Supreme Court dismisses appeal against second-instance judgment in securities dispute due to procedural and substantive errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the final second-instance judgment in a securities services contract dispute. The appellant argued the lower court erred in fact-finding and failed to address procedural defects regarding the defendant's legal standing. The court ruled the appeal inadmissible because the second instance had already substantively decided the first-instance judgment, and the remaining grounds were unsupported by law or facts.
Legislator headnote
AI generatedArt. 553, 559 para. 1, 14, 19, 1 K.Pol.D.; An appeal against a second-instance judgment is admissible only if it challenges the final second-instance decision, not the first-instance judgment already incorporated into it.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1363 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1363/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα-
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σάββα Μαγουλά.
Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ASPIS BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, καθολικής διαδόχου, λόγω συγχωνεύσεως δια απορροφήσεως, της Ανώνυμης Χρηματιστηριακής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.Π.Ε.Υ.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θρασύβουλο Κάρλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1544/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 9201/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των παραπάνω αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14 Ιουλίου 2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 7 Νοεμβρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή εκ του άρθρου 553 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν η υπόθεση εξετασθεί και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, αφού γίνει τύποις δεκτή η έφεση, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η οριστική δευτεροβάθμια απόφαση, της πρωτόδικης ενσωματουμένης σ' αυτήν και μη ελεγχομένης αυτοτελώς κατ' αναίρεση.
Συνεπώς, η αίτηση, καθ' ο μέρος πλήττει την πρωτόδικη απόφαση, αφού αυτή εξεκκλήθη και το Εφετείο έκρινε κατ' ουσίαν την έφεση, είναι απαράδεκτη.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Τέτοια α) μη κήρυξη απαραδέκτου υφίσταται και όταν το δικαστήριο θεωρεί ορισμένη την ποσοτικώς ή ποιοτικώς αόριστη αγωγή, ήτοι τη μη εξειδικεύουσα με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα ή τη μνημονεύουσα απλώς τα στοιχεία του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών και β) κήρυξη απαραδέκτου υπάρχει όταν ο ισχυρισμός του διαδίκου προβάλλεται παραδεκτώς.
Εν προκειμένω, η ένδικη αγωγή, ιστορούσα ότι η ενάγουσα, της οποίας καθολική διάδοχος τυγχάνει η ήδη αναιρεσίβλητη, συνήψε με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και εξετέλεσε κατόπιν εντολών του τις αναφερόμενες αγορές και πωλήσεις μετοχών, εκ των οποίων προέκυψε το αιτούμενο να καταψηφισθεί χρεωστικό υπόλοιπο, διαλαμβάνει πάντα τα αναγκαία προς θεμελίωση της στοιχεία.
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων - μόνος εκκαλών - προέβαλε με τις έκκλητες προτάσεις του και όχι με την έφεση του, όπως επεβάλλετο, κατά τα άρθρα 520, 532 και 533 §1 ΚΠολΔ, ήτοι απαραδέκτως, την ένσταση παραγραφής της ένδικης αξιώσεως. Επομένως, το Εφετείο, δεχθέν με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του τα αυτά και απόρριψαν το σχετικό λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης αποφάσεως, περί αοριστίας της αγωγής, καθώς και την απαράδεκτη ένσταση του, σύμφωνα με το νόμο δεν εκήρυξε το απαράδεκτο της αγωγής και εκήρυξε το απαράδεκτο της ενστάσεως του.
Κατ' ακολουθίαν, οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως είναι αβάσιμοι. Επί επαλλήλων αιτιολογιών, κάθε μια από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αν έστω και μία δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς και επομένως απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (Ολομ.Α.Π. 25/2003).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει ότι το Εφετείο, που απέρριψε την άνω ένσταση παραγραφής και ως μη νόμιμη, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 15 παρ.6 του Ν. 3632/1928 και υπέπεσε έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ. Εφόσον, κατά τα εκτεθέντα στο δεύτερο λόγο αναιρέσεως, επλήγη ανεπιτυχώς η στηρίζουσα αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αιτιολογία αυτής με την οποία απορρίφθηκε η άνω ένσταση παραγραφής ως απαράδεκτη, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως (τρίτος), που πλήττει την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης με την οποία κρίθηκε η ένσταση αυτή ως μη νόμιμη είναι αλυσιτελής και επομένως απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11β του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ.1 στοιχ.β, 346 και 453 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση του εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητα του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ΄ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 του Κ.Πολ.Δ.
Η διάταξη αυτή αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς των ισχυρισμών, έχει, όμως, εφαρμογή και για την επίκληση των αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου (Ολομ.Α.Π. 9/2000). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει ότι το Εφετείο, που έλαβε υπόψη τα έγγραφα των αναφερόμενων στο λόγο αυτό συμβάσεων, ως και τα αντίγραφα των αναφερόμενων πινακιδίων εκτελέσεως εντολών, χωρίς νόμιμη επίκληση των εγγράφων αυτών από την αναιρεσίβλητη, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.ΙΙβ του Κ.Πολ.Δ.
Όπως από την επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσίβλητης που υποβλήθηκαν στη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, με τις προτάσεις αυτές έγινε αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος και δη στο κεφάλαιο ΙΙΙ (σελ. 15-18) των προσκομισθεισών σε επικυρωμένο αντίγραφο πρωτόδικων προτάσεων της ,στο οποίο (συγκεκριμένο μέρος των προσκομισθεισών πρωτόδικων προτάσεων) γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των άνω εγγράφων.
Πέραν αυτού και στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της αναιρεσίβλητης, που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από την επισκόπηση τους προκύπτει, γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των ίδιων ως άνω εγγράφων. Κατ΄ ακολουθίαν, το Εφετείο, που έλαβε υπόψη τα άνω έγγραφα, των οποίων έγινε νόμιμη επίκληση στη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11β του Κ.Πολ.Δ.
και ο αντίθετος τέταρτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 και 11α του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, δέχθηκε ανελέγκτως ότι από τα μνημονευόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης (μαρτυρικές καταθέσεις και με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα) αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων, μέσω της αναφερόμενης αντιπροσώπου του, χορήγησε τις εντολές για την κατάρτιση των επίδικων χρηματιστηριακών συναλλαγών. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο σχημάτισε την άνω κρίση του από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης, δεν δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη ως αληθινά χωρίς απόδειξη, ούτε έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και ο αντίθετος εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 και 11α του Κ.Πολ.Δ. πέμπτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εν προκειμένω, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εδέχθη ότι η αναιρεσίβλητη εξετέλεσε τις εντολές του αναιρεσείοντος, που της εδίδοντο μέσω της αντιπροσώπου του "ΕΨΙΛΟΝ ΕΛΔΕ", η οποία είχε εγγυηθεί προς εκείνη την εξόφληση των σχετικών υποχρεώσεων του και συνεπώς δεν επεβάλλετο να ελέγχει αυτή τις εντολές του προς την αντιπρόσωπο του, ούτε να αξιώνει την προκαταβολή των τιμημάτων των αγοραζομένων μετοχών, κατ' ακολουθίαν τούτων δε απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος περί συντρέχοντος εκείθεν πταίσματος της αναιρεσίβλητης. Επομένως, η πληττόμενη απόφαση του Εφετείου έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτουμένη αιτιολογία, η οποία δεν είναι αντιφατική ή ανεπαρκής, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις τα προκύψαντα εκ της διαδικασίας και αναγκαία προς μη εφαρμογή των ουσιαστικών κανόνων του άρθρου 300 ΑΚ γεγονότα, ενώ δεν απητείτο η παράθεση και ετέρων.
Συνεπώς, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, έκτος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Εν προκειμένω, το Εφετείο έκρινε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του τα ανωτέρω, εκ παραδρομής δε ανεγράφη στο εισαγωγικό μέρος αυτής ότι εφεσίβλητη ήταν (κατά τη συζήτηση της εφέσεως πλέον, αφού κατά την άσκηση της δεν είχε συντελεσθεί η προαναφερθείσα καθολική διαδοχή) η αρχικώς ενάγουσα και όχι η καθολική διάδοχος της αναιρεσίβλητη, ουδόλως προκύπτοντος ότι, εδέχθη ως έχουσα την ικανότητα του είναι διάδικον την απορροφηθείσα από την αναιρεσίβλητη αρχικώς ενάγουσα εταιρία κατά παραβίαση των άρθρων 75 ν. 2190/1920, ως ισχύει και 61, 62, 73 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, έβδομος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-7-2006 αίτηση του ..... για αναίρεση της 9201/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ