Supreme Court dismisses appeal against High Court rejection of public entity's counterclaim regarding interest calculation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed Hermes Security's appeal against the Athens Court of Appeals' decision rejecting its counterclaim. The public entity argued that interest on its debt should only begin accruing upon the filing of the lawsuit, not on the payment deadline, citing specific statutory provisions. The court agreed, ruling that the unique legal basis for interest generation is the filing of the suit, thereby validating the lower court's interpretation of the relevant law.
Legislator headnote
AI generatedArt. 7 para. 2 of Law 496/1974; The sole legal ground for interest liability on debts of public law entities is the filing of the lawsuit for the principal debt, not merely the passage of the payment deadline.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1362 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1362/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "πρώην ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΕΩΣ ΕΡΜΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ - ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ και το διακριτικό τίτλο ΕΡΜΗΣ SECURITY ΑΕ" και ήδη BRINK'S HERMES SECURITY SERVICES ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ - ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ και το διακριτικό τίτλο BRINK'S SECURITY SERVICES SA, που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταμάτιο Τερεζάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΚΑΙ ΜΟΥΣΕΙΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΣΟΥΤΖΟΥ (Ε.Π.Μ.ΑΣ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Οικονομόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Ιουλίου 2007 ανακοπή - αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3984/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2217/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19 Ιουλίου 2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 4 Απριλίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 2217/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 3984/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία απόφαση έγινε δεκτή ανακοπή του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ. κατά της 6294/2007 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλλει στην αναιρεσείουσα, εκτός του ποσού της απαίτησής της τελευταίας, από την μεταξύ τους σύμβασης παροχής υπηρεσιών, και τόκους υπερημερίας ύψους 140.207 ευρώ. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
2. Από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 του Ν.Δ. 496/1974 "περί λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ.", που ορίζει ότι ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του νομικού προσώπου ανέρχεται σε 6% ετησίως και άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345, 346 ΑΚ και 221 παρ. 1 γ ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, για την έναρξη της υποχρεώσεως των Ν.Π.Δ.Δ.
να καταβάλλουν τόκους επί των πάσης φύσεως προς τρίτους οφειλών τους, δεν αρκεί εξώδικη όχληση του δανειστή, ούτε, κατά μείζονα λόγο, παρέλευση της δήλης ημέρας πληρωμής της κύριας οφειλής, ακόμη και αν έχει συμφωνηθεί, αλλά απαιτείται να γίνει επίδοση της σχετικής περί αυτής αγωγής, η οποία και μόνο, ως διαδικαστική πράξη, συνεπάγεται την τοκογονία των ληξιπρόθεσμων χρεών τους, μπορεί δε να είναι και αναγνωριστική ( ΑΕΔ 7/2011 ΤΝΠ ΔΣΑ).
Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 του Ν.Δ. 496/1974 δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 28 παρ. Ια του Συντάγματος και 6 παρ.1 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης της 4.3.1950 και 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, διότι η θεσπισθείσα από αυτήν κατά παρέκκλιση των άρθρων 221 παρ.1 γ' ΚΠολΔ και 345, 346 ΑΚ υποχρέωση καταβολής τόκων από τα Ν.Π.Δ.Δ.
μόνον από την επίδοση της σχετικής αγωγής δικαιολογείται για λόγους δημοσίου συμφέροντος, ώστε οι εκπρόσωποι και τα λοιπά αρμόδια όργανα αυτών να αντιλαμβάνονται αμέσως την έκταση των εναντίον τους απαιτήσεων και να ενεργούν ταχέως για την αντιμετώπισή τους, περαιτέρω δε με την παρέκκλιση αυτή δεν παραβλάπτεται το δικαίωμα δικαστικής προστασίας που εξασφαλίζει το άρθρο 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α.
σε κάθε πρόσωπο (πρβλ. ΑΕΔ 9/2009 και 7/2011, ΑΠ 953/2010, ΑΠ 1727/2010, ΑΠ 1307/2010, ΑΠ 1127/2010). Στην κρινόμενη υπόθεση με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τους λόγους της αναίρεσης τα εξής: "..... Η συνολική αξία των παραπάνω τιμολογίων (από την παροχή υπηρεσιών από την αναιρεσείουσα προς το αναιρεσίβλητο), μετά του αναλογούντος ΦΠΑ, ανέρχεται στο ποσό των 153.955,32 ευρώ, το ποσό δε αυτό η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής υποχρέωσε το ανακόπτον, με βάση τα παραπάνω έγγραφα, να καταβάλει στην καθής η ανακοπή.
Από το ποσό αυτό, όμως, ένα μέρος ανερχόμενο σε (944,14 + 179,39 + 841,24 + 159,84 + 116.036,24 + 22.046,89 =) 140.207,74 ευρώ αφορά τόκους υπερημερίας καθυστερούμενων μηνιαίων αμοιβών της καθής η ανακοπή, που έχουν υπολογισθεί από τη δήλη ημέρα πληρωμής κάθε επιμέρους αμοιβής, δηλαδή από την τελευταία ημέρα του οικείου ημερολογιακού μήνα εντός του οποίου παρασχέθηκαν οι αντίστοιχες, προς την αμοιβή, υπηρεσίες μέχρι και την ημέρα έκδοσης των πιο πάνω τιμολογίων.
Τέτοιους τόκους, όμως, το ανακόπτον δεν οφείλει, αφού, σύμφωνα και με την προηγούμενη σκέψη, μοναδικός νόμιμος γενεσιουργός λόγος οφειλής τόκου για τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, όπως είναι το ανακόπτον, είναι η επίδοση της αγωγής για την κύρια οφειλή, αφότου το πρώτον γεννιέται και η παρεπόμενη αυτής υποχρέωση καταβολής τόκου, και όχι απλώς η πάροδος της δήλης ημέρας πληρωμής της, ακόμη και αν τέτοια έχει συμφωνηθεί, η σχετική δε διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν.Δ. 496/1974, που εισάγει ειδικά για τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου την αποκλίνουσα αυτή από τις γενικές διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345, 346 ΑΚ και 221 παρ. 1 γ ΚΠολΔ ρύθμιση δεν αντίκειται στις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 28 παρ.
Ια του Συντάγματος και 6 παρ.1 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης της 4.3.1950 και 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, όπως ειδικότερα στην προηγούμενη σκέψη εκτίθεται....". Με βάση αυτά το Εφετείο, απέρριψε το λόγο εφέσεως με τον οποίο η αναιρεσείουσα υπέβαλε παράπονο διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε το λόγο ανακοπής του αναιρεσίβλητου και ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής κατά το μέρος που το υποχρέωνε να καταβάλει τόκους, επί της οφειλομένης αμοιβής της από την παροχή υπηρεσιών.
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δεν παραβίασε τις πιο πάνω αναφερόμενες διατάξεις. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, κατά το άρθρο 22 παρ.3 του ν.3693 /1957, οι περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται και στις δίκες στις οποίες διάδικος είναι υπουργός ή νομάρχης ή νομικό πρόσωπο του οποίου η νομική υπηρεσία διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Συνεπώς το γεγονός ότι ορισμένο ν.π.δ.δ. απολαύει, βάσει διατάξεως νόμου, των απαλλαγών, ατελειών και προνομίων του Δημοσίου δεν δικαιολογεί την εφαρμογή και των διατάξεων για τη δικαστική δαπάνη, αφού δεν πρόκειται για προνόμιο ή απαλλαγή αλλά για διάταξη αναφερόμενη μόνο στη δικαστική υπεράσπιση από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (ΑΠ. 1128/2009. 1382/2005, 1617/1999). Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσίβλητο ναι μεν αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και έχει τα προνόμια απαλλαγών και ατελειών του Δημοσίου (άρθρ.28 παρ.4 ν. 2579/1998), η νομική του όμως υπηρεσία δεν ασκείται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και η υπέρ αυτού, ως νικήσαντος, δικαστική δαπάνη πρέπει να επιβληθεί πλήρης. Τέλος κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως, αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του νόμου 4055/2012 και ισχύει από 2-4-2012, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας, πρέπει το κατατεθέν από αυτήν παράβολο να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 17-9-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 2217/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2013. Και Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ