Legislator Case Law & Legislation
1363/2008 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's failure to consider specific evidence affecting case outcome.

Case Number 1363/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal regarding the third and fourth grounds, finding the lower court erred by not considering specific documents submitted by the parties. The appellant argued these documents were crucial for proving the contractor's liability, while the lower court had implicitly rejected the claim based on a study deemed inapplicable. The Court ruled that the omission of these evidentiary materials constituted a violation of procedural law, necessitating a remand for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 11 para. 3 of the Code of Civil Procedure; Art. 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure: The failure of a court of first instance to consider specific evidence submitted by the parties, which has a decisive influence on the outcome of the case, constitutes a ground for appeal.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure procedural violation evidence consideration appeal grounds remand for retrial contractor liability public works

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 11 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 690 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
AP 1072/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1363 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1363/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α'1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Δημήτριος Λοβέρδος), Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τεχνικής Εταιρείας "Γ. Δασκαλάκης Α.Τ.Ε." νόμιμα εκπροσωπουμένης και στο Ηράκλειο Κρήτης,εδρεύουσας η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κυριακάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Κουταλά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/5/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 107/2001 προδικαστική και 31/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 97/2007 οριστική του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/5/2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 23/4/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή κατά ένα μέρος των τρίτου και τετάρτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, την απόρριψη των λοιπών, και την αναίρεση στο σύνολό της της υπ' αριθμόν 97/2007 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ελέγχεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, (η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής) ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Σε κάθε όμως περίπτωση, η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

Ο ισχυρισμός για ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου με ειδικό λόγο έφεσης δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί. (Α.Π. 571/2004).

Στην αντίθετη περίπτωση, ο λόγος έφεσης είναι αόριστος, η δε απόρριψή του δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ.8 λόγο αναίρεσης. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 59 του Κ.Πολ.Δ. δίδεται όταν ο δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί.

Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997) αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.

ΑΠ 11/1996).

Εξάλλου, από τις διατάξεις 681, 682 και 694 του ΑΚ συνάγεται ότι ο εργολάβος, όταν ενάγει τον εργοδότη για την καταβολή της αμοιβής του ή του υπολοίπου αυτής, οφείλει να επικαλεστεί στην αγωγή ή την ανταγωγή του, για το ορισμένο αυτής, τη σύμβαση μίσθωσης έργου κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, ήτοι τη σύμβαση που καταρτίστηκε, το έργο που συμφωνήθηκε μ' αυτή να εκτελεστεί, την εκτέλεση και παράδοση ή την προσφορά του έργου και την αμοιβή που συμφωνήθηκε και αν αυτή έχει συμφωνηθεί κατά μονάδα κάθε εργασίας και ποιες ποσότητες στις συμφωνηθείσες μονάδες από κάθε εργασία εκτελέστηκαν (ΑΠ 382/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την έφεση της αναιρεσείουσας επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, παρατίθεται στην αρχή το εσφαλμένο, κατά την εκκαλούσα-αναιρεσείουσα πόρισμα της εκκαλούμενης αποφάσεως και ακολούθως πλήττεται η απόφαση αυτή, μεταξύ άλλων, και διότι: "άσκησε συγχρόνως ανταγωγή αιτούμενη να υποχρεωθεί ο τότε εφεσίβλητος-ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος να της καταβάλει νομιμοτόκως δρχ. 3.347.240 σε (€.9.902,30), ως υπόλοιπο της συμφωνηθείσας αμοιβής της, την οποία όμως απέρριψε η εκκαλούμενη 107/2001 προδικαστική, διότι δήθεν δεν ανέφερε τη χρονολογία παράδοσης του έργου, αν και αυτή ασφαλώς προσδιοριζόταν".

Ο λόγος αυτός της έφεσης ήταν ορισμένος καίτοι δεν περιλάμβανε συγκεκριμένα τη χρονολογία, που κατά την αναιρεσείουσα αναφερόταν στην ανταγωγή της ότι μεσολάβησε τότε η πραγματική παράδοση του εκτελεσθέντος έργου, που δεν ήταν αναγκαία για την ανταγωγική άσκηση της αξίωσης της αναιρεσείουσας για καταβολή της εργολαβικής αμοιβής της.

Συνεπώς, το Εφετείο, που τον πιο πάνω λόγο της έφεσης δεν τον εξέτασε, παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν νομίμως, ο δε από το άρθρο 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο αντίστοιχη πλημμέλεια, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 25-4-2005 έφεσης της αναιρεσείουσας στο Εφετείο, που αναφέρεται στο σημείο που ενδιαφέρει τον ερευνώμενο λόγο αναίρεσης, αυτή ισχυρίσθηκε τα εξής: "Με τις υποβληθείσες νομοτύπως από 4-10-2000 προτάσεις μου, αρνηθείσα την αγωγή, ζήτησα την απόρριψή της ως αόριστης - απαράδεκτης λόγω της εκτεθείσας αοριστίας της". Εξ άλλου, με το δικόγραφο της ερευνώμενης αναίρεσης η αναιρεσείουσα, στο σημείο που ενδιαφέρει τον ερευνώμενο λόγο αναφέρει τα εξής: "Με τις από 4-10-2000 προτάσεις στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου ζήτησα την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης, λόγω της εκτεθείσας νομικής (ποσοτικής και ποιοτικής) αοριστίας.

Εκδόθηκε η 107/2001 προδικαστική απόφαση, που εσφαλμένα δέχθηκε την αγωγή ως ορισμένη. Μετά τη διενέργεια των αποδείξεων υπέβαλα τις από 21-2-2004 προτάσεις μου με όλα τα έγγραφα αιτούμενη την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 31/2005 οριστική απόφαση που αντιπαρήλθε σιγή το απαράδεκτο και απορριπτέο της αγωγής. Κατ' αυτών άσκησα στο Εφετείο Κρήτης την από 25-4-2005 έφεσή μου αιτούμενη την εξαφάνισή της για το λόγο της εσφαλμένης μη απόρριψης της αγωγής ως αόριστης - απαράδεκτης.

Εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 97/2007 απόφαση, που απέρριψε την έφεση χωρίς να λάβει καθόλου υπόψη της το λόγο της έφεσης να απορριφθεί η αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως απαράδεκτη εξ αιτίας της αοριστίας".

Σύμφωνα όμως με τα παραπάνω, εκτεθέντα η αναιρεσείουσα δεν πρότεινε παραδεκτά στο Εφετείο με συγκεκριμένο λόγο έφεσης ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής, που να έχει σχέση με τα αιτούμενα αγωγικά ποσά, και να αφορά τη νομιμοποίηση του αναιρεσίβλητου στο να συνάψει την ένδικη σύμβαση έργου, και να εκδώσει στο όνομά του άδεια λειτουργίας πρατηρίου υγρών καυσίμων, και επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παρέλειψε να ερευνήσει τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας για εσφαλμένη μη απόρριψη της αγωγής ως αόριστης, από το γεγονός ότι δεν αναφέρονταν στην αγωγή τα πιο πάνω στοιχεία νομιμοποίησης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού ο λόγος της έφεσης που δεν ερευνήθηκε δεν αποτελούσε "πράγμα".

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 43/1990).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τα ακόλουθα: "Με το από 23-12-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό ο ενάγων συνήψε σύμβαση έργου με την εναγομένη εταιρεία δυνάμει της οποίας η τελευταία εκπροσωπούμενη από τον Α ανέλαβε την κατασκευή της κοινής προσωρινής κυκλοφοριακής σύνδεσης των εγκαταστάσεων όμορων ακινήτων και συγκεκριμένα του ακινήτου ιδιοκτησίας Β και του ακινήτου ιδιοκτησίας Γ1 και Γ2 με την με αριθμό 97 Εθνική οδό Ηρακλείου-Αγίας Γαλήνης, στη χιλιομετρική θέση (χθ) 6+500 και δεξιά της οδού, σύμφωνα με τα σχέδια που συντάχθηκαν από το μηχανικό Δ και εγκρίθηκαν με την με αριθμό 2299/5-9-1996 απόφαση της Διεύθυνσης Συγκοινωνιακών Έργων τέως 12ης ΠΥΔΕ τμήμα κυκλοφορίας) της Περιφέρειας Κρήτης.

Η κατασκευή της κυκλοφοριακής αυτής σύνδεσης ήταν αναγκαία προϋπόθεση για τη έκδοση άδειας λειτουργίας πρατηρίου υγρών καυσίμων, το οποίο επρόκειτο να θέσει σε λειτουργία και να εκμεταλλευτεί στο ακίνητο ιδιοκτησίας Γ1-Γ2, ο ενάγων, ο οποίος είχε εφοδιασθεί από την 16-4-1997 με σχετική άδεια ίδρυσης του πρατηρίου αυτού, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ.

πρωτ. 338906/4-10-2000 έγγραφο της Διεύθυνσης μεταφορών και επικοινωνιών. Για τη σύμφωνη με τα ως άνω εγκριθέντα σχέδια κατασκευή της κυκλοφοριακής σύνδεσης απαιτούνταν έγγραφη συναίνεση της Διεύθυνσης Ελέγχου Συντήρησης έργων (Δ.Ε.Σ.Ε.) άνευ της οποίας ήταν αδύνατη η έκδοση της άδειας λειτουργίας του πρατηρίου υγρών καυσίμων.

Συγκεκριμένα ο ενάγων δυνάμει του από 23-12-1997 ιδιωτικού συμφωνητικού ανέθεσε στην εναγομένη, η οποία ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει έναντι της παρακάτω αμοιβής στην οποία δεν περιλαμβάνεται ο Φ.Π.Α. και σύμφωνα με τα εγκριθέντα σχέδια τις ακόλουθες εργασίες για την κυκλοφοριακή σύνδεση του ως άνω ακινήτου με την πιο πάνω εθνική οδό:

α) εγκατάσταση ηλεκτροφωτισμού, αντί αμοιβής 3.800.000 δραχμών, β) κατασκευή πλήρους αποχέτευσης, αντί αμοιβής 2.200.000 δρχ., γ) κατασκευή της κυκλοφοριακής σύνδεσης (είσοδος-έξοδος), διάνοιξη και διάστρωση αυτής, αντί αμοιβής 600.000 δρχ. δ) κατασκευή νησίδας, αντί αμοιβής 900.000 δραχμών, ε) κατασκευή ασφαλιστικών αντί αμοιβής 2.000 δρχ.

ανά τετραγωνικό μετρό; στ) κατασκευή σχάρας τεχνικού φρεατίου αντί 300 δραχμών το κιλό και ζ) επέκταση τεχνικού φρεατίου, αντί αμοιβής 200.000 δραχμών. Στη συνέχεια η εναγομένη στα πλαίσια της ως άνω συμφωνίας και ως επιλεγμένη από τον ενάγοντα συνήψε με τη Δ.Ε.Σ.Ε. ως εποπτεύουσα Διεύθυνση, βάσει της υποβληθείσας προσφοράς της, εργολαβική σύμβαση με την οποία η Δ.Ε.Σ.Ε.

ανέθετε στην πρώτη την εκτέλεση των εργασιών οδοστρωσίας, ασφαλτικών και σήμανσης της ως άνω προσωρινής κοινής κυκλοφοριακής σύνδεσης σύμφωνα με τα εγκεκριμένα σχέδια με την οποία καθορίστηκε επίσης ημερομηνία περάτωσης του έργου η 1-10-1998. Σε εκτέλεση των ανωτέρω η εναγομένη προέβη στην εκτέλεση των συμφωνηθεισών εργασιών και τέλη Οκτωβρίου 1998 παρέδωσε το έργο στον ενάγοντα.

Ο τελευταίος με το από 2-11-1998 έγγραφο ζήτησε από τη ΔΕΣΕ έγγραφη συναίνεση ότι το έργο κατασκευάστηκε σύμφωνα με τα υποβληθέντα εγκεκριμένα σχέδια προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για την έκδοση άδειας λειτουργίας του πρατηρίου υγρών καυσίμων στο όνομα του. Η ανωτέρω Διεύθυνση με το υπ' αριθμόν 7061/3-12-1998 έγγραφο της αρνήθηκε τη χορήγηση σχετικής έγκρισης του έργου με την αιτιολογία ότι δεν είχαν εφαρμοστεί τα εγκεκριμένα σχέδια.

Κατόπιν αυτών ο ενάγων με την από 4-11-1998 εξώδικη διαμαρτυρία του που επιδόθηκε στην εναγομένη-εκκαλούσα την 13-11-1998, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. .../98 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου ... κάλεσε την τελευταία να διορθώσει τις πλημμέλειες του έργου .και να συμπληρώσει τις ελλείψεις πλην όμως η εναγομένη δεν προέβη στις απαιτούμενες ενέργειες, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η έγκριση του από τη ΔΕΣΕ και κατ επέκταση ανέφικτη η έκδοση άδειας λειτουργίας πρατηρίου υγρών καυσίμων στο όνομα του ενάγοντος.

Η ως άνω κυκλοφοριακή σύνδεση σύμφωνα με τα εγκεκριμένα σχέδια δεν επηρεάζεται από το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ιδιοκτησιών και σύμφωνα και με το υπ' αρ. πρωτ. 6265/28-9-2004 έγγραφο της ΔΕΣΕ κατασκευάσθηκε εξ ολοκλήρου μέσα στο όριο απαλλοτρίωσης της εθνικής οδού και δεν είναι απαραίτητη η σύμπραξη των όμορων ιδιοκτητών.

Επομένως το αίτημα της εναγομένης περί διενεργείας δικαστικής πραγματογνωμοσύνης για τη διαπίστωση της δυνατότητας κατασκευής της κυκλοφοριακής σύνδεσης εντός του απαλλοτριωμένου ορίου της εθνικής οδού ορθώς απορρίφθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την αιτιολογία ότι δεν καταλείπονται αμφιβολίες για το θέμα αυτό από τα αποδεικτικά μέσα και συνεπώς και ο σχετικός λόγος εφέσεως περί απορρίψεως του αιτήματος αυτού πρέπει απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος εφέσεως με βάση το παράπονο το οποίο προβάλλεται με την έφεση πρέπει ν' απορριφθεί η έφεση στο σύνολό της".

Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 690, 297, 298, 330 του ΑΚ τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων που να έχουν σχέση με τη νομιμοποίηση του αναιρεσίβλητου-ενάγοντος:

α) στο να συνάψει την ένδικη σύμβαση έργου και β) στο να μισθώσει και να λειτουργήσει στο όνομά του πρατήριο καυσίμων. Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου κατά τα στο μέρος που με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 19 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

Εξ άλλου ο ίδιος λόγος της αναίρεσης κατά την σ' αυτόν περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ.19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της νομιμοποίησης του αναιρεσίβλητου στο να συνάψει τη σύμβαση εκτέλεσης του ένδικου έργου και να εκδώσει στο όνομα του άδεια πρατηρίου και τα αντίστοιχα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση για το γεγονός ότι το ακίνητο στο οποίο επρόκειτο να εγκατασταθεί το πρατήριο ανήκε σε τρίτον είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

III. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1072/2005).

Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου και τον τέταρτο κατά το ένα μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ' του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του : 1) το υπ' αριθ. 2822/1-9-1999, 2) το υπ' αριθ. 1352/17-3-2000, 3) το υπ' αριθμ. 1872/26-7-2004 4) το υπ' αριθ. 1875/2006, έγγραφα όλα της Δ/νσης Συντήρησης Έργων, 5) την από 19-8-2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης και την από 25-8-2004 συμπληρωματική με τα προσαρτώμενα σ' αυτήν έγγραφα του ΤΕΕ, 6) το από 23-6-2003 πρωτόκολλο παραλαβής τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις της στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, όπως παρατίθεται ανωτέρω σε προηγούμενες σκέψεις, με την οποία απορρίφθηκε εμμέσως αλλά σαφώς και ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας από τη διάταξη του άρθρου 690 του ΑΚ που επαναφέρθηκε, μετά την απόρριψή του πρωτοδίκως, με την έφεση της αναιρεσείουσας, σε βάρος της οποίας τάχθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το προσήκον θέμα απόδειξης ότι: "οι οποιεσδήποτε ελλείψεις του εκτελεσθέντος από αυτή έργου δεν οφείλονται σε υπαιτιότητά της αλλά προήλθαν εξ αιτίας των δημοσίων υπηρεσιών, εμπλεκομένων τρίτων προσώπων ως και του ίδιου του αναιρεσίβλητου ενάγοντος", αφού η υπάρχουσα μελέτη δεν ήταν εφαρμοστέα", δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα πιο πάνω έγγραφα, για να καταλήξει στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα, οι δε σχετικοί λόγοι αναίρεσης τρίτος και τέταρτος κατά το ένα μέρος τους κρίνονται βάσιμοι, και πρέπει να γίνουν δεκτοί και να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση.

Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.) και για τις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την αριθ. 97/2007 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2008 .

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ