Legislator Case Law & Legislation
1362/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on civil procedure grounds regarding property division and abuse of right claims.

Case Number 1362/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by Patraiki Chartopoiia A.E. against the Second Instance Court of Piraeus. The appellant argued that the lower court erred in law by failing to consider a specific judicial distribution act and by rejecting claims of abuse of right. The court held that the appellant's arguments were legally unfounded because the cited procedural omission did not justify the lower court's decision and the abuse of right claim was properly rejected based on established law.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure; Art. 489(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; Art. 281 of the Civil Code: An appeal based on violation of substantive law is inadmissible if the lower court correctly applied the law and the appellant's cited omissions or legal characterizations lack legal basis.

Keywords

AI generated
appeal admissibility violation of substantive law property division abuse of right judicial distribution legal costs civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 489(1)-(2) of the Code of Civil Procedure
Art. 281 of the Civil Code
Art. 559(19) of the Code of Civil Procedure
Art. 93(3) of the Constitution
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 7/2006
Supreme Court 4/2005
Supreme Court 44/1990

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1362 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1362/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α'1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Δημήτριος Λοβέρδος), Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΤΡΑΪΚΗ ΧΑΡΤΟΠΟΙΪΑ Α.Ε." που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λαμπρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: Ψ1, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικού ενάγοντος Ψ, που συνεχίζει τη δίκη και ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Αντιγόνης Γκίκα, και Ψ2, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικού ενάγοντος Ψ, που συνεχίζει τη δίκη και η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αντιγόνη Γκίκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/6/2005 αγωγή του αποβιώσαντος δικαιοπαρόχου (Ψ) των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 924/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 251/2007 του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/5/2007 αίτησή της .

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 22/4/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 11-5-2007 αιτήσεως αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006 και 4/2005). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 489 παρ.1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. "με τη διανομή κάθε κοινωνός γίνεται δικαιούχος του μέρους που περιήλθε σ' αυτόν. Για τη μεταβίβαση στους κοινωνούς της κυριότητας των διανεμόμενων ακινήτων απαιτείται μεταγραφή της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης που διατάζει τη διανομή".

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.

ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Τέλος, κατά το άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρέσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (Α.Π. 115/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση με αριθ. 251/2007 του Εφετείου Πειραιώς έγιναν δεκτά κατά την ανέλεγκτη εκτέλεση των αποδείξεων τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και η εναγομένη ήταν συγκύριοι ο πρώτος κατά ποσοστό 5/12 και η δεύτερη κατά ποσοστό 7/12 ενός αγροκτήματος, εκτάσεως 18.825 τ.μ" που βρίσκεται στη θέση "..." ή "..." του Δήμου Πατρέων. Δυτικά και σε επαφή με το παραπάνω επίκοινο αγρόκτημα βρίσκεται εργοστασιακός χώρος που ανήκει στην αποκλειστική κυριότητα της εναγομένης στον οποίο αυτή διατηρεί εργοστάσιο παρασκευής χάρτου και άλλων συναφών ειδών.

Με την από 17/10/1996 αίτησή της η εναγομένη προς το Μονομελές Πρωτοδικείου Πατρών εζήτησε να της επιτραπεί προσωρινά η αποκλειστική χρήση τμήματος έκτασης 3.520 τ.μ., από το ως άνω επίκοινο αγρόκτημα, προκειμένου να εναποθέτει στο τμήμα αυτό ποσότητες πρώτων υλών παρασκευής χάρτου, έναντι καταβολής από την εναγομένη στον ενάγοντα μηνιαίας αποζημιώσεως χρήσεως, ποσού 80.000 δραχμών που αντιστοιχούσε κατά τον ισχυρισμό της εναγομένης στην μισθωτική αξία της από 5/12 μερίδας του ενάγοντα.

Επί της ως άνω αιτήσεως εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) η υπ' αριθμ. 2394/1998 απόφαση με την οποία επετράπη για χρονικό διάστημα ενός (1) έτους στην αιτούσα να χρησιμοποιεί αποκλειστικά τμήμα έκτασης 3520 τ.μ. από το επίκοινο αγρόκτημα, με τον όρο καταβολής από την αιτούσα στον καθού η αίτηση αποζημίωσης χρήσεως για το από 5/12 ιδανικό μερίδιό του, ποσού 100.000 δραχμών το μήνα. Στη συνέχεια οι διάδικοι με το από 20/11/1997 συμφωνητικό παρέτειναν την ισχύ της ως άνω απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών για ένα ακόμη έτος, δηλαδή από 1/1/1998 μέχρι 31/12/1998 και καθόρισαν την καταβαλλομένη από την εναγομένη στον ενάγοντα αποζημίωση χρήσεως στο ποσό των 300.000 δραχμών.

Μετά την παρέλευση και του ως άνω χρονικού διαστήματος ο ενάγων και η εναγομένη συνήψαν προφορικά σύμβαση μίσθωσης σύμφωνα με την οποία ο ενάγων εκμίσθωσε το ως άνω ιδανικό του μερίδιο επί του επίκοινου ακινήτου στην εναγομένη για αόριστο χρόνο, αντί μισθώματος ποσού 362.600 δραχμών και ήδη 1064,12 ευρώ το μήνα.

Με την υπ' αριθμ. 1/2002 πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης επέκτασης των περιοχών Ιτιές - Λεύκα του Δήμου Πατρέων η οποία εγκρίθηκε με την 3527/2002 απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας και μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών την 1/4/2002 στον τόμο 2291 και με αύξοντα αριθμό 225 το όλο αγρόκτημα έκτασης 18.825 τ.μ. συγκυριότητας των διαδίκων εντάχθηκε στο σχέδιο πόλεως και από το τμήμα έκτασης 3.520 τ.μ.

που έκανε αποκλειστική χρήση εναγομένη, αποδόθηκε σ' αυτή κατά πλήρη κυριότητα έκτασή 1328,64 τ.μ. Έτσι η έκταση των 3.520 τ.μ. που χρησιμοποιούσε αποκλειστικά εναγομένη περιορίσθηκε στα 2.191,36 τ.μ., η οποία ανήκε κατά συγκυριότητα σ' αυτή και στον ενάγοντα με ποσοστά 67,10% και 32,90% αντίστοιχα. Επί της εκτάσεως αυτής των 2.191,36 τ.μ συνεχίσθηκε η εκμίσθωση του ιδανικού μεριδίου του ενάγοντα στην εναγομένη.

Το μίσθωμα που θα κατέβαλε η εναγομένη για τη χρήση του ιδανικού μεριδίου του ενάγοντα επί της εκτάσεως αυτής (2.191,36 τ.μ.) συμφωνήθηκε να είναι το ίδιο με εκείνο που η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα για τη χρήση του ιδανικού μεριδίου του τελευταίου επί της εκτάσεως των 3.520 τ.μ. δηλαδή 1064,12 ευρώ το μήνα. Και τούτο γιατί με την ένταξη του κοινού αγροκτήματος των διαδίκων στο σχέδιο πόλεως η έκταση των 2.191,36 τ.μ.

αποτελούσε τμήμα αυτοτελούς οικοπέδου 7.986,12 τ.μ. με αποτέλεσμα να έχει αυξηθεί η μισθωτική του αξία.

Το μίσθωμα αυτό των 1.064,12 ευρώ το μήνα κατέβαλε η εναγομένη στον ενάγοντα μέχρι το μήνα Μάιο του έτους 2003 καταθέτοντας τούτο στον υπ' αριθ. 190/988390-87 λογαριασμό που τηρούσε ο τελευταίος στο Υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στον Πειραιά. Έκτοτε η εναγομένη αν και χρησιμοποιούσε το ιδανικό μερίδιο του ενάγοντα δεν κατέβαλε σ' αυτόν κανένα μίσθωμα. Για το λόγο αυτό ο ενάγων κατήγγειλε τη σύμβαση μίσθωσης στις 16/11/03. Μέχρι τότε η εναγομένη όφειλε στον ενάγοντα τα μισθώματα από μηνός Ιουνίου μέχρι 15/11/03 δηλαδή 5 1/2 μηνών συνολικού ποσού 5.852,66 ευρώ (5 1/2 μην. Χ 1064,12). Η εναγομένη παρά την καταγγελία της σύμβασης μισθώσεως συνέχισε να χρησιμοποιεί ολόκληρο το επίκοινο ακίνητο το οποίο μάλιστα περιέφραξε με σιδερένια κιγκλιδώματα προς ασφαλέστερη φύλαξη των προϊόντων του εργοστασίου της που είχε εναποθέσει εντός αυτού (επικοίνου). Ο ενάγων θεωρώντας ότι με την ενέργεια αυτή της εναγομένης προσβάλλεται η συννομή του επί του επικοίνου ακινήτου κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών την από 28/5/04 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ζητώντας να υποχρεωθεί η εναγομένη να του αποδώσει τη νομή του ιδανικού μεριδίου.

Η αίτηση έγινε δεκτή με την 3779/04 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου η οποία με επίσπευση του ενάγοντα εκτελέστηκε στις 17/1/05 (βλ. την από 17/1/05 "έκθεση αποβολής και εγκατάστασης" του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πατρών ...). Όμως η εναγομένη από την επομένη ημέρα της εκτελέσεως της ως άνω απόφασης άρχισε και πάλι να κάνει αποκλειστική χρήση του επίκοινου ακινήτου εκτάσεως 2.191,36 τ.μ.

χωρίς τη συναίνεση του ενάγοντα, μέχρι και το μήνα Μάιο του έτους 2005. Μάλιστα την ενέργειά της αυτή την γνωστοποίησε και στον ενάγοντα με την από 18/1/05 "Γνωστοποίηση -Δήλωση" την οποία επέδωσε σ' αυτόν με δικαστικό επιμελητή στις 24/1/05. Πρέπει να σημειωθεί ότι στην εν λόγω "Γνωστοποίηση-Δήλωση" η εναγομένη συνομολογεί ότι αυτή και ο ενάγων είναι συγκύριοι εξ αδιαιρέτου της επίδικης έκτασης των 2.191,36 τ.μ.

κατά ποσοστό 67,90% η ίδια και 32,90% ο ενάγων, δηλώνει δε ότι προβαίνει στην αποκλειστική χρήση ως έχουσα την πλειοψηφική μερίδα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη έκανε αποκλειστική χρήση του επίκοινου ακινήτου χωρίς τη συναίνεση του ενάγοντα από 16/11/03 που ο τελευταίος κατήγγειλε τη σύμβαση μισθώσεως του ιδανικού του μεριδίου μέχρι και το μήνα Μάιο του έτους 2005.

Κατά το χρονικό αυτό διάστημα η εναγομένη χρησιμοποιώντας το ιδανικό μερίδιο του ενάγοντα, αποκόμισε οικονομική ωφέλεια η οποία αποτιμάται στο ποσό των 1.064,12 ευρώ το μήνα το οποίο θα κατέβαλλε αυτή ως μίσθωμα και συνολικά για τους 18 1/2 μήνες σε 19.686,22 ευρώ (18 1/2 μην. Χ 1.064,12). Το ποσό αυτό δικαιούται να αξιώσει ο ενάγων από την εναγομένη ως αποζημίωση κατ' άρθρο 786 ΑΚ".

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του αρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ. για το λόγο ότι : "το Εφετείο ενώ δέχθηκε ως αποδεδειγμένο το πραγματικό περιστατικό της διανομής του κοινού επίδικου ακινήτου με την υπ' αριθ. 962/2001 απόφαση του Πολυμελούς πρωτοδικείου Πατρών (που κατέστη τελεσίδικη μετά την υπ' αριθ. 597/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών), σύμφωνα με την οποία το επίδικο κοινό ακίνητο έχει διανεμηθεί σε δύο (2) διαφορετικά αυτοτελή οικόπεδα, ένα έκτασης 7.919,58 τ.μ.

που περιήλθε στους αναιρεσίβλητους και ένα έκτασης 11.387,07 τ.μ. που είναι συνεχόμενο του εργοστασίου της και περιήλθε σ' αυτήν με την τελεσίδικη απόφαση διανομής, που όμως δεν μεταγράφηκε έκτοτε, και ότι στο οικόπεδο που περιήλθε σ' αυτήν με την πιο πάνω διανομή περιλαμβάνεται και το επίδικο τμήμα των 2.191,36 τ.μ.

για το οποίο αξιώνουν την ένδικη αποζημίωση οι αναιρεσίβλητοι για την αποκλειστική χρήση του από αυτήν, έπρεπε, εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 489 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. να απορρίψει την ένδικη αγωγή ως αβάσιμη, αφού με την δικαστική διανομή του κοινού ακινήτου, η νομή του επίδικου τμήματος περιήλθε σ' αυτήν, ανεξάρτητα του ότι η κυριότητα του διανεμηθέντος παραμένει κοινή λόγω της μη μεταγραφής της απόφασης της διανομής".

Από τις πιο πάνω όμως παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αποδεδειγμένο το πραγματικό περιστατικό της δικαστικής διανομής του κοινού επιδίκου ακινήτου, ούτε έθεσε το περιστατικό αυτό ως προϋπόθεση του απορριπτικού διατακτικού της για την έφεση της αναιρεσείουσας.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ανύπαρκτη παραδοχή της προβαλλόμενης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του αρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ. για το λόγο ότι το Εφετείο δεν έλαβε καθόλου υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι με βάση την προαναφερθείσα τελεσίδικη δικαστική διανομή περιήλθε στην αποκλειστική νομή της το επίδικο τμήμα του κοινού ακινήτου και δεν δικαιούνται οι αναιρεσίβλητοι την ένδικη αποζημίωση χρήση".

Από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση όμως των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, ιδιαίτερα δε των εγγράφων προτάσεων της αναιρεσείουσας ως εναγομένης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και την από 6-4-2005 έφεσης της κατά της πρωτόδικης απόφασης που δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, δεν προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα προέβαλε αυτοτελώς ως καταλυτικό τον ισχυρισμό αυτό, που στηρίζει τον ερευνώμενο λόγο αναίρεσης, στο ουσιαστικό δικαστήριο (πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο), το περιστατικό δε της τελεσίδικης διανομής το επικαλέσθηκε αποκλειστικά για τη θεμελίωση μόνο του προβληθέντος απ' αυτή τελείως επικουρικά καταλυτικού ισχυρισμού από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ.

Επομένως, και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης κρίνεται απαράδεκτος και απορριπτέος.

ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 786, 787, 792 παρ. 1, 961, 1113 ΑΚ προκύπτει ότι επί αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από ένα των κοινωνών, οι υπόλοιποι δικαιούνται να απαιτήσουν από αυτόν ανάλογη μερίδα επί του οφέλους που εκείνος αποκόμισε από την αποκλειστική χρήση και συνίσταται στην αξία της χρήσης του κοινού.

Το δικαίωμα αυτό των υπολοίπων κοινωνών υπόκειται κατά την άσκησή του, όπως κάθε άλλο ιδιωτικό δικαίωμα στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ. Έτσι η αναζήτηση αποζημίωσης από τους υπόλοιπους κοινωνούς κατά εκείνου που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού αποβαίνει ανενεργός αν η άσκηση της αξίωσης, υπερβαίνει τα οριζόμενα με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ όρια άσκηση του δικαιώματος τους αυτού (ΑΠ 1524/2004).

Κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η αναιρεσείουσα ως εναγομένη, με προφορική δήλωση της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με τις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της ισχυρίσθηκε ότι: "είναι καταχρηστική η άσκηση του επίδικου δικαιώματος των αναιρεσίβλητων, γιατί ακόμη και αν κάνει χρήση τμήματος του κοινού ακινήτου, με τη υπ' αριθ. 962/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που έγινε τελεσίδικη μετά την υπ' αριθ. 597/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών, έλαβε χώρα δικαστική διανομή του κοινού ακινήτου, η απόφαση όμως αυτή, που δεν μεταγράφηκε, δεν ελήφθη υπόψη από την προγενέστερη της τελεσιδικίας της υπ' αριθ. 1/2002 πράξη εφαρμογής, την διόρθωση της οποίας κωλυσιεργούν οι αναιρεσίβλητοι αποβλέποντες στην είσπραξη της αποζημίωσης χρήσης".

Ο ισχυρισμός αυτός της αναιρεσείουσας δεν είναι νόμιμος, αφού μόνο η επικαλούμενη παράλειψη διόρθωσης εκ μέρους των αναιρεσίβλητων της υπ' αριθμ. 1/2002 πράξης εφαρμογής, την οποία δεν ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι αδυνατεί να πραγματοποιήσει η ίδια με τη συνδρομή των αρμόδιων αρχών, και χωρίς την επίκληση άλλων συγκεκριμένων περιστατικών, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την αναζήτηση από τους αναιρεσίβλητους της ένδικης αποζημίωσης χρήσης.

Το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή που είχε ασκήσει ο δικαιοπάροχος των αναιρεσίβλητων, και απορρίφθηκε ως μη νόμιμος ο ίδιος ισχυρισμός, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε την εφαρμοσθείσα ως άνω διάταξη του αρθ. 281 του Α.Κ.

Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του αρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

ΙΙΙ. Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε. Έτσι, παρέπεται, ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη ή αόριστη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (Ολ. ΑΠ 44/1990).

Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες έκρινε, (απορρίπτοντας αντίστοιχο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας), τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας από τη διάταξη του άρθ. 281 του Α.Κ. για καταχρηστική άσκηση της αγωγής, ως μη νόμιμο, και τον απέρριψε, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Πρέπει επομένως, να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην εις διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου και για τις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του (αρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-5-2007 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΤΡΑΪΚΗ ΧΑΡΤΟΠΟΙΪΑ ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 251/2007 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ