Supreme Court allows appeal against lower court failure to consider sworn certificates proving property acquisition by usufruct.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court of Lamia's decision regarding property ownership. The appellants argued that the lower court failed to consider five sworn certificates submitted to prove the acquisition of property through usufruct. The Court ruled that since the lower court's judgment did not explicitly mention or refute these documents, it committed a procedural error by failing to take them into account. Consequently, the appeal was allowed in part, and the case was remitted to the same court for further examination by a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(c) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The failure of a court of first instance to consider evidence adduced by the parties, when such evidence is not refuted in the judgment, constitutes a ground for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1361 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1361/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Χριστίνα-Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Μερόπη Τζουγκαράκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. χήρας Π. Τ., το γένος Κ. και Γ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Οικονομοπούλου, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Σ. Τ. του Π. και της Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3) Α. Τ. του Π. και της Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της ιδίας ως άνω πληρεξουσίας δικηγόρου του, και κατέθεσε προτάσεις, 4) Λ. Τ. του Π. και της Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω πληρεξουσία δικηγόρο της, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. (Δ.) Ι. του Θ. και της Α., 2) Ν. Ι. του Θ. και της Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παναγιώτα Τσουνάκα, και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό, η δικηγόρος Βασιλική Οικονομοπούλου, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 4 αναιρεσίβλητη, παραιτείται από τους από 17-8-2023 προσθέτους λόγους και τις από 29-8-2023 προτάσεις της. Στη συνέχεια, η δικηγόρος Παναγιώτα Τσουνάκα, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 3 αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις ... σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Στυλίδας Φθιώτιδας, και την παρούσα δίκη συνεχίζει η εκ διαθήκης κληρονόμος αυτής Ο. Τ. του Γ. και της Α., κάτοικος ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2011 αγωγή του δικαιοπαρόχου των ήδη αναιρεσειόντων, Π. Τ. του Σ., κατοίκου ..., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 91/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 27/2017 μη οριστική, 127/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-10-2021 αίτησή και επιπροσθέτως, οι υπό στοιχεία 1, 3 και 4 αναιρεσείοντες, με τους από 14-3-2024 προσθέτους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξουσία των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, η πληρεξουσία των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθεμία την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του μεν άρθρου 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, του δε άρθρου 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου δίδεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της.
Περαιτέρω, στο άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.
Με το άρθρο 62 Ν. 4139/12-3-2013 προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3, το οποίο ορίζει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία απ' αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι: α) στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, από κοινού με άλλους που εμφανίσθηκαν, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο), εάν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας ως προς εκείνον (απολειπόμενο) προς τον δικηγόρο, που και για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση, β) στην περίπτωση που ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την οποία πλέον αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται ότι δεν παρίσταται και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, με βάση την οποία αυτός εμφανίζεται ότι επισπεύδει, με περαιτέρω αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της παραπάνω αναφερόμενης διάταξης του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Αρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι (ΟλΑΠ 7/2008, ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003) και γ) εφόσον οι αναιρεσείοντες ή οι αναιρεσίβλητοι είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση και εμφανίζεται γι' αυτούς δεν έχει την πληρεξουσιότητα μερικών ή και ενός έστω από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση, είτε αυτοί παρίστανται είτε δεν παρίστανται κατ' αυτήν, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους, αν οι διάδικοι αυτοί δεν έχουν κλητευθεί από τον αντίδικό τους ή από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση τυχόν ομοδίκους τους.
Αντιθέτως, σε περίπτωση απλής ομοδικίας ισχύει η ως άνω ρύθμιση της διάταξης του β' εδαφίου της παραγράφου 3, που καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις (άρθρο 98 Ν. 4139/2013) και κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση μόνον ως προς τον διάδικο, για τον οποίο δεν προσκομίσθηκε σχετικό πληρεξούσιο (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 415/2020, ΑΠ 306/2020, ΑΠ 110/2020, ΑΠ 573/2019,ΑΠ 206/2017, ΑΠ 453/2016, ΑΠ 593/2016, ΑΠ 625/2015, ΑΠ 33/2014).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 74 έως 78 ΚΠολΔ, 785 επ., 1113, 1884 επ. ΑΚ, συνάγεται ότι μεταξύ των συγκληρονόμων ή συγκληροδόχων δεν δημιουργείται σχέση αναγκαστικής ομοδικίας, αλλά απλής ως προς την κληρονομική μερίδα που ανήκει στον καθένα, γιατί η αξίωση καθενός ως προς τη μερίδα αυτή, είτε προσδιορίζεται κατ' ιδανικό μέρος, είτε αναφέρεται σε κληρονομιαίο πράγμα, δεν αποτελεί αδιαίρετο δίκαιο, που να επιβάλει τη συμμετοχή στη δίκη όλων των συνδικαιούχων (ΑΠ 55/2008). Από τη διάταξη δε του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκι, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως ή εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί, κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση (ΑΠ 110/2020, ΑΠ 690/2016), τις δε κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 306/2020).
Κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Κατά το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 306/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 29-10-2021 και υπ' αριθ. κατ. 25/29-10-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 127/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, την οποία άσκησαν οι υπεισελθόντες και συνεχίζοντες τη δίκη στη θέση του αρχικού ενάγοντος Π. Τ. του Σ. ως κληρονόμοι του, που προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 20-9-2023, οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 17-4-2022, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Από τα ταυτάριθμα με αυτή πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα κατά την ανωτέρω μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ο δεύτερος αναιρεσείων, Σ. Τ. του Π., ούτε υποβλήθηκε ως προς τον διάδικο αυτό η, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης.
Την συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης επέσπευσαν όλοι οι αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας και δη από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τους παριστάμενους αναιρεσείοντες εκθέσεις επίδοσης υπ' αριθ. ...-2023 της δικαστικής επιμελήτριας Πρωτοδικείου Αθήνας Ε.
Θ. με την συνημμένη από 9-2-2023 απόδειξη παραλαβής θυροκολληθέντος δικογράφου από το αστυνομικό τμήμα Φιλοθέης Ψυχικού και την από 10-2-2023 βεβαίωση αποστολής του ίδιου δικογράφου από το Κεντρικό Ταχυδρρομικό Γραφείο Αθήνας, υπ' αριθ. ...-2023 της δικαστικής επιμελήτριας Πρωτοδικείου Λαμίας Ν. Κ. με την συνημμένη από 9-2-2023 απόδειξη παραλαβής θυροκολληθέντος δικογράφου από το αστυνομικό τμήμα Στυλίδας Φθιώτιδας και την από 9-2-2023 βεβαίωση αποστολής του ίδιου δικογράφου από το Ταχυδρομείο Στυλίδας Φθιώτιδας και υπ' αριθ. ...-2023 της δικαστικής επιμελήτριας Πρωτοδικείου Λαμίας Ν.
Κ. με την συνημμένη από 9-2-2023 απόδειξη παραλαβής θυροκολληθέντος δικογράφου από το αστυνομικό τμήμα Συλίδας Φθιώτιδας και την από 9-2-2023 βεβαίωση αποστολής του ίδιου δικογράφου από το Ταχυδρομείο Στυλίδας Φθιώτιδας. Ειδικότερα, από τις ανωτέρω εκθέσεις επίδοσης προκύπτει ότι κατόπιν παραγγελίας του δικηγόρου Θρασύβουλου Σκλαβούνου, ως πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου για την 20-09-2023 και με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η συζήτησή της αναβλήθηκε για την ανωτέρω αναφερόμενη δικάσιμο της 17-4-2024 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους, στην τρίτη δε από αυτούς Ο.
Τ. του Γ., ως υπεισελθούσας στη θέση της αρχικής αναιρεσίβλητης Α. Κ. του Κ. και συνεχίζουσας τη δίκη ως κληρονόμος της. Εξάλλου, από τα πρακτικά συνεδρίασης της αρχικής δικασίμου του δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι, κατά τη συζήτηση εκείνη της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον δικηγόρο Θρασύβουλο Σκλαβούνο, ο οποίος όμως δεν προσκόμισε πληρεξούσιο έγγραφο, παρέχον σ' αυτόν την εξουσία εκπροσωπήσεώς τους.
Περαιτέρω, από το προσκομιζόμενο με επίκληση υπ' αριθ. ...-2024 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Λαμίας Κ. Μ. προκύπτει ότι οι πρώτη, τρίτος και τέταρτη αναιρεσείοντες χορήγησαν πληρεξουσιότητα στους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Θρασύβουλο Σκλαβούνο και Βασιλική Οικονομοπούλου να εγκρίνουν την άσκηση από τον πρώτο της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, να προσδιορίσουν δικάσιμο, να επισπεύσουν την συζήτηση και να παραστούν για λογαριασμό τους κατά τη δικάσιμο που θα ορισθεί ή κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο ενώπιον του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου.
Ο προαναφερόμενος δικηγόρος Θρασύβουλος Σκλαβούνος δήλωσε κατά την αρχική δικάσιμο ότι εκπροσωπεί, εκτός των υπολοίπων πρώτης, τρίτου και τέταρτου των αναιρεσειόντων, και τον δεύτερο αναιρεσείοντα, Σ. Τ. του Π., ο οποίος δεν εμφανίσθηκε κατά την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο, πλην όμως δεν προσκομίστηκε πληρεξούσιο έγγραφο του τελευταίου παρέχον στον δικηγόρο αυτόν πληρεξουσιότητα για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και για επίσπευση της συζήτησής της ή για την έγκριση της άσκησης και επίσπευσης και για λογαριασμό του, ενώ δεν προκύπτει ότι αυτός κλητεύθηκε από τους αναιρεσιβλήτους ή από τους παρισταμένους αναιρεσείοντες για να λάβει μέρος στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο.
Κατά συνέπεια, ακύρως επισπεύθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την αρχική δικάσιμο από τον δεύτερο αναιρεσείοντα και δεδομένου ότι δεν παραστάθηκε κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο και ούτε κλήθηκε να παρασταθεί κατ' αυτή, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτόν, καθότι συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες.
Η υπό κρίση από 23-10-2021 και υπ' αριθ. κατ. 25/29-10-2021 αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε κατά της εκδοθείσας, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, υπ' αριθ. 127/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η από 20-02-2014 και υπ' αριθ. κατ. 59/28-02-2014 έφεση του αρχικού ενάγοντος Π.
Τ. του Σ. κατά των εναγομένων Δ. Ι. του Θ., Ν. Ι. του Θ. και Α. Κ. του Κ. και κατά της εκδοθείσας, κατά την ίδια διαδικασία, ερήμην του, λόγω μη καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου, υπ' αριθ. 91/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας.
Εξάλλου, με την προεκδοθείσα, κατά την ίδια διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, 27/2017 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας επί της άνω εφέσεως του αρχικού ενάγοντος, αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης για την εξέταση των διαδίκων και την διενέργεια αυτοψίας.
Με την προσβαλλόμενη με την αναίρεση οριστική απόφασή του το Μονομελές Εφετείο Λαμίας έκανε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή την έφεση και εξαφάνισε την εκκληθείσα οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, που απέρριψε την από 12-12-2011 και υπ' αριθ. κατ. 23/20-01-2012 αγωγή, ως κατ' ουσία αβάσιμη, λόγω μη καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου και, αφού διακράτησε την υπόθεση, δίκασε επί της αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής και απέρριψε αυτή κατ' ουσία.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα με την κατάθεση του δικογράφου, την 29-10-2021 στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη οριστική απόφαση δικαστηρίου, μέσα στην οριζόμενη προθεσμία των δύο (2) ετών από την δημοσίευση αυτής, την 31-10-2019, αφού δεν προκύπτει και ούτε επικαλούνται οι διάδικοι επίδοσή της.
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Ο θάνατος του διαδίκου που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά, με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση και εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 5/2022, ΑΠ 619/2022).
Συνεπώς, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο (20-09-2023) νομίμως δηλώθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο της δηλούσας, Ο. Τ. του Γ., αφενός μεν η βίαιη διακοπή της δίκης ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη, Α. Κ. του Κ., λόγω θανάτου της, που επήλθε την ..., δηλαδή μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, αφετέρου δε η συνέχιση της δίκης από την δηλούσα, η οποία υπεισήλθε στη θέση της θανούσας, ως καθολική διάδοχός της. Επιπροσθέτως και πέραν της μη αμφισβήτησης της ως άνω κληρονομικής ιδιότητας της δηλούσας, προσκομίσθηκαν με επίκληση από αυτή αντίγραφα του υπ' αριθ. πρωτ. ... αποσπάσματος ληξιαρχικής πράξης θανάτου της θανούσας του ληξιαρχείου του δήμου Στυλίδας Φθιώτιδας και του υπ' αριθ. 977/06-12-2021 πρακτικού δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Λαμίας, με το οποίο δημοσιεύθηκε η από 28-05-2017 ιδιόγραφη διαθήκη της θανούσας, καθώς και τα πιστοποιητικά υπ' αριθ. 915/07-03-2024 του Ειρηνοδικείου Λαμίας περί μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης της και υπ' αριθ. πρωτ. 11333/17-11-2021 εγγύτερων συγγενών του δήμου Στυλίδας Φθιώτιδας.
Περαιτέρω, οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι και η συνεχίζουσα τη δίκη στη θέση της αρχικής τρίτης αναιρεσίβλητης προέβαλαν παραδεκτά με τις έγγραφες προτάσεις τους, που κατέθεσαν την 22-3-2024, ήτοι είκοσι (20) ημέρες πριν από την δικάσιμο (άρθρα 570 παρ. 1, 577 παρ. 2 ΚΠολΔ), τον ισχυρισμό περί απαραδέκτου της ασκηθείσας αίτησης αναίρεσης ως προς τους τρεις πρώτους αναιρεσείοντες ήτοι τους Α.
χήρα Π. Τ., Σ. Τ. και Α. Τ. (ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα είναι απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης), διότι κατά την ημέρα της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης κατά την αρχική δικάσιμο της 20-09-2023 οι αναιρεσείοντες αυτοί, δηλαδή πλην της τέταρτης αναιρεσείουσας, με δήλωσή τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 94, 96, 97, 98, 104, 294 295, 297, 299, 573 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της αναίρεσής του, πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, για να είναι έγκυρη και να επιφέρει την κατάργηση της δίκης, όταν γίνεται με δήλωση του δικηγόρου του, πρέπει να έχει προηγηθεί νόμιμος διορισμός αυτού, ως πληρεξουσίου δικηγόρου του παραιτούμενου αναιρεσείοντος για τον οποίο αρκεί γενική πληρεξουσιότητα από τον παραιτούμενο, η έλλειψη δε της πληρεξουσιότητας καθιστά την παραίτηση άκυρη (AΠ 692/2022, ΑΠ 429/2020, ΑΠ 308/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου της αρχικής δικασίμου της 20-09-2023 προκύπτει ότι κατά τη δικάσιμο εκείνη όλοι οι αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θρασύβουλο Σκλαβούνο, ο οποίος δήλωσε ότι οι τρεις πρώτοι αναιρεσείοντες Α. χήρα Π. Τ.
το γένος Κ. και Γ. Κ., Σ. Τ. του Π. και Α. Τ. του Π. παραιτούνται από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης κατά των αναιρεσιβλήτων. Στη συνέχεια, η πληρεξουσία δικηγόρος των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων δήλωσε τον θάνατο της τρίτης αναιρεσίβλητης, την ..., δηλαδή μετά την άσκηση της αναίρεσης και υπέβαλε αίτημα αναβολής της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, που έγινε δεκτό και αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο της 17-04-2024.
Από κανένα όμως στοιχείο δεν προκύπτει ότι έχει προηγηθεί νόμιμος διορισμός του εν λόγω δικηγόρου ως πληρεξουσίου των παραιτουμένων αναιρεσειόντων. Η ανωτέρω δήλωση παραίτησης των τριών πρώτων αναιρεσειόντων από το δικόγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσής τους, που έγινε πριν από την προφορική συζήτηση της υπόθεσης με την καταχωρηθείσα στα πρακτικά συνεδρίασης της αρχικής δικασίμου της 20-09-2023 του δικαστηρίου δήλωση του δικηγόρου τους, ο οποίος τους εκπροσώπησε στη συζήτηση εκείνη, χωρίς να αποδεικνύεται ο διορισμός του ως πληρεξούσιου δικηγόρου τους και για να δηλώσει ότι αυτοί παραιτούνται από το δικόγραφό της, δεν είναι σύννομη και δεν επέφερε την διαγραφόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις δικονομική συνέπεια, δηλαδή να θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε η αίτηση αναίρεσης από τους αναιρεσείοντες αυτούς.
Επομένως η ένδικη αίτηση αναίρεσης δεν πρέπει να θεωρηθεί ως μη ασκηθείσα (άρθρα 295 παρ. 1 και 299 ΚΠολΔ) και η παραίτηση από το δικόγραφο αυτής πρέπει να θεωρηθεί ως μη γενομένη (ΑΠ 1676/2010, ΑΠ 243/2007). Κατ' ακολουθία, ο προβληθείς περί απαραδέκτου ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επίσης, οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι και η συνεχίζουσα τη δίκη στη θέση της αρχικής τρίτης αναιρεσίβλητης προέβαλαν παραδεκτά με τις έγγραφες προτάσεις τους τον ισχυρισμό περί απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 570 παρ. 1, 577 παρ. 2 ΚΠολΔ), διότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων Θρασύβουλος Σκλαβούνος κατά την κατάθεση αυτής στη γραμματεία του Εφετείου Λαμίας την 29-10-2021, δεν (συγ)κατέθεσε και το προβλεπόμενο από το άρθρο 61 παρ. 1 Ν. 4194/2013 γραμμάτιο (προ)καταβολής εισφορών στον οικείο δικηγορικό σύλλογο, το οποίο προσκόμισε την 01-11-2021, ήτοι δύο ημέρες αργότερα.
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 61 παρ. 1 και 4 Ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων), μετά την αντικατάστασή τους από το άρθρο 7 παρ. 8 α' και γ' Ν. 4205/2013 "1. Ο δικηγόρος για την άσκηση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων και για την παράστασή του ενώπιον των δικαστηρίων και των δικαστικών συμβουλίων, υποχρεούται να προκαταβάλει στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο εισφορές, αποκλειστικά και μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο Παράρτημα III,... 4.
Ο δικηγόρος για την κατάθεση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων, καθώς και για την παράστασή του κατά τη συζήτηση των ανωτέρω ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων ενώπιον των δικαστηρίων και δικαστών οφείλει, στο πλαίσιο της υποχρέωσης προκαταβολής της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, να καταθέτει το σχετικό γραμμάτιο καταβολής, αλλιώς η αντίστοιχη διαδικαστική πράξη είναι απαράδεκτη".
Η καθιέρωση του εν λόγω απαραδέκτου δεν προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι με αυτές επιδιώκεται η εξυπηρέτηση σκοπών, που συνάπτονται προς την απονομή της δικαιοσύνης και δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο (ΑΠ 1807/2022, ΑΠ 122/2021, ΑΠ 1236/2019, ΑΠ 2126/2017, ΑΠ 605/2017).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τα πρώτο και τρίτο εδάφια της παρ. 1 του άρθρου 74 Ν. 4690/2020 και τα πρώτο και τρίτο εδάφια της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 Ν. 4790/2021, οι προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13-3-2020 μέχρι 31-5-2020 και από 7-11-2020 μέχρι 5-4-2021 με συνέπεια να μην υπολογίζονται τα πιο πάνω χρονικά διαστήματα, σε αυτές, τούτο δε ισχύει κατά την αληθή έννοια των πιο πάνω ρυθμίσεων και επί της προθεσμίας της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθρο 49 Ν. 4963/2022 (ΑΠ 629/2023, ΑΠ 412/2023, ΑΠ 987/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται κατά την έρευνα του παραδεκτού της ένδικης αίτησης αναίρεσης, από την 1-11-2019, επομένη της δημοσιεύσεως της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 127/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία χωρίς την προσωρινή αναστολή λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε την 01-11-2021, λόγω όμως της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13-3-2020 έως 31-5-2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7-11-2020 έως 6-4-2021 (5 μήνες), ήτοι συνολικού χρονικού διαστήματος 7 μηνών και 18 ημερών (ΑΠ 1298/2022), σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 1 εδ.
α Ν. 4690/2020 και 83 παρ. 1 εδ. α' Ν.4790/2021, δεν είχε συμπληρωθεί η διετής αυτή προθεσμία κατά την 01-11-2021, που εκδόθηκε το υπ' αριθ. Λ013784/01-11-2021 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του οικείου δικηγορικού συλλόγου. Ειδικότερα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε την 29-10-2021, ημέρα Παρασκευή, χωρίς το γραμμάτιο (προ)καταβολής εισφορών, το οποίο εκδόθηκε την 01-11-2021, ημέρα Δευτέρα, οπότε και κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Λαμίας, σύμφωνα με την συμπληρωματική καταχώρηση της αρμόδιας γραμματέα στην έκθεση κατάθεσης του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης.
Επιπροσθέτως, σύμφωνα με την από 10-04-2024 βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέα του δικηγορικού συλλόγου Λαμίας, το ανωτέρω γραμμάτιο εκδόθηκε την 01-11-2021, λόγω δυσλειτουργίας του σχετικού ηλεκτρονικού προγράμματος (bar.Olomeleia) την 29-10-2021. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο προβληθείς περί απαραδέκτου ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων.
Ενόψει και αυτών, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε από τους αναιρεσείοντες (πλην του δεύτερου), νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου. Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 Ν. 4842/2021 και ισχύει από 1-1-2022 (άρθρο 120 Ν. 4842/2021), καταλαμβάνει δε και τις εκκρεμείς δίκες, σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ. 2 εδ. β' αυτού, όπως τούτο διαμορφώθηκε με το άρθρο 21 παρ. 2 Ν. 4912/2022, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281 ΚΠολΔ, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο δε του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους, χωρίς να υπολογίζονται οι ημέρες κατάθεσης και επίδοσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, καθώς και η ημέρα της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 1376/2022, ΑΠ 154/2022 ΑΠ 506/2021, ΑΠ 824/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, η τέταρτη αναιρεσείουσα Λ. Τ. του Π. άσκησε εμπρόθεσμα πρόσθετο λόγο αναίρεσης με το από 17-8-2023 δικόγραφο, που κατατέθηκε την 18-8-2023 στην γραμματεία του Αρείου Πάγου υπ' αριθ. κατ. 103/18-8-2023, μέσα στην οριζόμενη προθεσμία των τριάντα (30) ημερών πριν από την αρχική δικάσιμο της 20-9-2023 και επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από αυτή εκθέσεις επίδοσης υπ' αριθ. ...-2023 του δικαστικού επιμελητή Πρωτοδικείου Πειραιώς Δ.
Σ. με την συνημμένη από 18-8-2023 απόδειξη παραλαβής θυροκολληθέντος δικογράφουε από το αστυνομικό τμήμα Φιλοθέης Ψυχικού και την από 18-8-2023 βεβαίωση αποστολής του ίδιου δικογράφου από τα ΕΛΤΑ Αθηνών (οδός ...), υπ' αριθ. ...-2023 της δικαστικής επιμελήτριας Πρωτοδικείου Λαμίας Ν. Κ. με την συνημμένη από 21-8-2023 απόδειξη παραλαβής θυροκολληθέντος δικογράφουε από το αστυνομικό τμήμα τυλίδας Φθιώτιδας και την από 21-8-2023 βεβαίωση αποστολής του ίδιου δικογράφου από το ταχυδρομείο Στυλίδας Φθιώτιδας και υπ' αριθ. 8825/18-8-2023 της δικαστικής επιμελήτριας Πρωτοδικείου Λαμίας Ν.
Κ. Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση της 17-04-2024 και πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και του από 17-08-2023 πρόσθετου λόγου αναίρεσης παραιτήθηκε η τέταρτη αναιρεσείουσα από το δικόγραφο του πρόσθετου λόγου αναίρεσης με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της Βασιλικής Οικονομοπούλου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά χωρίς να αντιλέξουν οι αναιρεσίβλητοι.
Επομένως, η παραίτηση της τέταρτης αναιρεσείουσας από το δικόγραφο του πρόσθετου λόγου αναίρεσης, που έγινε πριν από την συζήτηση της υπόθεσης με την καταχωρηθείσα στα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της, δυνάμει του υπ' αριθ. ...-2024 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Λαμίας Κ.
Μ., είναι σύννομη, με άμεση δικονομική συνέπεια να θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε ο από 17-08-2023 πρόσθετος λόγος αναίρεσης (άρθρα 295 παρ. 1 εδ. 1 και 299 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες κατέθεσαν το από 14-03-2024 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης στη γραμματεία του Αρείου Πάγου την 15-03-2024 (αριθ. κατ. 51/15-3-2024), που επιδόθηκε στους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους (υπ' αριθ. ...-2023 και ...-2024 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείου Πειραιά Α.
Α.) και εκ περισσού στον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ως αντίκλητο αυτών Κωνσταντίνο Λιανό (υπ' αριθ. ...-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Πρωτοδικείου Λαμίας Ν. Κ.) και στη συνεχίζουσα τη δίκη στη θέση της τρίτης αναιρεσίβλητης (υπ' αριθ. 15-03-2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Πρωτοδικείου Λαμίας Ν.
Κ. με τις συνημμένες από 19-03-2024 απόδειξη παραλαβής θυροκολληθέντος δικογράφου από το αστυνομικό τμήμα Στυλίδας Φθιώτιδας και από 19-03-2024 βεβαίωση αποστολής του ίδιου δικογράφου από το ταχυδρομικό γραφείο Λαμίας). Η κατάθεση και επίδοση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων έγινε νομότυπα και εμπρόθεσμα τριάντα (30) και πλέον ημέρες πριν από την ορισθείσα μετ' αναβολή δικάσιμο της 10-04-2024, κατά την οποία που συζητήθηκε η υπόθεση (ΑΠ 144/2024, ΑΠ 747/2023, ΑΠ 141/2023).
Πρέπει, επομένως, οι από 14-3-2024 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης να συνεκδικαστούν με τους λόγους της από 29-10-2021 αναίρεσης, λόγω της μεταξύ τους συναφείας (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ, αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται υποχρεωτικά με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 527/2023, ΑΠ 1078/2020, ΑΠ 921/2019) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο αυτών (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο οριζόμενος από την πρώτη διάταξη λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα ανάγνωσης και αποδίδει σε αποδεικτικό έγγραφο, διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά αυτό έχει και ακολούθως καταλήγει σε επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Έγγραφα κατά τον λόγο αυτό αναίρεσης είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ. αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1044/2013, ΑΠ 256/2012, ΑΠ 20/2011, ΑΠ 121/2011, ΑΠ 25/2011, ΑΠ 1134/2011).
Εξάλλου, για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ, πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου αυτού στην κατ' έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος είναι απαράδεκτος και απορριπτέος (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ). Αν έγινε ή όχι επίκληση του αποδεικτικού μέσου κρίνεται από τις προτάσεις του διαδίκου και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 109/2008). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 1563/2014, ΑΠ 640/2011, ΑΠ 109/2008, ΑΠ 446/2006).
Περαιτέρω σύμφωνα με την ως άνω διάταξη σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 566 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε (κατά λέξη παρατιθέμενο), γ) το διαφορετικό περιεχόμενο που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχει το έγγραφο αυτό, ούτως ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση να υπάρχει η δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο περί της ύπαρξης ή μη διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωση του εγγράφου, δ) ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 772/2017, ΑΠ 265/2015, ΑΠ 931/2014, ΑΠ 196/2012, ΑΠ 333/2011, ΑΠ 25/2011, ΑΠ 113/2010, ΑΠ 1573/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες (πλην του δεύτερου) με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ και υποστηρίζουν ότι το αποδεικτικό της πόρισμα στηρίχθηκε και στο υπ' αριθ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.
Κ., που νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, το οποίο όμως αναγνώσθηκε εσφαλμένα. Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται σε αναγραφή διακοσίων εβδομήντα (270) ελαιόδενδρων στο συμβόλαιο, που επικαλέστηκε ως τίτλο κτήσης ο αρχικός ενάγων, ενώ αναγράφεται σ' αυτό ότι υπάρχουν τριακόσια σαράντα (340) ελαιόδενδρα, με αποτέλεσμα η εσφαλμένη ανάγνωση του εν λόγω συμβολαίου ως προς τον μικρότερο, κατά εβδομήντα (70), αριθμό ελαιόδενδρων να οδηγήσει στην παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας ότι η έκταση που καταλαμβάνουν τα επίδικα ακίνητα είναι χέρσα, άγονη και βραχώδης, που είναι επιζήμια για τον βασικό αγωγικό ισχυρισμό του περί κτήσης κυριότητας επ' αυτών με χρησικτησία.
Από το παραδεκτά επισκοπούμενο δικόγραφο της αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αναφέρεται ως προς το ζήτημα αυτό ότι "... Ήμουν κύριος, νομέας και κάτοχος ενός ελαιοπερίβολου συνολικού εμβαδού 29.656,24 τ.μ. με 340 ελαιόδενδρα ...Περιήλθε σε μένα με το ...-1964 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου των Φαλάρων Φθιώτιδας Α.
Ν. Μ. ... Ο Ν. Κ. Κ. είχε καταστεί αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος του πωληθέντος σε μένα ελαιοπερίβολου ... σε εκτέλεση του ...-1963 προσύμφωνου διανομής ακινήτου του συμβολαιογράφου της Αθήνας Ε. Κ. Κ. ... και στο οποίο διανεμητήτιο το μεταβιβασθέν σε μένα εξ ολοκλήρου τεμάχιο ... περιείχε 340 ελαιόδενδρα. ...
Από την πώληση του ανωτέρω ελαιοπερίβολου των 340 ελαιοδένδρων σ' εμένα ... το κατείχα και ενεμόμουνα διαρκώς μέχρι σήμερα, το καλλιεργούσα με γεωργικά μηχανήματα και το επέβλεπα διαρκώς, σύλλεγα τους καρπούς του, κλάδευα, λίπαινα και πότιζα τις ελιές του και σύλλεγα τον ελαιόκαρπο, το καθάριζα από τα άγρια χόρτα και τους άγριους θάμνους ...
καταστάς αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος αυτού με αγορά με νόμιμο τίτλο και μεταγραφή, άλλως λόγω τακτικής χρησικτησίας, άλλως και επικουρικότερα έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον είχα στη νομή μου αυτό με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, δηλαδή δυνάμει του ανωτέρω ...-1964 συμβολαίου ...". (1η, 2η, 3η σελίδες).
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ως προς το ίδιο ζήτημα τα εξής: "... Παρότι στον τίτλο ιδιοκτησίας του ενάγοντος (αναιρεσείοντος) και δη στο υπ' αριθ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Κ. αναφέρεται ότι στο ακίνητο του ενάγοντος υπάρχουν 270 ελαιόδενδρα εντούτοις στην ένδικη αγωγή το σύνολο των ελαιοδένδρων ιδιοκτησίας του αναβιβάζονται στον αριθμό των 340 ελαιόδενδρων ...
αποδείχθηκε με σαφήνεια ότι στα επίδικα τμήματα δεν υπάρχουν ελαιόδενδρα, αλλά αντιθέτως η έκταση είναι χέρσα, άγονη και βραχώδης και εντός αυτής υφίστανται ορισμένες αγριελιές. Η ανωτέρω κρίση έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον ισχυρισμό του αρχικώς ενάγοντος ότι στην επίδικη έκταση υπάρχει μεγάλος αριθμός ελαιοδένδρων και ότι η έκταση αυτή είναι εύφορη ...". (3ο φύλλο).
Εξάλλου, στο επικαλούμενο και προσκομιζόμενο υπ' αριθ. 47699/12-01-1963 προσύμφωνο διανομής ακινήτου προκύπτει ότι αναγράφονται για το ίδιο ζήτημα τα εξής: "...
ΙΙ) Ο εκ των συμβαλλομένων Ν. Κ. Κ. θέλει λάβη εις την πλήρη, άμεσον, αποκλειστική και αδιαφιλονείκητο αυτού κυριότητα, νομή και κατοχή εις αναλογία του εξ αδιαιρέτου μεριδίου του των τριών δεκάτων έκτων (3/16) εκ του αγροκτήματος ..., α) ..., β) το τεμάχιο ... υπό τον αριθμό δύο (2) της Β περιοχής εκτάσεως είκοσι δύο χιλιάδων οκτακοσίων ενενήκοντα έξι μέτρων τετραγωνικών (22.896 μ2), περιέχον τριακόσια τεσσαράκοντα ελαιόδενδρα ήρεμα και άγρια ...". (4ο φύλλο).
Κατά τις ανωτέρω παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι το υπ' αριθ. 47699/1963 προσύμφωνο διανομής ακινήτων, είναι ο κτητικός τίτλος του ενάγοντος και εσφαλμένα αναγνώστηκε από το Εφετείο ότι αναφέρει περί ύπαρξης μόνο 270 ελαιόδενδρων ενώ ο εν λόγω τίτλος αναγράφει την ύπαρξη 340 ελαιόδενδρων. Ως εκ τούτου το Εφετείο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εν λόγω συμβολαιογραφικού εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικό διαφορετικό από εκείνο που πράγματι περιέχει.
Η προσβαλλόμενη απόφαση εξήρε την σημασία του εν λόγω συμβολαιογραφικού προσυμφώνου, το οποίο και συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος. Αντιστοίχως, η παραμόρφωση του περιεχομένου του, κατ' εσφαλμένη ανάγνωση από το Εφετείο του αριθμού των υπαρχόντων στην ευρύτερη έκταση ελαιοδένδρων, είχε επιβλαβή επίδραση στην κρίση του σχετικά με την αναλήθεια του αγωγικού ισχυρισμού ότι η επίδικη έκταση είναι εύφορη και επηρέασε την τελική έκβαση της δίκης.
Επομένως ο τρίτος πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο αποτελούν οι ένορκες βεβαιώσεις (άρθρο 339 ΚΠολΔ) που έχουν ληφθεί για να χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη δίκη και κατόπιν τήρησης των τασσόμενων από τις διατάξεις των άρθρων 421-424 ΚΠολΔ διατυπώσεων και τις προβλεπόμενες σ' αυτές προϋποθέσεις στην περίπτωση που ελήφθησαν μετά την έναρξη της ισχύος του Ν. 4335/2015, ή των διατάξεων του προϊσχύσαντος άρθρου 270 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 667/2020).
Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 421, 422 και 424 ΚΠολΔ, οι οποίες προστέθηκαν με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 Ν. 4335/2015 που ισχύει από 1-1-2016, ως έκτοτε τροποποιήθηκαν και αντικαταστάθηκαν με το Ν. 4842/2021 που ισχύει από 1-1-2022 και σύμφωνα με την παρ. 1 εδ. β' του άρθρου 116 του άνω νόμου εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, συνάγεται ότι είναι παραδεκτή η επίκληση και προσκόμιση από τους διαδίκους, προαποδεικτικώς προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, αρμοδίως ληφθεισών, κατά την εν λόγω διάταξη του άρθρου 421 ΚΠολΔ, ενόρκων βεβαιώσεων, υπό την προϋπόθεση της επιδόσεως επιμελεία του ενδιαφερομένου διαδίκου, προ δύο (2) τουλάχιστον εργασίμων ημερών πριν από την ημερομηνία λήψεως της βεβαιώσεως, κλήσεως προς τον αντίδικο, στην οποία να αναφέρονται η αγωγή ή το ένδικο βοήθημα ή το ένδικο μέσο, το οποίο αφορά η βεβαίωση, ο τόπος, η ημέρα και η ώρα λήψεως της βεβαιώσεως και το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και η διεύθυνση κατοικίας του βεβαιούντος, εάν δε παραλειφθεί η εν λόγω επίδοση ή το δικόγραφο της κλήσεως δεν περιέχει τα προαναφερόμενα στοιχεία, αυτεπαγγέλτως, ανεξαρτήτως βλάβης, η δοθείσα βεβαίωση δεν λαμβάνεται υπ' όψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικό μέσο στην δίκη, την οποία αφορά, ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Η εν λόγω ρύθμιση καταλαμβάνει, κατά τη διάταξη της παραγράφου 4 του ενάτου άρθρου Ν. 4335/2015, κατ' εφαρμογή της καθιερουμένης από τις διατάξεις των άρθρων 12, 21 εδ. β' και 24 παρ. 1 εδ. α' ΕισΝΚΠολΔ γενικής δικονομικής αρχής ότι οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο το ισχύον κατά τον χρόνο διενεργείας αυτών, τις επιδιδόμενες από της 1ης Ιανουαρίου 2016 και εξής κλήσεις, έστω και εάν οι σχετικές αγωγές ή τα ένδικα βοηθήματα ή τα ένδικα μέσα έχουν ασκηθεί πριν από την εν λόγω ημερομηνία (.ΑΠ 1831/2023, ΑΠ 1538/2022, ΑΠ 23/2022, ΑΠ 1175/2019, ΑΠ 673/2018).
Επομένως, η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, αφορά τα έγγραφα που προσκομίστηκαν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα (άρθρα 432 επ. ΚΠολΔ), είτε προκειμένου να χρησιμεύσουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρο 395 ΚΠολΔ) και όχι τις ένορκες βεβαιώσεις (ΑΠ 507/2022, ΑΠ 17/2015, ΑΠ 1523/2010, ΑΠ 829/2010, ΑΠ 99/2010, ΑΠ 42/2007).
Εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ξεχωριστά αποδεικτικά μέσα και δεν περιλαμβάνονται στα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ έγγραφα, πρέπει να γίνεται ειδική μνεία τους στην απόφαση, η οποία (μνεία) αν δεν γίνεται, ούτε προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι αυτές (ένορκες βεβαιώσεις) λήφθηκαν υπόψη, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 11 περ.
γ' ΚΠολΔ (139/2024, ΑΠ 50ΑΠ 197/2013, ΑΠ 1651/2012, ΑΠ 886/2008). Απαραίτητη προϋπόθεση για την εκτίμηση των ένορκων βεβαιώσεων από το δικαστήριο της ουσίας, είναι ότι πρέπει, όπως όλα τα αποδεικτικά μέσα, να προσκομίσθηκαν με επίκληση κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να προσδιορίζονται τα στοιχεία αυτών με σαφήνεια, ήτοι με τον αριθμό τους, το όνομα του μάρτυρα που εξετάστηκε, το όργανο ενώπιον του οποίου έγιναν και επίσης να έχουν ληφθεί μετά από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, πριν από δύο τουλάχιστον ημέρες από τη λήψη τους, ο οποίος υποχρεούται στην επίκληση και απόδειξη της κλητεύσεως, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, γιατί η έλλειψή της συνεπάγεται το ανυπόστατο της ένορκης βεβαίωσης ως αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 439/2017, ΑΠ 722/2016).
Η κλήτευση και ο χρόνος αυτής, ο έλεγχος των οποίων ανήκει στο δικαστήριο, αποδεικνύεται από τον επικαλούμενο και προσκομίζοντα την ένορκη βεβαίωση με την προσκομιδή της σχετικής έκθεσης επίδοσης που αποτελεί δημόσιο έγγραφο και παράγει πλήρη απόδειξη και όχι από την ένορκη βεβαίωση αυτή καθ' εαυτή.
Η βεβαίωση δε του δικαστηρίου ότι προσκομίζεται ή όχι ένα έγγραφο, αφορά σε πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 946/2018, ΑΠ 708/2015). Η επίκληση και προσκομιδή του αποδεικτικού επιδόσεως δεν είναι αναγκαία, όταν ο αντίδικος του επικαλουμένου την ένορκη βεβαίωση, ομολογεί με τις προτάσεις του τη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευσή του για να παραστεί κατά τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης.
Το όριο των πέντε (5) ενόρκων βεβαιώσεων, δηλαδή ενόρκων βεβαιώσεων πέντε (5) και μόνον προσώπων, έστω και αν αυτές περιέχονται στην με ίδιο αριθμό συνταγείσα ενώπιον του ειρηνοδίκη ή του συμβολαιογράφου σχετική έκθεση (ΑΠ 1911/2017) ισχύει αθροιστικά και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και για το σύνολο των αντικειμένων της δίκης που κάθε διάδικο μέρος αποσκοπεί να υποστηρίξει ή να αντικρούσει με τις ένορκες βεβαιώσεις (ΑΠ 1456/2013, ΑΠ 1103/2011).
Αν προσκομισθούν από ένα διάδικο μέρος περισσότερες από πέντε (5) ένορκες βεβαιώσεις, το δικαστήριο υποχρεούται να λάβει υπόψη τις πέντε (5) πρώτες κατά τη σειρά επίκλησής τους, αν περιλαμβάνονται δε στην ίδια έκθεση περισσότερες από πέντε (5) χωρίς ειδική επίκληση, τις πέντε (5) πρώτες από αυτές, διότι οι πέραν των πέντε (5) προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις είναι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 422 παρ. 3 ΚΠολΔ ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και ως τέτοιο δεν λαμβάνεται υπόψη, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1103/2022, ΑΠ 1470/2021).
Κατά το άρθρο 409 παρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ, οι μάρτυρες καταθέτουν προφορικά και μπορούν, κατά την κρίση του δικαστή, να χρησιμοποιούν σημείωμα για να βοηθήσουν τη μνήμη τους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η κατάθεση του μάρτυρα δεν είναι άκυρη, αν δόθηκε με τη χρησιμοποίηση σημειώματος (ΑΠ 11/1987). Το ανωτέρω άρθρο 409 παρ. 1 εδ.
β' ΚΠολΔ, δεν συμπεριλαμβάνεται στις ρητά αναφερόμενες στο άρθρο 423 ΚΠολΔ διατάξεις, οι οποίες, σύμφωνα με αυτό, εφαρμόζονται αναλόγως για τις ένορκες βεβαιώσεις.
Εξάλλου, η επισήμανση της συμβολαιογράφου ενώπιον της οποίας δόθηκαν οι ένορκες βεβαιώσεις ότι έγινε χρήση προγραμμένου σημειώματος, ουδόλως αποδεικνύεται ότι έχει την έννοια της παράδοσης γραπτού σημειώματος των μαρτύρων στη συμβολαιογράφο, το οποίο περιέχει το σύνολο της καταθέσεως των παραπάνω μαρτύρων, που η συμβολαιογράφος αυτοτελεξεί αντέγραψε στην ένορκη βεβαίωση και όχι της επιτρεπτής κατά την ως άνω διάταξη χρήσης σημειώματος προς υποβοήθηση της μνήμης αυτών. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν γίνει δεκτό ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται αναλογικά και στις ένορκες βεβαιώσεις, είναι δυνατή, σύμφωνα με αυτή, κατά την εξέταση του μάρτυρα χρήση σημειώματος για να βοηθήσει τη μνήμη του.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες (πλη του δεύτερου) προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, αν και ο αρχικός ενάγων με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του στο Πρωτοδικείο και οι συνεχίζοντες τη δίκη εκκαλούντες στο Εφετείο, προς υποστήριξη της αγωγής του και της έφεσής τους, είχαν νομίμως επικαλεστεί και προσκομίσει τις νομίμως ληφθείσες ενώπιον συμβολαιογράφου και περιλαμβανόμενες στην σχετική έκθεσή του ένορκες βεβαιώσεις επτά (7) μαρτύρων, από τις οποίες αποδεικνυόταν ο αγωγικός ισχυρισμός του (ενάγοντος) ότι νεμόταν με διάνοια κυρίου διαρκώς από 5-04-1964, άλλως από 16-04-1979 μέχρι την άσκηση της αγωγής ελαιοπερίβολο εμβαδού 29.656,24 τ.μ.
με 340 ελαιόδενδρα, στο οποίο περιλαμβάνονται τα επίδικα τμήματα, όμως το Εφετείο δεν τις έλαβε υπόψη και δεν τις συνεκτίμησε με τις άλλες αποδείξεις. Με τις προτάσεις τους οι συνεχίζοντες την δίκη αναιρεσείοντες επικαλούνται και προσκομίζουν τόσο τις ένορκες βεβαιώσεις όσο και τις νομίμως επιδοθείσες κλήσεις προς τους αναιρεσιβλήτους.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις, αν και είχε γίνει νόμιμη επίκληση και προσκόμιση με τις κατατεθείσες από 17-9-2018 προτάσεις ενώπιον του Εφετείου (σελίδα 12 με αριθμούς σχετικών 50 και 51), τόσο των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων, που περιέχονται στην υπ' αριθ. ...-2013 έκθεση της συμβολαιογράφου Φαλάρων Μ.
Β.-Τ., όσο και των εκθέσεων επίδοσης υπ' αριθ. ...-2013, ...-2013 και ...-2013 του δικαστικού επιμελητή Αθήνας Ν. Τ., με τις συνημμένες σε έκαστη έκθεση επίδοσης αποδείξεις εγχείρισης εγγράφου προς το αστυνομικό τμήμα Φιλοθέης καθώς και τις συνημμένες στις δύο πρώτες εκθέσεις επίδοσης από 4-3-2013 και στην τρίτη έκθεση επίδοσης από 1-3-2013 βεβαιώσεις αποστολής του ίδιου εγγράφου από το κεντρικό ταχυδρομικό κατάστημα Αθήνας, αντίστοιχα.
Από τις εκθέσεις επίδοσης αποδεικνύεται ότι την 1-03-2013 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους η από 27-02-2013 κλήση και γνωστοποίηση μαρτύρων του (αρχικού) ενάγοντος, με την οποία γνωστοποιεί σε αυτούς ότι για την απόδειξη των θεμάτων της ένδικης αγωγής του, που επρόκειτο να συζητηθεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας την 7-3-2013, θα εξετάσει στην αναφερόμενη συμβολαιογράφο δέκα (10) μάρτυρες, των οποίων αναφέρει το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και την διεύθυνση κατοικίας και επίσης γνωστοποιεί την ημερομηνία λήψης των ένορκων βεβαιώσεων, ήτοι την 6-03-2013, ημέρα Τετάρτη και ώρα 19.00 μ.μ., όταν και πράγματι δόθηκαν οι ένορκες βεβαιώσεις των επτά (7) από τους γνωστοποιηθέντες ενόρκως βεβαιούντες, ήτοι από τους 1) Π.
Γ. του Σ., 2) Γ. Μ. του Κ., 3) Π. Κ. του Ν., 4) Μ. Σ. του Θ., 5) Σ. Τ. του Η., 6) Ι. Μ. του Π. και 7) Α. Π. του Κ. Συγκεκριμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου αναφέρονται τα εξής: "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (βλ.
πρακτικά συνεδριάσεως) και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι ίδιοι προσκομίζουν νόμιμα και επικαλούνται, στα οποία περιλαμβάνεται και η από 9-5-2017 έκθεση αυτοψίας, που λήφθηκαν όλα υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: ....". Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εκτίμησε τις αποδείξεις που προσκομίσθηκαν χωρίς να κάνει μνεία στις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις ή το περιεχόμενό τους, κατέληξε τελικώς στην απόρριψη της αγωγής ως κατ' ουσία αβάσιμης.
Κατά συνέπεια, ούτε από τη γενική διαβεβαίωση, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε από το υπόλοιπο σκεπτικό της προκύπτει, λαμβάνοντας υπόψη και την προαναφερόμενη δικονομική φύση των ένορκων βεβαιώσεων ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τις εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις, αφού δεν μνημονεύονται, ειδικά, στην απόφαση, ούτε και γίνεται άλλη, άμεση ή έμμεση, αναφορά στο περιεχόμενό τους, ούτε εκτίθεται ότι αποκρούστηκε η προσκόμισή τους.
Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην οικεία νομική σκέψη, το Εφετείο, αφού δεν προκύπτει ότι, για το σχηματισμό της κρίσης του για την ουσία της υπόθεσης, έλαβε υπόψη τις επιτρεπόμενες πέντε (5) από τις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις, που θεωρείται ότι προσκομίστηκαν, καθόσον η απόφαση δεν βεβαιώνει το αντίθετο, υπέπεσε στην πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου, το οποίο οι συνεχίζοντες την δίκη αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεών τους (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), νόμιμα και εμπρόθεσμα επικαλέστηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και αποσκοπούσε στην απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού του αρχικού ενάγοντος περί κτήσης της κυριότητας των επίδικων ακινήτων και με πρωτότυπο τρόπο (χρησικτησία).
Επομένως, ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ, λόγω αναιρετικής εμβέλειας, των ανωτέρω πρόσθετων λόγων που έγιναν δεκτοί, παρέλκει η εξέταση του λοιπών διατυπούμενων λόγων (του κύριου και πρόσθετου δικογράφου) αναίρεσης από τους αριθμούς 11 γ' (μη λήψη υπόψη λοιπών αποδεικτικών μέσων), 8, 9, 10 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή διαφορετικό από τον εκδόσαντα την απόφαση αυτή. Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 του ίδιου Κώδικα, η απόδοση στους αναιρεσείοντες, πλην του δεύτερου, του καταβληθέντος απ' αυτούς, για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.
Τα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 29 Οκτωβρίου 2021 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 127/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα Σ. Τ. του Π.
Αναιρεί κατά τα λοιπά την υπ' αριθ. 127/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο από άλλο δικαστή, πλην του εκδόσαντος την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου στους παριστάμενους αναιρεσείοντες.
Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσιβλήτων τα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000 €).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Αυγούστου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου