Legislator Case Law & Legislation
1362/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final property valuation, upholding lower court's evidence assessment.

Case Number 1362/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the final determination of property compensation value. The appellants argued that the lower court failed to properly evaluate expert testimony and technical reports regarding the specific damage caused by the land expropriation. The court rejected these claims, ruling that the appellate court correctly exercised its free evaluation of evidence and that the lower court's decision was based on a comprehensive assessment of all submitted documents and witness depositions.

Legislator headnote

AI generated

Articles 390 and 561 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's free evaluation of evidence prevails over differing opinions, and arguments merely expressing alternative assessments of facts do not constitute grounds for appeal under Article 559.

Keywords

AI generated
appellate review free evaluation of evidence property compensation expropriation damages technical expert reports civil procedure code final valuation

Cited Legislation

AI generated
Article 390 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 letter e of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1362 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1362/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο της συνθέσεως, μη υπάρχοντος Αντιπροέδρου στη σύνθεση του Τμήματος), Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: Κ.Π. 03 - Ιδιοκτησία "03" (...) 1) Α. Α. - Β. του Α., 2) Α. Β. του Ν., 3) Π. Β., 4) Ι. Κ., 5) Κ. Κ. - Κ., 6) Χ. Σ., 7) Α. Σ. - Μ., 8) Α. Χ. - Ν., 9) Α. Κ., 10) Ε. Κ. - Λ., 11) Α. Κ., 12) Α. Κ., Κ.Π. 02 - Ιδιοκτησία "02" (...) 13) Ν. Π. - Κ., το γένος Σ. Κ., 14) Χ. Β. - Κ., το γένος Σ. Κ., 15) Δ. Δ. του Γ., 16) Α. Α. του Σ., 17) Σ. Ο. - Κ., το γένος Δ. Κ., 18) Ε. Χ., το γένος Π. Ν., 19) Χ. Χ.

του Π., 20) Π. Λ. του Γ., 21) Γ. Λ. του Η., Κ.Π. 04 - Ιδιοκτησία "04" (...) 22) Ι. Τ., 23) Ε. Π. - Ι., 24) Δ. Χ., 25) Σ. Χ. - Χ., 26) Χ. Ξ., 27) Κ. Ξ. - Ν., 28) Ι. Α., 29) Μ. Γ. - Β., 30) Π. Κ., 31) Π. Μ. - Κ., 32) Π. Β., 33) Χ. Μ. - Β., 34) Σ. Σ., 35) Α. - Μ. Ι., 36) Ο. - Ι. Ι., 37) Χ. Ι., 38) Ι. Π., 39) Η. Ε., 40) Ι. Μ., 41) Δ. - Ν. Π., 42) Μ. Α. - Π., Κ.Π. 05 - Ιδιοκτησία "05" (Οδός ...) 43) Δ. - Ν. Π. Ι., 44) Ι. Π. του Δ. - Ν., 45) Ε. Π. - Χ., το γένος Ι.

Π., Κ.Π. 06 - Ιδιοκτησία "06" (...) 46) Ι. Π., 47) Ε. Π. - Π., 48) Γ. Π., 49) Ν. Λ., 50) Θ. Μ., 51) Ε. Κ., 52) Ν. Σ., 53) Β. Κ. - Ι., 54) Ι. Α., 55) Φ. Σ. - Α., 56) Α. Ζ., 57) Μ. Ζ. - Π., 58) Σ. Π., 59) Α. Τ. - Ζ., 60) Γ. Β., 61) Α. Κ., 62) Ά. Τ., 63) Δ. Χ., 64) Α. Χ. - Κ., 65) Α. Π. του Θ. και 66) Θ. Π. του Θ., όλων κατοίκων Θεσσαλονίκης, εκ των οποίων οι υπ’ αριθμ. 1η, 2η, 3ος, 4ος, 5η, 6ος, 7η, 9ος έως και 44ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Νικολαΐδου - Σουμαγιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία με τις από 14-10-2015 προτάσεις της δήλωσε ότι α) η 8η των αναιρεσειόντων Α.

Χ. - Ν. απεβίωσε στις 17-3-2015 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι της Χ. Χ., κάτοικος ... και Μ. Χ., κάτοικος ... που εκπροσωπούνται από την ίδια με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και β) η 45η των αναιρεσειόντων Ε. Π. - Χ. απεβίωσε την 1η-12-2014 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι της Ν.

Χ., κάτοικος ... και Μ. Χ., κάτοικος ..., που εκπροσωπούνται από την ίδια με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Οι λοιποί των αναιρεσειόντων (46ος έως και 66ος) δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ".... ΜΕΤΡΟ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Στρούζα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-2009 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης της ήδη αναιρεσίβλητης (μετά την έκδοση της 24576/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με τις από 12-1-2009 και 16-11-2010 αιτήσεις των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με την αίτηση, τις ανταιτήσεις και κύριες παρεμβάσεις άλλων προσώπων, επίσης μη διαδίκων στην παρούσα δίκη.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2011 μη οριστική και 1719/2013 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-7-2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 23-3-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Δημητρίου Τζιούβα, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος και να απορριφθούν οι υπόλοιποι λόγοι της από 14-7-2014 και με αριθμό καταθέσεως 142/2014 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 1719/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων των άρθρων 18 επ.

του Ν. 2882/2001. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, οι 46ος έως και 66ος των αναιρεσειόντων που επισπεύδουν, με τους υπόλοιπους 1η έως και 45η αναιρεσείοντες, τη συζήτηση της υπόθεσης (σχετ. οι ... και ... από 30-4-2015, εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πειραιά Α. Ζ.), δεν παραστάθηκαν, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (άρθρ. 573 παρ. 1 ίδιου Κώδικα), στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο. Επομένως, αφού οι αναιρεσείοντες αυτοί δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την εν λόγω δικάσιμο, πρέπει η υπόθεση να συζητηθεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Σημειώνεται ότι στις 17-3-2015 και 1-12-2014 απεβίωσαν, αντίστοιχα, οι 8η και 45η από τους αναιρεσείοντες, αλλά τη δίκη συνεχίζουν οι αναφερόμενοι στα πρακτικά και στις προτάσεις (των παριστάμενων αναιρεσειόντων) νόμιμοι κληρονόμοι τους που επικαλούνται και προσκομίζουν τα σχετικά νομιμοποιητικά έγγραφα, ενώ η κληρονομική τους ιδιότητα δεν αμφισβητείται από κανέναν.

Κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του, "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.

Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό...".

Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, "η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης, και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Οι διατάξεις αυτές του Συντάγματος ουσιαστικά επαναλαμβάνονται και στο άρθρο 13 παρ. 1 και 2 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά τους νόμους 2985/2002 και 3193/2003, που εφαρμόζεται από 1-1-2002, όπου επιπλέον, χωρίς αντίθεση με τις προηγούμενες διατάξεις, ορίζεται και ότι "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνεται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα...

καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου" (παρ. 1 εδάφιο τελευταίο) και "ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριωμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της δεν λαμβάνεται υπόψη (παρ. 2 εδάφ. α’ ). Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α), που κυρώθηκε, μαζί με τη Σύμβαση, αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων, με την οποία προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημίωσης για τη ζημία που προκαλείται στην περιουσία του, στην περίπτωση που, λόγω απαλλοτρίωσης μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού, που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο της περιουσίας του ιδιοκτήτη, υφίσταται σημαντική μείωση, το αναγνωριζόμενο από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001 δικαίωμα αποζημίωσης ικανοποιείται πλήρως και, συνεπώς, διασφαλίζεται ο σεβασμός στην περιουσία του ιδιοκτήτη, όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι μόνο τη ζημία από την απομείωση και μόνο της έκτασης του όλου ακινήτου, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου.

Διότι, αλλιώς, κατά την τελευταία αυτή ζημία, το παραμένον στον ιδιοκτήτη μέρος του ακινήτου και, επομένως, η περιουσία του, θα παρέμενε χωρίς αποκατάσταση. Ανεξάρτητα από το ότι το περιεχόμενο αυτό της αποζημίωσης είναι απότοκο της εφαρμογής της πιο πάνω υπερνομοθετικής ισχύος διάταξης του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης, είναι αδιάφορη στην περίπτωση αυτή η διάταξη της παρ. 2 εδάφ.

α’ του άρθρου 13 του ν. 2882/2001, που ορίζει ότι ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριωμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της δεν λαμβάνεται υπόψη. Και τούτο, διότι η διάταξη αυτή αφορά την αύξηση ή μείωση της αξίας του απαλλοτριούμενου μέρους που το, κατά το Σύνταγμα, πλήρες της αξίας του κρίνεται κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης και όχι μετά την εκτέλεση του έργου.

Ενώ, αντίθετα, η αποζημίωση για τη σημαντική μείωση, κατά την παρ. 4 του άρθρου 13 ν. 2882/ 2001, αφορά το απομένον στον ιδιοκτήτη μέρος, που εξακολουθεί να αποτελεί περιουσία του και μετά την εκτέλεση του έργου για το οποίο η απαλλοτρίωση (Ολομ.ΑΠ 31/2005, ΑΠ 926/2015). Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/ 2001, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α/10-4-2012) και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις (άρθρ. 146 παρ. 9 του εν λόγω νόμου), "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.

Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος".

Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι η ιδιαίτερη αυτή αποζημίωση παρέχεται υπό την απαραίτητη, μεταξύ άλλων, προϋπόθεση ότι η ζημία του τμήματος του ακινήτου που απομένει μετά την απαλλοτρίωση θα επέλθει με βεβαιότητα μετά την απότμηση. Με την ίδια, εξάλλου, διάταξη επαναφέρθηκε η έννοια της "σημαντικής μείωσης" της αξίας του απομένοντος τμήματος του απαλλοτριούμενου ακινήτου, όπως ίσχυε στο ν.δ. 797/1971.

Η κρίση του Εφετείου ότι επήλθε (ή όχι) μείωση της αξίας του τμήματος που βρίσκεται εκτός απαλλοτρίωσης ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο όρος όμως "σημαντική", ως αόριστη νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο και το δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί ειδικά τον τρόπο υπολογισμού της μείωσης και του ποσοστού αυτής (ΑΠ 96/ 2015).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή, αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή, εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχτηκε, ανελέγκτως, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως, στη συνέχεια, θα εκτεθεί αναλυτικά, ότι τα ακίνητα των αναιρεσειόντων (στα οποία έχουν ανεγερθεί πολυώροφες οικοδομές) που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση δεν έχουν υποστεί μείωση της αξίας τους από την απότμησή τους και από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, διότι, ναι μεν καθίστανται, μετά την απότμηση, κατά κανόνα, κατά παρέκκλιση και κατ’ εξαίρεση, εκτός από την Κ.Π. 04 ιδιοκτησία, μη άρτια και μη οικοδομήσιμα, πλην όμως στα ακίνητα αυτά έχει εξαντληθεί, πριν από την απαλλοτρίωση, ο νόμιμος συντελεστής δόμησης, με συνέπεια να μην υφίσταται πλέον δυνατότητα ανέγερσης άλλου κτίσματος ή επέκταση των πολυώροφων οικοδομών που υπάρχουν καθ’ ύψος ή κατά βάθος ή προς οποιαδήποτε πλευρά και, σε κάθε περίπτωση, τυχόν κατεδάφιση αυτών αποτελεί γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο.

Συγκεκριμένα, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δέχτηκε, ανελέγκτως, αναφορικά με το κρίσιμο στην ερευνώμενη υπόθεση ζήτημα του καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η απαλλοτριωθείσα έκταση, όπως απεικονίζεται στο κτηματολογικό διάγραμμα, αποτελείται από επιμήκεις εδαφικές λωρίδες που βρίσκονται στην έχουσα πρόσοψη επί των οδών ...

πλευρά των προπεριγραφεισών με αριθμούς ΚΠ 02, 03, 04, 05 και 06 ιδιοκτησιών, ειδικότερα το τμήμα αυτής, έχει σχεδόν παραλληλόγραμμο σχήμα και συνολικό εμβαδόν 563,05 τ.μ. για όλη την απαλλοτριωθείσα έκταση, στην οποία συμπεριλαμβάνονται και οι πιο πάνω ιδιοκτησίες. Εκτείνεται σε μεγάλου μήκους πλευρά, καταλαμβάνουσα τους εμπρόσθιους ακάλυπτους χώρους, εμβαδού (25,59), (110,17), (35,88), (13,05) και (124,45) τ.μ.

αντιστοίχως των πολυωρόφων οικοδομών επιδίκων ιδιοκτησιών Κ.Π. 02, 03, 04, 05 και 06 που έχουν πρόσοψη επί των οδών ... η με Κ.Π. 02, επί της οδού ... οι με Κ.Π. 04 και Κ.Π. 05 και επί της οδού ... και ... οι με αρ. Κ.Π. 1 - 03 και 06. Μετά την απότμηση των ως άνω εδαφικών τμημάτων από τις επίδικες ιδιοκτησίες, απομένουν, όπως λεπτομερώς αναφέρθηκε παραπάνω εκτός της απαλλοτριώσεως α) έκταση εμβαδού 362,50 τ.μ., από την ιδιοκτησία Κ.Π. 02 που είχε αρχικό εμβαδόν 388,09 τ.μ, β) έκταση εμβαδού 241,48 τ.μ., από την ιδιοκτησία Κ.Π. 03 που είχε αρχικό εμβαδόν 351,65 τ.μ., γ) έκταση εμβαδού 699,30 τ.μ.

από την ιδιοκτησία Κ.Π. 04 που είχε αρχικό εμβαδόν 735,18 τ.μ., δ) έκταση εμβαδού 169,31 τ.μ. από την ιδιοκτησία 05 που είχε αρχικό εμβαδόν 182,36 τ.μ., ε) έκταση εμβαδού 468,30 τ.μ. από την ιδιοκτησία 06 που είχε αρχικό εμβαδόν 592,75 τ.μ. Πριν την απαλλοτρίωση οι ιδιοκτησίες αυτές (με Κ.Π. 02 έως 06) ήταν άρτιες και οικοδομήσιμες και επ’ αυτών, σύμφωνα με την κατά προορισμό χρήση των, ήταν κτισμένες από τα προαναφερθέντα έτη οι προπεριγραφείσες πολυώροφες οικοδομές με τις αντίστοιχες ως άνω υπ’ αριθμ. .../1987, ...1989, .../1990, .../1956 - .../1958, .../1988 οικοδομικές άδειες του οικείου πολεοδομικού Γραφείου Θεσσαλονίκης, με την ανέγερση δε αυτών καλύφθηκε κατά τα προαναφερόμενα ο συντελεστής δόμησης, με συνέπεια να αποκλείεται η επέκτασή των καθ’ ύψος ή προς οποιαδήποτε πλευρά.

Μετά δε την επίμαχη απαλλοτρίωση και την απότμηση των προαναφερόμενων εδαφικών τμημάτων από την κάθε μία ιδιοκτησία, οι ιδιοκτησίες αυτές εξακολουθούν να έχουν σχεδόν ομαλό σχήμα η δε μικρή αλλοίωση του συνολικού των σχήματος δεν αλλάζει τη γενική γεωμετρική όψη της επιφανείας των, εξ αυτών η με Κ.Π. 04 παραμένει κατά κανόνα άρτια και οικοδομήσιμη, ενώ οι ιδιοκτησίες 02, 03, 05 και 06 καθίστανται κατά κανόνα, κατά παρέκκλιση και κατ’ εξαίρεση μη άρτιες και μη οικοδομήσιμες, καθώς παύουν να διατηρούν πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο, κατά τα προαναφερθέντα, και αποκτούν πλέον πρόσωπο σε "κοινωφελή χώρο" (το απαλλοτριωθέν υπέρ της "...

ΜΕΤΡΟ ΑΕ" οικοπεδικό τμήμα), υπάρχει όμως δυνατότητα μετά από τροποποίηση της ρυμοτομίας, κατά την έννοια των άρθρων 152 έως 155 του ΠΔ 14/7/1999 και συγκεκριμένα με τη μεταφορά της ρυμοτομικής γραμμής στο όριο της απαλλοτρίωσης, ώστε τα εκτός απαλλοτρίωσης απομένοντα τμήματα των απαλλοτριουμένων ακινήτων να αποκτήσουν πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο, διαδικασία που μπορεί να κινηθεί με αίτηση του κάθε ενδιαφερομένου, στο δήμο Θεσσαλονίκης.

Ακόμη μετά την απαλλοτρίωση μειώνεται, όπως είναι φυσικό, η συνολική δόμηση των εναπομεινάντων οικοπέδων κατά το προαναφερθέν αντίστοιχο ποσοστό μείωσης της επιφανείας καθενός ακινήτου. Λαμβάνοντας υπόψη κυρίως τα στοιχεία αυτά (αρτιότητα, μείωση οικοδομησιμότητας) αλλά και την επίδραση του έργου της απαλλοτριώσεως που επέρχεται στη λειτουργικότητα των ως άνω οικοδομών και τη χρήση των σ’ αυτή διηρημένων ιδιοκτησιών (διαμερισμάτων - καταστημάτων), ο διορισθείς πραγματογνώμονας, με την παραπάνω έκθεσή του, συνεκτιμώντας το γεγονός ότι έχει εξαντληθεί για όλες τις ιδιοκτησίες ο επιτρεπόμενος (κατά την 6-20.12.2010) συντελεστής δόμησης, θεώρησε ότι "όχι μόνο δεν υφίσταται απομείωση της αξίας τους (λόγω μη δυνατότητος επιπλέον δόμησης) αλλά τουναντίον ότι έχουν το πλεονέκτημα να διατηρούν κτίριο που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερο εμβαδόν από αυτό που θα δικαιούντο να δομήσουν με τον ισχύοντα συντελεστή δόμησης", για την περίπτωση δε, που απομείωση της αξίας του εναπομείναντος τμήματος οικοπέδου πιθανώς εμφανισθεί, στην περίπτωση που το υφιστάμενο κτίριο κατεδαφιστεί είτε λόγω παλαιότητας, είτε λόγω βίαιου συμβάντος (σεισμός, ολική πυρκαγιά, έκρηξη κ.λπ.) και επιδιωχθεί η εκ νέου ανοικοδόμηση των κτιρίων, προσδιόρισε το ποσοστό αποζημίωσης των εναπομεινάντων τμημάτων σε 15%.

Ακόμη οι προαναφερθέντες τεχνικοί σύμβουλοι των δικαιούχων της αποζημίωσης διαδίκων, με τις παραπάνω τεχνικές των εκθέσεις και με βάση τα ίδια στοιχεία, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη την εξάντληση του συντελεστή δόμησης, προσδιορίζουν το ποσοστό απομείωσης για τα Κ.Π. 02, 03, 04, 05, 06 σε 100%, ενώ ο τεχνικός σύμβουλος της υποχρέου προς αποζημίωση διαδίκου εταιρείας, με την παραπάνω έκθεσή του, αναφέρει ότι τα εκτός απαλλοτριώσεως τμήματα των επιδίκων όχι μόνο δεν υπέστησαν μείωση της αξίας των, αλλά αντιθέτως ωφελήθηκαν από την κατασκευή του έργου.

Επίσης η επιτροπή του άρθρου 15 του ν. 2882/2001 με προσδιοριστικούς παράγοντες τη μείωση της επιφανείας των απαλλοτριουμένων εδαφικών τμημάτων και τη συνεπαγόμενη μειωμένη δόμηση αυτών κατά το αντίστοιχο ποσοστό με τις από 9-12-2008, 14-11-2008 εκθέσεις της, προσδιόρισε το ποσοστό απομείωσης σε 20% για την ΚΠ 06 ιδιοκτησία, 15% για την ΚΠ 05 ιδιοκτησία, 5% για την ΚΠ 04 ιδιοκτησία.

Όμως, όπως προαναφέρθηκε, επί των οικοπεδικών αυτών τμημάτων έχουν ήδη ανεγερθεί νομίμως, σύμφωνα με την κατά προορισμό τους χρήση, οι προπεριγραφείσες πολυώροφες οικοδομές αποτελούμενες από οριζόντιες ιδιοκτησίες ήτοι καταστήματα (στο ισόγειο αυτών), διαμερίσματα (στους υπέρ αυτού ορόφους) και υπόγεια με εξάντληση του συντελεστή δόμησης, με συνέπεια να μην υφίσταται δυνατότητα ανέγερσης άλλου κτίσματος ή επέκταση των υπαρχόντων σ’ αυτά καθ’ ύψος, βάθος ή προς οποιαδήποτε πλευρά.

Η νομιμότητα δε των υφιστάμενων αυτών οικοδομών δεν θίγεται μετά την ως άνω απαλλοτρίωση, σύμφωνα με τις υφιστάμενες πολεοδομικές διατάξεις. Ο ισχυρισμός των αιτούντων - δικαιούχων της αποζημίωσης ότι σε περίπτωση κατεδάφισης αυτών, αφενός δεν θα δύνανται να ανεγερθούν νέες επί των ιδιοκτησιών γιατί τα εκτός απαλλοτριώσεως οικοπεδικά τμήματά των καθίστανται μη άρτια και μη οικοδομήσιμα και αφετέρου θα είναι υποχρεωμένοι να κατασκευάσουν στις εν λόγω ιδιοκτησίες λιγότερα τ.μ., αποτελεί γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο που δεν δύναται να στηρίξει αξίωση περί ιδιαίτερης αποζημίωσης και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος.

Άλλωστε από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε, ούτε οι ως άνω διάδικοι ισχυρίζονται, ότι υπάρχει κίνδυνος κατάρρευσης των εν λόγω οικοδομών από οποιαδήποτε αιτία, λαμβανομένου υπόψη ότι πρόκειται για οικοδομές η πλειονότητα των οποίων ανεγέρθηκε την τελευταία 20 - 25ετία ή ότι υφίσταται συμφωνία των συνιδιοκτητών των διαιρετών αυτών χώρων προς κατεδάφισή των και ανέγερση νέων.

Περαιτέρω εξ αιτίας της απότμησης της πρόσοψης των εναπομεινάντων ακινήτων επί της οδού ... και ..., δεν εμποδίζεται και δεν περιορίζεται η κατά προορισμό χρήση των υπαρχουσών οικοδομών και των διαιρετών χώρων αυτών (διαμερισμάτων - καταστημάτων - υπογείων) και ούτε δυσχεραίνεται η εκμετάλλευση τούτων, πλην του υπόγειου χώρου στάθμευσης που βρίσκεται στο υπόγειο της ευρισκομένης στο Κ.Π. 04 ακίνητο οικοδομής, στο οποίο λειτουργεί σταθμός αυτοκινήτων, και στο οποίο πλέον, μετά την απαλλοτρίωση του έμπροσθεν αυτού τμήματος, που χρησιμοποιείτο ως χώρος εισόδου και εξόδου των αυτοκινήτων, χάνει την πρόσβασή του στην οδό και δεν θα μπορεί να λειτουργήσει σχετική επιχείρηση, δεδομένου ότι στο πιο πάνω ακίνητο (ΚΠ 04), απομένει πρόσωπο 10,60 μ., το οποίο αντιστοιχεί στην περιοχή που σήμερα είναι διαμορφωμένη η είσοδος του υπόστυλου χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων καθώς και του ανοιχτού της πίσω αυλής.

Έτσι το γεγονός αυτό επιφέρει μείωση της αξίας του εν λόγω υπόγειου χώρου, όπως θα αναφερθεί ειδικότερα κατωτέρω, όχι δε και ολοκλήρου του εναπομείναντος εκτός απαλλοτριώσεως τμήματος του Κ.Π. 04 ακινήτου ή της οικοδομής που βρίσκεται σ’ αυτό. Περαιτέρω, οι διαιρετοί χώροι που υπάρχουν στις προπεριγραφείσες οικοδομές εξακολουθούν να έχουν την ίδια κατά προορισμό χρήση και συγκεκριμένα τα διαμερίσματα να χρησιμοποιούνται για κατοικίες, τα καταστήματα για την άσκηση σ’ αυτά επιχειρήσεων εμπορικού κέντρου, όπως και προηγουμένως και τα υπόγεια ως αποθηκευτικοί χώροι.

Η άμεση πρόσβαση στις οδούς ... και ... των οικοδομών αυτών και των διαιρετών τους χώρων δεν εμποδίζεται, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η μόνη υπέργεια κατασκευή επί των απαλλοτριωθέντων θα είναι η είσοδος εμβαδού 40 τ.μ. περίπου και ύψους 1 μ. περίπου στον υπόγειο σταθμό, ενώ όλη η λοιπή απαλλοτριωθείσα έκταση μετά την κρασπέδωσή της θα διατεθεί ελεύθερη στη χρήση των πολιτών, από τις διαμορφώσεις δε που έχει εφαρμόσει η ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ΑΕ σε σταθμούς του Μετρό των Αθηνών, αναμένεται ότι η διαμόρφωση του χώρου που θα εφαρμόσει, δεν θα υπολείπεται της υφιστάμενης....

Περαιτέρω ως προς την επίδραση που ασκεί το έργο, για το οποίο κηρύχθηκε η επίμαχη απαλλοτρίωση και των επιδίκων ιδιοκτησιών που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Οι σήραγγες για την κατασκευή του ΜΕΤΡΟ θα κατασκευασθούν σε μεγάλο βάθος κάτω από το έδαφος, σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης και δεν θα προκληθούν περιβαλλοντικές επιπτώσεις από τη λειτουργία του, όπως θόρυβοι και κραδασμοί, έτσι ώστε να γίνει εν προκειμένω λόγος περί υπάρξεως δυσμενών συνεπειών που θα επηρεάσουν την αξία των ανωτέρω υφισταμένων πολυώροφων οικοδομών στα εκτός απαλλοτριώσεως τμήματα των επιδίκων ιδιοκτησιών.

Η κατασκευή του έργου της απαλλοτριώσεως σε κάθε περίπτωση δεν επιφέρει περιορισμούς στη δόμηση των εναπομεινάντων αυτών ακινήτων ούτε η επ’ αυτών δόμηση απαιτεί ειδικές μελέτες θεμελίωσης με ιδιαίτερα οπλισμένο σκυρόδεμα που θα επιβαρύνει το κατασκευαστικό κόστος. Το γεγονός ότι η Δ/νση Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης θα πρέπει να υποβάλλει στην υπόχρεη εταιρεία "...

ΜΕΤΡΟ Α.Ε." το σχετικό φάκελο ώστε η τελευταία να διατυπώσει τη γνώμη της προς την πολεοδομία, ότι δεν επηρεάζεται αρνητικά το έργο του ΜΕΤΡΟ, δεν σημαίνει ότι τίθεται περιορισμός στη δόμηση, ή ότι η τελευταία εξαρτάται από τη συναίνεση και έγκριση της αιτούσας υποχρέου προς αποζημίωση, αλλά απλά σκοπό έχει τη μη επέκταση της δόμησης και στο ήδη απαλλοτριωθέν ή στο υπέδαφος αυτού και της μη επίδρασης της ανοικοδόμησης στην ασφάλεια του μετρό.

Έτσι ο ισχυρισμός των αιτούντων - δικαιούχων της αποζημίωσης περί του ότι, αυτή καθ’ εαυτή, η ύπαρξη του σταθμού του μετρό στην επίδικη περιοχή θα επηρεάσει αρνητικά τις αξίες των επιδίκων εναπομεινάντων ακινήτων, λόγω α) στέρησης της δυνατότητος άμεσης πρόσβασης των ενοίκων των άνω οικοδομών στις οδούς ...

και ... αντίστοιχα, β) της δημιουργίας ηχορύπανσης και εν γένει ρύπανσης από τη διέλευση μεγάλου αριθμού των ατόμων που θα χρησιμοποιούν το σταθμό του μετρό, γ) των κραδασμών, του θορύβου και των λοιπών παρενεργειών από την υπόγεια διέλευση των συρμών των αμαξοστοιχιών δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα, από την εκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων το Δικαστήριο κρίνει ότι, η κατασκευή του επιδίκου έργου στην περιοχή αυτή συνιστά σημαντικό αυξητικό παράγοντα της αξίας των ακινήτων (καταστημάτων - διαμερισμάτων κ.λπ.) καθόσον θα υπάρχει άμεση και ανέξοδη πρόσβαση στο σταθμό του μετρό και ταχύτατη διακίνηση στον τόπο προορισμού.

Είναι δε χαρακτηριστικό ότι η κατασκευή, αντίστοιχα, των σταθμών του μετρό στην Αθήνα αναβάθμισε τις περιοχές αυτών και συνετέλεσε στην αύξηση της αξίας των. Μάλιστα στις αγγελίες των εφημερίδων για την πώληση διαμερισμάτων, καταστημάτων και γραφείων, τονίζεται μεταξύ των αναφερομένων χαρακτηριστικών που προσελκύουν το ενδιαφέρον του κοινού, η εγγύτητα αυτών στους σταθμούς του μετρό, γεγονός που υποδηλώνει την πλεονεκτική τους θέση και δικαιολογεί και το αναγραφόμενο αυξημένο τίμημα πώλησης.

Έτσι από την ύπαρξη του σταθμού του μετρό στην περιοχή όπου κείνται και τα επίδικα, όχι μόνο δεν μειώνει την αξία αυτών αλλά αντίθετα την αυξάνει και σε κάθε περίπτωση μόνο ωφέλεια απομένει στα εκτός απαλλοτριώσεως ως άνω ακίνητα.

Συνεπώς το αίτημα των διαδίκων δικαιούχων της αποζημίωσης αιτούντων - κυρίως παρεμβαινόντων, για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εκτός απαλλοτρίωσης ως άνω τμήματα των επιδίκων ακινήτων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ’ ουσία. Περαιτέρω από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο υπόγειος χώρος που ανήκει στην συγκυριότητα των αιτούντων Α. - Μ.

Ι., Ο. Ι. και Χ. Ι. και βρίσκεται στην πολυώροφη οικοδομή που υφίσταται στο εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα του Κ.Π. 04 ακίνητου, δεν μπορεί, μετά τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως, να χρησιμοποιηθεί για την άσκηση σ’ αυτό επιχείρησης σταθμού αυτοκινήτου, εμβαδού 500 τ.μ., 11 θέσεων, που λειτουργεί σύμφωνα με την.... απόφαση της Διεύθυνσης Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης, η οποία (άδεια λειτουργίας) ανανεώθηκε με την....

απόφαση του Περιφερειάρχη Κεντρικής Μακεδονίας, και ισχύει μέχρι την 9-2-2021, όπως προηγουμένως, για τον προαναφερόμενο λόγο. Μπορεί όμως ο εν λόγω υπόγειος χώρος να χρησιμοποιηθεί ως χώρος δευτερεύουσας χρήσης, ως κοινή αποθήκη. Όμως ο περιορισμός αυτός της δυνατότητος χρήσης λόγω της άνω απότμησης του απαλλοτριωθέντος και μόνο αυτής, συνιστά οπωσδήποτε μείωση της αξίας του κτίσματος αυτού, σε ποσοστό κατά την κρίση του δικαστηρίου 10% και όχι 100%, όπως ισχυρίζονται οι άνω αιτούντες.

Η αξία αυτού, ενόψει της κατάστασής του, των προαναφερθέντων για την περιοχή προσδιοριστικών στοιχείων, της προαναφερθείσης αξίας των αποθηκών της περιοχής καθώς και των υπογείων χώρων και της προσόδου του, ήτοι του μηνιαίου μισθώματος που απέφερε στους άνω ιδιοκτήτες ύψους 1650 (11 θέσεις Χ 150 ευρώ/θέση) ευρώ περίπου, ανέρχεται, κατά τον προαναφερθέντα κρίσιμο χρόνο, στο ποσό των 294.800 [275.000 (500 τ.μ.

Χ 550 ευρώ/τ.μ.) + 19.800 (1.650 Χ 12)] ευρώ. Έτσι η μείωση της αξίας του ανέρχεται στο ποσό των (294.800 Χ 10% =) 29.480 ευρώ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε, με την προαναφερόμενη εξαίρεση του υπόγειου χώρου στάθμευσης της Κ.Π. 04 ιδιοκτησίας, τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα τμήματα των ακινήτων τους που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση λόγω μείωσης της αξίας τους από την απότμηση και από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, τις προπαρατιθέμενες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α και 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001 και, επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, δηλαδή ότι επήλθε ζημία στους αναιρεσείοντες από το γεγονός και μόνο ότι τα ακίνητά τους, εξαιτίας της απαλλοτρίωσης, κατέστησαν μη άρτια και μη οικοδομήσιμα και, ως εκ τούτου, σε περίπτωση κατεδάφισης των οικοδομών, όπως είναι βέβαιο ότι θα συμβεί στο μέλλον, δεν θα είναι δυνατό να ανεγερθούν νέες οικοδομές και, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και σε αλλαγή του ρυμοτομικού σχεδίου, θα κατασκευαστούν οικοδομές με λιγότερα τετραγωνικά μέτρα.

Κατά το μέρος που ο ίδιος λόγος ανάγεται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, για το ότι δηλαδή δεν επήλθε μείωση της αξίας των ακινήτων των αναιρεσειόντων που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, είναι απαράδεκτος, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν προηγουμένως (ΑΠ 177/1979). Επίσης, όπως προκύπτει από το προπαρατιθέμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή έχει νόμιμη βάση και, συγκεκριμένα, την απαιτούμενη αιτιολογία, ως προς το κρίσιμο ζήτημα, ότι τα ακίνητα των αναιρεσειόντων που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση δεν υφίστανται μείωση της αξίας τους, χωρίς να παραβιάζονται, εκ πλαγίου, οι προαναφερόμενοι κανόνες ουσιαστικού δικαίου με αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων.

Επομένως, δεν είναι βάσιμοι οι τρίτος (κατά το δεύτερο σκέλος του), τέταρτος, έκτος, έβδομος, όγδοος και ένατος λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, υποστηρίζοντας ότι 1) η απόφαση έχει ασαφείς αιτιολογίες σχετικά α) με την κατάσταση των απαλλοτριούμενων ακινήτων, πριν και μετά την απαλλοτρίωση, ως προς τους αναφερόμενους χώρους του διαθέσιμου προκηπίου και του πεζοδρομίου, β) τη δυνατότητα εκμετάλλευσής τους μετά την απαλλοτρίωση και γ) αν επέρχεται, εξαιτίας τούτου, μείωση της αξίας των τμημάτων που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση (τρίτος λόγος, δεύτερο σκέλος αυτού), 2) η απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων για την απομείωση της αξίας των ακινήτων τους από την εκτέλεση του έργου, εξαιτίας των κραδασμών από την υπόγεια διέλευση του "μετρό" και την πυκνότητα της κυκλοφορίας του κοινού, επειδή η είσοδος του σταθμού "Β." σχεδόν εφάπτεται των ακινήτων τους και θα καταστούν δυσχερείς οι αγοραπωλησίες - εκμισθώσεις των ακινήτων τους, διότι α) δεν διαλαμβάνει σε ποίο βάθος θα κατασκευαστούν οι (υπόγειες) σήραγγες, με βάση ποίους κανόνες τέχνης και επιστήμης και ποίες θα είναι οι δυσμενείς συνέπειες από την κατασκευή τοιχίων αντιστήριξης (που σχεδόν θα εφάπτονται στα ακίνητά τους) και των αεραγωγών, β) η παραδοχή της ότι η κατασκευή του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση ("....

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ"), αποτελεί σημαντικό αυξητικό παράγοντα της αξίας των ακινήτων τους, αναφέρεται σε μελλοντική ωφέλεια άλλων προσώπων και όχι των θιγόμενων από την απαλλοτρίωση ιδιοκτητών - αναιρεσειόντων και, στην πραγματικότητα, αντικαθίσταται η ιδιαίτερη αποζημίωση με "αυτοαποζημίωση", μολονότι δεν συντρέχουν γι’ αυτό οι νόμιμες προϋποθέσεις και γ) οι παραδοχές της για αναβάθμιση των περιοχών των Αθηνών, όπου κατασκευάστηκαν σταθμοί "μετρό" και η, συνακόλουθη, αύξηση της αξίας των εκεί ακινήτων, συνιστούν επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν αποτελούν αιτιολογία, με βάση την οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμά του (τέταρτος λόγος), 3) α) υπάρχει αντίφαση μεταξύ της .../2011, μη οριστικής, απόφασης και της προσβαλλόμενης 1719/2013 οριστικής απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, δεδομένου ότι με την πρώτη απόφασή του το Εφετείο Θεσσαλονίκης διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για το κρίσιμο ζήτημα των ζημιογόνων, από την απαλλοτρίωση και την εκτέλεση του έργου για το οποίο αυτή κηρύχθηκε, συνεπειών για τους αναιρεσείοντες και, συνακόλουθα, για την παραδοχή των αιτήσεών τους για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης και, άρα, δέχτηκε τον επίμαχο ισχυρισμό τους, αλλιώς θα τον απέρριπτε και β) εσφαλμένα και αντιφατικά δέχτηκε ότι ο υπόγειος χώρος στάθμευσης της ΚΠ 04 ιδιοκτησίας μπορεί να λειτουργήσει ως αποθήκη, ενώ αυτός παντελώς αχρηστεύεται (έκτος λόγος), 4) αν και γίνεται δεκτό από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπάρχει ωφέλεια για τα ακίνητα των αναιρεσειόντων από την κατασκευή του "μετρό", λαμβάνοντας υπόψη άσχετα, για την ιδιαίτερη αποζημίωση, αποδεικτικά μέσα (αγγελίες εφημερίδων των Αθηνών, στις οποίες αναγράφονται αυξήσεις των αντικειμενικών αξιών σε περιοχές του "μετρό" Αθηνών), χωρίς να λάβει υπόψη τα αναφερόμενα κρίσιμα έγγραφα που αυτοί (αναιρεσείοντες) προσκόμισαν, δεν αναλύεται σε τι συνίσταται η ωφέλεια για κάθε απαλλοτριούμενο ακίνητο (ξεχωριστά), συμψηφίζοντας, έτσι, ζημία με ωφέλεια (έβδομος λόγος), 5) έστω και αν έγινε, εσφαλμένα, δεκτό ότι η ανοικοδόμηση αποτελεί μελλοντικό και αβέβαιο γεγονός, αφού οι οικοδομές έχουν ανεγερθεί, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, πριν από 20 - 25 έτη και αυτή της ΚΠ 05 ιδιοκτησίας πριν από 50 έτη, εν τούτοις η αβεβαιότητα για το αν είναι δυνατή η ανοικοδόμηση σε μη άρτια και μη οικοδομήσιμα ακίνητα δημιουργείται τώρα (ενώ η υποτιθέμενη ωφέλεια στο μέλλον) και, λόγω τούτου, υπάρχει νόμιμη αιτία για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης (όγδοος λόγος) και 6) το δικαστήριο έκρινε για το επίμαχο ζήτημα, απορρίπτοντας το αίτημα για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, όπως ακριβώς έκρινε, με το ίδιο σκεπτικό και αιτιολογίες, με τις αναφερόμενες αποφάσεις του, για όλα τα ακίνητα της Θεσσαλονίκης που απαλλοτριώθηκαν για τον ίδιο σκοπό, κατά τις οποίες υπάρχει μόνο ωφέλεια για τα απαλλοτριούμενα και όχι ζημία από την απαλλοτρίωση και την κατασκευή του έργου για το οποίο αυτή κηρύχθηκε, ενώ δεν συντρέχουν στην ερευνώμενη περίπτωση οι ίδιες προϋποθέσεις, όπως προκύπτει και από το γεγονός ότι μόνο στην παρούσα υπόθεση διατάχτηκε η διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης και ότι το Εφετείο Αθηνών, με την 9972/1998 απόφασή του, δέχτηκε ζημία από την εκτέλεση του έργου του "μετρό" στο σταθμό "..." και καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση σε ποσοστό 70% (ένατος λόγος).

Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης και, κατ’ ακρίβεια, οι έκτος, έβδομος, όγδοος και ένατος, κατά το μέρος που με αυτούς οι αναιρεσείοντες, με το πρόσχημα αναιρετικών πλημμελειών και από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλουν αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τα πιο πάνω ουσιώδη ζητήματα, είναι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, απαράδεκτοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, "αν ο Άρειος Πάγος κρίνει νόμιμη και παραδεκτή την αναίρεση, εξετάζει το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της". Έτσι στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους αναίρεσης πλήττεται η μία μόνο από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια, επίσης από τον αριθμό 19 του παραπάνω άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι πλέον, προεχόντως, αλυσιτελής, γιατί ανάγεται, όπως και οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες αναφέρουν στο αναιρετήριο (21η σελίδα, προτελευταία σειρά), σε επάλληλη αιτιολογία της, κατά την οποία "Άλλωστε από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε, ούτε οι ως άνω διάδικοι ισχυρίζονται, ότι υπάρχει κίνδυνος κατάρρευσης των εν λόγω οικοδομών από οποιαδήποτε αιτία, λαμβανομένου υπόψη ότι πρόκειται για οικοδομές, η πλειονότητα των οποίων ανεγέρθηκε την τελευταία 20 - 25ετία ή ότι υφίσταται συμφωνία των συνιδιοκτητών των διαιρετών αυτών χώρων προς κατεδάφισή τους και ανέγερση νέων...".

Η κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης για το ότι τα ακίνητα των αναιρεσειόντων που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση δεν έχουν υποστεί μείωση της αξίας τους, όπως η αιτιολογία αυτή έχει προπαρατεθεί, στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της εν λόγω απόφασης και δεν πλήττεται πλέον, επιτυχώς, αναιρετικά.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011).

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013).

Ακόμη "πράγμα", κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, είναι κάθε περιστατικό που, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή κατάλυση του ασκούμενου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού (ΑΠ 87/2013).

Με βάση αυτά, δεν αποτελούν "πράγματα", με την παραπάνω έννοια, και η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 625/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 περ.

β’ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους αναφερόμενους στις σελίδες 24 έως και 31 του αναιρετηρίου ισχυρισμούς τους που πρότειναν παραδεκτά και αφορούσαν τη μείωση της αξίας των τμημάτων των ακινήτων τους που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, ζητώντας καθορισμό ιδιαίτερης γι’ αυτά αποζημίωσης.

Ο λόγος αυτός, κατά το πιο πάνω σκέλος του, είναι αβάσιμος, διότι οι επίμαχοι ισχυρισμοί θεωρείται ότι έχουν απορριφθεί, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με αυτούς. Οι υπόλοιπες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων που περιέχονται στο λόγο αυτόν, όπως και στους προαναφερόμενους, αποτελούν ουσιαστικές προσεγγίσεις, εκ μέρους τους, του αποδεικτικού υλικού που το εκτιμούν διαφορετικά, οι οποίες απαραδέκτως ήδη προβάλλονται (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και δεν συνιστούν τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 8 περ.

β’ του ίδιου Κώδικα. Κατά το άρθρο 559 αριθμ.11 εδάφ. γ’ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι’ αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1456/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα παρακάτω έγγραφα, που οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα, για την απόδειξη, κρίσιμων για την έκβαση της δίκης, αυτοτελών ισχυρισμών τους, σχετικών με τη μείωση της αξίας των ακινήτων τους που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, όπως αυτοί παρατίθενται στη σελίδα 36 του αναιρετηρίου, ήτοι 1) τα .../2011 πρακτικά συνεδρίασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, στα οποία έχει καταχωριστεί η κατάθεση του μάρτυρα Σ.

Κ., εκτιμητή - πολιτικού μηχανικού, που εξετάστηκε με επιμέλειά τους, με την οποία επιβεβαιώνονται οι ισχυρισμοί τους αυτοί, 2) την ...2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η οποία τους δικαιώνει, καθόσον διαλαμβάνεται σ’ αυτήν ότι μόνο με αλλαγή του ρυμοτομικού σχεδίου θα αποκατασταθεί η επίμαχη ζημία τους και 3) τις αναφερόμενες στις προτάσεις τους εκείνης της δίκης τεχνικές εκθέσεις του πιο πάνω πολιτικού μηχανικού Σ.

Κ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του για την ουσία της υπόθεσης, σε σχέση και με τους παραπάνω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (στις σελίδες 18 και 19 αυτής), τα έγγραφα αυτά και την κατάθεση του πιο πάνω μάρτυρα ["...

από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και περιέχονται στα....../6-12 και 20-12/2011 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, την......30-9-2011 έκθεση του πραγματογνώμονος Κ. Μ. από όλα γενικά τα μετ’ επικλήσεως από τους διαδίκους προσκομιζόμενα έγγραφα...

τις τεχνικές εκθέσεις (ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις) που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη και εκτιμώνται ελεύθερα από το Δικαστήριο (άρθρ. 390 ΚΠολΔ)..."]. Μάλιστα τα εν λόγω έγγραφα, καθώς και η προαναφερόμενη μαρτυρική κατάθεση, μνημονεύονται και ρητά, στη συνέχεια, στην προσβαλλομένη και αξιολογούνται χωριστά (βλ.

ιδίως σελίδες 38 και 39 της απόφασης, σε σχέση με το ερευνώμενο, αναιρετικά, ζήτημα του μη καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης). Με βάση αυτά, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τα έγγραφα αυτά και τη μαρτυρική κατάθεση. Οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στον ίδιο λόγο αποτελούν ουσιαστικές προσεγγίσεις, εκ μέρους των αναιρεσειόντων, που τα εκτιμούν διαφορετικά, οι οποίες απαραδέκτως προβάλλονται, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, και δεν συνιστούν αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 εδάφ. ε’ ΚΠολΔ). Τέλος, οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14 Ιουλίου 2014 αίτηση των Α. Α. Α. - Β. κ.λπ. για αναίρεση της 1719/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Δεκεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ