Supreme Court dismisses appeal on common sense violation, ruling it applies only to legal interpretation, not evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding property ownership. The appellant argued that the lower court violated principles of common sense by failing to recognize that long-term possession without declaration implied abandonment of ownership rights. The court rejected this claim, holding that such arguments regarding the evaluation of evidence fall outside the scope of common sense violations, which are limited to the interpretation of legal rules.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1033, 369, 1192 of the Civil Code; Article 560(1)(b) of the Code of Civil Procedure: A violation of principles of common sense constitutes a ground for appeal only if it concerns the interpretation of legal rules or the subsumption of facts under those rules, not the evaluation of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1361 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1361/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντι- πρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Τ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Κοψαχείλη.
Της αναιρεσίβλητης: Β. Κ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Βλιτσάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/12/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αγιάς και συνεκδικάστηκε με την προφορικά ασκηθείσα ανταγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, επί των οποίων εκδόθηκαν οι 24/2006 μη οριστική και 15/2009 οριστική αποφάσεις του ίδιου δικαστηρίου. Παράλληλα ο αναιρεσείων άσκησε την από 11/3/2008 αγωγή του, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αγιάς, επί της οποίας εκδόθηκε η 14/2009 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Κατά των αποφάσεων αυτών ασκήθηκαν εφέσεις και εκδόθηκε η 246/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17/1/2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 8/4/2013 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Δ. Μαζαράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα άρθρα 1033, 369 και 1192 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε.
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1043, 1045, 1051 ΑΚ, προκύπτει, ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική μεν χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δυο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας, που δίκασε ως Εφετείο σε συνεκδικασθείσες εφέσεις κατά των υπ' αριθ. 14 και 15/2009 αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Αγιάς, δέχτηκε κατά τις κρίσιμες παραδοχές του τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ' αριθ. .../1894 πωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Αγιάς Ζήση Οικονομίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγιάς (τόμος ..., με α/α 171), περιήλθε στην κυριότητα της Ε., συζ.
Ζ. Π., μία ισόγεια οικία, αποτελούμενη από τρία δωμάτια, χαγιάτι, κλίβανο (φούρνο), με την αυλή της και δύο συνεχόμενους μωρεόκηπους, συνολικής έκτασης ενός στρέμματος περίπου, που βρισκόταν στην ενορία του Αγίου Αθανασίου, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του δ.δ. ... του Ν. Λάρισας, στο ... Ο.Τ. και συνόρευε με οικία Α.
Μ., αδελφών Κ., Π. Ν. και με δρόμο. Στη συνέχεια, η Ε., συζ. Ζ. Π., με το υπ' αριθμ. .../1940 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Αγιάς Ιωάννη Παρδαλού, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγιάς (τόμος ..., με α/α 176), μεταβίβασε λόγω δωρεάς την κυριότητα του ως άνω ακινήτου στη θυγατέρα της Β., το γένος Ζ.
Π., συζ. Κ. Μ.. Η τελευταία, το έτος 1970, με το υπ' αριθμ. .../9-9-1970 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Λάρισας Γεωργίου Φυτιλή, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε ένα τμήμα του ως άνω ακινήτου, εκτάσεως 226,60 τ.μ., στον Δ. Δ. του Δ., το οποίο συνόρευε περιμετρικά, ανατολικά με ιδιοκτησία του αγοραστή Α. Δ., βόρεια με υπόλοιπη ιδιοκτησία της πωλήτριας (Β., χήρας Κ.
Μ.), δυτικά με δρόμο και νότια εν μέρει με υπόλοιπη ιδιοκτησία της πωλήτριας και εν μέρει με ιδιοκτησία (οικία) των αδελφών Κ.. Τμήμα του ως άνω αρχικού ακινήτου (ενός στρέμματος) αποτελεί και το επίδικο οικόπεδο, έκτασης §81,54 τ.μ., το οποίο απεικονίζεται στο συνημμένο στην από 11-3-2008 (με αριθμό εκθ. καταθ. 12/2008) αγωγή του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Κ.
Φ., με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Α και συνορεύει, σύμφωνα με αυτό, βόρεια με ιδιοκτησίες κληρονόμων Κ. Δ., νότια με ιδιοκτησία Δ. Δ., ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ. και Δ. Δ., δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ. Δ. και νοτιοδυτικά με δημοτική οδό. Το εν λόγω ακίνητο (επίδικο), μαζί με το υπόλοιπο τμήμα του αρχικού οικοπέδου (οικία), περιήλθαν, λόγω εξ αδιαθέτου κληρονομιάς της αποβιώσασας το έτος 1989 Β.
Μ., στο γιό της και μοναδικό κληρονόμο της Ν. Μ., οποίος απεβίωσε στις 21-6-2001, αφήνοντας, με την υπ' αριθμ. .../5-9-1995 δημόσια διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, μοναδική κληρονόμο του την εναγόμενη - αντενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, που αποδέχθηκε την επαγόμενη σ' αυτή κληρονομιά (επίδικο ακίνητο και οικία), τόσο για τον εαυτό της ατομικά, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../18-7-2005 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αγιάς Ιωάννας Τσέλνικα - Ζαρκάδα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγιάς (τόμος ..., α/α 9), όσο και για λογαριασμό του κληρονομουμένου Ν.
Μ., δυνάμει της υπ' αριθμ. .../18-7- 2005 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγιάς (τόμος ..., α/α 8). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τόσο η απώτερη δικαιοπάροχος της εναγόμενης - αντενάγουσας Β. Μ., όσο και ο άμεσος δικαιοπάροχος αυτής Ν.
Μ., κατείχαν το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου, ασκώντας σ' αυτό τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής, με τις οποίες εκδήλωναν τη βούλησή τους να το εξουσιάζουν. Ειδικότερα, η Β. Μ. το καλλιεργούσε με μουριές και μάζευε τα κουκούλια για κατασκευή μεταξιού, ενώ στη συνέχεια, κατόπιν παρακλητικής σχέσης που υπήρξε μεταξύ αυτής και της μητέρας του ενάγοντα - αντεναγομένου Ε., συζ.
Τ. Κ., επέτρεψε στην τελευταία να τοποθετήσει σ' αυτό αρχικά ζώα και στη συνέχεια κότες. Έτσι, η μητέρα του ενάγοντος - αντεναγομένου, με την ανοχή και συναίνεση αρχικά της Β. Μ. και στη συνέχεια του Ν. Μ., συνέλλεγε μέχρι το θάνατο της (28-6-2002) τους καρπούς των δέντρων (δύο καρυδιών και μιας ροδιάς) και εξέτρεφε τις κότες της, χωρίς όμως ποτέ να ασκήσει πράξεις νομής επί του επιδίκου.
Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι, μετά το θάνατο της μητέρας του ενάγοντος - αντεναγομένου, ο τελευταίος μαζί με τον αδελφό του Α. Γ., με τις υπ’ αριθμ. .../22-10-2004 και .../22-10-2004 δηλώνεις αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αγιάς Ιωάννας Τσέλνικα - Ζαρκάδα, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγιάς (τόμος 394 με α/α 31 και 32 αντίστοιχα), αποδέχθηκαν το επίδικο ακίνητο, ως εξ αδιαθέτου κληρονομιά του πατέρα τους Τ.
Κ., σε ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου ο καθένας και ως εξ αδιαθέτου κληρονομιά της μητέρας τους Ε., χήρας Τ. Κ., σε ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενώ στη συνέχεια, με το υπ' αριθ. .../22-10-2004 συμβόλαιο δωρεάς της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, ο Α. Γ. μεταβίβασε το ως άνω ιδανικό του μερίδιο (4/8 εξ αδιαιρέτου) επί του επιδίκου στον ενάγοντα - αντεναγόμενο.
Ακολούθως, ο τελευταίος, αφού προέβη σε τοπογράφηση του επιδίκου οικοπέδου (βλ. το από Ιανουάριος του 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Κ. Φ.), ξεκίνησε τις διαδικασίες για την τακτοποίησή του, καθώς αυτό δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ παράλληλα έκοψε τα δέντρα που υπήρχαν σ' αυτό και το έφραξε στο μέρος που συνορεύει με τη δημοτική οδό, εμποδίζοντας έτσι την πρόσβαση της εναγόμενης - αντενάγουσας σ' αυτό (βλ.
το από 29-6-2005 εξώδικο της εναγόμενης - αντενάγουσας προς το Δήμο Αγιάς και την Πολεοδομία και το με αριθμό πρωτ. 4225/25-7-2005 έγγραφο του Δήμου Αγιάς). Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, προέκυψαν από τα προσκομιζόμενα από την εναγόμενη - αντενάγουσα αποδεικτικά μέσα και ιδίως: α) τις καταθέσεις της μάρτυρος της εναγόμενης - αντενάγουσας Ε.
Κ., η οποία κατέθεσε ότι το επίδικο ακίνητο, εκτάσεως 181 τ.μ., μαζί με το ακίνητο που μεταβιβάσθηκε από την Β. Μ. στον Δ., εκτάσεως 220 τ.μ. και την οικία της τελευταίας, μετά του οικοπέδου της, εκτάσεως 300 τ.μ., ήτοι συνολικά 750 τ.μ., αποτελούν το αρχικό ακίνητο, ενός στρέμματος περίπου, (πέτρινη οικία με αυλή και δύο συνεχόμενοι μωρεόκηποι), που περιγράφεται στον τίτλο κτήσεως της Β.
Μ. και σ' αυτόν της δικαιοπαρόχου της, ότι το επίδικο είχε μέσα 30-40 μουριές, από τις οποίες η Β. Μ. μάζευε τα κουκούλια, ότι ο Κ. Μ. επέτρεψε στη μητέρα του ενάγοντος - αντεναγομένου να τοποθετήσει μέσα σ' αυτό κοτέτσι, β) την κατάθεση του μάρτυρος Δ. Δ. του Α., ο οποίος κατέθεσε στη μεταξύ των διαδίκων δίκη των ασφαλιστικών μέτρων και ανέφερε ότι ο ίδιος αγόρασε από τη Β.
Μ. ένα τμήμα εκτάσεως 250 τ.μ., το οποίο συνορεύει δυτικά με δρόμο, ανατολικά με το πατρικό του οικόπεδο, βόρεια με το υπόλοιπο κτήμα της χήρας του Κ. Μ. (επίδικο) και νότια κατά ένα μέρος με την ιδιοκτησία (οικία) Κ. και κατά ένα μέρος με την οικία - οικόπεδο του Μ., ότι πριν αγοράσει το τμήμα αυτό, τα δύο οικόπεδα επικοινωνούσαν και είχαν και την ίδια βλάστηση (μουριές), ότι πριν δέκα χρόνια έμπαινε μέσα (στο επίδικο) η μητέρα του Κ.
και έβαζε κότες, με την ανοχή του Μ., ότι το επίδικο είναι περιφραγμένο από τους ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων, ήτοι από τον ίδιο και τον Κ. Δ., εκτός από ένα τμήμα της δυτικής του πλευράς που έχει άνοιγμα στο δρόμο, ότι είδε για πρώτη φορά τον ενάγοντα - αντεναγόμενο στο επίδικο μετά το θάνατο του Ν. Μ. και ότι η πόρτα με την κλειδαριά μπήκαν πρόσφατα από τον ενάγοντα - αντεναγόμενο, γ) το απόσπασμα του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου Αγιάς, από το οποίο προκύπτει ότι η οικία του ενάγοντος - αντεναγομένου δεν συνορεύει με το επίδικο τμήμα, αλλά με το τμήμα που μεταβιβάστηκε από τη Β.
Μ. στο Δ. Δ. και δ) την ένορκη βεβαίωση του Σ. Π., ο οποίος δήλωσε ότι το έτος 1999 ήρθε σε επαφή με τον Ν. Μ. για να αγοράσει το επίδικο ακίνητο, πλην όμως υπαναχώρησε διότι αυτό δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τα προσκομιζόμενα από τον ενάγοντα - αντεναγόμενο αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα:
α) τις καταθέσεις των μαρτύρων Ι. Μ. και Α. Μ., οι οποίοι κατέθεσαν μεν ότι στο επίδικο έβλεπαν πάντα τη μητέρα του ενάγοντος - αντεναγόμενου, η οποία διατηρούσε μέσα σ' αυτό ζώα (γίδες και κουνέλια) και ένα κοτέτσι με κότες και ότι αυτή το είχε κληρονομήσει από τον άντρα της (Τ. Κ.), πλην όμως δεν εξήγησαν με ποιο τρόπο είχε αποκτήσει την κυριότητα αυτού ο Τ.
Κ., ενώ παραδέχονται ότι η περίφραξη στο επίδικο τοποθετήθηκε από τους όμορους ιδιοκτήτες για να φυλάξουν τα σύνορά τους και ότι δεν γνώριζαν αν υπήρχε ή όχι κάποια συμφωνία μεταξύ της Β. Μ. και της Ε. Κ., β) το υπ' αριθμ. .../27-2-1963 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Αγιάς Θεόδωρου Πετράκη, στο οποίο αναφέρεται ως όριο της εκεί μεταβιβαζόμενης ιδιοκτησίας της Ε., χήρας Δ.
Δ., ιδιοκτησία (κήπος) κληρονόμων Α. Κ. ή Γ. (παππού του ενάγοντα - αντεναγόμενου), πλην όμως στο εν λόγω συμβόλαιο δεν προσαρτάται τοπογραφικό διάγραμμα, ώστε να μπορεί να προσδιοριστεί η μεταβιβαζόμενη ιδιοκτησία και η θέση αυτής σε σχέση με το επίδικο ακίνητο, γ) το υπ' αριθμ. .../1999 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αγιάς Αλεξάνδρας Σακκά - Καραθανάση, με το οποίο ο Απόστολος Δ. (όμορος ιδιοκτήτης στην ανατολική πλευρά του επιδίκου) μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής την ιδιοκτησία του στον υιό του Δ.
Δ., στο οποίο αναφέρεται ότι αυτή συνορεύει δυτικά εν μέρει με ιδιοκτησία Α. και Τ. Κ. (σημειωτέον ότι ο Τ. Κ. είχε αποβιώσει από το έτος 1980), καθώς τα εν λόγω όρια προέκυψαν από το συνημμένο στο ως άνω συμβόλαιο τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Θ. Σ., το οποίο συντάχθηκε κατόπιν υποδείξεως του ιδιοκτήτη του μεταβιβαζόμενου ακινήτου, Α.
Δ. και δεν επιβεβαιώνονται από τυχόν προγενέστερα τοπογραφικά διαγράμματα ή άλλα σχετικά έγγραφα και δ) το από Ιανουάριος του 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Κ. Φ., το οποίο συντάχθηκε από πρωτοβουλία του ενάγοντος - αντεναγόμενου, για το επίδικο ακίνητο και το οποίο υπογράφεται από τους όμορους ιδιοκτήτες, μεταξύ των οποίων και ο Δ.
Δ. (μάρτυρας της εναγόμενης- αντενάγουσας), καθώς οι όμοροι ιδιοκτήτες έθεσαν την υπογραφή τους σ' αυτό, προκειμένου να οριοθετήσουν τα ακίνητά τους (χωρίς να ενδιαφέρονται για το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου), είναι δε πιθανό να πίστευαν ότι ενάγων - αντεναγόμενος είχε αγοράσει το επίδικο ακίνητο από τον Ν.
Μ.". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ότι η εναγομένη- αντενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου από το θάνατο, στις 21-6-2001, του δικαιοπαρόχου της Ν. Μ., λόγω κληρονομίας, αλλά και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ως νεμηθείσα το επίδικο μετά των δικαιοπαρόχων της με διάνοια κυρίου από της εισαγωγής τουλάχιστον του ΑΚ συνεχώς και μέχρι της εγέρσεως της αγωγής, και ότι ο ενάγων-αντεναγόμενος και ήδη αναιρεσείων δεν απέκτησε ποτέ την κυριότητα του επιδίκου, διότι οι δικαιοπάροχοι του δεν ασκούσαν πράξεις νομής σ' αυτό, αλλά το κατείχαν με τη συναίνεση και την ανοχή των δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης, χωρίς ποτέ να δηλώσουν σ' αυτούς ότι το κατέχουν με διάνοια κυρίου.
Κατόπιν τούτου, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και δέχτηκε την ανταγωγή της αντενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει παρόμοια κρίση. Με την κρίση του αυτή το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 369, 1033, 1041, 1045, 1051 και 1192, 1193, 1995, 1118, 1199, ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Επομένως, ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ..., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.
Από την προαναφερόμενη διάταξη προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στο νόμο, αφού στη διάταξη αυτή ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους.
Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερόμενων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως των αποφάσεων των υπόλοιπων δικαστηρίων. Έτσι, δεν ιδρύεται ο λόγος, όταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Ενόψει τούτων, ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ασαφείς αιτιολογίες, και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο λόγο αυτό έγγραφα, που επικαλέστηκε και προσκόμισε, ήτοι λόγους αναίρεσης, που στηρίζονται στους αριθμούς 19 και 11 περ.
γ' του 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι.
Επειδή, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδάφ. β' του ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο, αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και όχι, όταν παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το τρίτο μέρος του, και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 εδάφ. β' ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο με το να δεχτεί, ότι "ο ενάγων-αντεναγόμενος και ήδη αναιρεσείων δεν απέκτησε ποτέ την κυριότητα του επιδίκου, διότι οι δικαιοπάροχοι του δεν ασκούσαν πράξεις νομής σ' αυτό, αλλά το κατείχαν με τη συναίνεση και την ανοχή των δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης, χωρίς ποτέ να δηλώσουν σ' αυτούς ότι το κατέχουν με διάνοια κυρίου", παραβιάσθηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνίστανται στο ότι η μακράς διάρκειας κατά παρακλητική σχέση πλήρης και αποκλειστική χωρίς αντάλλαγμα χρήση και κάρπωση τμήματος οικοπέδου από τον κύριο γειτονικού ακινήτου ενέχει παραίτηση του δικαιούχου του πράγματος από το δικαίωμα νομής του επ' αυτού και δεν είναι αναγκαία προηγούμενη γνωστοποίηση της μεταβολής της βούλησης του λαβόντος την κατοχή του πράγματος προς τον νομέα.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 974, 1041, 1045 και 1051 ΑΚ, που επικαλείται ο αναιρεσείων ή την υπαγωγή σ' αυτές των πραγματικών περιστατικών, αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων, για τις οποίες (εξακρίβωση και εκτίμηση) κρίνουν ανελέγκτως τα δικαστήρια της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17/1/2012 αίτηση του Α. Κ. για αναίρεση της 246/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας που δίκασε ως Εφετείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ