Legislator Case Law & Legislation
1362/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate court for considering unproposed facts violating principle of free disposition.

Case Number 1362/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled the appellate court's decision for considering facts not proposed by the parties in the first instance. The appellants argued the lower court erred by examining claims regarding contract value and inactivity that were never formally presented as independent grounds for abuse of rights. The court ruled that violating the principle of free disposition and the specific provision on appeals renders the judgment defective, mandating a remand for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 106 and 559(9) of the Code of Civil Procedure; The court cannot examine matters ex officio without a party's request, and an appeal is admissible if the court rules on issues not requested or decides more than requested.

Keywords

AI generated
free disposition principle abuse of rights claim unproposed facts appellate review remand for retrial legal costs allocation procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 559(9) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1362 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1362/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18η Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Αγγελικής Ζηβοπούλου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1)Ι. Σ. του Λ., 2) Δ. Σ. του Λ. και 3) Μ. Σ. του Δ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Δέσποινας Μελίδου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 35/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 201/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-9-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά. Η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Στο πλαίσιο της καθιερούμενης από το άρθρο 106 ΚΠολΔ θεμελιακής δικονομικής αρχής της ελεύθερης διαθέσεως του αντικειμένου της δίκης, το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επιληφθεί αυτεπαγγέλτως μιας διαφοράς παρά μόνο ύστερα από σχετική αίτηση του διαδίκου, αν δε παρά ταύτα προβεί σε εκδίκαση και έκδοση αποφάσεως, τότε αυτή η απόφαση είναι ελαττωματική, διότι αντίκειται στην εν λόγω διαθετική αρχή.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη". Στην προκείμενη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα και την προσβαλλομένη απόφαση παραδεκτώς επισκοπούμενα προκύπτει ότι επί της από 14-12-2012 αγωγής του αναιρεσείοντος, νπδδ Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, ως υποκαταστάτου των μελών του Ε.

Π., αρχιτέκτονα μηχανικού και Α. Π.. μηχανολόγου μηχανικού για αναγνώριση της υποχρέωσης των εναγομένων προς καταβολή της οφειλόμενης νόμιμης αμοιβής των ως άνω μελών του, λόγω εκτέλεσης και παράδοσης του σ' αυτή αναφερόμενου έργου, εκδόθηκε η 35/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή.

Επί ασκηθείσας έφεσης κατ' αυτής των εναγομένων εκδόθηκε η προσβαλλομένη με την οποία έγινε δεκτή η έφεση και αφού εξαφανίστηκε η εκεί εκκαλουμένη το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δίκασε εκ νέου την αγωγή και α) απέρριψε στο σύνολό της αυτή κατά το μέρος που αφορούσε καταβολή αμοιβής στον Ά. Π. και β) έκανε εν μέρει δεκτή αυτή κατά το μέρος που αφορούσε καταβολή αμοιβής στον Ε.

Π. για ποσό 30.847 ευρώ, ενώ απέρριψε αυτή για το πέραν του ανωτέρω ποσού μέρος της , κατά παραδοχή κατά τούτο (υπερβάλλον ποσό) ως βάσιμης κατ' ουσίαν της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Με τις ανωτέρω παραδοχές το δικαστήριο της ουσίας δεν επιδίκασε μη αιτηθέν, όπως αβασίμως αποδίδει στην προσβαλλομένη το αναιρεσείον, διότι το ανωτέρω γενόμενο δεκτό ποσό αποτελούσε μέρος του αιτηθέντος.

Συνεπώς, ο πρώτος από τον αρ. 9 άρθρου 559ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος. Περαιτέρω με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη η αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψης υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων ,που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΚΠολΔ559 αρ.8α) υπό την επίκληση ότι, παρότι με την ένδικη αγωγή το αναιρεσείον -ενάγον επιδίωκε την αναγνώριση υποχρέωσης οφειλής της νόμιμης αμοιβής των μελών του μηχανικών, η προσβαλλομένη έκρινε επί συμφωνηθείσας αμοιβής μεταξύ των μελών του μηχανικών και των εναγομένων, συνολικού ποσού 36.716 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ.Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη το Δικαστήριο έκρινε τη βασιμότητα της αγωγής με βάση τους αγωγικούς ισχυρισμούς για οφειλόμενη αμοιβή προσδιοριζόμενη βάσει αναλυτικού προϋπολογισμού κατά τις διατάξεις του πδ 696/1974 άρθρο 3 παρ.1, οι δε παραδοχές περί κατάρτισης συμφωνίας μεταξύ των εναγομένων εργοδοτών και του μηχανικού Π. αποτελούν ισχυρισμό πραγματικών περιστατικών, ως περιεχόμενο ένστασης καταχρηστικής άσκησης των εναγομένων. Επομένως ο δεύτερος λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, είναι απαράδεκτος.

2. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς το αν λήφθηκε υπ' όψη συγκεκριμένο μέσο απόδειξης. Ο λόγος, όμως, δεν ιδρύεται, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπ' όψη όλα τα κατ' είδος, έστω, αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκε το αποδεικτικό μέσο που επικαλείται ο αναιρεσείων (ΑΠ 502/2007).

Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη ότι κατά την εξαγωγή του αποδεικτικού της πορίσματος δεν έλαβε υπόψη τα εκεί αναφερόμενα έγγραφα τα οποία το αναιρεσείον νομίμως με επίκληση είχε προσκομίσει και τα οποία αν είχε λάβει υπόψη θα είχε αχθεί σε διαφορετικό πόρισμα σε σχέση με τον υποκαθιστάμενο Ά.

Π.. Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων προκύπτει ότι το αναιρεσείον κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση της υπόθεσης μεταξύ άλλων εγγράφων αποδεικτικών μέσων είχε επικαλεστεί και προσκομίσει τις από 20-3-2007 και 26-3-2007 εξουσιοδοτήσεις των εναγομένων προς τον υποκαθιστάμενο Ε.

Π. με το οποίο οι εναγόμενοι εξουσιοδοτούν τον ανωτέρω για οτιδήποτε αφορά το φάκελο οικοδομικής άδειας που έχει κατατεθεί στην Πολεοδομία … (παραλαβή, διεκπαιρέωση ή οτιδήποτε άλλο) που έχει κατατεθεί στην υπηρεσία πολεοδομίας … και την από 4-10-2013 αίτηση των εναγομένων- εργοδοτών δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους προς το αναιρεσείον, ΤΕΕ(αρ.

πρωτ..../2013) στην οποία εκθέτουν ότι "η από 14.12.2012 αγωγή για διεκδίκηση αμοιβής των μελών του Ε. Π. και Ά. Π. στηρίζεται σε αναληθή στοιχεία που αυτοί παραχώρησαν στις υπηρεσίες του οι οποίες παραπλανήθηκαν και υπολόγισαν το ύψος της αμοιβής σε εξωπραγματικό επίπεδο, ενώ το έργο που ανέλαβαν ποτέ δεν το ολοκλήρωσαν...

Για τον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής που συμφωνήσαμε και το ύψος αυτής υποβάλλω το από 26-10-2007 χειρόγραφο υπόμνημα επεξήγηση Ε. Π.".. Από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης με την οποία γίνεται δεκτό ότι ο Ά. Π. δεν συνδέεται με σύμβαση έργου με τους εναγόμενους και κατέληξε σε απόρριψη της αγωγής κατά το μέρος που αφορούσε αμοιβή του ανωτέρω και παρότι ρητώς σ' αυτή βεβαιώνεται ότι λήφθηκαν υπόψη και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη από την προσβαλλομένη κατά την εξαγωγή του αποδεικτικού της πορίσματος και τα ανωτέρω έγγραφα ειδικότερα δε η από 4-10-2013 αίτηση στο περιεχόμενο της οποίας γίνεται αναφορά για το έργο " που ανέλαβαν και δεν ολοκλήρωσαν " και το οποίο μπορούσε να έχει ουσιώδη επίδραση στη διαμόρφωση του διατακτικού της προσβαλλομένης σχετικά με την αξίωση αμοιβής του ανωτέρω Ά.

Π... Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως είναι βάσιμος.

3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι ουσιώδεις αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση. Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα θεωρείται, ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το διάστημα που μεσολάβησε δεν δικαιολογεί τη μεταγενέστερη άσκησή του, από την οποία, προκύπτει προφανής υπέρβαση των ορίων που θέτει η διάταξη αυτή για την άσκηση του δικαιώματος.

Συνεπώς πράγματα είναι και οι ισχυρισμοί που αναφέρονται σε πραγματικά γεγονότα, τα οποία θεμελιώνουν την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος που είχαν προβάλει οι αναιρεσίβλητοι και έτσι απέρριψε εν μέρει την από 14-12-2012 αγωγή του αναιρεσείοντος και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν στον υποκατασταθέντα αρχιτέκτονα μηχανικό Ε.

Π. ποσό 30.847 ευρώ, αφού διέλαβε, μεταξύ άλλων και τις εξής παραδοχές κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον εδώ ερευνώμενο αναιρετικό λόγο. Ότι το ενάγον TEE, μετά από αίτηση του υποκατάστατου μηχανικού και παροχή εκ μέρους του των απαραιτήτων στοιχείων, προέβη σε υπολογισμό της αναλογούσας αμοιβής του, την οποία αναβιβάζει σε ποσό 135.485,64 ευρώ.

Ότι με έγγραφη συμφωνία των μερών, η αμοιβή η οποία συμφωνήθηκε για το σύνολο των μελετών και των εν γένει ενεργειών μέχρι την έκδοση της οικοδομικής αδείας, ανερχόταν σε ποσό 36.716 ευρώ συνολικά, συμπεριλαμβανομένου σ' αυτό και του αναλογούντος στην αμοιβή ΦΠΑ. Ότι το ποσό αυτό είναι σαφώς χαμηλότερο από τις νόμιμες αμοιβές, εν όψει δε του χρόνου από τον οποίο έλαβε χώρα η συμφωνία για την εκπόνηση των μελετών, ήτοι πριν από την ισχύ του νόμου 3919/2011 με τον οποίο καταργούνται οι υποχρεωτικώς ελάχιστες αμοιβές των μηχανικών, η εν λόγω συμφωνία των μερών δεν είναι έγκυρη.

Ότι ο υποκατάστατος μηχανικός, ο οποίος είχε αναλάβει τη διεκπεραίωση όλου του έργου με δική του ευθύνη, από το έτος 2006, που του ανατέθηκε η εκτέλεση του έργου, μέχρι τον Ιούλιο του 2007, χρονοτριβούσε αδικαιολόγητα στην ολοκλήρωση του έργου, με αποτέλεσμα την επιστροφή του φακέλου αρχικά (την 26-2-2007) λόγω παρόδου απράκτου της νόμιμης προθεσμίας από δική του αμέλεια, αφού δεν φρόντισε για την ολοκλήρωση του φακέλου που είχε υποβάλει στην Πολεοδομία, πράγμα που είχε ως συνέπεια να μην δύναται να εκδοθεί η αιτηθείσα οικοδομική άδεια.

Ότι κατά το χρόνο εκείνο ο ανωτέρω μηχανικός επικαλείτο προσωπικά - οικογενειακά προβλήματα ένεκα των οποίων δήλωνε στους εναγόμενους ότι εμποδιζόταν στην προσήκουσα εκτέλεση του έργου που είχε αναλάβει, με αποτέλεσμα το έργο τελικά να ολοκληρωθεί με την υποβολή του πλήρους φακέλου στην Πολεοδομία τον Ιούλιο του 2007.

Ότι από τον Ιανουάριο του 2009 -χρόνο κατά τον οποίο ο ως άνω μηχανικός διεκδικούσε ακόμη την αμοιβή του, με την έννοια ότι αξίωνε την καταβολή της προκειμένου να ολοκληρωθεί και τυπικά η συμπλήρωση του φακέλου και εκδοθεί ακολούθως η οικοδομική άδεια μετά τη συνάντηση του με τον εκπρόσωπο των εναγομένων εργοδοτών (στα τέλη Ιανουαρίου 2009 και την παραδοχή του εκ μέρους του άστοχου χειρισμού του θέματος, ως και την εφεξής διάρρηξη των σχέσεων τους, ουδέποτε αξίωσε να του καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό ως αμοιβή, είτε νόμιμο είτε συμφωνημένο, αδρανώντας έτσι επί μακρόν (τέσσερα σχεδόν έτη), μέχρι την άσκηση της αγωγής, χωρίς ποτέ να οχλήσει τους εναγομένους για, την καταβολή της αμοιβής του.

Ότι παράλληλα, οι εναγόμενοι είχαν σε κάθε περίπτωση την εδραία πεποίθηση ότι αυτός δεν πρόκειται ποτέ να αξιώσει ως αμοιβή και δαπάνες του ποσό μεγαλύτερο από εκείνο που συμφώνησε μαζί τους, συμφωνία η οποία άλλωστε αποτυπώθηκε και εγγράφως αναλυτικά.. Ότι και στην πιο πάνω έγγραφη συμφωνία των μερών, περιλαμβάνεται ως ελάχιστο νόμιμο ποσό για την έκδοση της οικοδομικής αδείας το ποσό των 28.988 ευρώ, έναντι του συμφωνηθέντος ποσού των 36.716 ευρώ.

Ότι κατά τον τρόπο αυτό οι εναγόμενοι εύλογα είχαν την πεποίθηση ότι το ποσό το οποίο συμφωνήθηκε μεταξύ αυτών και του υποκατασταθέντος ως αμοιβή του, ήταν εκείνο το οποίο πράγματι του όφειλαν για το σύνολο της εργασίας, των εξόδων και των λοιπών νομίμων επιβαρύνσεων (ΦΠΑ, εισφορές κλπ) και ότι αυτός σε κάθε περίπτωση δεν επρόκειτο να διεκδικήσει την καταβολή μεγαλυτέρου ποσού από αυτό.

Ότι με βάση τα παραπάνω, η διεκδίκηση εκ μέρους του μηχανικού και συνεπώς και του TEE, που τον υποκαθιστά στο σύνολο των δικαιωμάτων του, όπως αυτά είναι διαμορφωμένα, αμοιβής υψηλότερης από το ποσό που συμφωνήθηκε, μετά την αφαίρεση από αυτό της καταβληθείσης προκαταβολής, ήτοι η διεκδίκηση ποσού μεγαλυτέρου των 30.847 ευρώ, υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, καθώς και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος του εργολάβου μηχανικού, αφού αυτός, με την εν γένει συμπεριφορά του, αφενός την αρχική καθυστέρηση, τον εν συνεχεία άστοχο χειρισμό του θέματος διεκπεραίωσης της αδείας, που δημιούργησε περαιτέρω προβλήματα στους εναγομένους, με δεδομένη την επιστροφή του φακέλου από την Πολεοδομία και την ανάγκη υποβολής νέας αίτησης με πιθανότατα πρόσθετα στοιχεία, την εν συνεχεία αδράνεια του μέχρι την άσκηση της αγωγής, τη συμφωνία μεταξύ αυτού και των εναγομένων για την καταβολή του συγκεκριμένου ποσού αμοιβής το οποίο ζήτησε και αποδέχθηκε να λάβει χωρίς ποτέ να το αμφισβητήσει ως προς το ύψος του -ενώ μάλιστα κατά το χρόνο της αδράνειας του δεν ζήτησε ούτε καν το ποσό αυτό-, δημιούργησε στους εναγομένους την εύλογη και εδραιωμένη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει αξίωση για ποσό μεγαλύτερο των 30.847 ευρώ, οπότε η ήδη επιχειρούμενη ανατροπή της διαμορφωθείσας κατάστασης θα επιφέρει ιδιαίτερα δυσμενείς συνέπειες στους εναγομένους, οι οποίοι καλούνται να καταβάλουν ένα υπέρογκο ποσό για ένα έργο το οποίο μάλιστα δεν μπορούν στο έπακρο να αξιοποιήσουν, με δεδομένη την κατά τα άνω ανάγκη επανυποβολής του φακέλου στην Πολεοδομία με τη μεσολάβηση και πληρωμή και άλλου μηχανικού ".

Όμως, όπως προκύπτει από τις από 19.11.2013 προτάσεις των εναγομένων ήδη αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αυτοί για να θεμελιώσουν την ένστασή τους για καταχρηστική άσκηση της κατ' αυτών αγωγής του ισχυρίστηκαν επί λέξει " Επικουρικά αν θεωρηθεί ότι υφίσταται η προβαλλόμενη αξίωση αυτή ασκείται καταχρηστικά αφού υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ,τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.

Γιατί ούτε το έργο που συμφωνήθηκε να εκτελέσει δεν εκτέλεσε και δεν παρέδοσε και χρήματα έναντι αμοιβής του εισέπραξε και θυμήθηκε να αξιώσει την (ανύπαρκτη) απαίτησή του 12 χρόνια μετά τη συμφωνία μας η οποία έγινε το 2005 χωρίς ποτέ στο εν τω μεταξύ διάστημα να προβάλλει καθοιονδήποτε τρόπο τις αξιώσεις του εν όψει και της υπαναχώρησής μας ήδη από τις αρχές του 2009" Όμως το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές, έλαβε υπόψη, εκτός του προταθέντος πρωτοδίκως ισχυρισμού αδράνειας για μεγάλο χρονικό διάστημα του μηχανικού Π.

να ασκήσει τις αγωγικές αξιώσεις για θεμελίωση της ένστασης καταχρηστικής άσκησης αγωγικού δικαιώματος, και τους ανωτέρω λοιπούς ισχυρισμούς περί πραγματικών γεγονότων που δεν προτάθηκαν παραδεκτά από τους αναιρεσίβλητους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προς θεμελίωση της ένστασης αυτής. Ειδικότερα, ο ισχυρισμός περί συμφωνίας για αμοιβή 36.716 ευρώ για την έκδοση της άδειας δεν προτάθηκε πρωτοδίκως ως αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός συνδεόμενος με καταχρηστική συμπεριφορά αξίωσης της νόμιμης αμοιβής προς θεμελίωση της ένστασης καταχρηστικής άσκησης αλλά ως αρνητικός ισχυρισμός της αγωγής και επιχείρημα προς αμφισβήτηση του προϋπολογισμού του έργου.

Επομένως, εφόσον το Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλομένη απόφασή του έλαβε υπόψη του και τους ανωτέρω μη προταθέντες πρωτοδίκως λοιπούς κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι, με την προϋπόθεση της παραδεκτής επίκλησης τους, ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και στηρίζουν την ένσταση αυτή (μόνη η επίκληση αδράνειας του δικαιούχου δεν θεμελιώνει αυτή) και κατά παραδοχή τους απέρριψε εν μέρει την αγωγή του αναιρεσείοντος η αποδιδόμενη αιτίαση για λήψη υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων είναι βάσιμη...

Επομένως, ο δεύτερος κατά το δεύτερο μέρος του και ο τέταρτος, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, από τον αρ.8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως είναι βάσιμοι. 4.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3).

Η έρευνα του πέμπτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 201/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή.-

Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους να πληρώσουν στο αναιρεσείον χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2019.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2019.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ