Supreme Court dismisses State's appeal against lower court's liability award for traffic accident victim's permanent disability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against the First Instance Court's judgment awarding compensation to a traffic accident victim. The victim sued the State for damages caused by a police officer driving a state vehicle, resulting in severe permanent disability. The appellate court upheld the lower court's finding of exclusive liability and the calculated compensation amount based on the victim's age and disability degree. The Supreme Court rejected the appeal as baseless, confirming that the lower court correctly applied the relevant civil code provisions without violating legal principles.
Legislator headnote
AI generatedArticles 931 of the Civil Code; The Supreme Court held that a lower court's assessment of compensation for permanent disability based on age and injury severity does not constitute a violation of the law if the court properly weighed all relevant circumstances presented in evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1362 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1362/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Ν. του Ν., κατοίκου Γαλατσίου Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σπανέλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 32/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 2-6-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 2-6-2021 (αριθ. εκθ. καταθ. 4513/602/15-6-2021), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 32/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 32/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 30-10-2014 (αριθ. εκθ. καταθ. 5378/2014) αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος στρεφόμενος κατά του Ελληνικού Δημοσίου ισχυρίσθηκε ότι ο ..., ειδικός φρουρός της Ελληνικής Αστυνομίας, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ΕΑ ...
ΙΧΕ υπηρεσιακό αυτοκίνητο της Ελληνικής Αστυνομίας, προκάλεσε από αποκλειστική του υπαιτιότητά το σοβαρό τραυματισμό του, σε τροχαίο ατύχημα που έλαβε χώρα στις 29-1-2014 στα Μελίσσια Αττικής Πειραιά, υπό τις ειδικότερα αναφερόμενες στην αγωγή συνθήκες. Με την υπ' αριθμ. 3676/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κρίθηκε τελεσιδίκως αποκλειστικώς υπαίτιος ο οδηγός του ως άνω αυτοκινήτου και αναγνωρίστηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται να του καταβάλει για θετική και αποθετική ζημία και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το συνολικό ποσό 58.094,37 ευρώ.
Κατόπιν με την από 30-11-2015 (αριθ. εκθ. καταθ. 111505/6287/2015) αγωγή του, ζήτησε, μετά μετατροπή του αιτήματος του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται να του καταβάλει α) το ποσό των 50.000 ευρώ ως πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, β) το ποσό των 100.000 ευρώ ως χρηματική παροχή κατ' άρθρο 931 ΑΚ λόγω της αναπηρίας που του προκάλεσε ο τραυματισμός του.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 56/2019 απόφασή του, αφού απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την προβληθείσα ένσταση δεδικασμένου από την υπ' αριθμ. 3676/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αναφορικώς με την επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τα κονδύλια της πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και της χρηματικής παροχής κατ' άρθρο 931 ΑΚ και επιδίκασε αναγνωριστικά στον ενάγοντα για τις αιτίες αυτές τα ποσά των 20.000 ευρώ και 50.000 ευρώ αντίστοιχα.
Κατά της ανωτέρω υπ' αριθμ. 56/2019 αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ασκήθηκαν: α) η από 15-2-2019 (αριθ. εκθ. καταθ. 18036/1326/2019) έφεση του εναγομένου (αναιρεσείοντος) και η από 5-4-2019 (αριθ. εκθ. καταθ. 326/353/2019) αντέφεση του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου). Επ' αυτών, μετά συνεκδίκαση, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 32/2021 απόφαση, με την οποία το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και την αντέφεση, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατ' ουσίαν, δέχθηκε την αντέφεση του αναιρεσιβλήτου κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 32/2021 απόφαση και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 94.869,59 ευρώ εκ του οποίου ποσό α) 20.000 ευρώ για πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά το άρθρο 932 Α.Κ.
και β) 50.000 ευρώ για χρηματική παροχή κατά το άρθρο 931 Α.Κ., με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του Κ.Πολ.Δ. και 914, 297 και 298 του Α.Κ. προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημιώσεως λόγω θανατώσεως ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημιώσεως με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που υπέστη ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή, όχι, όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο, τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατόν να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη αγωγή.
Επομένως, αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υποχρέου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται και ευθέως (άρθρα 322 και 324 του Κ.Πολ.Δ.) και εμμέσως (άρθρο 331 του Κ.Πολ.Δ.), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση και δεν εκτείνεται και στην μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν κατήχθη σε δίκη και δεν κρίθηκε.
Από τη διάταξη δε κατά του άρθρου 929 του Α.Κ., σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 298 του αυτού Κώδικα, συνάγεται ότι αυτός, που υπέστη βλάβη στο σώμα του ή την υγεία του και εξ αιτίας αυτού κατέστη ανίκανος προς εργασία, έχει δικαίωμα να ζητήσει, από τον κατά νόμον υπόχρεο, ως αποζημίωση, οτιδήποτε, με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα κέρδιζε, αν δεν καθίστατο, εξ αιτίας της σωματικής βλάβης του, ανίκανος προς εργασία.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει, ιδίως, για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του".
Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς εκείνες των άρθρων 321, 324 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δεδικασμένο, το οποίο προκύπτει από τελεσίδικη δικαστική απόφαση, που επιδικάζει στον παθόντα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, δεν εμποδίζει τη μεταγενέστερη, με νέα αγωγή, μεταξύ των ίδιων προσώπων, επιδίωξη περαιτέρω πρόσθετης χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης.
Τούτο, όμως, προϋποθέτει απρόβλεπτη, δυσμενή εξέλιξη της υγείας του (ήτοι μεταγενέστερες δυσμενείς συνέπειες και επιπλοκές), δηλαδή στηρίζεται σε περιστατικά μιας ήδη επελθούσας στο παρελθόν ζημιογόνου αιτίας, τα οποία δεν μπορούσαν να ληφθούν υπ' όψιν στην προηγούμενη δίκη, γιατί δεν ήταν αντικειμενικώς διαγνωστά και η επέλευση τους δεν ήταν προβλεπτή από την αρχή, κατά τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης.
Επομένως, δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο της τελεσιδίκου αποφάσεως, η οποία εκδόθηκε επί της πρώτης αγωγής του παθόντος, οι δυσμενείς συνέπειες, που αποτελούν επιδείνωση της υπάρχουσας καταστάσεως της υγείας αυτού και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν από την αρχή ότι θα επέλθουν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, δηλαδή δεν μπορούσε κανείς να υπολογίσει κατά το πέρας της προφορικής συζητήσεως ενώπιον του πρωτοδίκου δικαστηρίου.
Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας περί του προβλεπτού ή μη της μέλλουσας επιδεινώσεως της καταστάσεως της υγείας του παθόντος, προκύπτουσα από τις αποδείξεις ή τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ως εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν ελέγχεται αναιρετικώς (Α.Π. 880/2022, Α.Π. 538/2022, Α.Π. 461/2020, Α.Π. 401/2020, Α.Π. 747/2018). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ. 1/2022, Ο λ. ΑΠ. 4/2021, Ολ. ΑΠ. 2/2021, Ολ. ΑΠ. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόστηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη| νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 736/2021). Εξάλλου, το κατά νόμο" αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ.
να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021, Α.Π. 162/2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 1339/2017).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 16 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι συγχωρείται αναίρεση, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει ότι το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση διαδίκου, ερεύνησε περί της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και για τον λόγο τούτο δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού ή δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο (Ολ.
Α.Π. 1339/1995). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 331 και 332 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι οι τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων αποτελούν δεδικασμένο, το οποίο, εφόσον πρόκειται για δικαίωμα, που έχει ήδη κριθεί μεταξύ των ιδίων προσώπων για το ίδιο αντικείμενο της βασιζόμενης στην ίδια νομική και ιστορική αιτία διαφοράς, δεσμεύει τόσο τους διαδίκους και τα αναφερόμενα στα άρθρα 325-329 του αυτού Κώδικα άλλα πρόσωπα, όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία δεν μπορούν να επανακρίνουν εκείνο που έχει ήδη κριθεί.
Το δεδικασμένο εκτείνεται και επί του κριθέντος οριστικώς δικονομικού ζητήματος, Ως τέτοιο, με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 322 παρ. 1β του Κ.Πολ.Δ. νοείται, κυρίως, η απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης λόγω ελλείψεως μιας ή περισσοτέρων διαδικαστικών προϋποθέσεων, που αναφέρονται είτε στους διαδίκους (ικανότητα να είναι διάδικος ή να παρίσταται στο δικαστήριο), είτε στο δικαστήριο (δικαιοδοσία, αρμοδιότητα), είτε στο αντικείμενο της δίκης (εκκρεμοδικία, δεδικασμένο), είτε στο εισαγωγικό έγγραφο της δίκης (ορισμένο της αγωγής).
Για να ιδρυθεί, όμως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 16 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει το Δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, να δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, υπό την προαναφερόμενη έννοια (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1.339/1995, Ολ. Α.Π. 7/2013, Α.Π. 118/2021, Α.Π. 1.284/2020).
Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο από τους αριθμούς 1, 16 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση επειδή, απορρίπτοντας την ένσταση του παραχθέντος δεδικασμένου από την υπ' αριθμ. 3676/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο συμπληρωματική χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ειδικότερα, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι το Εφετείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και κατά πλημμελή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., 914 και 932 του Α.Κ., σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 321-325, 331 και 332 του Κ.Πολ.Δ., παρά τον νόμο και χωρίς νόμιμη και επαρκή αιτιολογία απέρριψε την προταθείσα από αυτό (αναιρεσείον) ένσταση περί δεδικασμένου, αναφορικώς με το κονδύλιο της προσθέτου χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, που απορρέει από την υπ' αριθμ. 3676/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ήδη επιδικάσθηκε στον αναιρεσίβλητο, δυνάμει προγενέστερης αγωγής του, χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης ποσού 35.000 ευρώ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, ως προς το αγωγικό αίτημα της επιδικάσεως στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο προσθέτου χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης κατά το άρθρο 932 του Α.Κ.
από το ένδικο ατύχημα, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 29-1-2014 και περί ώρα 23:30 στα Μελίσσια Αττικής, στην συμβολή της Λεωφόρου Δημοκρατίας με την οδό Ηρώων, προκλήθηκε τροχαίο ατύχημα, με συνέπεια τον σοβαρό τραυματισμό του ενάγοντας, που οδηγούσε την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας του, που θεωρήθηκε ολικά κατεστραμμένη, το οποίο (ατύχημα), οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του Α.
Μ., ειδικού φρουρού της Ελληνικής Αστυνομίας, που οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ΕΑ -... επιβατικό υπηρεσιακό αυτοκίνητο της Ελληνικής Αστυνομίας, θεμελιούμενης ευθύνης του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη για τις ζημίες που προκλήθηκαν από την κυκλοφορία του. Ο ενάγων μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί, θλάσεις και ρήξη σπληνός, αιμάτωμα περινεφρικά αριστερά, αιμάτωμα οπισθοστερνικά, κάταγμα στέρνου και συντριπτικό κάταγμα αριστερής ποδοκνημικής.
Οδηγήθηκε στο χειρουργείο για ερευνητική λαπαροτομία και διενεργήθηκε σπληνεκτομή, ενώ τοποθετήθηκε γυψονάρθηκας στο αριστερό κάτω άκρο και στη συνέχεια σκελετική έλξη. Κατά την διάρκεια του χειρουργείου εμφάνισε κολπική μαρμαρυγή, που ανατάχθηκε αυτόματα και μετά το πέρας αυτού οδηγήθηκε αποσωληνωμένος στη ΜΕΘ για συνέχιση της νοσηλείας του.
Την 2η μετεγχειρητική ημέρα έγινε έναρξη διεντερικής σίτισης και προφυλακτικής αντιπηκτικής αγωγής και στις 2-2-2014 μεταφέρθηκε στην Γ' Χειρουργική Κλινική του άνω Νοσοκομείου για συνέχιση της νοσηλείας του, ενώ την 4η μετεγχειρητική ημέρα μεταφέρθηκε στην Ορθοπεδική Κλινική του ίδιου Νοσοκομείου για αντιμετώπιση του κατάγματος και υποβλήθηκε στις 10-2-2014 σε εξωτερική οστεοσύνθεση της κνήμης και στις 17-2-2014 σε εσωτερική οστεοσύνθεση της κνήμης.
Νοσηλεύθηκε στην ανωτέρω κλινική μέχρι 26-2-2014, οπότε εξήλθε με οδηγίες για συνέχιση της φαρμακευτικής αγωγής, επανεξέταση, βάδιση χωρίς φόρτιση και με χρήση περιπατητήρα τύπου "Π" και ζεύγους βακτηριών και αναρρωτική άδεια τριών (3) μηνών. Στις 10-3-2014 εισήχθη εκ νέου στο Ορθοπεδικό Τμήμα του ίδιου Νοσοκομείου, με διάγνωση "παρεκτόπιση οστεοσυντεθέντος κατάγματος κάτω πέρατος αριστερής κνήμης" και υποβλήθηκε στις 12-3-2014 σε χειρουργική επέμβαση διόρθωσης εξωτερικής οστεοσύνθεσης (ανοικτή ανάταξη κατάγματος).
Νοσηλεύθηκε μέχρι 17-3-2014 οπότε εξήλθε και του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια τριών (3) μηνών, η οποία παρατάθηκε για τρεις (3) ακόμη μήνες. Στις 24-6-2014 εισήχθη στην Γ' Ορθοπεδική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Αττικής "ΚΑΤ", όπου προς αντιμετώπιση του κατάγματος PiIon του αριστερού κάτω άκρου, υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση διάσωσης μέλους, οστεομεταμόσχευση και αναθεώρηση εξωτερικής οστεοσύνθεσης με μέθοδο llizarov.
Νοσηλεύθηκε στο άνω νοσοκομείο μέχρι 2-7-2014, οπότε εξήλθε και του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια δύο (2) μηνών. Στις 23-7-2014 εισήχθη εκ νέου στο ΚΑΤ και υποβλήθηκε σε θεραπεία διάσπασης επιφανειακού τραύματος-απλή σύγκλιση και εξήλθε αυθημερόν. Στις 13-10-2014 εισήχθη στο Τμήμα πλαστικής χειρουργικής του ΚΑΤ, όπου νοσηλεύθηκε μέχρι 15-10-2014 και υποβλήθηκε σε θεραπεία διάσπασης επιφανειακού τραύματος-με επίδεση, ενώ του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια τριάντα (30) ημερών.
Στις 29-10-2014 υποβλήθηκε στο ίδιο ως άνω τμήμα του ΚΑΤ σε τοποθέτηση/έγχυση αυτόλογης μεσοθεραπείας και εξήλθε αυθημερόν. Στις 23-10-2015 εξετάστηκε από τον χειρουργό ορθοπεδικό Π. Τ. της 1ης Δ.Υ.Π.Ε. Π. Ε.Δ. Υ. Μονάδας Υγείας Πατησίων, που διαπίστωσε ότι συνεπεία του τραυματισμού του παρουσιάζει, επώδυνη δυσκαμψία και οίδημα στην αριστερή ποδοκνημική άρθρωση, άλγος στην κατάφυση του σύστοιχου αχίλλειου τένοντα, άλγος στο σύστοιχο ισχίο και γόνατο, περιοδικές κρίσεις οσφυαλγίας, διαλείπουσα χωλότητα, αδυναμία γρήγορης βάδισης και παρατεταμένης ορθοστασίας, ότι το κάταγμα του αριστερού κάτω άκρου του οστού της κνήμης βρίσκεται σε διαδικασία πώρωσης και το σύστημα llizarov έχει αφαιρεθεί, λόγω δε της βαριάς γενικής κατάστασής του και των πολλαπλών προβλημάτων είναι αναγκαίο να υποβληθεί στο μέλλον σε αρθρόδεση αριστερής ποδοκνημικής άρθρωσης.
Όπως πιστοποιήθηκε με σχετικές αποφάσεις της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής και Επιτροπής Απονομής Συντάξεων του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ/ΚΕΠΑ, το συνολικό ποσοστό αναπηρίας του ενάγοντος συνεπεία του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα, ανέρχεται σε 67% για τα χρονικά διαστήματα από 17-7-2014 έως 31-7-2015 και από 1-8-2015 έως 31-7-2016, αντίστοιχα.
Όλα τα ανωτέρω κρίθηκαν τελεσίδικα με την 3676/2017 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο δίκασε αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της με αριθμό 15/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της προηγουμένης από 31-10-2014 και αρ. κατ. 122882/5378/2014 αγωγής του ενάγοντος. Με την 3676/2017 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, αναγνωρίστηκε ότι το εναγόμενο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 58.094,37 ευρώ, εντόκως, με επιτόκιο 6% ετησίως, από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, και συγκεκριμένα ... 7) για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 35.000 ευρώ.
Περαιτέρω, κατά το μεταγενέστερο και επίδικο χρονικό διάστημα, ο ενάγων στις 30- 10-2014 εξετάστηκε από τον ιατρό Π. Τ., χειρουργό ορθοπεδικό της 1ης ΔΥΠΕ ΠΕΔΥ της Μονάδας Υγείας Πατησίων, ο οποίος μεταξύ άλλων αναφέρει ότι υποβάλλεται σε φροντίδα [follow - up] επακόλουθων καταστάσεων που αφορά πλαστική επέμβαση κάτω άκρου (έλλειμμα δέρματος κάτω τριτημορίου πρόσθιας επιφάνειας αριστερής κνήμης 4X7 cm με έκθεση των υποκείμενων ιστών και λόγω της βαρείας γενικής κατάστασης και των πολλαπλών προβλημάτων χρήζει λήψης βελτιωμένης διατροφής και βοήθειας ετέρου προσώπου καθ' όλο το 24ωρο γιατί δεν μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί και αφορά το χρονικό διάστημα από 30-10-2014 έως και 31-12- 2014 (βλ.
την από 30-10-2014 ιατρική βεβαίωση- γνωμάτευση). Στις 5-12-2014 υποβλήθηκε σε νέα χειρουργική επέμβαση για κάλυψη ελλείμματος δέρματος με δερματικό μόσχευμα στην Κλινική Πλαστικής Χειρουργικής και Εγκαυμάτων του Γ.Ν.Α. ΚΑΤ (βλ. την με αρ. πρωτ. 5505/14-12-2014 γνωμάτευση). Στις 12-12-2014 εξετάστηκε από την Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του ΕΟΠΥΥ, η οποία με την 2037/19-12-2014 γνωμάτευσή της, γνωμάτευσε ότι λόγω της κατάστασης της υγείας του είναι ανίκανος για εργασία από 15-12-2014 μέχρι 15-1-2015.
Στις 30-12-2014 εξετάστηκε από τον προαναφερθέντα χειρουργό ορθοπεδικό του Π. Ε. Δ. Υ. Π. Τ., ο οποίος μεταξύ άλλων αναφέρει ότι υποβάλλεται σε φροντίδα επακόλουθων καταστάσεων που αφορά την πλαστική επέμβαση κάτω άκρου στις 5-12-2014 και λόγω της βαρείας γενικής κατάστασης χρήζει λήψης βελτιωμένης διατροφής και βοήθειας ετέρου προσώπου καθ' όλο το 24ωρο, γιατί δεν μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί και αυτό ισχύει από 30-12-2014 έως και 28-2-2015 (βλ.
την από 30-12-2014 ιατρική βεβαίωση-γνωμάτευση). Στις 15-1-2015 εισήχθη για νοσηλεία για μια ημέρα στο Τμήμα Πλαστικής του ΚΑΤ και υποβλήθηκε σε νέα χειρουργική επέμβαση για αποκατάσταση τραύματος κάτω τριτημορίου κνήμης με συμπλησιαστικές ραφές και του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια τριάντα (30) ημερών (βλ. το με ημερομηνία 15- 1-2015 εξιτήριο), ενώ με την από 10-2-2015 ιατρική βεβαίωση-γνωμάτευση του ιδίου ως άνω τμήματος του ΚΑ Τ βεβαιώνεται ότι χρήζει αποχής εργασίας για τριάντα (30) ημέρες και παρατείνεται η προηγούμενη αναρρωτική άδεια που λήγει στις 13-2-2015.
Η Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του ΕΟΠΥΥ με την 328/18-2-2015 γνωμάτευσή της, γνωμάτευσε ότι είναι ανίκανος να εργαστεί από 14-2-2015 μέχρι 15-8-2015 και για περαιτέρω άδεια απαιτείται παραπομπή στην Δευτεροβάθμια Υγειονομική Επιτροπή. Στις 27-2-2015 εξετάστηκε από τον ορθοπεδικό χειρουργό του Π. Ε.Δ. Υ. Π. Τ., ο οποίος γνωμάτευσε ότι ο ενάγων λόγω της βαρείας γενικής κατάστασης χρήζει λήψης βελτιωμένης διατροφής και βοήθειας ετέρου προσώπου καθ' όλο το 24ωρο γιατί δεν μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί και αυτό ισχύει από 27-2-2015 έως και 30-4-2015.
Στις 12-3- 2015 εισήχθη για νοσηλεία μιας (1) ημέρας στο Τμήμα Πλαστικής του ΚΑΤ και υποβλήθηκε σε νέα χειρουργική επέμβαση με τοποθέτηση δερματικού μοσχεύματος και του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια τριάντα (30) ημερών (βλ. το από 12-3- 2015 εξιτήριο και την με αριθμό πρωτ. 1156/23-3-2015 ιατρική γνωμάτευση). Στις 7-4-2015 εισήχθη για νοσηλεία μιας (1) ημέρας στο Τμήμα Πλαστικής του ΚΑΤ για αλλαγή επιδέσμων και του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια τριάντα (30) ημερών (βλ.
το από 7-4-2015 εξιτήριο). Με την αριθμ. 57/26- 5-2015 γνωμάτευση της η Δευτεροβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του ΕΟΠΥΥ γνωμάτευσε ότι ο ενάγων είναι ανίκανος για εργασία για το διάστημα από 7-5-2015 μέχρι 7-7-2015. Με την από 28-4-2015 ιατρική βεβαίωση ο ορθοπεδικός χειρουργός του Π.Ε.Δ. Υ. Π. Τ. γνωμάτευσε ότι ο ενάγων λόγω της βαρείας γενικής κατάστασης της υγείας του, χρήζει βελτιωμένης διατροφής και βοήθειας ετέρου προσώπου καθ' όλο το 24ωρο γιατί δεν μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί και αυτό ισχύει για το χρονικό διάστημα από 28-4-2015 έως και 30-6-2015.
Με την αριθμ. πρωτ. 495714/30-6- 2015 ιατρική βεβαίωση-γνωμάτευση το Τμήμα Πλαστικής του ΚΑΤ χορήγησε στον ενάγοντα αναρρωτική άδεια για δύο (2) μήνες σε παράταση της προηγούμενης από 7-7-2015. Με την από 6-7-2015 ιατρική βεβαίωση-γνωμάτευση ο ορθοπεδικός χειρουργός του Π.Ε.Δ.Υ. Π. Τ. γνωμάτευσε ότι ο ενάγων λόγω της κατάστασής του χρήζει λήψης βελτιωμένης διατροφής και βοήθειας ετέρου προσώπου καθ' όλο το 24ωρο γιατί δεν μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί και αυτό ισχύει για το διάστημα από 6-7-2015 έως και 31-8-2015.
Με την αριθμ. 2333/29- 7-2015 γνωμάτευσή της η Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του ΕΟΠΥΥ γνωμάτευσε ότι ο ενάγων είναι ανίκανος για εργασία για το διάστημα από 8-7-2015 έως 6-9-2015. Ακόμη, σύμφωνα με την από 7-8-2015 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας της Δ/νσης Αναπηρίας & Ιατρικής της Εργασίας, συνεπεία, του κατάγματος Pilon (ΑΡ) τρις χειρουργηθέν, της ψευδάρθρωσης κατάγματος με οστικό έλλειμμα και εξεσημασμένο οίδημα (ΑΡ) σκέλους κάτω του γόνατος με τροφονεκρωτικές αλλοιώσεις, κατάγματος στέρνου και ρήξης σπληνός, το συνολικό ποσοστό αναπηρίας του ενάγοντας ανέρχεται σε 67% από 1-8- 2015 έως 31-7-2016.
Στις 4-9-2015 ο ορθοπεδικός χειρουργός του Π.Ε.Δ. Υ. Π. Τ. γνωμάτευσε ότι ο ενάγων λόγω της βαρείας γενικής κατάστασής του χρήζει λήψης βελτιωμένης διατροφής και βοήθειας ετέρου προσώπου καθ' όλο το 24ωρο γιατί δεν μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί. Στις 23-10-2015 ο ορθοπεδικός χειρουργός του Π. Ε. Δ. Υ. Π. Τ. γνωμάτευσε ότι ο ενάγων λόγω της βαρείας γενικής κατάστασης και των πολλαπλών προβλημάτων, θα υποβληθεί στο εγγύς μέλλον σε αρθρόδεση αριστερής ποδοκνημικής άρθρωσης, καθώς και ότι παρουσιάζει επώδυνη δυσκαμψία και οίδημα στην αριστερή ποδοκνημική άρθρωση, άλγος στην κατάφυση του σύστοιχου αχίλλειου τένοντα, άλγος στο σύστοιχο ισχίο και γόνατο, περιοδικές κρίσεις οσφυαλγίας, διαλείπουσα χωλότητα, αδυναμία γρήγορης βάδισης και παρατεταμένης ορθοστάτησης.
Περαιτέρω, ο ενάγων, μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο, πέραν του χρονικού διαστήματος από 2-2-2014 έως 31-10-2014, που περιλαμβανόταν στην προηγούμενη αγωγή του, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα ιατρικά έγγραφα, λόγω του είδους και της σοβαρότητας του τραυματισμού του, είχε την ανάγκη των υπηρεσιών τρίτου προσώπου προκειμένου να αντιμετωπίσει τις καθημερινές του ανάγκες και κατά το χρονικό διάστημα από 1-11-2014 έως 31-10-2015, δηλ.
για 12 μήνες, καθ' όλο το 24ωρο. Την βοήθεια αυτή παρείχαν, η σύζυγος του Α. Α., πτυχιούχος Νοσηλευτικής του Τ.Ε.Ι. Αθηνών και η μητέρα του Ν. Ν., άνευ ανταλλάγματος και με εντατικοποίηση των προσπαθειών τους, πέραν των επιβαλλομένων από την συγγενική τους σχέση ... Περαιτέρω, ο ενάγων με την αγωγή του ζητεί να του επιδικαστεί πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ύψους 50.000 ευρώ, επικαλούμενος επιδείνωση της υγείας του από το ως άνω τροχαίο ατύχημα, η οποία δεν ήταν προβλεπτή κατά την σύνταξη της προγενέστερης αγωγής του και δεν λήφθηκε υπόψη με την επ' αυτής απόφαση.
Με την αριθμ. 3676/2017 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου επιδικάστηκε τελεσίδικα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ύψους 35.000 ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη, κατά τα αναφερόμενα σε αυτήν, τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη το ατύχημα, την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου ιδιοκτησίας του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου στην πρόκληση του ατυχήματος και στον τραυματισμό του ενάγοντος, το είδος και την έκταση των σωματικών βλαβών του τελευταίου, την επώδυνη κατάσταση που βίωσε και την ταλαιπωρία που υπέστη, τον χρόνο της νοσηλείας του στα νοσοκομεία και κατ' οίκον, το είδος και τη σοβαρότητα των χειρουργικών επεμβάσεων στις οποίες υποβλήθηκε, τον χρόνο της ανικανότητάς του προς εργασία, τα εκ του άνω τραυματισμού του προβλήματα της υγείας του, που προαναφέρθηκαν, την ηλικία αυτού κατά τον χρόνο του ατυχήματος αλλά και την οικονομική κατάσταση και κοινωνική αυτού θέση.
Η ανωτέρω απόφαση δεν καλύπτει και τις προαναφερθείσες χειρουργικές επεμβάσεις και νοσηλείες που αφορούν το μετά την 31-10-2014 χρονικό διάστημα και αποτελούν απρόβλεπτη δυσμενή εξέλιξη της υγείας του που δικαιολογεί την επιδίκαση πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης.
Συνεπώς η ανωτέρω απόφαση δεν αποτελεί δεδικασμένο για ζημίες που ανάγονται σε μεταγενέστερο της πρώτης αγωγής χρόνο κατά τον οποίο είναι δυνατόν η αδικοπραξία να εξακολουθήσει να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν κατέστησαν αντικείμενο έρευνας στην τελεσιδίκως κριθείσα προγενέστερη αγωγή και στην προκειμένη περίπτωση η απρόβλεπτη επιδείνωση της εξέλιξης της υγείας του ενάγοντος μετά τις 31-10-2014, δεν είχε περιληφθεί στην προγενέστερη αγωγή του και δεν ερευνήθηκε από το Δικαστήριο, το οποίο για την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, σύμφωνα με όσα διέλαβε στην απόφασή του, έλαβε υπόψη το είδος και την σοβαρότητα των χειρουργικών επεμβάσεων στις οποίες υποβλήθηκε μέχρι και 29-10-2014.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η επιδείνωση της υγείας του ενάγοντος κατά το επίδικο χρονικό διάστημά δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο που παρήχθη από την 3676/2017 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η σχετική ένσταση του εναγόμενου. Με βάση δε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που καταδεικνύουν την απρόβλεπτη δυσμενή εξέλιξη της υγείας του ενάγοντος και λαμβανομένων υπόψη, του είδους και της έκτασης της δυσμενούς εξέλιξης της υγείας του, του μεγάλου πόνου, σωματικού και ψυχικού, που δοκίμασε από τις νεότερες χειρουργικές επεμβάσεις, καθώς και το ότι πρέπει να υποβληθεί σε νέα χειρουργική επέμβαση αρθρόδεσης αριστερής ποδοκνημικής άρθρωσης, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του εναγόμενου και της κοινωνικής και οικονομικής του ενάγοντος, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων υπέστη πρόσθετη ηθική βλάβη και πρέπει να του επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση.
αυτής το ποσό των 20.000 ευρώ, που κρίνεται ως εύλογο. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένσταση περί ύπαρξης δεδικασμένου και επιδίκασε το ως άνω ποσό για την εν λόγω αιτία, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι οι, πέμπτος και έκτος, λόγοι της έφεσης".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, έκρινε ότι το αγωγικό αίτημα του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος περί επιδικάσεως σ' αυτόν πρόσθετης χρηματικής ικανοποιήσεως!λόγω ηθικής βλάβης}κατά το άρθρο 932 Α.Κ, είναι βάσιμο κατ' ουσίαν, επειδή δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο της υπ' αριθμ. 3676/2017 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 31-10-2014 προηγούμενης αγωγής του ενάγοντος εις βάρος του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και επικύρωσε κατά τούτο την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 56/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε επίσης γίνει δεκτό το εν λόγω αγωγικό κονδύλιο.
Ο λόγος αναιρέσεως αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, όσον αφορά το ανωτέρω αγωγικό κεφάλαιο, και, ειδικότερα, δεχόμενο ανελέγκτως ότι αποδείχθηκε και άλλη, περαιτέρω, επιδείνωση της καταστάσεως της υγείας του ενάγοντος και, μάλιστα, απρόβλεπτη, κατά τα ιατρικά δεδομένα, πέραν εκείνης που ελήφθη υπ' όψιν και αναφέρεται στην υπ' αριθμ. 3676/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της προηγούμενης αγωγής του και ότι, κατόπιν αυτών, η αξίωση που προβάλλει ο τελευταίος, με την ένδικη μεταγενέστερη αγωγή του, για πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, πέραν εκείνης που του έχει επιδικαστεί με την ως άνω απόφαση, δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο που απορρέει από αυτήν και, συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτό το κονδύλιο ποσού 20.000 ευρώ για πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση, ως ουσιαστικά βάσιμο, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Α.Κ., τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ., "Η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.
Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του.
Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη του άρθρου 931 του Α. Κ. προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικούς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η ένεκα της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).
Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει, κατ' ανάγκην, πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι, όμως, βέβαιο ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο, όμως, που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.
Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και, επομένως, δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ των πολιτών σχέσεις, χωρίς αναγκαία η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 931 του Α.Κ., που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη| διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία, άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.
Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 του Α.Κ., δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημιώσεως, αλλά εναπόκειται στη" διακριτική ευχέρεια του Δικαστή να το καθορίσει κατά δίκαιη κρίση σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση, αφενός μεν, το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως του παθόντος, αφετέρου δε, την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και βαθμό συνυπαιτιότητάς του.
Είναι πρόδηλο ότι η κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. αξίωση για αποζημίωση λόγω αναπηρίας ή παραμορφώσεως είναι διαφορετική από την, κατά τη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. αξίωση αποζημιώσεως για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που, κατ' ανάγκην, συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.K., αξίωση για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν, είτε σωρευτικώς, είτε μεμονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (Ολ.
Α.Π. 18/2008, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 154/2020, Α.Π. 1321/2019, Α.Π. 419/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11, περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έτσι, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψιν του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νομίμως προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 344/2020, Α.Π. 620/2019, Α.Π. 1169/2019, Α.Π. 222/2008, Α.Π. 70/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
Α.Π. 42/2002), διαμορφώνοντας το διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 781/2020, Α.Π. 1169/2019, Α.Π. 1/2018, Α.Π. 1874/2008), εφόσον, βεβαίως, προτάθηκαν παραδεκτούς στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020). Ωστόσο, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους.
Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Α.Π. 781/2022) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020, Α.Π. 1167/2019). Μη λήψη υπ' όψιν, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1167/2019, Α.Π. 798/2010, Α.Π. 22/2005), όχι, όμως και τα επίδικα (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 781/2020, Α.Π. 427/2020, Α.Π. 345/2020, Α.Π. 1167/2019).
Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς να παραληφθεί κανένα (Ολ.
Α.Π. 8/2016, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος, αρκεί, παρά την βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπ' όψιν και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020, Α.Π. 1034/2020, Α.Π. 412/2019, Α.Π. 705/2019). Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα, από εκείνο που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ή ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1110/2020, Α.Π. 75/2016, Α.Π. 100/2007).
Τέλος, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναιρέσεως να αναφέρεται: (α) ποιες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπ' όψιν του το δικαστήριο της ουσίας, (β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψιν τις αποδείξεις και (γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς την σχετική παράλειψη (Α.Π. 371/2021, Α.Π. 1221/2018, Α.Π. 845/2018).
Από την επιτρεπτή (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως το Εφετείο, αναφορικά με την αξίωση του ενάγοντος για επιδίκαση, αναγνωριστικής χρηματικής παροχής κατ' άθρο 931 ΑΚ, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, ο τραυματισμός του ενάγοντα προκάλεσε σε αυτόν μόνιμη σωματική βλάβη και κατέστη ανάπηρος σε ποσοστό 67%.
Η ανωτέρω αναπηρία του, λαμβανομένων υπόψη και των συντρεχουσών περιστάσεων, όπως η ηλικία του κατά τον χρόνο του ατυχήματος (35 ετών), οπωσδήποτε έχει δυσμενή επίδραση όχι μόνο στην επαγγελματική και οικονομική του εξέλιξη, καθόσον κρίθηκε ανίκανος προς εργασία, αλλά και την καθημερινή του ζωή και την κοινωνική του εξέλιξη (δραστηριότητες, συναναστροφές), λόγω δε της σπληνεκτομής υποβάλλεται τακτικά σε ιατρικούς ελέγχους και θα είναι εφ' όρου ζωής ευπρόσβλητος σε λοιμώξεις και θα λαμβάνει συνεχώς φαρμακευτική αγωγή, αφού η σπληνεκτομή επηρεάζει το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού.
Επομένως, δικαιούται ιδιαίτερη αποζημίωση κατά την διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ, η οποία πρέπει, ενόψει της ηλικίας του, του είδους και των προπεριγραφεισών συνεπειών της αναπηρίας του και συνεκτιμώντας την έλλειψη συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του τραυματισμού του, να καθοριστεί στο ποσό των 50.000 ευρώ.
Το σχετικό αγωγικό αίτημα που θεμελιώνεται στο άρθρο 931 του ΑΚ, είναι πλήρως ορισμένο, αφού εκτίθεται στην αγωγή το είδος της αναπηρίας, η μονιμότητα αυτής, η επίδρασή της στην ζωή του ενάγοντος, καθώς και το ανάλογο για την αποκατάστασή της ποσό πρόσθετης αποζημίωσης. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη δέχθηκε τα ίδια και επιδίκασε για αυτήν την αιτία το ως άνω ποσό, ορθά εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ο έβδομος λόγος της έφεσης".
Όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο προέβη στον προσδιορισμό της ειδικής χρηματικής παροχής του άρθρου 931 Α.Κ. που δέχτηκε ότι δικαιούται ο αναιρεσίβλητος-ενάγων, λόγω της μόνιμης και ισόβιας αναπηρίας του σε βαθμό 67% και της δυσμενούς επίδρασης της στο μέλλον του (επαγγελματικό και οικονομικό) αλλά και την κοινωνική του εξέλιξη, στο ποσό των 50.000 ευρώ, το οποίο έκρινε ως εύλογο, λαμβανομένης υπόψη της ηλικίας του (35 ετών κατά τον χρόνο του ατυχήματος).
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ σε σχέση με τη συνδρομή των προϋποθέσεων για την επιδίκαση της και με το εύλογο του επιδικασθέντος ποσού στον αναιρεσίβλητο, εφόσον, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο, αφού στάθμισε όλες τις κρίσιμες κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ περιστάσεις που αφορούν την ένδικη περίπτωση, όπως αυτές δέχτηκε ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν και συγκεκριμένα την ηλικία του παθόντος (35 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος), το είδος της αναπηρίας που προκλήθηκε στον αναιρεσίβλητο από το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα (εφ' όρου ζωής μόνιμη ανικανότητα προς εργασία, με βαθμό αναπηρίας 67%, σπληνεκτομή, συνεπεία της οποίας θα υποβάλλεται τακτικά σε ιατρικούς ελέγχους και θα είναι εφ'όρου ζωής ευπρόσβλητος σε λοιμώξεις και θα λαμβάνει συνεχώς φαρμακευτική αγωγή, επειδή η σπληνεκτομή επηρεάζει το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού, που, όπως εκρίθη προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, καθώς και τις συνέπειες αυτής στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξή του.
Οι παραδοχές αυτές είναι αρκετές για την υπαγωγή στο πραγματικό του άρθρου 931 του Α. Κ. και δεν χρειάζονταν η αναφορά επιπλέον αιτιολογιών για την ορθή εφαρμογή της 931 του Α.Κ., όλα δε τα αντιθέτως υποστηριζόμενα είναι απορριπτέα, ως αβάσιμα. Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, αληθώς από το άρθρο 559 αριθμ. 19 (και όχι 11 περ.γ') ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.
Κατόπιν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, ως ηττηθείς διάδικος, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό αίτημα του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης) κατά τα, ειδικότερα, αναφερόμενα στο διατακτικό. Διάταξη περί παραβόλου δεν διαλαμβάνεται, αφού το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, κατ' άρθρο 19 παρ. 1 του Ν. Δ. της 26-6/10-7-1944 σε συνδυασμό με άρθρο 36 ΠΔ 28/1931 (ΦΕΚ α' 239/1931), απαλλάσσεται της προκαταβολής των τελών της δίκης, μεταξύ των οποίων και το εν λόγω παράβολο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-6-2021 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 32/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300€).
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Σεπτεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ