Legislator Case Law & Legislation
1361/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to absent defendant and rejects substantive claim regarding compensation calculation.

Case Number 1361/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two individuals against a regional municipality's judgment awarding them €50,000 in damages. The appellants argued the lower court failed to adequately consider their contributory negligence when calculating the compensation amount. The court ruled the appeal inadmissible because a key defendant did not appear or participate properly during the hearing, violating procedural requirements. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellants were ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; If a party fails to appear or participate properly in the appeal hearing, the court examines whether the absence expedited the proceedings; if not, the appeal is declared inadmissible against all parties.

Keywords

AI generated
appeal admissibility procedural default contributory negligence civil procedure legal costs inadmissible appeal participation requirement

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 62 of Law 4139/2013
Article 98 of Law 4139/2013
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1361 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1361/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Γ. Χ. του Χ., κατοίκου ... και 2. Α. Κ. του Α., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παντελή Μήτση, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ..

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Β. Ν. του Φ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Κασιμάτη και 2 Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ) - Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α), με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΡΤΑΙΩΝ", νόμιμα εκπροσωπουμένου υπό του Δημάρχου αυτού που εδρεύει στην Δ.Κ.Άρτας Δήμου Αρταίων, το οποίο δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Μαΐου 2006 αγωγή του ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων και την από 25.10.2007 προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης των αναιρεσειόντων κατά του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 21/2012 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25 Απριλίου 2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 9 Μαρτίου 2013 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1&2 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρ. 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρ. 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται κατά το άρθρ. 98 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20.3.2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθ. .../19.6.2012 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Άρτας …ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 21/2012 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων επισπεύσθηκε με δική τους φροντίδα, οι οποίοι προς το σκοπό αυτό επέδωσαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (και) στον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του Εφετείου Ιωαννίνων και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 16 την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο της 1.4.2013, κατά την οποία ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων κλήθηκε να παραστεί (άρθρ.122§1, 123, 126§1α, 127§1, 230§2, 498§§1&2, 568 ΚΠολΔ).

Όμως αυτός δεν παρέστη κατά την εν λόγω δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρ. 576§2 ΚΠολΔ). 2.

Με την υπ' αριθ. 21/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και ήδη προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η από 14.4.2009 έφεση των ήδη αναιρεσειόντων ως προς τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, ενώ έγινε δεκτή ως προς τον πρώτο αυτών και αφού εξαφανίσθηκε ως προς τον ίδιο η υπ' αριθ. 12/2009 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 30.5.2006 αγωγή του κατά των αναιρεσειόντων, ενώ απορρίφθηκε ως απαράδεκτη για έλλειψη δικαιοδοσίας η από 25.10.2007 προσεπίκλησή τους και η σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο παρεμπίπτουσα αγωγή τους αποζημίωσης κατά του δεύτερου των ήδη αναιρεσιβλήτων, έγινε ακολούθως δεκτή η ένδικη αγωγή για μικρότερα ποσά από αυτά που είχαν πρωτοδίκως επιδικασθεί και αφενός μεν υποχρεώθηκαν οι αναιρεσείοντες να καταβάλουν νομιμοτόκως και εις ολόκληρο στον πρώτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 664 ευρώ, αφετέρου δε αναγνωρίσθηκε ότι του οφείλουν νομιμοτόκως και εις ολόκληρο το επιπλέον ποσό των 90.800 ευρώ, ως αποζημίωση για τις υλικές ζημίες και ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που του προκάλεσαν με την αδικοπρακτική σε βάρος του συμπεριφορά τους.

Η αίτηση αναίρεσης απαράδεκτα στρέφεται κατά του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων και είναι απορριπτέα ως προς αυτόν, αφού οι λόγοι της δεν τον αφορούν. Κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης, στρεφόμενη κατά του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ).

3. Κατά το άρθρ. 914 ΑΚ, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στα άρθρ. 297 και 298 ΑΚ, ενώ κατά το άρθρ. 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, ιδίως σ' εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του, σε περίπτωση δε θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.

Από τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, συνδυαζόμενες και με τις διατάξεις των άρθρ. 330 ΑΚ και 15 ΠΚ, συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης προς καταβολή αποζημίωσης ή (και) χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης και επομένως στοιχεία της σχετικής αγωγής προκειμένου αυτή να είναι κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ ορισμένη, είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς, οφειλόμενης σε υπαιτιότητα του δράστη, η πρόκληση ζημίας ή αναλόγως ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας ή της ηθικής βλάβης και ψυχικής οδύνης που προκλήθηκαν.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αυτό συμβαίνει όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα του δικαίου υποχρέωση προστασίας και ειδικότερα όταν με προηγούμενη πράξη του δημιούργησε κάποιος κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου.

Υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία. Έτσι αν η ζημία οφείλεται σε υπαιτιότητα του ίδιου του παθόντος δεν δικαιούται αποζημίωσης, ενώ σε περίπτωση συντρέχοντος πταίσματός του το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρ. 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της κατά ορισμένο ποσοστό, ως προς το οποίο η κρίση του είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, αφού είναι κρίση περί τα πράγματα (ΑΠ 677/2011).

Με την έννοια αυτή η υπαιτιότητα ως όρος της αδικοπρακτικής ευθύνης διακρίνεται από τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής δικαιώματος ή έννομου συμφέροντος, ενδέχεται όμως η αμέλεια στη συμπεριφορά να την καθιστά συγχρόνως και παράνομη ή αντιστρόφως η πράξη της παράνομης προσβολής να υποδηλώνει η ίδια και την ύπαρξη υπαιτιότητας με την μορφή ειδικότερα της αμέλειας, που συμβαίνει όταν η προσβολή συνίσταται στην παράβαση του γενικού καθήκοντος επιμέλειας, σύμφωνα με το οποίο αξιώνεται από κάθε κοινωνό να συμπεριφέρεται όπως ο μέσος συνετός συναλλασσόμενος, άσχετα αν κατά τα λοιπά η συμπεριφορά του αποτελεί ή όχι και παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα δικαίου.

Εξ άλλου πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας που προκλήθηκε, υπάρχει όταν η συμπεριφορά αυτή, κατά το χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία ή αναλόγως την αντίστοιχη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη.

Η ζημία ή αναλόγως η ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη ενδέχεται να οφείλονται και σε αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος, δηλαδή του προσώπου που με τη βούληση κάποιου άλλου, χαρακτηριζόμενου ως προστήσαντος, παρέχει σ' αυτόν, διαρκώς ή ευκαιριακά, υπηρεσίες διεκπεραίωσης των υποθέσεών του ή προώθησης των οποιωνδήποτε συμφερόντων του, εφόσον ενεργεί υπό τον έλεγχό του ή έστω υπό την επίβλεψή του, με την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπει όμως μια γενική εποπτεία (ΑΠ 280/2009? 605/2009).

Εφόσον αυτό συμβαίνει, θεμελιώνεται κατά το άρθρ. 922 ΑΚ η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο συνευθύνεται εις ολόκληρο, όπως αυτό συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρ. 481, 486 και 926 ΑΚ (ΑΠ 1796/2012). Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα.

Ειδικότερα αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός, που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Συνεπώς για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει σε κάθε περίπτωση ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί αντίθετα να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ' αυτόν με επίκληση έγγραφα.

Συνακόλουθα δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ούτε η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης, ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά, για οποιονδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία. Εξ άλλου κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Δυνάμει συμβάσεως εργολαβίας, που καταρτίσθηκε στις 27.7.2001 μεταξύ του Δήμου Αρταίων (δεύτερου των αναιρεσιβλήτων) ως εργοδότη και του πρώτου εναγομένου (πρώτου αναιρεσείοντος) ως εργολάβου, ο Δήμος Αρταίων ανέθεσε στον ως άνω εργολάβο την εκτέλεση του έργου "Πεζοδρόμηση οδού Σκουφά, Σταματελοπούλου, Κασσοπίτρας, τμήματος οδού Κ.

Παλαμά και αύξηση πεζοδρομίων Αγίας Σοφίας". Στη συνέχεια ο ανάδοχος (εργολάβος) προέστησε στην υπηρεσία του, ως τοποθετητή πλακιδίων, τον δεύτερο εναγόμενο (δεύτερο αναιρεσείοντα), στον οποίο έδινε οδηγίες, κατευθύνσεις και εντολές σχετικά με την εργασία που αυτός έπρεπε να εκτελέσει. Την 28.11.2001, τις πρωϊνές ώρες, και ενώ ο ενάγων διερχόταν πεζός από την οδό Σκουφά, πλησιάζοντας το σημείο των εργασιών, ένα κομμάτι πλακιδίου, από αυτά που επεξεργαζόταν ο δεύτερος εναγόμενος με κάποιο εργαλείο, όπως βαριοπούλα ή σφυρί, εκσφενδονίστηκε και τον κτύπησε στο δεξιό οφθαλμό του, προκαλώντας τον σοβαρό τραυματισμό του.

Ο τραυματισμός αυτός του ενάγοντος οφείλεται σε υπαιτιότητα (αμέλεια) των εναγομένων, οι οποίοι... κατά την εκτέλεση του έργου που είχαν αναλάβει και εκτελούσαν, από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν έλαβαν τα απαιτούμενα προφυλακτικά μέτρα για την προστασία των διερχόμενων πεζών.

Ειδικότερα δεν είχαν περιβάλλει το τμήμα της οδού που πεζοδρομούσαν με πλαστικό προστατευτικό υλικό, δηλαδή είτε πυκνό χρωματιστό δίχτυ ή λινάτσα σε ανάλογα ικανό ύψος και μήκος, έτσι ώστε να μην είναι δυνατός ο τραυματισμός περαστικών πεζών εξαιτίας της τυχόν εκτίναξης αποκολληθέντων τμημάτων πλακιδίων κατά την επεξεργασία και τοποθέτηση αυτών επί της οδού.

Το μόνο μέτρο που είχαν λάβει ήταν η τοποθέτηση μιας χρωματιστής κορδέλας περιμετρικά του έργου, το οποίο όμως δεν ήταν αρκετό για να προστατεύσει τους διερχόμενους από το σημείο εκείνο της οδού πεζούς. Ο ισχυρισμός που πρότειναν οι εναγόμενοι στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ήδη επανέφεραν με σχετικό λόγο της έφεσής τους, δηλαδή περί τραυματισμού του ενάγοντος που προκλήθηκε κατά την εκτέλεση των εργασιών άλλου συνεργείου, το οποίο εργαζόταν στον ίδιο χώρο, τοποθετώντας φρεάτια, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, διότι δεν αποδείχθηκαν τα παραπάνω περιστατικά.

Για την πρόκληση όμως του ως άνω επισυμβάντος ατυχήματος και τον εντεύθεν τραυματισμό του ενάγοντος συνέβαλε κατά ποσοστό 20% και αμελής συμπεριφορά του ιδίου του παθόντος, διότι εισήλθε στο χώρο, όπου εκτελούνταν οι εργασίες, χωρίς λόγο και παρά την ύπαρξη καβαλέτων ύψους 1,20 m και την προειδοποιητική κορδέλα που υπήρχε εκεί και απαγόρευαν την είσοδο στο χώρο αυτό εργασίας.

Συνεπώς η ένσταση συνυπαιτιότητας, που επικουρικά οι εναγόμενοι πρότειναν πρωτόδικα και επανέφεραν με την έφεσή τους πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του την έφεση των αναιρεσειόντων ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων και αφού εξαφάνισε ως προς αυτόν την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αποκλειστικά υπαίτιους για τον τραυματισμό του τους αναιρεσείοντες, ερεύνησε στη συνέχεια, στο πλαίσιο πλέον ύπαρξης και δικής του συνυπαιτιότητας, την ένδικη αγωγή ως προς τη βασιμότητα των κονδυλίων αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης που ζήτησε αυτός να του επιδικασθούν.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδουν οι αναιρεσείοντες στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον αρνητικό της ύπαρξης υπαιτιότητάς τους για τον τραυματισμό του πρώτου αναιρεσιβλήτου ισχυρισμό τους, καθώς και αυτόν της έλλειψης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του τραυματισμού του και του εκτελούμενου από αυτούς δημοτικού έργου, αφού, όπως ειδικότερα αναφέρουν στις πρωτόδικες προτάσεις τους, αλλά και στο σχετικό δεύτερο λόγο της έφεσής τους, είχαν λάβει για την εκτέλεση του έργου όλα τα κατάλληλα προστατευτικά μέτρα, ο δε τραυματισμός του πρώτου αναιρεσιβλήτου προκλήθηκε από ενέργεια μέλους άλλου συνεργείου που εργαζόταν στην ίδια περιοχή κατά τον αυτό χρόνο.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να αποδώσουν στην απόφαση του Εφετείου πλημμέλειες από τους αριθμούς 8(β) και 19 του άρθρ. 599 ΚΠολΔ, εξ αιτίας των οποίων, όπως περαιτέρω ισχυρίζονται, παρά το νόμο συνδέθηκε με υπαιτιότητά τους ο τραυματισμός του πρώτου αναιρεσιβλήτου, σε κάθε δε περίπτωση με ανεπαρκείς αιτιολογίες το Εφετείο κατέληξε στο σχετικό αποδεικτικό πόρισμά του, είναι απορριπτέος πρωταρχικά ως απαράδεκτος, αφού, όπως και οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες δέχονται, οι παραπάνω ισχυρισμοί τους είναι απλοί αρνητικοί ισχυρισμοί, τους οποίους το Εφετείο, αν και δεν είχε υποχρέωση ειδικά να τους αξιολογήσει, τους έλαβε ωστόσο υπόψη και έμμεσα τους απέρριψε με τις αντίθετες παραδοχές της απόφασής του, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και αναιρετικά ανέλεγκτες, καθώς αφορούν την ουσία της υπόθεσης (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ).

Απαράδεκτος επίσης και απορριπτέος είναι και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση, από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες η απόφαση αυτή δέχθηκε ότι το ποσοστό της συνυπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου στον τραυματισμό του ήταν μόνο 20%, αφού η σχετική κρίση του Εφετείου, η οποία είναι εν τέλει επαρκώς αιτιολογημένη, είναι ασφαλώς κρίση περί τα πράγματα και συνεπώς αναιρετικά ανέλεγκτη. 3.

Η διάταξη του άρθρ. 930§3 ΑΚ ορίζει ότι η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται γενικότερη αρχή, σύμφωνα με την οποία η αξίωση για αποζημίωση, που έχει ο παθών εναντίον αυτού που τον ζημίωσε, με συνέπεια, εκτός άλλων, να αδυνατεί να εργασθεί, δεν μπορεί να αποκρουσθεί απ' αυτόν για το λόγο ότι άλλος, που ήταν υποχρεωμένος από το νόμο, κατέβαλε στον παθόντα τις αποδοχές του, που αντιστοιχούν στο διάστημα της αναγκαστικής αποχής του από την εργασία του, αφού κατά τη βούληση του νομοθέτη δεν πρέπει να αποβαίνει προς όφελος του ζημιώσαντος το γεγονός ότι τρίτος είναι υπόχρεος από το νόμο ή για άλλο λόγο να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε.

Μάλιστα η υποχρέωση του τρίτου προς παροχή μπορεί να στηρίζεται και σε σχέση δημοσίου δικαίου, όπως στην περίπτωση που παρέχεται από το Δημόσιο μισθός ή σύνταξη σε πρόσωπο που δεν μπορεί να προσφέρει εργασία λόγω ανικανότητάς του από ατύχημα. Η δυνατότητα όμως αυτή για την απόκτηση, δηλαδή, από τον παθόντα αθροιστικά της αποζημίωσης που του οφείλει αυτός που τον ζημίωσε και της παροχής του τρίτου, δεν υφίσταται όταν ο νομοθέτης ορίζει διαφορετικά, όπως συμβαίνει κατά το άρθρ. 18 του ν.1654/1986, σύμφωνα με το οποίο η αξίωση αποζημίωσης του παθόντος μεταβιβάζεται από το νόμο στο ΙΚΑ, όταν αυτό κατέβαλε ή υποχρεούται να καταβάλει στον παθόντα κοινωνική ή ασφαλιστική παροχή προς κάλυψη της ζημίας του (ΑΠ 598/2009? 116/2010).

Περαιτέρω η παροχή εργασίας από συνταξιούχο χωρίς την έγκριση του συνταξιοδοτικού φορέα του, δεν είναι παράνομη, αφού η χορήγηση σύνταξης σε χρόνο που ο συνταξιούχος εξακολουθεί παράλληλα να εργάζεται αφορά τις μεταξύ τους σχέσεις και δεν επηρεάζει το δικαίωμα του ίδιου του συνταξιούχου ή αναλόγως των κληρονόμων του προς αποζημίωση.

Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο της αναίρεσης, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις (ΑΠ 845/2012). Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιώνται οι αναιρεσείοντες την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση, από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε τις σχετικές ενστάσεις τους και αναγνώρισε έτσι ότι οφείλουν να καταβάλουν αποζημίωση στον πρώτο αναιρεσίβλητο για απώλεια των εισοδημάτων του και για το μετά τη συνταξιοδότησή του χρονικό διάστημα, δηλαδή για το διάστημα από το Μάϊο του 2006 έως το Μάϊο του 2011, κατά το οποίο ναι μεν αυτός ήταν, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ανίκανος προς εργασία, όμως δικαιούταν έκτοτε, με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του, σύνταξης λόγω γήρατος, το ποσό της οποίας έπρεπε σε κάθε περίπτωση να συνυπολογισθεί ως ωφέλεια του αντιδίκου τους και να αφαιρεθεί συνεπώς από το ποσό της αντίστοιχης αποζημίωσης του.

Σχετικά η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων, ο οποίος ήταν αγρότης, εκμεταλλευόταν 4 ιδιόκτητα ελαιοτόπια, συνολικής εκτάσεως 15 στρεμμάτων... και δυο πορτοκαλεώνες, συνολικής εκτάσεως 5 στρεμμάτων... Στα κτήματα αυτά παρείχε ο ίδιος προσωπική εργασία..., λόγω δε του τραυματισμού του κατέστη ανίκανος προς εργασία και συγκεκριμένα ανίκανος να ασχοληθεί με την εκμετάλλευσή τους για το χρονικό διάστημα από το Μάϊο του 2002...

έως το Μάϊο του 2011, που συμπλήρωσε το 70 έτος της ηλικίας του. Κατά το διάστημα αυτό απασχόλησε για την εκμετάλλευση των παραπάνω κτημάτων... το γιό του Φ. Ν., χωρίς ο τελευταίος να εισπράξει την οποιαδήποτε αμοιβή λόγω της μεταξύ τους στενής συγγενικής σχέσης. Όμως η μη καταβολή ανταλλάγματος... δεν μπορεί να οδηγήσει σε ωφέλεια των υπόχρεων εναγομένων και σε αποφυγή καταβολής απ' αυτούς της σχετικής αποζημιώσεως του ενάγοντος, ο οποίος, επειδή δεν είχε ρευστό χρήμα για να καλύψει τις ανάγκες του αυτές..., αναγκάσθηκε να χρησιμοποιήσει το γιό του στις αγροτικές αυτές εργασίες, τις οποίες παρείχε ο ίδιος πριν από τον τραυματισμό του.

Έτσι αν προσλάμβανε άλλο πρόσωπο για την παροχή των ως άνω υπηρεσιών, θα δαπανούσε... συνολικά το ποσό των 10.200 ευρώ, της καταβολής του οποίου δεν απαλλάσσονται οι υπόχρεοι προς αποζημίωση κατά το άρθρ. 930§3 ΑΚ, αφού η οικειοθελής εκ μέρους του γιού του προσφορά των υπηρεσιών αυτών δεν αποβαίνει προς όφελός τους..., εν όψει δε του ποσοστού της συνυπαιτιότητας (20%) του ενάγοντος δικαιούται αυτός 8.160 ευρώ.

Ακόμη ο ενάγων, πλην της ενασχόλησής του με τα ιδιόκτητα ελαιοτόπια και πορτοκαλεώνες και προς ενίσχυση του εισοδήματός του απασχολείτο ετησίως και σε αγροτικές εργασίες για λογαριασμό τρίτων, πραγματοποιώντας, κατά μέσο όρο, 10 ημερομίσθια ανά μήνα εργασίας, όπως ράντισμα των ελαιόδενδρων και των πορτοκαλιών, κλάδεμα και μεταφορά των καρπών τους στους τόπους επεξεργασίας του.

Εξ αιτίας δε του τραυματισμού του κατέστη ανίκανος προς εργασία... και ως εκ τούτου απώλεσε συνολικά... κατά το διάστημα από το Μάϊο του 2002 έως και το Μάϊο του 2011 το ποσό των 40.800 ευρώ, εν όψει δε του ποσοστού της συνυπαιτιότητάς του δικαιούται 32.640 ευρώ...". Σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, αβάσιμα κατά το νόμο οι αναιρεσείοντες μέμφονται με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης την εφετειακή απόφαση για το ότι αναγνώρισε υποχρέωσή τους να αποζημιώσουν εις ολόκληρο τον πρώτο αναιρεσίβλητο για απώλεια των εισοδημάτων του και για το μετά τη συνταξιοδότησή του χρονικό διάστημα και μάλιστα χωρίς να αφαιρέσει το ποσό της σύνταξής του από το ποσό της αντίστοιχης αποζημίωσής του.

Πρωταρχικά όμως ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού οι σχετικοί ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων, παρά τα όσα αυτοί αντίθετα υποστηρίζουν, δεν προτάθηκαν ούτε πρωτόδικα ούτε με λόγο της έφεσής τους, όπως αυτό προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των σχετικών δικογράφων (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ). 4.

Κατά το άρθρ. 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού αναιρετικά ανέλεγκτα δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών.

Συνεπώς ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, η σχετική δε κρίση του δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου (ΑΠ 677/2011? 1251/2011? 43/2012? 114/2012).

Όμως ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για τον καθορισμό του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης στοιχεία που δεν ήταν επιτρεπτό να συνεκτιμήσει (ΟλΑΠ 13/2002) ή αντιστρόφως παρέλειψε να λάβει υπόψη στοιχεία που ήταν αναγκαία για το σχηματισμό της κρίσης του (ΣτΕ 1018/2008).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι "ο ενάγων από την σε βάρος του αδικοπραξία υπέστη αναμφιβόλως ηθική βλάβη, για την οποία η εύλογη χρηματική ικανοποίηση, που αυτός δικαιούται, ανέρχεται, εν όψει α) του τραυματισμού του... και της αναπηρίας του, β) των συνθηκών του ατυχήματος, γ) της ηλικίας του (65 ετών), δ) της υπαιτιότητας των εναγομένων και της συνυπαιτιότητάς του και ε) της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, στο ποσό των 50.000 ευρώ".

Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτουν οι αναιρεσείοντες πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι δεν είναι αδίστακτα βέβαιο ότι η απόφαση αυτή έλαβε πράγματι υπόψη και το συντρέχον πταίσμα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, προκειμένου να καθορίσει στο ως άνω ποσό το ύψος της οφειλόμενης σ' αυτόν χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη που αναγνωρίστηκε ότι υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά τους, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι στο ίδιο ποσό είχε καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησής του και η πρωτόδικη απόφαση, η οποία όμως, αντίθετα με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν είχε δεχθεί την ύπαρξη συνυπαιτιότητάς του για τον τραυματισμό του, με συνέπεια έτσι η εφετειακή απόφαση να έχει τελικά ανεπαρκή αιτιολογία.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού ρητά η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται στο συντρέχον πταίσμα του πρώτου αναιρεσιβλήτου ως ένα από τα στοιχεία που συνεκτίμησε για τον καθορισμό της οφειλόμενης σ' αυτόν εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, το γεγονός δε ότι μετά τη συνεκτίμηση και του στοιχείου αυτού η απόφαση του Εφετείου καθόρισε στο αυτό ποσό με την πρωτόδικη απόφαση το ύψος της χρηματικής ικανοποίησής του, δεν υποδηλώνει, όπως οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, παράλειψη ουσιαστικής εκτίμησης του στοιχείου αυτού από το Εφετείο, ενώ εξ άλλου στο πλαίσιο της ελεύθερης από μέρους του Εφετείου εκτίμησης όλων των στοιχείων, που προσδιορίζουν το ύψος της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποίησης, δεν είχε υποχρέωση το Εφετείο να αιτιολογήσει ειδικότερα την απόφασή του ως προς κάθε ένα από τα στοιχεία αυτά.

Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί κατά την παράγραφο 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε με το υπ' αριθμ. 13116244/25-4-2012 διπλότυπο είσπραξης τύπου Β' της ΙΘ' ΔΟΥ Αθηνών.

Εξάλλου πρέπει να καταδικασθούν οι δυο αναιρεσείοντες, που νικήθηκαν, στα δικαστικά έξοδα του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), που παρέστη στη συζήτηση της υπόθεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25.4.2012 αίτηση των Γ. Χ. και Α. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 21/2012 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε με το υπ' αριθμ. 13116244/25-4-2012 διπλότυπο είσπραξης τύπου Β' της ΙΘ' ΔΟΥ Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2013, όπου και δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Ιουνίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ