Legislator Case Law & Legislation
1362/2007 AI generated

1362/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1362/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2003 αγωγή και 7-11-2003 πλαγιαστική αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2985/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 7493/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή της και τους από 5 Μαϊου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω, πλην των 2ου και 3ης αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 12 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων του κύριου δικογράφου, ως και την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν στο ακροατήριο την απόρριψη τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1362/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και ως προς την εξεταζόμενη προϋπόθεση του τυπικά παραδεκτού αυτής ως δικογράφου, ο δεν αντίθετος ισχυρισμός των παρισταμένων εκ των εννέα πρώτων αναιρεσιβλήτων περί απαραδέκτου αυτής λόγω έλλειψης της παραπάνω προυπόθεσης, που προβάλλεται με τις εμπροθέσμως, κατ΄ άρθρο 570 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., κατατεθείσες στις 13-4-2007 προτάσεις τους, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1362 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1362/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΟ και ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΘΗΝΩΝ ΥΓΕΙΑ ΑΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Αλεξίου.

Των αναιρεσιβλήτων: ...(αναφέρονται 8 ονόματα) και 9. Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ALLIANZ A.E.Γ.Α", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1ος, 4η , 5η, 6η, 7η , 8ος και 9η παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Γκούβα. Οι 2ος και 3η δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, και η 10η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Κουτσογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2003 αγωγή και 7-11-2003 πλαγιαστική αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2985/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 7493/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή της και τους από 5 Μαϊου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω, πλην των 2ου και 3ης αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 12 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων του κύριου δικογράφου, ως και την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν στο ακροατήριο την απόρριψη τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα ....,...., ..... και ..... εκθέσεις επιδόσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή ..... προκύπτει ότι, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, μετά της κάτωθι της πρώτης πράξεως ορισμού δικασίμου για την στην αρχή αναφερόμενη δικάσιμο και μετά κλήσεως προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, με παραγγελία της επισπεύδουσας τη συζήτηση αναιρεσείουσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους δεύτερο και τρίτη αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με πληρεξούσιο δικηγόρο, ουτε κατέθεσαν, κατ άρθρο 242 παρ.2 Κ.ΠΟλ.Δ., δήλωση μη παραστάσεως κατά την εκφώνηση της υποθέσεως την άνω δικάσιμο. Επομένως, κατ άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, παρά την απουσία των κλητευθέντων νόμιμα και εμπρόθεσμα ως άνω αναιρεσιβλήτων.

Από τη διάταξη του άρθρου 566 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στις προϋποθέσεις για το τυπικά παραδεκτό του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης συμπεριλαμβάνεται η ύπαρξη σε αυτό και αίτησης για την ουσία της υπόθεσης. Η αίτηση αυτή δεν είναι ανάγκη να διατυπώνεται πανηγυρικά ή να περιέχεται στο αιτητικό της αίτησης αναίρεσης, αλλά αρκεί να συνάγεται από το όλο περιεχόμενο του ιστορικού και του αιτητικού της (Ολομ.Α.Π. 849/1981).Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, στην κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της 7493/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών εκθέτει ότι,επί των αναφερόμενων αγωγών των εννέα πρώτων αναιρεσιβλήτων κατ αυτής και των λοιπών σ΄ αυτές εναγομένων εκδόθηκε η 2985/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγιναν αυτές εν μέρει δεκτές και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση των εναγομένων (μεταξύ των οποίων η αναιρεσείουσα) να καταβάλουν στους οκτώ πρώτους ενάγοντες τα αναφερόμενα ποσά, ως και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στην ένατη ενάγουσα το αναφερόμενο στην άνω απόφαση ποσό,ότι κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν οι αναφερόμενες εφέσεις (μεταξύ των οποίων η έφεση της αναιρεσείουσας),επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου,με την οποία έγινε δεκτή η έφεση των εννέα πρώτων αναιρεσιβλήτων και αναγνωρίσθηκε ότι οι εναγόμενοι (μεταξύ των οποίων η αναιρεσείουσα) υποχρεούνται να καταβάλουν στους οκτώ πρώτους ενάγοντες τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ποσά, ως και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στην ένατη ενάγουσα το αναφερόμενο στην ίδια απόφαση ποσό.

Περαιτέρω, με την αίτηση αναίρεσης ζητεί η αναιρεσείουσα να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή των εννέα πρώτων αναιρεσιβλήτων και παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο κατ άρθρο 580 παρ.3 του Κ.Πολ.Δ. Εφόσον στην αίτηση περιέχεται το άνω αίτημα αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης και παραπομπής της υπόθεσης στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση και δεδομένου ότι, κατ άρθρο 579 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, δηλαδή ερευνάται και κρίνεται εκ νέου η έφεση από το Εφετείο, στο άνω αίτημα της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης περιέχεται εμμέσως και αίτημα για την ουσία της υπόθεσης, συνιστάμενο στην παραδοχής της έφεσης της αναιρεσείουσας και, στη συνέχεια, στην απόρριψη της κατ αυτής αγωγής των άνω αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και ως προς την εξεταζόμενη προϋπόθεση του τυπικά παραδεκτού αυτής ως δικογράφου, ο δεν αντίθετος ισχυρισμός των παρισταμένων εκ των εννέα πρώτων αναιρεσιβλήτων περί απαραδέκτου αυτής λόγω έλλειψης της παραπάνω προυπόθεσης, που προβάλλεται με τις εμπροθέσμως, κατ΄ άρθρο 570 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., κατατεθείσες στις 13-4-2007 προτάσεις τους, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων που ήταν διάδικοι στη δίκη μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντα, όχι, όμως, εναντίον όλων αυτών αλλά μόνο εναντίον εκείνων από αυτούς από τους οποίους επιδιώκεται με αυτή και, με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειές της, είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της που στρέφεται κατά κατ εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη με αυτήν πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμη ευδοκιμήσει λόγος αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με την κρινόμενη αίτηση ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης μόνο κατά το μέρος της που δέχθηκε την από 30-10-2003 ευθεία αγωγή των εννέα πρώτων αναιρεσιβλήτων κατ' αυτής και επομένως δεν ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος της που δέχθηκε την από 7-11-2003 πλαγιαστική αγωγή των ίδιων ως άνω αναιρεσιβλήτων κατά της δέκατης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας ΑLLIANZ Α.Ε.Γ.Α.".

΄Hτοι, κατά το αιτητικό της αίτησης και αν γίνει δεκτή αυτή δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη δέκατη αναιρεσίβλητη. Επί πλέον, οι με την αίτηση προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως (πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης) δεν αφορούν την τελευταία (δέκατη) αναιρεσίβλητη. Κατ΄ακολουθίαν, η αίτηση αναίρεσης, εφόσον οι με τους λόγους της αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες δεν αφορούν τη δέκατη αναιρεσίβλητη, ως προς την οποία δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση και αν ευδοκιμήσει η αναίρεση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη καθόσον στρέφεται κατά της άνω (δέκατης) αναιρεσίβλητης.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.Α.Π. 30/1997,Ολομ.Α.Π. 28/1997).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 922 Α.Κ., ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Περαιτέρω, από το άρθρο 24 του Α.Ν.1565/1939 "περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος (που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ.

κατ άρθρο 47 του Εισαγ.Ν.Α.Κ.),σε συνδυασμό με τα άρθρα 652,330 και 914 του Α.Κ.,προκύπτει ότι ο ιατρός ευθύνεται σε αποζημίωση για τη ζημία που έπαθε ο ασθενής πελάτης του από κάθε αμέλειά του,ακόμη και ελαφρά,εάν,κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων,παρέβη την υποχρέωση επιμελείας του να ενεργήσει σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης.Από το συνδυασμό όλων των ως άνω διατάξεων σαφώς προκύπτει για τη θεμελίωση της ευθύνης, ως προστήσασας, της κλινικής (του θεραπευτηρίου, ιδρύματος, κ.λ.π.) στην οποία ο ιατρός νοσήλευσε τον παθόντα πελάτη του, αρκεί και η παροχή εκ μέρους αυτής γενικών μόνο οδηγιών ως προς τον τόπο, το χρόνο και τους όρους εργασίας του ιατρού μέσα στην κλινική.

Αρκεί δηλαδή μία χαλαρή έστω εξάρτηση του ιατρού από την κλινική ,όσον αφορά τα ως άνω γεγονότα ( τόπο, χρόνο και όρους εργασίας),τα οποία έτσι αρκούν για το χαρακτηρισμό της κλινικής ως προστήσασας. Διότι η παροχή ειδικών οδηγιών προς τον ιατρό κάθε φορά για την άσκηση της υπηρεσίας του δεν είναι δυνατή, αφού ο ιατρός είναι υποχρεωμένος κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων να ενεργήσει όχι σύμφωνα με τις ενδεχόμενες αυτές ειδικές οδηγίες, αλλά σύμφωνα, όπως προαναφέρθηκε, με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης, ήτοι τα διδάγματα αυτής και την πείρα που αποκτήθηκε από αυτά.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, το οποίο δίκασε τις εφέσεις των διαδίκων κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, εκδοθείσης επί των δύο αγωγών των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της ήδη αναιρεσείουσας εταιρίας (ΥΓΕΙΑ Α.Ε.),του ιατρού Γ1, της νοσηλεύτριας .... και των ανωνύμων εταιριών "ALLIANZ ΑΕΓΑ" και "INTERAMERICAN A.E.",με τις οποίες (αγωγές) οι πρώτοι ζήτησαν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν τα αναφερόμενα σ αυτές ποσά και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στην ένατη τούτων το στην πρώτη αγωγή αναφερόμενο ποσό, δέχθηκε, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι για το θάνατο του Χ1, έχοντος την αναφερόμενη συγγένεια με κάθε ενάγοντα,ο οποίος εμφάνισε υπαραχνοειδή αιμορραγία, συνεπεία ρήξεως ανευρίσματος εγκεφαλικής αρτηρίας και εισήχθη αρχικά στο νοσοκομείο "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ" και ακολούθως στο ιδιωτικό θεραπευτήριο της αναιρεσείουσας ΥΓΕΙΑ,όπου και υποβλήθηκε σε επέμβαση αποκλεισμού του ανευρίσματος αυτού με τη μέθοδο του εμβολισμού, αποκλειστικά υπαίτιος, κατά τα στην προσβαλλομένη με λεπτομέρεια αναφερόμενα, είναι ο πραγματοποιήσας την επέμβαση αυτή, κατόπιν συμφωνίας με τους ενάγοντες, ιατρός Γ1, ο οποίος παρείχε τις ιατρικές του υπηρεσίες στο χώρο του άνω θεραπευτηρίου, κάνοντας χρήση των χειρουργείων, των μηχανημάτων και των παρεχόμενων σ αυτόν διευκολύνσεων, ως και του απαιτούμενου ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού της αναιρεσείουσας.

Και ότι η τελευταία, προστήσασα στην υπηρεσία της τον υπαίτιο ως άνω νευροχειρουργό ευθύνεται εις ολόκληρον με αυτόν για τη ζημία που προκάλεσε στους ενάγοντες-εννέα πρώτους αναιρεσιβλήτους. Εφόσον ο άνω ιατρός παρείχε τις υπηρεσίες του στο χώρο του θεραπευτηρίου της αναιρεσείουσας, κάνοντας χρήση, στο πλαίσιο λειτουργίας αυτού, όλων των προαναφερθέντων (χειρουργείων, μηχανημάτων και προσωπικού), ως και των παρεχόμενων σ' αυτόν από την αναιρεσείουσα (συναφών) διευκολύνσεων, κατά τις παραδοχές, υπήρχε μία χαλαρή εξάρτηση του ιατρού αυτού από την αναιρεσείουσα ως προς τον τόπο, χρόνο και τους όρους εργασίας του στο θεραπευτήριό της.

Επομένως, υπήρχε μεταξύ της αναιρεσείουσας και του ιατρού σχέση προστήσεως κατ άρθρο 922 Α.Κ. και οι άνω αιτιολογίες του Εφετείου, ως προς την ύπαρξη της σχέσης αυτής, είναι επαρκείς και ο αντίθετος εκ του άρθρου 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Ο εκ του άρθρου 559 αριθ.11γ του Κ.Πολ.Δ., ιδρυόμενος λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων των διαδίκων και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και το με επίκληση προσκομισθέν από την αναιρεσείουσα 5280/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και ο εκ του άρθρου 559 αριθ.11γ του Κ.Πολ.Δ.

αντίθετος δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, δέχθηκε ότι από την 2137/2003 απόφασή του ίδιου δικαστηρίου (Εφετείου Αθηνών) προκύπτει δεδικασμένο ως προς την υπαιτιότητα, που ισχύει μεταξύ των διαδίκων της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση, το οποίο (δεδικασμένο) δεν καταλαμβάνει τους εννέα πρώτους αναιρεσιβλήτους, ενόψει του ότι οι οκτώ πρώτοι εξ αυτών δεν ήσαν διάδικοι στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η άνω απόφαση, ως προς δε την ένατη αναιρεσίβλητη, που ήταν διάδικος και στην άνω δίκη και είναι και στην παρούσα, δεν υφίσταται ταυτότης διαφοράς (αντικειμένου) μεταξύ της άνω δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα (2137/2003) απόφαση και της παρούσας δίκης, αφού αυτή στη δίκη εκείνη ζήτησε χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστη από τον εξ αμελείας του ιατρού Γ1 θάνατο του συζύγου της Χ1, ενώ στην παρούσα δίκη ζητεί τις καταβληθείσες από αυτή δαπάνες νοσηλείας και τα επίσης καταβληθέντα από αυτή έξοδα κηδείας του άνω συζύγου της.

Κατ΄ ακολουθίαν, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.16 του Κ.Πολ.Δ., κατ΄ ορθή υπαγωγή και ο αντίθετος δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 932 εδ. γ΄ του Α.Κ., σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου "οικογένεια του θύματος",προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, ως εκ της φύσεώς του, υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις εκ των κοινωνικών διαφοροποιήσεων κατά τη διαδρομή του χρόνου.

Κατά την αληθή όμως έννοια της εν λόγω διατάξεως, που απορρέει από το σκοπό της θεσπίσεώς της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλειά του, στην ανακούφιση του ηθικού πόνου των οποίων στοχεύει η διάταξη αυτή, αδιαφόρως αν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά (Ολομ.Α.Π. 21/2000).Με την έννοια αυτή, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται τα τέκνα αυτού, η σύζυγος, οι γονείς, οι εγγονοί, ως και ο γαμβρός και η νύφη του.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, δέχθηκε ότι οι ενάγοντες (τέκνο, γονείς, εγγονοί, νύφη και γαμβρός του θανατωθέντος) εμπίπτουν στην κατ΄ άρθρο 932 εδ.γ΄ του Α.Κ. οικογένεια του θύματος και δικαιούνται χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ψυχικής τους (συνεπεία της θανατώσεως του συγγενούς τους Χ1) οδύνης, από δε τον, υπό τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση συνθήκες, εξ αιτίας ιατρικού σφάλματος (βαρείας αμέλειας) του άνω ιατρού, επελθόντα θάνατο του συγγενούς τους αυτού δοκίμασαν λύπη, ψυχικό πόνο και στενοχώρια και για την ψυχική τους αυτή οδύνη η εύλογη χρηματική ικανοποίηση που οφείλεται στον καθένα ανέρχεται, ενόψει του βαθμού της αμέλειας του ιατρού, των αναφερόμενων στην προσβαλλομένη συνθηκών θανατώσεως του συγγενούς των εναγόντων Χ1, του είδους της προσβολής αυτής και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων μερών, στα αναφερόμενα στην προσβαλλομένη ποσά, ήτοι σε 80.000 ευρώ για το τέκνο και κάθε γονέα, σε 20.000 ευρώ για κάθε εγγονό, σε 15.000 ευρώ για το γαμβρό και σε 15.000 ευρώ για τη νύφη.

Το Εφετείο, που δέχθηκε με επαρκή αιτιολογία ότι στην οικογένεια του θανατωθέντος περιλαμβάνονται τα άνω πρόσωπα, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 932,57 και 59 του Α.Κ., και οι εκ του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. τρίτος λόγος του κύριου δικογράφου, κατά το πρώτο μέρος του και δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων, είναι αβάσιμοι.

Ενόψει του ότι το Εφετείο την άνω κρίση του σχημάτισε από τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης (μαρτυρικές καταθέσεις, με επίκληση πρσκομισθέντα έγγραφα), δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.10 του Κ.Πολ.Δ. και ο αντίθετος τρίτος λόγος του κύριου δικογράφου, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι αβάσιμος.

Τέλος, η κρίση του Εφετείου αναφορικά με το ύψος των επιδικασθέντων στους ενάγοντες ως άνω ποσών χρηματικής ικανοποιήσεώς του λόγω της εκ της θανατώσεως του συγγενούς τους ψυχικής τους οδύνης δεν ενέχει παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 932 του Α.Κ. σε συνδυασμό με το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος) και ο εκ του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ.

αντίθετος πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-2-2006 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΘΗΝΩΝ ΥΓΕΙΑ Α.Ε." για αναίρεση της 7493/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει για μεν τους πρώτο, τέταρτο, έμπτη, έκτη, έβδομη, όγδοο και ένατη αναιρεσιβλήτους στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ, για δε την δέκατη αναιρεσίβλητη επίσης στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις25 Μαΐου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ