Legislator Case Law & Legislation
1361/2009 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's contract interpretation violating good faith and statutory intent.

Case Number 1361/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the first ground of appeal, overturning the Athens Court of Appeal's decision on a contract termination clause. The appellant argued the lower court misinterpreted the contract's termination provision by ignoring the principle of good faith and the mandatory nature of Article 672 of the Civil Code. The Court ruled that the lower court failed to justify why the specific wording was necessary when the parties had already detailed other terms, thus violating established interpretive rules.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173 and 200 of the Civil Code; Contract interpretation must adhere to good faith and the true intent of the parties, requiring courts to consider extrinsic evidence when the written text is ambiguous or violates statutory mandates.

Keywords

AI generated
contract interpretation good faith principle statutory mandate termination clause Civil Code provisions appellate review party intent

Cited Legislation

AI generated
Articles 173 and 200 of the Civil Code
Article 672 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1361 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1361/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο (επειδή κωλύονται οι Αρεοπαγίτες Αθανάσιος Θεμέλης και Ειρήνη Αθανασίου), Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Tης αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΟΣΕ), που εδρεύει στην Αθήνα, λειτουργεί με τη μορφή ΝΠΙΔ ΑΕ και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ανδρέα Ζαχόπουλο και Μαρία Ευαγγελάτου.

Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κατρούγκαλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-5-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 351/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 927/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-10-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 14-4-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (ΑΚ 173, 200) εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας διαπιστώνεται κενό ή αμφιβολία για την έννοια της βουλήσεως των μερών που δηλώθηκε. Παραβίαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων υπάρχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας, διαπιστώνοντας στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία, προσέφυγε μεν στους ως άνω κανόνες, με τη δοθείσα όμως ερμηνεία παραβίασε την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Ειδικότερα όταν κατά την ερμηνεία της σύμβασης παραβίασε την νομική έννοια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ως κριτήρια συμπεριφοράς επιβαλλόμενης στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, ο οποίος σταθμίζει τα συμφέροντα των μερών και ιδίως εκείνου την ιδιαίτερη προστασία του οποίου επιδιώκει ερμηνευόμενος όρος, τις συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, τη φύση της συμβάσεως και προπαντός την αληθινή βούληση των δηλούντων.

Για την εξεύρεση των στοιχείων στα οποία θα στηριχθεί η ερμηνεία, το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί μόνο στο περιεχόμενο της συμβάσεως, αλλά μπορεί να αρυσθεί και στοιχεία εκτός της συμβάσεως που θα προταθούν από τους διαδίκους. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, η αναιρεσείουσα, ως εναγομένη και εκκαλούσα-εφεσίβλητη πρότεινε στο Εφετείο, παραδεκτώς κατά το άρθρο 527 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., προς υπεράσπιση της εφέσεως της και εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου, που είχε ως αντικείμενο την επιδίκαση μισθών υπερημερίας λόγω άκυρης (χωρίς σπουδαίο λόγο) καταγγελίας της επικαλούμενης από αυτόν συμβάσεως ορισμένου χρόνου, ότι με τη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου που συνήψε με τον αναιρεσίβλητο, είχε επιφυλαχθεί υπέρ αυτής δικαίωμα καταγγελίας της εν λόγω συμβάσεως με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου και πριν τη λήξη της συμφωνηθείσας διάρκειας και ότι αυτή με την άσκηση του δικαιώματος αυτού την 10-3-2005 μετέπεσε σε τέτοια αορίστου χρόνου.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό δεχθέν τα εξής: Στην από 9-4-2002 έγγραφη σύμβαση ορισμένου χρόνου και στον υπ' αριθμ. 2 όρο αυτής ορίζεται ότι η σύμβαση "λήγει την 21-2-2007 ή με την έκδοση σχετικής απόφασης του Διοικητικού συμβουλίου" και δεν αναγνωρίζεται δικαίωμα της εναγομένης για ελεύθερη καταγγελία της συμβάσεως οποτεδήποτε και χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου.

Ειδικότερα με το μη σαφή όρο "ή με την έκδοση σχετικής αποφάσεως του Δ.Σ.", κατά την αληθινή βούληση των συμβληθέντων, ερμηνευόμενη όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και με κριτήρια: Α) το δικαιοπρακτικό τους σκοπό, που ήταν η κατάρτιση της σύμβασης ορισμένου χρόνου πενταετούς διάρκειας, η οποία όπως ισχύει σε κάθε σύμβαση ορισμένου χρόνου, μπορούσε να καταγγελθεί από τον εργοδότη κατά την αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 672 ΑΚ, που δεν μπορεί να αποκλειστεί με συμφωνία των μερών, οποτεδήποτε πριν τη λήξη της για σπουδαίο λόγο, κρινόμενο κατά τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και επομένως ήταν εκ του νόμου εξασφαλισμένα τα συμφέροντα της εναγομένης για την περίπτωση που η σύμβαση δεν λειτουργούσε ομαλά και δεν ήταν ανεκτή γι' αυτήν η συνέχιση της εξαιτίας της συνδρομής σπουδαίου λόγου και Β) τις συγκεκριμένες συνθήκες υπό τις οποίες καταρτίστηκε η άνω συμφωνία, οι διάδικοι εννοούσαν προφανώς ότι η σύμβαση μπορούσε να λυθεί πριν από τη λήξη της με απόφαση του ΔΣ της αναιρεσείουσας "για σπουδαίο λόγο", οι δε τελευταίες λέξεις δεν περιελήφθηκαν στην έγγραφη συμφωνία ως περιττές, ενόψει του αναγκαστικού χαρακτήρα της σχετικής διάταξης του άρθρου 672 ΑΚ.

Σε αντίθετη περίπτωση εάν δηλαδή τα μέρη ήθελαν να αναγνωριστεί δικαίωμα της εναγομένης για ελεύθερη καταγγελία της συμβάσεως οποτεδήποτε χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, θα το προσδιόριζαν ρητώς στο έγγραφο που κατάρτισαν, όπως ρητώς και λεπτομερώς προσδιόρισαν τους άλλους σχετικούς όρους με τα καθήκοντα και τις αποδοχές του αναιρεσιβλήτου, την απαγόρευση της σιωπηρής παράτασης μετά τη λήξη της, τη δυνατότητα τροποποίησης της μόνο με έγγραφη συμφωνία μετά από απόφαση του ΔΣ.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, διότι με βάση τα κριτήρια που παρατίθενται στην απόφαση, η δοθείσα ερμηνεία δεν εναρμονίζεται με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη κατά τη βούληση των συμβαλλομένων. Ειδικότερα το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι και χωρίς την ύπαρξη του ως άνω όρου κατά τον οποίο η σύμβαση λήγει την 21-2-2007 ή με την έκδοση σχετικής αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας, η τελευταία θα μπορούσε να καταγγείλει τη σύμβαση οποτεδήποτε για σπουδαίο λόγο, δεν αιτιολογεί για ποιο λόγο περιελήφθη ο εν λόγω όρος στη σύμβαση ο οποίος είναι συμβατός με το διευθυντικό δικαίωμα της αναιρεσείουσας να τοποθετεί πρόσωπα της απόλυτης εμπιστοσύνης της σε θέσεις ευθύνης και εποπτείας όπως είναι αυτή του Γενικού Διευθυντή Ανάπτυξης και Προγραμματισμού που είχε ανατεθεί στον αναιρεσίβλητο και καταλήγει αυθαίρετα στο συμπέρασμα, ότι οι διάδικοι εννοούσαν ότι η καταγγελία συμφωνήθηκε να μπορεί να γίνει μόνο για σπουδαίο λόγο, ούτε αιτιολογεί επαρκώς το λόγο για τον οποίο κατά την ως άνω ερμηνεία της σύμβασης η αναιρεσείουσα δεν επεφύλαξε υπέρ αυτής το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης οποτεδήποτε, σύμφωνα με την έννοια των ως άνω διατάξεων.

Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Aναιρεί την υπ' αριθμ. 927/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.Και

Kαταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 9 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ