Supreme Court quarts lower court ruling for remand due to misclassification of contract fee dispute as technical difference.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed the Second Instance Court's decision to dismiss an appeal regarding a construction contract fee dispute. The lower court incorrectly classified the case as a 'technical difference' under specific regulations, whereas the Supreme Court determined it was a contractual interpretation matter requiring legal expertise. Consequently, the case was remanded for further examination by a different judge to resolve the fee calculation based on the contract terms.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1 para. 2 of PD 723/1979; Article 559 para. 14 of the Code of Civil Procedure: A dispute over the calculation of contract fees based on agreed percentages constitutes a contractual interpretation issue requiring legal knowledge, not a technical difference under the relevant decree, thus the appeal is admissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1361 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1361/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Τ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Παπαγεωργίου, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Β. Β., κατοίκου ..., και 2)ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε.", που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ατομικά και ως μέλη της Σύμπραξης Γραφείων μελετών του Ν. 3361/2005 αναδόχου για την εκπόνηση μελετών με τίτλους "ΓΠΣ Δήμου Μαλεσίνας", "ΣΧΟΟΑΠ Δήμου Γοργοποτάμου" και "ΣΧΟΟΑΠ Δήμου Λιανοκλαδίου". Η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Δημητράκη που κατέθεσε προτάσεις και η 2η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/12/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 194/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2444/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31/7/2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Aπό τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (βλ. ΑΠ 142/2016 ΤΝΠ Νόμος). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 4391/25.09.2017 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιώς Β. Σ., που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση για συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο της 13.03.2018 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην δεύτερη αναιρεσίβλητη. Επομένως, αφού η ως άνω αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα.
Με την από 31.07.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 2444/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία εξαφανίσθηκε η 194/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (με την οποία υποχρεώθηκαν οι εναγόμενες να καταβάλουν στον ενάγοντα η καθεμία εις ολόκληρον ως αμοιβή από σύμβαση έργου 34.831,77 ευρώ και επί πλέον η δεύτερη εναγόμενη στο Τ.Ε.Ε για λογαριασμό του ενάγοντος 7.148,31 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής) και παραπέμφθηκε η ένδικη διαφορά προς εκδίκαση στο αρμόδιο Διαιτητικό Δικαστήριο του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (Τ.Ε.Ε). Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).
Κατά το άρθρο 897 αριθμ. 4 του Κ.Πολ.Δ, η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, ολικά ή εν μέρει, μόνο με δικαστική απόφαση, αν εκείνοι που την εξέδωσαν ενήργησαν υπερβαίνοντας την εξουσία που τους παρέχει η συμφωνία για τη διαιτησία ή ο νόμος. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής στον όρο "υπέρβαση εξουσίας", ως λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης υπάγεται η περίπτωση κατά την οποία οι διαιτητές δικάζουν για αντικείμενο το οποίο δεν έχει υποβληθεί σ` αυτούς με τη συμφωνία για τη διαιτησία (Ολ ΑΠ 13/1995), ή κείται πέραν αυτής.
Για την κρίση δηλαδή αν πρόκειται για υπέρβαση ή όχι αποφασιστικά είναι τα όρια που θέτει η διαιτητική συμφωνία σε συνδυασμό με το περιεχόμενο και τα αιτήματα της αίτησης - προσφυγής στη διαιτησία (ΑΠ 40/2010). Δεν αποτελεί, όµως, υπέρβαση εξουσίας η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόµου ή η κακή εκτίµηση πραγματικών περιστατικών από το διαιτητικό Δικαστήριο κατά την, µετά από εξέταση της ενώπιον του διαφοράς, παραδοχή ή απόρριψη των σχετικών αξιώσεων των προσώπων που συνομολόγησαν τη συµφωνία περί διαιτησίας (Ολ.
ΑΠ 13/1995, ΑΠ 2049/2006). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 902 Κ.Πολ.Δ, "στα επιμελητήρια, στα χρηματιστήρια αξιών και εμπορευμάτων και στις επαγγελματικές ενώσεις προσώπων οι οποίες αποτελούν νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου μπορούν, με προηγούμενη γνωμοδότηση του διοικητικού τους συμβουλίου, να οργανώνονται μόνιμες διαιτησίες, με διατάγματα που εκδίδονται ύστερα από πρόταση του υπουργού της δικαιοσύνης και του υπουργού που έχει την εποπτεία του επιμελητηρίου, του χρηματιστηρίου ή της ένωσης". (παρ. 1). "Τα διατάγματα της παρ. 1 ορίζουν ποιες διαφορές μπορούν να υπαχθούν στη διαιτησία κάθε επιμελητηρίου, χρηματιστηρίου ή ένωσης, καθώς και τις λεπτομέρειες για την οργάνωση της διαιτησίας" (παρ. 2).
Με βάση την πιο πάνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 902 ΚΠολΔ, εκδόθηκε το π.δ. 723/1979 "περί συστάσεως παρά τω Τεχνικώ Επιμελητηρίω της Ελλάδος μονίμου διαιτησίας", στο άρθρο 1 του οποίου ορίζονται τα ακόλουθα: "Συνιστάται παρά τω τεχνικώ επιμελητηρίω της Ελλάδος (ΤΕΕ) μόνιμος διαιτησία προς επίλυσιν τεχνικών διαφορών" (παρ. 1). "Ως τεχνικαί διαφοραί νοούνται αι πάσης φύσεως διαφοραί αι προερχόμεναι εκ συμβάσεων μελέτης, εκτελέσεως, συντηρήσεως, λειτουργίας ή πάσης ετέρας αναλόγου επεμβάσεως επί τεχνικών έργων, κατασκευών, εγκαταστάσεων και εν γένει επί θεμάτων εμπιπτόντων εις τας επιστημονικάς γνώσεις ή εμπειρίας των μελών του ΤΕΕ" (παρ. 2).
Επομένως, στη μόνιμη διαιτησία του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος, μπορούν να υπάγονται προς επίλυση μόνο "τεχνικές διαφορές", με την προαναφερόμενη έννοια που το ίδιο το 723/1979 π.δ/γμα ορίζει. Ο νομοθέτης υπήγαγε μόνο τις διαφορές αυτές στη μόνιμη διαιτησία του ΤΕΕ, διότι απέβλεψε στις ειδικές επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις και εμπειρίες των μελών του.
Εξ αυτών έπεται ότι: α) ως τεχνικές διαφορές κατά την έννοια του νόμου πρέπει να νοηθούν οι διαφορές που ανακύπτουν από συμβάσεις έχουσες ως άμεσο αντικείμενο τεχνικά έργα, κατασκευές, εγκαταστάσεις ή θέματα εμπίπτοντα στις επιστημονικές γνώσεις ή εμπειρίες των μελών του ΤΕΕ και όχι απλώς έμμεση σχέση με τέτοια έργα κλπ και β) αποκλείεται η υπαγωγή στη διαιτησία αυτή άλλων διαφορών, που δεν είναι "τεχνικές", αφού αυτές κείνται πέραν της προαναφερόμενης εξουσιοδοτήσεως, αλλά και πέραν της ρητής εξαιρετικής ρύθμισης του άρθρου 1 παρ. 2 του ν.δ. 723/1979.
Τέτοιες άλλες (μη τεχνικές) είναι και οι διαφορές, οι οποίες ανακύπτουν από αμφισβήτηση του περιεχομένου μίας σύμβασης έργου ως προς τον τρόπο καθορισμού της αμοιβής του εργολάβου και το ύψος αυτής και ως προς την έκταση των συμφωνηθεισών εργασιών, έστω και αν το αντικείμενο της συγκεκριμένης εμπορικής δραστηριότητας είναι τεχνικό έργο, κατασκευή ή εγκατάσταση, δεδομένου ότι στην άνω περίπτωση άμεσο αντικείμενο είναι η ερμηνεία και εφαρμογή των όρων της ως άνω σύμβασης, για την επίλυση των οποίων απαιτούνται ιδιαίτερες γνώσεις της νομικής επιστήμης και όχι η μελέτη, εκτέλεση, συντήρηση, λειτουργία τεχνικού έργου κατασκευής ή εγκατάστασης, άλλη επέμβαση επί τέτοιου έργου κατασκευής ή εγκατάστασης ή άλλο θέμα που εμπίπτει στις επιστημονικές γνώσεις ή εμπειρίες των μελών του TEE.
Επομένως, αν με συμφωνία υπαχθεί στη μόνιμη διαιτησία του TEE οποιαδήποτε άλλη διαφορά που δεν είναι τεχνική, κατά την παραπάνω έννοια, η σχετική διαιτητική απόφαση είναι ακυρώσιμη, δεδομένου ότι οι διαιτητές που την εξέδωσαν, στηρίχθηκαν μεν σε υπαρκτή συμφωνία περί διαιτησίας, αλλά υπερέβησαν την εξουσία που τους έχει παράσχει ο νόμος (ΑΠ 98/2016, ΑΠ 1596/2013, ΑΠ 1610/2008).
Στη προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι είναι πτυχιούχος πολιτικός μηχανικός, διπλωματούχος ΕΜΠ, εγγεγραμμένος στο ΤΕΕ, μελετητής και δραστηριοποιείται στον τομέα εκπόνησης μελετών δημοσίων και ιδιωτικών έργων. Ότι, ενόψει αφενός μεν της επιθυμίας των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων να συμμετάσχουν, ως Σύμπραξη Γραφείων Μελετών, στους αναφερόμενους διαγωνισμούς του Δήμου Μαλεσίνας για την εκπόνηση μελέτης με τίτλο 'ΓΕΝΙΚΟ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ ΣΧΟΟΑΠ ΔΗΜΟΥ ΜΑΛΕΣΙΝΑΣ ΝΟΜΟΥ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ', του Δήμου Γοργοποτάμου για την εκπόνηση μελέτης με τίτλο 'ΣΧΟΟΑΠ ΔΗΜΟΥ ΓΟΡΓΟΠΟΤΑΜΟΥ ΝΟΜΟΥ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ' και του Δήμου Λιανοκλαδίου για την εκπόνηση μελέτης με τίτλο 'ΣΧΟΟΑΠ ΔΗΜΟΥ ΛΙΑΝΟΚΛΑΔΙΟΥ ΝΟΜΟΥ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ' και αφετέρου, της εμπειρίας του ιδίου {ενάγοντος} στην εκπόνηση παρόμοιων μελετών στην περιοχή του ίδιου Νομού Φθιώτιδος, υπεγράφησαν μεταξύ των διαδίκων τα αναφερόμενα από 07.06.2006, από 08.06.2006 και 24.05.2007, αντίστοιχα, έγγραφα συμφωνητικά, δυνάμει των οποίων ο ενάγων ανέλαβε να παράσχει στις εναγόμενες τις αναφερόμενες υπηρεσίες του ως πολιτικός μηχανικός, τόσο κατά την προετοιμασία υποβολής υποψηφιοτήτων στις ανωτέρω διαγωνιστικές διαδικασίες, συντάσσοντας τις σχετικές Τεχνικές Εκθέσεις, τις Εκθέσεις Μεθοδολογίας και συμμετέχοντας ο ίδιος ως μέλος, στις Εκθέσεις Ομάδας Μελέτης, όσο και κατά την εκπόνηση των σχετικών μελετών, συγκεντρώνοντας μετά από επαφές και συνενοήσεις με τους τοπικούς φορείς, τα ήδη διαθέσιμα στοιχεία από τους οικείους Δήμους, την ΤΥΔΚ της Νομαρχίας Φθιώτιδας και ακολούθως, αποτυπώνοντας την υφισταμένη κατάσταση πάνω σε τελικά υπόβαθρα της κάθε μελέτης και συντάσσοντας τους σχετικούς χάρτες του Α' σταδίου κάθε μελέτης για τα τμήματα των προδιαγραφών των μελετών ΓΠΣ - ΣΧΟΟΑΠ, τα οποία αναφέρονται στην Υ.Α. 9572/1845 (ΦΕΚ 209/2000), ήτοι χωροταξική θεώρηση του Δήμου, αναπτυξιακή φυσιογνωμία του ΟΤΑ, πολιτιστικό ιστορικό περιβάλλον, χωροταξική οργάνωση ΟΤΑ χρήσεις Γης, πολεοδομική οργάνωση και τέλος, υποβάλλοντας μετά από αξιολόγηση δεδομένων, προβλημάτων, προοπτικών, προκαταρτικές προτάσεις για το Β' στάδιο μελέτης, σε περίπτωση ανάθεσης στη Σύμπραξη των εναγομένων του έργου της εκπόνησης των δύο πρώτων μελετών και στη δεύτερη εναγόμενη ετερόρρυθμη εταιρία του έργου της εκπόνησης της τρίτης των ως άνω μελετών, έναντι αμοιβής του, ανερχομένης σε ποσοστό 30% επί της καταβληθείσας αμοιβής της κάθε υπό εκπόνηση μελέτης και ειδικότερα σε ποσοστό 20% πλέον ΦΠΑ για τη δημιουργία των χαρτών πλέον 10% ως έξοδα κίνησης.
Ότι, μολονότι η Σύμπραξη Γραφείων Μελετών των εναγομένων ανακηρύχθηκε με την προεκτεθείσα συμβολή του, ανάδοχος του έργου εκπόνησης των δύο πρώτων ως άνω μελετών και υπέγραψε με τους αντίστοιχους Δήμους τις εκτιθέμενες συμβάσεις έργου {εκπόνησης μελετών} με τις αναφερόμενες συμφωνηθείσες αμοιβές και η δεύτερη εναγόμενη ετερόρρυθμη εταιρία ανακηρύχθηκε με την προεκτεθείσα συμβολή του, ανάδοχος του έργου εκπόνησης της ως άνω τρίτης μελέτης και υπέγραψε με τον Δήμο Λιανοκλαδίου την εκτιθέμενη σύμβαση έργου (εκπόνησης μελέτης) με την αναφερόμενη συμφωνηθείσα αμοιβή και ότι, παρά το γεγονός ότι ο ενάγων εκπλήρωσε αρτίως και προσηκόντως τις αναφερόμενες συμβατικές του υπηρεσίες, στα πλαίσια του έργου εκπόνησης των άνω μελετών, που αφορούν το Α' στάδιο, τις οποίες η Σύμπραξη Γραφείου Μελετών των εναγόμενων και η δεύτερη εναγόμενη ετερόρρυθμη εταιρία παρέδωσαν ήδη στους οικείους Δήμους, οι οποίοι τις παρέλαβαν, αφού τις ενέκριναν ανεπιφύλακτα και τους κατέβαλαν τις συμφωνηθείσες αμοιβές, εν τούτοις οι εναγόμενες, δεν του κατέβαλαν το συνολικό ποσό των 41.885,73 ευρώ, ως υπόλοιπο της αμοιβής που συμφωνήθηκε για τις υπηρεσίες, που τους παρείχε στα πλαίσια της εκτέλεσης του Α' σταδίου των άνω δύο πρώτων έργων, για το οποίο αυτές ευθύνονται εις ολόκληρον, ατομικώς και ως μέλη της Σύμπραξης Γραφείων Μελετών, ούτε το ποσό των 8.726,20 ευρώ, ως υπόλοιπο της αμοιβής που συμφωνήθηκε για τις υπηρεσίας που παρείχε στα πλαίσια της εκτέλεσης του Α 'σταδίου του τρίτου των ως άνω έργων, για το οποίο (ποσό) ευθύνεται επιπλέον η δεύτερη εναγόμενη.
Ενόψει αυτών, ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες ευθυνόμενες εις ολόκληρον, ατομικώς και ως μέλη της Σύμπραξης Γραφείων Μελετών, να καταβάλουν για λογαριασμό του στο ΤΕΕ, το άνω ποσό των 41.885,73 ευρώ και επιπλέον η δεύτερη το ποσό των 8.726,20 ευρώ, αμφότερα τα ποσά νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, κυρίως με βάση τις μεταξύ τους συμβάσεις, ως συμφωνημένη νόμιμη αμοιβή του κατά το π.δ. 696/1974, επικουρικά δε κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφαση, μετ' εξαφάνιση της προεκτεθείσης αποφάσεως του μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε - μεταξύ των άλλων- τα ακόλουθα: " Από τις 3 επίδικες έγγραφες συμβάσεις από 07.06.2006, από 08.06.2006 και από 24.05.2007, οι οποίες καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων και προσκομίζονται μετ' επικλήσεως, προκύπτει η έγκυρη και ισχυρή διαιτητική ρήτρα, την οποία είχαν συμφωνήσει οι διάδικοι στο σχετικό άρθρο 4 (για την επίλυση οποιοσδήποτε διαφοράς προκόψει μεταξύ των συμβαλλομένων εκ της παρούσης συμβάσεως αυτή επιλύεται κατά τη διαδικασία διαιτησίας του ΤΕΕ' ) κάθε μίας από τις 3 επίδικες έγγραφες συμβάσεις, δυνάμει της οποίας κάθε μελλοντική "τεχνική διαφορά" με την έννοια του άρθρου 1 παρ.2 του π.δ. 723/1979, από τις εν λόγω συμβάσεις, θα επιλύεται από το μόνιμο Διαιτητικό Δικαστήριο του ΤΕΕ.
Η διαιτητική αυτή ρήτρα ουδόλως αμφισβητείται από τον ενάγοντα, ο οποίος απλώς ισχυρίζεται ότι η επίδικη διαφορά δεν εμπίπτει στην έννοια της 'τεχνικής διαφοράς', όπως ορίζεται στο σχετικό άρθρο 1 του π.δ. 723/1979 και ότι συνεπώς, δεν εκφεύγει της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων. Όπως, όμως, ευθέως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής του, η επίδικη διαφορά που αφορά κυρίως σε απαιτήσεις (ενοχικά δικαιώματα) του ενάγοντος από την εκτέλεση κάθε μίας από τις 3 επίδικες συμβάσεις, στην οποία αναφέρεται η διαιτητική συμφωνία και επικουρικώς, σε απαιτήσεις (ενοχικά δικαιώματα) του ιδίου λόγω αδικαιολογήτου πλουτισμού των αντισυμβαλλομένων του εναγομένων, οι οποίες ανεξαρτήτως της νομικής τους θεμελιώσεως, συνάπτονται με τις διαφορές από κάθε σύμβαση για την επίλυση των οποίων συμφωνήθηκε εγκύρως διαιτησία, έχει χαρακτήρα 'τεχνικής διαφοράς' κατά την έννοια του άρθρου 1 του π.δ. 723/1979, για την οποία το Διαιτητικό Δικαστήριο του ΤΕΕ, ενόψει της παραπάνω διαιτητικής ρήτρας, έχει δικαιοδοσία επίλυσής της.
Ειδικότερα, με την ένδικη αγωγή διώκεται η επιδίκαση (είτε με βάση τη σύμβαση είτε με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό) στον ίδιο (ενάγοντα) ως μηχανικό μέλος του ΤΕΕ της συμφωνημένης και νόμιμης (π.δ.696/1974) αμοιβής του για τη σύνταξη και παράδοση στις αντιδίκους του, των συγκεκριμένων μελετών που αναφέρονται σε συγκεκριμένα τεχνικά έργα και του είχαν ανατεθεί με κάθε μία από τις 3 επίδικες έγγραφες συμβάσεις.
Είναι δε προφανές ότι για τον προσδιορισμό της καταβλητέας αμοιβής, απαιτείται η χρήση ειδικών επιστημονικών γνώσεων και των εμπειριών των μελών του ΤΕΕ, ενόψει και του ότι η υπαγωγή της αμοιβής του στις εφαρμοστέες διατάξεις του π.δ. 696/1974, προϋποθέτει την τεχνική αξιολόγηση των μελετών, προκειμένου να κριθεί αν τα ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά τους ανταποκρίνονται στα συμφωνηθέντα, έτσι ώστε εν συνεχεία να κριθεί η προβλεπόμενη από το νόμο αμοιβή, χωρίς να αρκεί ο ποσοστιαίος προσδιορισμός της {σε ποσοστό 30% επί της καταβληθείσας για κάθε ανατεθείσα με τις οικείες διαγωνιστικές διαδικασίες στις εναγόμενες υπό εκπόνηση μελέτη}, αφού δεν αποκλείεται η εκπόνηση των μελετών να εκτελέστηκε χωρίς του ενάγοντος τη συμβολή, η οποία στην ουσία αποτελεί το ερευνητέο αντικείμενο της προκειμένης δίκης, καθώς αποτελεί προϋπόθεση για την καταβολή της αιτουμένης αμοιβής.
Συνεπώς, η αγωγή αυτή με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα αφορά διαφορά που έχει τα χαρακτήρα "τεχνικής διαφοράς" και εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.2 του π.δ 723/1979...". Με όσα δέχθηκε το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 1 του ΠΔ 723/1979, σε συνδυασμό με τα άρθρα 264 και 867 ΚΠολΔ, διότι η ένδικη αγωγή είχε ως αντικείμενο την διεκδίκηση του καταβλητέου υπολοίπου της συμφωνηθείσας αμοιβής του ενάγοντος, η οποία συνίσταται στο 30% επί της ήδη πιστοποιηθείσας, εκκαθαρισθείσας και καταβληθείσας από τον εκάστοτε κύριο του έργου αμοιβή των Αναδόχων.
Η ένδικη διαφορά δεν είναι "τεχνική", με την έννοια που ορίζεται στο άρθρο 1 παρ.2 του ως άνω ΠΔ 723/1979, αλλά διαφορά που ανακύπτει από το περιεχόμενο μίας σύμβασης έργου ως προς τον αριθμητικό καθορισμό του ύψους αυτής, έστω και αν εμμέσως φέρεται να έχει σχέση με τεχνικό έργο, δεδομένου ότι στην ένδικη περίπτωση άμεσο αντικείμενο είναι η ερμηνεία και εφαρμογή των όρων της σύμβασης για την επίλυση των οποίων απαιτούνται οι ιδιαίτερες γνώσεις της νομικής επιστήμης και όχι οι επιστημονικές γνώσεις των μελών του ΤΕΕ. Επομένως, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (και όχι από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, βλ. ΟλΑΠ 2/1999, ΑΠ 15/2005, ΑΠ 706/2003, ΑΠ 152/1999) είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών αναιρετικών λόγων.
Μετά από αυτά, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, καθόσον η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση. Τέλος, πρέπει οι αναιρεσίβλητοι να καταδικαστούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2444/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (5ου Τμήματος)
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ