα καθήκοντα του Διευθυντή, αφού λογικά δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους και δεν αλληλοαποκλείονται.
Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο τρίτος (και τελευταίος) λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559ΚΠολΔ.
IV. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 11 περ. γ άρθ, 559 Κ.Πολ.Δ προβάλλεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων και αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν οι διάδικοι. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί κατ' αμφότερα τα σκέλη του ως πλήρως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται, ούτε προσδιορίζονται οι ισχυρισμοί και τα αποδεικτικά μέσα που φέρονται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας. Σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-6-2008 αίτηση και τους από 25-11-2008 πρόσθετους λόγους των " ΕΝΩΣΗΣ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ΠΑΤΡΩΝ" κλπ για αναίρεση της 303/2008 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ