Legislator Case Law & Legislation
1361/2022 AI generated

Supreme Court allows bank's appeal, remands case for breach of contract due to creditor's intent to harm.

Case Number 1361/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the bank's appeal against the Court of Appeal's dismissal of its claim for the annulment of a property transfer. The bank argued that the debtor transferred assets while insolvent, intending to harm the bank's creditor rights, despite the Court of Appeal's failure to examine the debtor's knowledge of the debt. The court ruled that the Court of Appeal erred in not assessing the debtor's intent to harm, thereby violating substantive law and remanding the case for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 939-942 of the Civil Code; The creditor is entitled to demand the annulment of any alienation made by the debtor to their detriment if their remaining assets are insufficient to satisfy their claim, provided the debtor had the intent to harm the creditor at the time of the transfer.

Keywords

AI generated
annulment of contract intent to harm creditor's rights insolvency property transfer bankruptcy proceedings civil code provisions

Cited Legislation

AI generated
Articles 939-942 of the Civil Code
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 564 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1361 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1361/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "EUROBANK ERGASIAS", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Η. Τ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπαδημητράκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/8/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4492/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 527/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/5/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 29-5-2018 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 527/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε την έφεση των αναιρεσίβλητων κατά της 4492/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την τελευταία απόφαση, είχε γίνει δεκτή η από 23-8-2011 αγωγή της αναιρεσείουσας και είχε απαγγελθεί η διάρρηξη της αναφερόμενης δικαιοπραξίας μεταβίβασης ακινήτου από τον πρώτο προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, μετά την εξαφάνιση της οριστικής απόφασης, το Εφετείο, δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939-942 ΑΚ, συνάγεται ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης, που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους.

Συνεπώς, για τη γέννηση της αξίωσης προς διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας και την προστασία των δανειστών απαιτείται η συνδρομή των κατωτέρω προϋποθέσεων: 1) Η ύπαρξη απαίτησης κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά το χρόνο που ο οφειλέτης επιχειρεί απαλλοτρίωση, η οποία να έχει γίνει ληξιπρόθεσμη κατά την πρώτη στο ακροατήριο συζήτηση της αγωγής για διάρρηξη, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί δικαστικά ούτε να είναι εξοπλισμένη με εκτελεστό τίτλο. (ΑΠ 1300/2019, ΑΠ 1116/2018, ΑΠ 708/2017).

Την ιδιότητα του δανειστή λογίζεται ότι έχει και ο φορέας ενοχικής απαίτησης, που τελεί υπό αναβλητική προθεσμία, διότι η προθεσμία δεν εξαρτά τη γένεση του ενοχικού δικαιώματος από την πάροδο του χρόνου, που έχει ταχθεί, αλλά αναστέλλει μόνο την ενάσκησή του, την οποία μεταθέτει στο μέλλον, ήτοι αρκεί να έχουν συντελεστεί μέχρι και το χρόνο της απαλλοτρίωσης, τα παραγωγικά γεγονότα για τη γέννηση της απαίτησής του και επιπλέον αυτή να έχει γίνει ορισμένη, απαιτητή και ληξιπρόθεσμη, κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο της περί διάρρηξης αγωγής (ΑΠ 365/2019, ΑΠ ...9/2019, ΑΠ 1349/2018, ΑΠ 731/2017). 2) Απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη προς τρίτον, η οποία περιλαμβάνει μεταξύ άλλων κάθε σοβαρή και ηθελημένη (μη εικονική) διάθεση ή εκποίηση με δικαιοπραξία ή άλλη ενέργεια, που επάγεται μείωση της υπέγγυας περιουσίας, ανεξάρτητα αν είναι επαχθής ή χαριστική, 3) αφερεγγυότητα του οφειλέτη, που δημιουργείται εξαιτίας της απαλλοτρίωσης, δηλαδή ανεπάρκεια της υπολειπόμενης εμφανούς περιουσίας του οφειλέτη για την ικανοποίηση του δανειστή, η οποία οφείλεται αιτιωδώς στην απαλλοτρίωση (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 1902/2013).

Η βασική αυτή προϋπόθεση της αξίωσης του δανειστή προς διάρρηξη της προς τρίτο γενόμενης από τον οφειλέτη καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης στοιχείου της περιουσίας του, ήτοι η αφερεγγυότητα του οφειλέτη, πρέπει να συντρέχει, όχι μόνο κατά την απαλλοτρίωση, αλλά και κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής διάρρηξης, που είναι και ο κρίσιμος χρόνος κατά τον οποίο κρίνεται το στοιχείο της βλάβης του δανειστή (ΑΠ 1341/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 778/2015), και να υφίσταται κατά τον χρόνο συζήτησης αυτής (ΑΠ 1284/2011, ΑΠ 846/2011).

Η επάρκεια, δε, ή η ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη και επομένως η ύπαρξη αφερεγγυότητάς του κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία και τέτοια είναι κατ' αρχήν, όσα είναι γενικώς γνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σ' αυτά εκτέλεση οι δανειστές για την ικανοποίησή τους, όπως προπάντων είναι τα ακίνητα, ως προς τα οποία ισχύει σύστημα δημοσιότητας, ενώ δεν υπολογίζονται τα αφανή περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή όσα δεν είναι γενικώς γνωστά στους δανειστές και επομένως εξομοιώνονται με ανύπαρκτα γι' αυτούς περιουσιακά στοιχεία, αφού με διαφορετική εκδοχή τίθεται σε κίνδυνο ο επιδιωκόμενος με τη διάρρηξη σκοπός της προστασίας των δανειστών από καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις (ΑΠ 928/2014, ΑΠ 651/2008, ΑΠ 941/2007, ΑΠ 1001/2007).

Η αφερεγγυότητα του οφειλέτη θα πρέπει να συνδέεται αιτιωδώς, (σχέση αιτίου-αιτιατού), με την απαλλοτριωτική πράξη. Για να συντρέχει το (απαραίτητο για την καταδολίευση δανειστών), στοιχείο της βλάβης, απαιτείται να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ απαλλοτρίωσης και βλάβης, καθώς μόνο έτσι διαπιστώνεται η χειροτέρευση της θέσης του δανειστή λόγω της απαλλοτρίωσης, πριν από την οποία η ικανοποίηση του τελευταίου (έστω και μερική), ήταν δυνατή, αλλά ματαιώθηκε ή κατέστη δυσχερής εξαιτίας της απαλλοτρίωσης.

Δηλαδή, δεν αρκεί να είναι αδύνατη ή δυσχερής η ικανοποίηση του δανειστή μετά την απαλλοτρίωση, αλλά θα πρέπει να χειροτερεύει πραγματικά τη θέση του σε σχέση με την προ της απαλλοτρίωσης κατάσταση και εξαιτίας της απαλλοτρίωσης. Το ζήτημα όμως αυτό θα πρέπει να κρίνεται κατά περίπτωση και να αποκλείεται η πλήρωση του στοιχείου της βλάβης, αν από τις ιδιαίτερες περιστάσεις προκύπτει ότι ήταν απίθανη η έστω και ελάχιστη ικανοποίηση του δανειστή πριν από την απαλλοτρίωση, οπότε δεν θεμελιώνεται ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ απαλλοτρίωσης και βλάβης, καθώς η μη ικανοποίηση του δανειστή δεν οφείλεται στην απαλλοτρίωση.

Επίσης, η πρόθεση βλάβης του οφειλέτη πρέπει να στρέφεται και προσωπικά εναντίον του δανειστή και να πραγματοποιήθηκε σε σχέση με τη συγκεκριμένη απαίτησή του. Πραγματοποίηση της πρόθεσης βλάβης υπάρχει, όταν επέρχεται (ή επαυξάνεται) η αφερεγγυότητα του οφειλέτη και ματαιώνεται έτσι η ικανοποίηση του δανειστή.

Η γνώση από τον οφειλέτη των στοιχείων που συνθέτουν την πρόθεση βλάβης πρέπει να αποδειχθεί από τον δανειστή (ΑΠ 1275/2020). 4) Δόλος του οφειλέτη, ήτοι πρόθεση βλάβης των δανειστών. Σκοπός βλάβης του οφειλέτη υπάρχει, όταν αυτός (οφειλέτης) γνωρίζει, κατά τον κρίσιμο χρόνο της απαλλοτρίωσης ότι έχει χρέη και ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που του απομένει δεν θα επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών του, αφού, στην περίπτωση αυτή, είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει ότι συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, μη αναιρουμένου του καταδολιευτικού χαρακτήρα της απαλλοτρίωσης αν, εκτός από την πρόθεση βλάβης των δανειστών, επιδιώκει παράλληλα και άλλους σκοπούς (ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 1319/2017).

Στην περίπτωση που ο οφειλέτης ενέχεται από σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, για τη διάγνωση του ζητήματος της πρόθεσης βλάβης, ενδιαφέρει το πραγματικό ζήτημα της γνώσης που έχει ο οφειλέτης περί της ύπαρξης παθητικού υπολοίπου του λογαριασμού, καθώς και του ύψους του, κατά τη χρονική στιγμή της απαλλοτρίωσης, αφού από αυτό θα κριθούν οι παραστάσεις του για την κατά τα άνω οικονομική του κατάσταση (ΑΠ 2043/2013, ΑΠ 1654/2008), δηλαδή εάν, πραγματοποιώντας την σκοπούμενη απαλλοτρίωση, επαρκεί ή όχι η υπολειπόμενη περιουσία για την ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή.

Αν υπάρχουν περισσότεροι συνοφειλέτες, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, δεν απαιτείται για την άσκηση της, εκ του άρθρου 939 ΑΚ, αγωγής εναντίον ενός από αυτούς, η έλλειψη περιουσιακών στοιχείων στο πρόσωπο και των λοιπών συνοφειλετών, αφού καθένας από αυτούς ευθύνεται απεριόριστα για ολόκληρο το χρέος έναντι του δανειστή, ο οποίος δικαιούται κατ' αρέσκεια να αξιώσει το χρέος από οποιονδήποτε εις ολόκληρο συνοφειλέτη, συγχρόνως ή διαδοχικά, χωρίς να μπορεί να του αντιταχθεί η ύπαρξη και των άλλων εις ολόκληρο συνοφειλετών (άρθρο 481 ΑΚ) (ΑΠ 1341/2019, ΑΠ 1116/2018, ΑΠ 621/2016, ΑΠ 1902/2013).

Έτσι, η απαιτούμενη για τη διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας πρόθεση βλάβης του δανειστή, εξακολουθεί να υφίσταται και όταν άλλος, εις ολόκληρον συνοφειλέτης (πρωτοφειλέτης ή εγγυητής), διαθέτει επαρκή περιουσία για την ικανοποίηση του δανειστή, καθόσον ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτρίωσης κρίνεται από στοιχεία που συντρέχουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο του απαλλοτριούντος και δεν επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση των λοιπών συνοφειλετών (ΑΠ 1320/2019, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 1902/2013, ΑΠ 1475/2010), ούτε από την τυχόν εξασφάλιση της οφειλής με εμπράγματη ασφάλεια ή άλλο τρόπο. 5) Γνώση του τρίτου.

Ο τρίτος πρέπει, κατά το χρόνο που τελείται η δικαιοπραξία να γνωρίζει το δόλο του οφειλέτη, ήτοι την πρόθεσή του να βλάψει τους δανειστές του, μη απαιτούμενης αυτοτελούς πρόθεσης του τρίτου να βλάψει τους δανειστές του οφειλέτη, ούτε συμπαιγνία ανάμεσα στον οφειλέτη και τρίτο προς βλάβη των δανειστών του οφειλέτη (ΑΠ 233/2019, ΑΠ 480/2013, ΑΠ 1677/2008).

Η γνώση του τρίτου τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ δεν απαιτείται κατά το άρθρο 942 ΑΚ, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (ΑΠ 1025/2020, ΑΠ 1319/2017). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 112 παρ. 2 ΕισΝΑΚ, 669 ΕΝ, 361, 873, 874 ΑΚ και 64 έως 67 του ΝΔ της 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", επί αλληλόχρεου λογαριασμού, τα παραγωγικά της απαίτησης περιστατικά, ιδίως, η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεσθεί και υπάρχουν από το χρόνο σύναψης της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού, ώστε η απαίτηση να είναι γεννημένη και να δημιουργείται έκτοτε ενοχή για το κατάλοιπο, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη, όπως γίνεται με το κλείσιμο του λογαριασμού.

Επομένως, η Τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, δανείστρια, και συνεπώς έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, ακόμη και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεσθεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί δικαστικώς η απαίτηση, ούτε να έχει εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο (ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 1491/2018, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 1079/2015).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα άρθρα 847, 850 και 851 ΑΚ η εγγύηση αποτελεί παρεπόμενη σύμβαση κατά την οποία ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στον αντισυμβαλλόμενο του, που είναι έναντι άλλου δανειστής, την ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή, ήτοι ο εγγυητής ευθύνεται για την καταβολή της οφειλής του πρωτοφειλέτη.

Με την εγγύηση που φέρει παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση με την κύρια οφειλή, δεν παράγεται απλώς ευθύνη άνευ οφειλής σε βάρος του εγγυητή. Ο εγγυητής ευθύνεται πλήρως, ήτοι ενέχεται όπως κάθε γνήσιος οφειλέτης απέναντι του δανειστή του, με τη διαφορά ότι ο εγγυητής ενέχεται ή ευθύνεται για την οφειλή άλλου (του πρωτοφειλέτη), ήτοι για την εκπλήρωσή της.

Όταν όμως καταβάλλει, εκπληρώνει μεν την παροχή του πρωτοφειλέτη, συγχρόνως όμως εκπληρώνει και τη δική του παροχή, που ακριβώς κατευθύνεται στην επίτευξη της εκπλήρωσης της παροχής του πρωτοφειλέτη. Είναι συνεπώς και ο εγγυητής οφειλέτης κατά την έννοια του άρθρου 939 του ΑΚ και κάθε απαλλοτρίωση (εκποίηση με την ευρύτερη έννοια) που έγινε απ` αυτόν προς βλάβη του δανειστή του, που είναι ο ίδιος με τον πρωτοφειλέτη, εφόσον δεν επαρκεί η υπόλοιπη περιουσία του για την ικανοποίηση εκείνου, υπόκειται σε διάρρηξη κατά τους όρους των άρθρων 939 επ.

του ΑΚ (ΑΠ 1341/2019, ΑΠ 1116/2018, ΑΠ 2043/2013, ΑΠ 1472/2011). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις (ΑΠ 1223/2015, ΑΠ 659/2015).

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτά επισκοπούμενη (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) απόφαση που προσβάλλεται με την αναίρεση, προκύπτει ότι το Εφετείο, ύστερα από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που νόμιμα προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ομόρρυθμος εταίρος της εταιρείας με την επωνυμία "..." εγγυήθηκε εγγράφως, ρητά και ανεπιφύλακτα την πιστή, εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε απαίτησης από την άνω ομόρρυθμη εταιρεία κάθε οφειλής αυτής που θα προέκυπτε από την καταρτισθείσα μεταξύ της εταιρείας και της αναιρεσείουσας τράπεζας 32105886/12-5-2008 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, ήτοι της κύριας απαίτησης, μετά των τόκων, εξόδων και λοιπών επιβαρύνσεων, ευθυνόμενος εις ολόκληρον με την πιστούχο ομόρρυθμη εταιρεία, παραιτηθείς του δικαιώματος διζήσεως του άρθρου 855 ΑΚ.

Ότι ο λογαριασμός που τηρήθηκε, εμφάνιζε κατά την 23-2-2011 χρεωστικό υπόλοιπο 50.534,74 ευρώ και λόγω της μη τήρησης από την πρωτοφειλέτρια πιστούχο των όρων και υποχρεώσεων που απέρρεαν από την άνω σύμβαση, η αναιρεσείουσα τράπεζα, κατ' εφαρμογή των όρων της σύμβασης, προέβη την 25-7-2012 στο οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού που κατά το χρόνο αυτό εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της πιστούχου ομόρρυθμης εταιρείας ύψους 53.365,80 ευρώ, και με την από 25-7-2012 επιστολή της, την οποία κοινοποίησε προς την πιστούχο, αλλά και στον εγγυητή πρώτο αναιρεσίβλητο, κατάγγειλε τη σύμβαση, γνωστοποίησε στον πρώτο αναιρεσίβλητο το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού και το χρεωστικό υπόλοιπο αυτού, καλώντας και αυτόν να εξοφλήσει την οφειλή.

Λόγω μη εξόφλησης από την πρωτοφειλέτρια, τον πρώτο αναιρεσίβλητο, αλλά και τον έτερο εγγυητή Ε. Μ., επίσης ομόρρυθμο εταίρο της άνω εταιρείας, υπέβαλε την από 1-10-2012 σχετική αίτηση και εκδόθηκε από το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η 24217/2012 διαταγή πληρωμής, αντίγραφο εξ απογράφου της οποίας επιδόθηκε στον πρώτο αναιρεσίβλητο την 18-10-2012.

Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε και τα ακόλουθα: <<Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος, πολύ πριν από το χρόνο της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης πίστωσης και το οριστικό κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού, που έλαβε χώρα την 25-7-2012, με το προαναφερθέν χρεωστικό σε βάρος του κατάλοιπο, και συγκεκριμένα, την 25-5-2009, είχε προβεί σε απαλλοτριωτική δικαιοπραξία.

Ειδικότερα, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../25-5-2009 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Καρδίτσας, Ιφιγένειας Βογιατζή, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε λόγω δωρεάς στον αδελφό του, δεύτερο εναγόμενο, ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου της κυριότητας ενός διαιρετού τμήματος, εμβαδού 1245 τ.μ. από το υπ' αριθμ. ... οικόπεδο, στο οποίο (ιδανικό μερίδιο) αντιστοιχούν 622,50 τ.μ.

εξ αδιαιρέτου, κείμενο επί των οδών ... στο με αριθμό … Οικοδομικό Τετράγωνο, εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δημοτικού Διαμερίσματος ..., του ομώνυμου Δήμου της Περιφερειακής Ενότητας …, Περιφέρειας Θεσσαλίας. Η αξία του μεταβιβασθέντος ιδανικού μεριδίου του πρώτου εναγομένου, ανερχόταν κατά το χρόνο κατάρτισης του προαναφερόμενου συμβολαίου, αλλά και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, κατά το αντικειμενικό σύστημα υπολογισμού, στο ποσό των 19.967,31 ευρώ ενώ η αγοραία αξία αυτού στο ποσό των 50.000,00 ευρώ, γεγονός που δεν αμφισβητείται ειδικώς από τους εναγόμενους.

Τη διάρρηξη της άνω μεταβίβασης ζητεί η ενάγουσα επικαλούμενη ότι, η εν λόγω απαλλοτρίωση έγινε από τον πρώτο εναγόμενο, εν γνώσει και με πρόθεση να της προκαλέσει βλάβη, καθιστώντας αδύνατη την είσπραξη της απαίτησης της, εφόσον στερείται λοιπών περιουσιακών στοιχείων. Πράγματι, ανεξαρτήτως αν καταγγέλθηκε η σύμβαση πίστωσης και κλείστηκε ο λογαριασμός μετά την κατάρτιση της ανωτέρω απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας του μοναδικού περιουσιακού στοιχείου του πρώτου προς τον δεύτερο εναγόμενο, η ενάγουσα είχε την ιδιότητα της δανείστριας έναντι του πρώτου εναγομένου, διότι το κλείσιμο του λογαριασμού επί σύμβασης παροχής πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, όπως στην προκειμένη περίπτωση, δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το ληξιπρόθεσμο της απαίτησης.

Έτσι, κατά το χρόνο κατάρτισης της επίμαχης σύμβασης μεταβίβασης του ακινήτου είχαν συντελεστεί τα παραγωγικά γεγονότα της απαίτησης της ενάγουσας (κατάρτιση της σύμβασης πίστωσης), η οποία κατέστη ληξιπρόθεσμη κατά το χρόνο συζήτησης της κρινόμενης αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.., και συνεπώς (η ενάγουσα) είχε, κατ' αρχήν, το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική την ανωτέρω απαλλοτρίωση του οφειλέτη της, μολονότι αυτή έλαβε χώρα πολύ πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού.

Ωστόσο για τη θεμελίωση της αξίωσης της αυτής, απαιτείται να συντρέχει, εκτός των άλλων, και δόλος (έστω και ενδεχόμενος) του οφειλέτη, ήτοι απαιτείται να έχει αυτός πρόθεση να ματαιώσει την ικανοποίηση της συγκεκριμένης απαίτησης, της οποίας γνωρίζει τόσο την ύπαρξη όσο και το ύψος της. Σύμφωνα δε και με όσα αναφέρθηκαν στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, η πρόθεση βλάβης πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που γίνεται η απαλλοτρίωση και μάλιστα, σε περίπτωση οφειλής από σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, για τη διάγνωση του ζητήματος της πρόθεσης βλάβης, δεν αρκεί να έχουν συντελεστεί, κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, απλώς και μόνο τα παραγωγικά γεγονότα της απαίτησης, αλλά ενδιαφέρει το πραγματικό ζήτημα της γνώσης που έχει ο οφειλέτης κατά το χρόνο αυτό, ως προς την ύπαρξη και το ύψος του χρεωστικού σε βάρος του υπολοίπου του λογαριασμού, αφού από το στοιχείο αυτό θα κριθούν οι περιστάσεις του για την άνω οικονομική του κατάσταση.

Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από την ενάγουσα αντίγραφο κίνησης του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού, που αντιστοιχεί στον υπ' αριθμ. 4579780020543180130 όμοιο, που τηρούσε για την εξυπηρέτηση της επίδικης σύμβασης, κατά τη χρονική στιγμή της απαλλοτρίωσης (25-5-2009), το χρεωστικό σε βάρος της πιστούχου εταιρείας και του πρώτου εναγομένου-εγγυητή υπόλοιπο, ανερχόταν στο ποσό των 127.096,37 ευρώ (εγγραφή της 30-4-2009), το οποίο υπολειπόταν του προβλεπόμενου από τη σύμβαση ορίου πίστωσης των 150.000,00 ευρώ.

Μέχρι την 23-2-2011, οπότε εμφανίζεται η τελευταία πίστωση στον ως άνω λογαριασμό, το χρεωστικό του υπόλοιπο μειώθηκε κατά 76.561,63 ευρώ σε σχέση με το Μάιο του έτους 2009 (χρόνο της απαλλοτρίωσης) ανερχόμενο την ημερομηνία αυτή (23-2-2011) σε ποσό 50.534,74 ευρώ. Έκτοτε δεν έγινε καμία καταβολή, ενώ το χρεωστικό υπόλοιπο συνέχισε να αυξάνεται (χωρίς να γίνουν νέες χορηγήσεις), μετά από καταλογισμό τόκων και δικαστικών εξόδων, ώστε ανήλθε τελικά κατά το κλείσιμο του λογαριασμού και μεταφορά του σε οριστική καθυστέρηση, την 25-7-2012 στο ποσό των 53.365,80 ευρώ.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την ως άνω κίνηση του λογαριασμού, το υπόλοιπο που εναπέμεινε από το χρόνο της απαλλοτρίωσης μέχρι το χρόνο της τελευταίας καταβολής, 23-2-2011, πριν τον καταλογισμό τόκων και δικαστικών εξόδων, ήταν κατά το μεγαλύτερο μέρος του, και δη σε ποσό περίπου 63.192,80 ευρώ <<καλυμμένο>> με επιταγές πελατών της πιστούχου από την ενάγουσα.

Τις επιταγές αυτές, καθώς και τη φερεγγυότητα των εκδοτών τους είχε ήδη, κατά την πάγια τακτική των τραπεζικών ιδρυμάτων, ελέγξει η ενάγουσα κατά το χρόνο που δόθηκαν από την πιστούχο και οι οποίες πληρώθηκαν, κατά το χρόνο λήξης τους, μειώνοντας μαζί με καταθέσεις μετρητών που πραγματοποίησε η πιστούχος, το τελικό σε βάρος της υπόλοιπο.

Στη συνέχεια δε, όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας ανταπόδειξης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου <<... δεν πληρώθηκαν κάποιες επιταγές και δημιουργήθηκε ζήτημα... >>. Ενόψει των προαναφερθέντων, ανεξαρτήτως της πραγματικής αιτίας της μεταβίβασης, ήτοι αν έγινε αυτή λόγω δωρεάς ή υποκρυπτόταν άλλη αιτία, δεν αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο της επίδικης απαλλοτρίωσης ο πρώτος εναγόμενος είχε πρόθεση βλάβης της ενάγουσας και προέβη σε αυτή προκειμένου να ματαιώσει την ικανοποίηση των απαιτήσεών της από την εν λόγω σύμβαση χορήγησης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, στην οποία συνεβλήθη εκ τρίτου εγγυηθείς ως αυτοφειλέτης.

Και τούτο διότι κατά το χρόνο της επίδικης απαλλοτρίωσης η εξέλιξη της εξυπηρέτησης της χορηγηθείσας από την ενάγουσα πίστωσης, εμφάνιζε καλή και σταθερή πορεία, ενώ στο διαδραμόντα χρόνο από την απαλλοτρίωση και μέχρι τη στιγμή που σταμάτησαν οι καταβολές προς την ενάγουσα, αυτές (καταβολές) που είχαν ήδη γίνει, απομείωσαν κατά ποσοστό σχεδόν 50%, το σε βάρος της πιστούχου και των εγγυητών υπόλοιπο του λογαριασμού, ενώ το εναπομείναν υπόλοιπο προκλήθηκε από επιταγές πελατών της πιστούχου, τις οποίες η ενάγουσα είχε προεξοφλήσει και οι οποίες τελικά δεν πληρώθηκαν, πλην όμως, η πληρωμή τους πιθανολογούνταν σφόδρα τόσο από τον πρώτο εναγόμενο όσο και από την ενάγουσα κατά το χρόνο που η τελευταία δέχθηκε να τις προεξοφλήσει, κρίση που ενισχύεται από τη μέχρι τότε πορεία των επιταγών, που, κατά τα άνω, είχαν πληρωθεί.

Η έλλειψη πρόθεσης του πρώτου εναγομένου να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας προκύπτει άλλωστε και από το γεγονός ότι η συνεργασία των συμβαλλομένων, όπως αυτή αποτυπώνεται στην κίνηση του άνω λογαριασμού, ήταν ομαλή, όχι μόνο από την έναρξη της σύμβασης και μέχρι το χρόνο της απαλλοτρίωσης, αλλά και μεταγενέστερα μέχρι το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού που έλαβε χώρα την 26-7-2012, ήτοι τρία περίπου έτη μετά την κατάρτιση της απαλλοτρίωσης.

Ούτε βέβαια μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ο πρώτος εναγόμενος, με την ιδιότητα του ομορρύθμου εταίρου της πιστούχου εταιρίας, γνώριζε καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο την πορεία των εργασιών της εταιρίας του και το σύνολο των υποχρεώσεων που αυτή είχε αναλάβει. Τούτο διότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι η οικονομική κατάσταση της εν λόγω εταιρίας, κατά τον ως άνω χρόνο της απαλλοτρίωσης, ήταν κακή ή εν πάση περιπτώσει, φθίνουσα και επομένως εκείνος μπορούσε να προβλέψει την, μετά τρία περίπου έτη, αρνητική εξέλιξη της πορείας της και την δημιουργία του επίδικου χρέους.

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι σε χρόνο δύο μηνών μετά την επίδικη απαλλοτρίωση, εξεδόθη σε βάρος της πιστούχου εταιρίας, μετά από αίτηση άλλου πιστωτικού ιδρύματος (<<ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΙΛΛΕΝΙΟΥΜ ΠΜΑΝΚ ΑΕ>>), η υπ' αριθμ. 22929/17-7-2009 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ενώ ακολούθησαν και άλλες διαταγές πληρωμής, η υπ' αριθμ. 33352/23-10-2009 του ίδιου Δικαστηρίου, μετά από αίτηση της <<ΑΣΠΙΣ ΠΜΑΝΚ ΑΕ>>, η υπ' αριθμ. 40360/16-12-2009 του ίδιου Δικαστηρίου, μετά από αίτηση της <<ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΡΟΜΠΑΝΚ ΑΕ>> και η υπ' αριθμ. 280/7-1-2010 του ίδιου Δικαστηρίου, μετά από αίτηση της <<ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ>>, όπως τούτα προκύπτουν από το προσκομισθέν με επίκληση από την ενάγουσα έγγραφο <<ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΠΟΡΕΙΑΣ ΔΙΚΟΓΡΑΦΟΥ>>, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση δεν ασκεί επιρροή ο δόλος του πρώτου εναγομένου αναφορικά με τη συμπεριφορά του ως ομορρύθμου εταίρου της οφειλέτριας εταιρίας, έναντι των λοιπών πιστωτών, μετά από αίτηση των οποίων εκδόθηκαν οι προαναφερθείσες διαταγές πληρωμής, η έκβαση των οποίων, σημειωτέον, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε, αλλά αποκλειστικά και μόνο η πρόθεση βλάβης των συμφερόντων της ενάγουσας, η οποία από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε.

Αντίθετα αποδείχθηκε, κατά τα προαναφερθέντα ότι και κατά το χρόνο έκδοσης των προαναφερθεισών διαταγών πληρωμής για απαιτήσεις άλλων πιστωτών, η πιστούχος εταιρία και κατ' επέκταση ο πρώτος εναγόμενος, συνέχιζαν να εξυπηρετούν την επίδικη σύμβαση με πιστώσεις από εξοφλήσεις επιταγών πελατών τους και από άλλες καταβολές.

Κατά συνέπεια, ελλείπουσας της ανωτέρω, αναγκαίας προϋπόθεσης για τον χαρακτηρισμό της επίδικης απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας ως καταδολιευτικής, δεν θεμελιώνεται δικαίωμα της ενάγουσας να ζητήσει τη διάρρηξη της ανωτέρω δικαιοπραξίας, γι' αυτό και η αγωγή της έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη>>.

Υπό τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο, ερευνώντας τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 939 ΑΚ στη ζητούμενη με την αγωγή διάρρηξη της επίδικης σύμβασης δωρεάς, θεμελίωσε την παραδοχή του περί της έλλειψης στον πρώτο αναιρεσίβλητο σκοπού βλάβης της αναιρεσείουσας δανείστριας με την απαλλοτρίωση του ακινήτου του, στο ότι:

α) κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού ανέρχονταν σε 127.096,37 ευρώ, ήτοι υπολείπονταν του προβλεπόμενου από τη σύμβαση ορίου πίστωσης και ότι τούτο (χρεωστικό υπόλοιπο) ήταν καλυμμένο για το ποσό των 63.192,80 ευρώ με επιταγές πελατών της πιστούχου εταιρείας τις οποίες είχε προεξοφλήσει η αναιρεσίβλητη τράπεζα, η οποία είχε ελέγξει τη φερεγγυότητα των εκδοτών αυτών, β) κατά το χρόνο της επίδικης απαλλοτρίωσης ο λογαριασμός της πιστούχου οφειλέτριας προς την αναιρεσείουσα τράπεζα ως προς την εξυπηρέτηση της πίστωσης που είχε χορηγηθεί εμφάνιζε καλή και σταθερή πορεία, με τις καταβολές από την πιστούχο είχε μειωθεί κατά 50% το υπόλοιπο του λογαριασμού, ενώ το υπόλοιπο που είχε απομείνει προκλήθηκε από επιταγές πελατών της πιστούχου τις οποίες είχε προεξοφλήσει η τράπεζα και τελικά δεν πληρώθηκαν, μολονότι πιθανολογούνταν σφόδρα η εξόφλησή τους, γ) κατά το χρονικό διάστημα από την επίδικη απαλλοτρίωση μέχρι την τελευταία καταβολή χρημάτων για την εξόφληση αυτού (23-2-2011) το χρεωστικό υπόλοιπο μειώθηκε στο ποσό των 50.534,74 ευρώ και ακολούθως, χωρίς να γίνουν νέες χορηγήσεις, αυξήθηκε με καταλογισμό τόκων και δικαστικών εξόδων, ώστε να ανέλθει κατά το κλείσιμο του λογαριασμού σε 53.365,80 ευρώ, δ) η συνεργασία των συμβαλλόμενων ήταν ομαλή, όχι μόνο από την έναρξη της σύμβασης και μέχρι το χρόνο της απαλλοτρίωσης, αλλά και μεταγενέστερα μέχρι το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, ήτοι τρία έτη μετά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης, ε) η οικονομική κατάσταση της πιστούχου, μέχρι το χρόνο της απαλλοτρίωσης δεν ήταν κακή ή φθίνουσα, και συνεπώς ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν μπορούσε να προβλέψει την αρνητική εξέλιξη της πορείας αυτής τρία χρόνια μετά την απαλλοτρίωση και τη δημιουργία του επίδικου χρέους.

Έτσι, όμως, το Εφετείο, έκρινε τη συνδρομή της βασικής αυτής προϋπόθεσης για τη διάρρηξη της επίδικης απαλλοτρίωσης, ήτοι της πρόθεσης του πρώτου αναιρεσίβλητου για βλάβη της αναιρεσείουσας, σε στοιχεία διαφορετικά από εκείνα που αξιώνονται από τη στηρίζουσα την αγωγή και εφαρμοσθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 939 ΑΚ, και με βάση αυτό το σφάλμα σχημάτισε την κρίση ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν είχε πρόθεση βλάβης της αναιρεσείουσας με την πραγματοποίηση της απαλλοτρίωσης του μοναδικού περιουσιακού του στοιχείου και κατέληξε σε εσφαλμένο διατακτικό απόρριψης της αγωγής για τη διάρρηξη αυτής.

Τούτο διότι, ενώ, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του, στη συγκεκριμένη περίπτωση που πρόκειται για οφειλή από αλληλόχρεο λογαριασμό ο οποίος λειτουργούσε με βάση την καταρτισθείσα μεταξύ της αναιρεσείουσας και της πιστούχου πρωτοφειλέτριας σύμβαση πίστωσης, η απαίτηση ήταν γεννημένη κατά το χρόνο κατάρτισης της διαρρηκτέας δικαιοπραξίας, ανεξάρτητα από την κατάρτισή της πριν το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αφού τα παραγωγικά της απαίτησης γεγονότα, ήτοι η σύμβαση αυτού και η χορήγηση των πιστώσεων, είχαν ήδη συντελεσθεί και υπήρχαν από το χρόνο σύναψης αυτής της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού, ότι το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού είχε συντελεσθεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της ένδικης περί της διάρρηξης αγωγής, ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ως εγγυητής του, από τη σύμβαση πίστωσης της ομόρρυθμης εταιρείας, της οποίας ήταν ομόρρυθμος εταίρος, χρεωστικού υπολοίπου που εμφάνιζε ο αλληλόχρεος λογαριασμός, είχε την υποχρέωση καταβολής τούτου, ανερχόμενου κατά το χρόνο κατάρτισης της διαρρηκτέας δικαιοπραξίας στο ποσό των 127.096,37 ευρώ, και ότι αυτός μεταβίβασε λόγω δωρεάς το περιγραφόμενο ακίνητο κατά το ποσοστό της κυριότητάς του, που αποτελούσε το μοναδικό περιουσιακό του στοιχείο, δεν ερεύνησε αν με την απαλλοτρίωση αυτή κατέστη αφερέγγυος, δηλαδή αν εξαιτίας αυτής η υπολειπόμενη περιουσία αυτού ήταν αρκετή για την ικανοποίηση της εκ του υπολοίπου του λογαριασμού απαίτησης της αναιρεσείουσας δανείστριας τράπεζας, ούτε έκρινε τη συνδρομή της πρόθεσης βλάβης, εξετάζοντας αν αυτός κατά τη στιγμή της απαλλοτρίωσης γνώριζε την ύπαρξη του χρέους του ήτοι του παθητικού υπολοίπου του λογαριασμού και το ύψος αυτού, καθώς και αν με την απαλλοτρίωση του συγκεκριμένου περιουσιακού του στοιχείου θα καταστεί αφερρέγυος και θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση που η απομένουσα περιουσία του δεν θα επαρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης της δανείστριας αναιρεσείουσας και εντεύθεν ότι θα της προκαλέσει βλάβη, δόλος που, ως στοιχείο του καταδολιευτικού χαρακτήρα της απαλλοτρίωσης κρίνεται αποκλειστικά και μόνο από το πρόσωπο αυτού, ο οποίος ευθύνεται απεριόριστα και εις ολόκληρο για το χρέος, η δε δανείστρια δικαιούται να αξιώσει τούτο και μόνο από αυτόν, χωρίς να είναι υποχρεωμένη να επιχειρήσει την ικανοποίησή της πρώτα από την πρωτοφειλέτρια πιστούχο ή άλλους συνοφειλέτες, αλλά στηρίχθηκε για τη σχηματισθείσα κρίση του στα ανωτέρω στοιχεία και επέδρασε σ' αυτήν η οικονομική κατάσταση της πιστούχου και η κάλυψη του χρέους από τρίτους, όπως με τις επιταγές πελατών της πιστούχου πρωτοφειλέτριας, τα οποία, όμως, δεν αναιρούν την, με βάση την ορθή ερμηνεία της ανωτέρω διάταξης του ουσιαστικού νόμου, συναγόμενη, από τα γενόμενα κατά τα ανωτέρω δεκτά πραγματικά περιστατικά, πρόθεση βλάβης της αναιρεσείουσας με την επίδικη απαλλοτρίωση.

Σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω, το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 939 ΑΚ, και υπέπεσε στην εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για την οποία η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφασή του, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, ο οποίος, συνεπώς, είναι βάσιμος.

Επομένως, με την παραδοχή του άνω αναιρετικού λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του δεύτερου λόγου της αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο, που την εξέδωσε και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 527/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν.

Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ