Appeal dismissed as inadmissible for failing to specify legal errors and for attacking a final judgment against a deceased party's heirs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the final judgment of the Court of Athens. The appellant argued that the lower court erred in fact-finding regarding a property dispute involving a loan agreement and eviction, but the Court held that these were matters of fact reviewable only by the court of first instance. Furthermore, the Court found the specific legal grounds cited in the appeal vague and insufficiently detailed to meet statutory requirements for a cassation petition.
Legislator headnote
AI generatedArticles 62, 73, 313(1)(d), 286 et seq., 558, 559, 561(1), 566(1), 573, 577 of the Code of Civil Procedure; A cassation appeal against a final judgment is inadmissible if it attacks a judgment rendered against the heirs of a deceased party after the hearing concluded, and grounds must be clearly defined to be actionable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1361 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1361/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σταυρόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ψ1, 2.Ψ2, και 3. Ψ3, ως κληρονόμοι του αρχικού διαδίκου Ψ. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Νικηφοράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις αγωγές από 4-4-2003 του αρχικού διαδίκου Ψ, 1-3-2004 και 25-11-2004 του ήδη αναιρείοντος, αντίστοιχα που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3066/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 3788/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητά ο αναιρεσείων με την από 7-7-2006 αίτησή του και τους από 2-12-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης, ανέγνωσε την από 31-12-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 3066/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού μετά την απόρριψη κατ' ουσίαν της έφεσης που άσκησε κατ' αυτής ο αναιρεσείων, με την προσβαλλόμενη 3788/2006 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνον η τελευταία, στην οποία και ενσωματώθηκε η πρωτόδικη (Ολ.
ΑΠ 6/1990). ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 62, 73, 313 παρ.1 περ.δ' ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ίδιου Κώδικα, που κατά το άρθρο 573 παρ. 1 εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανάτου κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, εάν ο θάνατος επήλθε μετά το πέρας της συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δίκη, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το κατά της απόφασης αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος ασκούμενο ένδικο μέσο της αναίρεσης πρέπει να απευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι άκυρο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναίρεσής του είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να πληροφορηθεί για την ύπαρξη των κληρονόμων του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1923, 1935, 1936, 1940 και 1941 του ΑΚ, σε περίπτωση συστάσεως κληρονομικού καταπιστεύματος, ο καταπιστευματοδόχος καθίσταται αληθής κληρονόμος και καθολικός διάδοχος του κληρονομούμενου διαθέτη μετά την επαγωγή σ' αυτόν της κληρονομίας, η οποία γίνεται με την επέλευση του γεγονότος ή του χρονικού σημείου, από το οποίο όρισε ο διαθέτης στη διαθήκη ότι θα περιέλθει στον καταπιστευματοδόχο η κληρονομία, ενώ πριν από την επαγωγή σ' αυτόν της κληρονομίας ο καταπιστευματοδόχος έχει, ως δικαιούχος υπό αναβλητική αίρεση, δικαίωμα προσδοκίας για το ότι θα περιέλθει σ' αυτόν η κληρονομία και συνεπώς δεν έχει ακόμη αποκτήσει την ιδιότητα του καθολικού διαδόχου του κληρονομουμένου.
Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης του ήδη αναιρεσείοντος ενάγοντος-εναγομένου Χ1 απευθύνεται κατά των Ψ1, Ψ2 και Ψ3, ως κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικού ενάγοντος-εναγομένου Ψ. Όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, ο αρχικός ενάγων-εναγόμενος Ψ, που αποβίωσε στις 14-4-2006, δηλαδή μετά την, κατά την 1-12-2005, προφορική συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη οριστική απόφαση αυτού και πριν από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η οποία έγινε στις 19-9-2006, με την υπ' αριθμ.,.......
δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Κοκκόση-Μολοχτού και δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθμ.4216/23-6-2006 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όρισε ότι "επιθυμεί να περιέλθει το επίδικο ακίνητο, ήτοι αγροτεμάχιο, εμβαδού 300 τ.μ., μετά της επ' αυτού οικίας, που βρίσκεται στη θέση " ......" του Δήμου Κορωπίου Αττικής, στην πρώτη αναιρεσίβλητη σύζυγό του Ψ1, η οποία θα το φροντίζει και θα το εκμεταλλεύεται όσο ζεί, χωρίς να έχει δικαίωμα να το πωλήσει ή το διαθέσει με οποιοδήποτε τρόπο χωρίς τη συναίνεση της θυγατέρας του, (τρίτης αναιρεσίβλητης) Ψ3, στην κυριότητα της οποίας επιθυμεί να περιέλθει τούτο μετά το θάνατο της συζύγου του και ακόμη ότι στο δεύτερο αναιρεσίβλητο γιό του, Ψ2, δεν αφήνει τίποτα με τη διαθήκη, διότι τον έχει βοηθήσει με παροχές εν ζωή χρημάτων και ακινήτων".
Από το περιεχόμενο αυτό της εν λόγω διαθήκης του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Ψ σαφώς προκύπτει ότι αυτός, εγκατέστησε κληρονόμο του επί του επιδίκου ακινήτου την πρώτη αναιρεσίβλητη σύζυγό του και συνέστησε καθολικό καταπίστευμα σε βάρος αυτής και υπέρ της τρίτης αναιρεσίβλητης θυγατέρας του, ενώ απέκλεισε από την κληρονομία του το δεύτερο αναιρεσίβλητο γιό του.
Ενόψει τούτων και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, καθολικός διάδοχος (κληρονόμος) του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Ψ τυγχάνει μόνον η πρώτη των αναιρεσιβλήτων, σύζυγός του, Ψ1, ενώ οι άλλοι δύο αναιρεσίβλητοι, κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, δεν είχαν την ιδιότητα του κληρονόμου του διαδίκου τούτου.
Επομένως η αίτηση αυτή, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δευτέρου και της τρίτης των αναιρεσιβλήτων, Ψ2 και Ψ3, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης τούτων, κατά το σχετικό βάσιμο ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος παραδεκτώς προβλήθηκε με τις προτάσεις τους που κατέθεσαν είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη ν αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, σύμφωνα με το άρθρο 570 παρ.1 του ΚΠολΔ.
- ΕΠΕΙΔΗ, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο είτε α) την αιτίαση ότι η αγωγή επί της οποίας έκρινε το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ ήταν νόμιμη, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου είτε β) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε ορισμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη ή να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης και συνεπώς, για να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια, στη μεν πρώτη περίπτωση η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη, στις δε λοιπές περιπτώσεις, οι επί της ουσίας κρίσιμες παραδοχές του δικαστηρίου, με βάση τις οποίες αυτό κατέληξε στην αποδοχή ή απόρριψη της αγωγής ως κατ' ουσίαν βάσιμης ή αβάσιμης, και ακόμη να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, όχι μόνο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, αλλά και το νομικό σφάλμα που αποδίδεται στην απόφαση, ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή ή τη μη εφαρμογή της διάταξης αυτής (Ολ.
ΑΠ 32/1996). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Επομένως ο αναιρετικός αυτός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο έχει απορρίψει την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή αόριστη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν έχει εκτιμήσει πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατόν να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή αυτών.
Τέλος, για να είναι ορισμένος λόγος αυτός αναίρεσης, δεν αρκούν γενικές εκφράσεις για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης ή για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αλλά πρέπει να καθορίζεται και η αιτία για την οποία συμβαίνει τούτο. Συγκεκριμένα, αν η αιτίαση αναφέρεται σε ανεπάρκεια αιτιολογιών, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, ποιά δηλαδή είναι τα επιπλέον στοιχεία που ήταν αναγκαία για την πληρότητα των αιτιολογιών, ενώ αν αναφέρεται σε αντιφατικές αιτιολογίες πρέπει να καθορίζεται η αντίφαση και από ποιά αντιτιθέμενα μέρη προκύπτει.
Σε κάθε περίπτωση πρέπει να εκτίθεται σε τι συνίσταται η νόμιμη βάση και να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις, αλλιώς ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αόριστος. Στην προκειμένη περίπτωση με το δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης εκτίθεται, ότι ο Ψ, ο οποίος αποβίωσε στις 14-4-2006 και κληρονομήθηκε από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων, με την από 4-4-2003 αγωγή περί διεκδικήσεως ακινήτου, που άσκησε εναντίον του ήδη αναιρεσείοντος στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αφού επικαλέσθηκε ότι είναι κύριος του επιδίκου ακινήτου και ότι η σύμβαση χρησιδανείου που είχε καταρτισθεί μεταξύ τους στις 23-3-2002, βάσει της οποίας είχε παραχωρήσει στον αναιρεσείοντα τη χρήση του επιδίκου, έληξε στις 5-3-2003 που την κατήγγειλε, ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του στο ακίνητο αυτό και να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων εναγόμενος να του το αποδώσει.
Ότι ακολούθως ο αναιρεσείων άσκησε κατά του αρχικού ενάγοντος Ψ, ενώπιον του ίδιου Μονομελούς Πρωτοδικείου, α) την από 1-3-2004 αγωγή, με την οποία, αφού εξέθεσε, ότι με βάση προφορική συμφωνία που έγινε μεταξύ τους την 1-3-2002, συμφωνήθηκε να του πωλήσει και του μεταβιβάσει ο εναγόμενος (Ψ) το επίδικο ακίνητό του, αντί τιμήματος 7.500.000 δραχμών, με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που αναφέρονται στην αγωγή, μεταξύ των οποίων και ότι θα προκατέβαλε στον εναγόμενο έναντι του τιμήματος το ποσό των 3.800.000 δραχμών και εκείνος θα του παρέδιδε, με την καταβολή του ποσού αυτού, τη νομή και κατοχή του επιδίκου ακινήτου και τα κλειδιά του επ' αυτού υπάρχοντος κτίσματος και ότι το Μάρτιο του 2001, που κατέβαλε το άνω ποσό, ο εναγόμενος του παρέδωσε τα κλειδιά του εν λόγω κτίσματος για να εγκατασταθεί και κατοικήσει σ' αυτό, πλην όμως ακολούθως, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων και παρά τις κατ' επανάληψη προσκλήσεις του, αρνήθηκε να προσέλθει σε συμβολαιογράφο για την κατάρτιση του συμβολαίου πώλησης του ακινήτου, ζήτησε να καταδικασθεί ο εναγόμενος σε δήλωση βουλήσεως περί πωλήσεως και μεταβιβάσεως σ' αυτόν της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου και επικουρικά να αναγνωρισθεί ότι του οφείλει αποζημίωση και β) την από 25-11-2004 αγωγή, με την οποία, αφού εξέθεσε τα ίδια ακριβώς περιστατικά που ανέφερε στην πρώτη αγωγή του και ακόμη ότι είναι νομέας του επιδίκου ακινήτου, διότι είχε εγκατασταθεί σ' αυτό ως κύριος, με συμφωνία μεταβίβασης προς αυτόν της νομής από τον εναγόμενο από τη 1-3-2001, ζήτησε ό,τι και με την πρώτη αγωγή του και επιπλέον να αναγνωρισθεί ότι είναι κύριος και νομέας του επιδίκου ακινήτου.
Ότι μετά από συνεκδίκαση των παραπάνω τριών αγωγών, εκδόθηκε η υπ' αριθμ.3066/2005 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το δικαστήριο εκείνο απέρριψε την πρώτη αγωγή (από 1-3-2004) του αναιρεσείοντος ως προς όλες τις βάσεις της και τη δεύτερη ( από 25-11-2004) αγωγή του ως προς τις σωρευόμενες στο δικόγραφό της αγωγές περί αναγνωρίσεως της κυριότητας και νομής στο επίδικο ακίνητο και ανέστειλε τη συζήτηση αυτής, λόγω εκκρεμοδικίας, ως προς τις λοιπές σωρευόμενες στο δικόγραφό της αγωγές, ενώ έκανε δεκτή την αγωγή του αρχικού ενάγοντος-εναγομένου Ψ περί διεκδικήσεως του επιδίκου ακινήτου.
Ότι κατά της ανωτέρω απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο αναιρεσείων άσκησε έφεση και εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 3788/2006 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεσή του, κατά το μέρος μεν που έπληττε τη διάταξη της πρωτοβάθμιας απόφασης περί αναστολής της συζήτησης των σωρευομένων στο δικόγραφο της δεύτερης αγωγής αξιώσεών του, ως απαράδεκτη, κατά το μέρος δε που έπληττε τα λοιπά κεφάλαια της πρωτοβάθμιας απόφασης, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Ακολούθως ο αναιρεσείων, με τους δεύτερο, μέρος πρώτο, τρίτο, μέρος πρώτο, έκτο, μέρος πρώτο, έβδομο, μέρος πρώτο, όγδοο μέρος πρώτο, ενδέκατο, μέρος πρώτο, δέκατο τρίτο, μέρος πρώτο, και δέκατο τέταρτο, μέρος πρώτο, λόγους του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και με το μοναδικό πρόσθετο λόγο αναίρεσης, προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από τους αριθ. 1 εδ.α'και β' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος, αφενός ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 976, 1095, 369, 158, 159, 166, 810, 281 του ΑΚ και 949 του ΚΠολΔ, διότι δέχθηκε 1) "ότι ο αναιρεσείων εγκαταστάθηκε αυθαιρέτως στη νομή του επιδίκου ακινήτου, αφού δεν επικαλείται με τις ένδικες αγωγές του συμφωνία περί παραδόσεως σ'αυτόν της νομής και ότι αυτό που συνέβη εν τοις πράγμασι, είτε με συμφωνία είτε με απλή εγκατάστασή του στο ακίνητο δεν συνιστά νόμιμο τρόπο μεταβίβασης της νομής του, ενώ η φερόμενη ως ελλείπουσα επίκληση συμφωνίας περί μεταβιβάσεως της νομής εμπεριέχεται στο ιστορικό και των δύο αγωγών του", 2) " ότι από το περιεχόμενο των εγγράφων που επικαλέσθηκαν οι διάδικοι δεν προκύπτει συμφωνία περί μεταβιβάσεως στον αναιρεσείοντα της νομής του επιδίκου και ότι από την 1-3-2001, που παραδόθηκαν σ' αυτόν τα κλειδιά του ακινήτου και του επ' αυτού κτίσματος, και μέχρι τις 23-2-2003 ο αρχικός ενάγων-εναγόμενος Ψ ανέχθηκε την παραμονή του στο επίδικο, ενώ από το αποδεικτικό υλικό που προσκομίσθηκε και την ερμηνεία της σύμβασης μεταβίβασης της νομής, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκύπτει ότι έγινε μεταξύ τους συμφωνία για μεταβίβαση σ' αυτόν της νομής του επιδίκου", 3) "ότι η κύρια βάση της αγωγής του περί καταδίκης σε δήλωση βουλήσεως δεν είναι νόμιμη, γιατί η συμφωνία για την πώληση του ακινήτου, που καταρτίσθηκε προφορικώς, είναι άκυρη και συνεπώς δεν υπάρχει νόμιμη υποχρέωση του εναγομένου να προβεί σε δήλωση βουλήσεως, η οποία να στηρίζεται στο ουσιαστικό δίκαιο, ενώ αυτός ζήτησε με την αγωγή του να αναγνωρισθεί νομέας του επιδίκου και συνεπώς είναι νόμιμο το αίτημα αυτής για καταδίκη του εναγομένου σε δήλωση βουλήσεως", 4) " ότι ο αρχικός ενάγων-εναγόμενος νεμόταν το επίδικο ακίνητο και μετά την 1-3-2001, ότι του χρησιδάνεισε το επίδικο και ακολούθως, κατά τροποποίηση της μεταξύ τους συμφωνίας, μειώθηκε το τίμημα από 10.000.000 σε 8.000.000 δραχμές, ενώ τα περιστατικά αυτά αντίκεινται στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής ", 5) "ότι η προκαταβολή, έναντι του τιμήματος, του ποσού των 3.800.000 δραχμών και η εγκατάσταση αυτού (αναιρεσείοντος) στο επίδικο οικόπεδο, δεν αποδεικνύει την παράδοση σ' αυτόν της νομής του επιδίκου κατόπιν συμφωνίας, περιστατικά, όμως, που είναι αντίθετα προς τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής" και 6) " ότι ο αρχικός ενάγων Ψ υπαναχώρησε από τη σύμβαση αγοραπωλησίας του επιδίκου και κατήγγειλε εγγράφως τη μεταξύ τους σύμβαση χρησιδανείου, ενώ τέτοια σύμβαση δεν υπήρξε, η δε παραδοχή ότι ένα έτος μετά την εγκατάστασή του στο επίδικο καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και του αρχικού ενάγοντος- εναγομένου σύμβαση χρησιδανείου, είναι αντίθετη με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής", και αφετέρου ότι το Εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τον αγωγικό ισχυρισμό του αρχικού ενάγοντος Ψ περί καταρτίσεως συμβάσεως χρησιδανείου και ως προς τους προβληθέντες από αυτόν (αναιρεσείοντα), προς απόκρουση της διεκδικητικής αγωγής του Ψ, ισχυρισμούς περί δικαιώματος ιδίας αυτού νομής στο επίδικο ακίνητο, καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος του ενάγοντος να διεκδικήσει το επίδικο, ανυπαρξίας συμβάσεως χρησιδανείου, αοριστίας και απαραδέκτου αυτής της αγωγής.
Έτσι, όμως, όπως διατυπώνονται οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, και κατά τις δύο αιτιάσεις τους, διότι σ' αυτούς δεν αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι επί της ουσίας παραδοχές του Εφετείου, ούτε καν προκύπτει αν οι ένδικες αγωγές απορρίφθηκαν ως μη νόμιμες ή κατ' ουσίαν αβάσιμες, αφού περιέχονται αιτιάσεις και για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, αλλ' ούτε και προσδιορίζονται τα διδάγματα της κοινής πείρας που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, το νομικό σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή που εντοπίζεται ακριβώς η παράβαση σε σχέση με την ερμηνεία ή την εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που προαναφέρθηκαν, και, ακόμη, σε τί συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης και ποιές είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες που περιέχει.
Περαιτέρω οι ίδιοι ως άνω δεύτερος και έκτος λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που αποδίδονται με αυτούς στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 8, 9, 10, 11, 12, 13, 15 και 20 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, διότι ο αναιρεσείων δεν εκθέτει σ' αυτούς περιστατικά που πληρούν το πραγματικό οποιουδήποτε από τους λόγους αυτούς και ειδικότερα δεν προσδιορίζει, ποιά ήταν τα "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης τα οποία δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, ποιά αίτηση του αναιρεσείοντος άφησε αδίκαστη το Εφετείο, ποιά "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δέχθηκε εκείνο ως αληθινά χωρίς απόδειξη, ποιά συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, σε ποιά αποδεικτικά μέσα προσδόθηκε από εκείνο αποδεικτική δύναμη διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ' αυτά ο νόμος, σχετικά με ποιόν ισχυρισμό εφαρμόσθηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης και σε τί συνίσταται το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, ποιά οριστική απόφαση ανακλήθηκε παρά το νόμο, και, τέλος, ποιά είναι τα έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων φέρεται ότι παραμορφώθηκε.
-ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περίπτωση γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 270 παρ.2 εδ.β'του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 2915/2001, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 παρ.1 ΚΠολΔ), "ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση...". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ενώπιον των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων δικαστηρίων, είναι παραδεκτές, ως αποδεικτικό μέσο, και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, εφόσον έχουν δοθεί πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης και ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση.
Συνεπώς απαραίτητη προϋπόθεση για τη λήψη υπόψη των ενόρκων βεβαιώσεων από το δικαστήριο της ουσίας είναι να έχουν δοθεί ύστερα από προηγούμενη, πριν δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες, κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, ο οποίος και οφείλει να ισχυρισθεί και να αποδείξει, με την επίκληση και προσκομιδή των σχετικών αποδεικτικών επίδοσης της σχετικής κλήσεως, ότι νομότυπα και εμπρόθεσμα είχε καλέσει τον αντίδικό του να παραστεί κατά τη δόση των ενόρκων βεβαιώσεων, εκτός αν ο τελευταίος παραστάθηκε κατ' αυτήν.
Την τήρηση της αναγκαίας αυτής προϋπόθεσης ερευνά αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο της ουσίας, αφού η έλλειψή της έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη. Εξάλλου η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσαγωγής ή μη των αποδεικτικών κλητεύσεως, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν έλαβε υπόψη τις υπ' αριθμ. 1463, 1464 και 1465/2005 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, τις οποίες είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, για το λόγο ότι "αυτές δόθηκαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου του αρχικά ενάγοντος, αφού ο εναγόμενος δεν προσκομίζει αποδεικτικό επιδόσεως σχετικής κλήσης από το οποίο να αποδεικνύεται η κλήτευση του ενάγοντος".
Η ανέλεγκτη αυτή βεβαίωση του Εφετείου, ότι δεν είχε προσκομισθεί από τον αναιρεσείοντα έκθεση επιδόσεως της σχετικής κλήσης προς τον αντίδικό του να παραστεί κατά τη δόση των ενόρκων βεβαιώσεων, στηρίζει την κρίση να μη ληφθούν υπόψη οι προσκομισθείσες από τον αναιρεσείοντα ως άνω ένορκες βεβαιώσεις.
Άλλωστε και από τις από 6-12-2005 έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι αυτός δεν είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει έκθεση επιδόσεως της σχετικής κλήσης προς τον αντίδικό του. Επομένως οι πρώτος, δωδέκατος και δέκατος τέταρτος λόγοι του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που προβάλλει με αυτούς ο αναιρεσείων την από το άρθρο 559 αριθ. 11 περίπτωση γ' του ΚΠολΔ ( και όχι και από τον αριθμό 8, όπως στον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου αναφέρεται), αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, καθώς και την αποδεικνύουσα την επίδοση της σχετικής κλήσης προς τον αντίδικό του υπ' αριθμ. .....
έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ....., τις οποίες αυτός είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
ΕΠΕΙΔΗ, ο από το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος της παραμόρφωσης εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό και καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, νοούνται αυτά που προβλέπονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 του Κ.Πολ.Δ.
και συνεπώς δεν θεωρούνται έγγραφα με την εν λόγω έννοια τα διαδικαστικά , όπως είναι τα δικόγραφα της αγωγής, ανταγωγής ή εφέσεως και οι προτάσεις. Επομένως οι τρίτος, μέρος δεύτερο, πέμπτος, μέρος δεύτερο, και ενδέκατος, μέρος δεύτερο, λόγοι του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, ότι το εκδόσαν αυτήν Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της αγωγής του, των προτάσεών του και της αγωγής του αρχικά ενάγοντος-εναγομένου, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
ΕΠΕΙΔΗ, με τον ένατο λόγο του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 14, 17 και 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι " η προσβαλλόμενη απόφαση, με αντιφατικές κρίσεις απέρριψε την αγωγή του για αποζημίωση και την αγωγή του για αναγνώριση της νομής του και καταδίκη του αρχικά εναγομένου σε δήλωση βουλήσεως περί μεταβιβάσεως σ' αυτόν του επιδίκου ακινήτου".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος και ως προς τις τρείς αιτιάσεις του, διότι δεν προσδιορίζεται σ' αυτόν ποιά ήταν τα "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης τα οποία δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, ποιές είναι οι αντιφατικές διατάξεις που περιέχει στο διατακτικό της η προσβαλλόμενη απόφαση και ποιές είναι οι παραδοχές του Εφετείου σε σχέση με τις αγωγές του αναιρεσείοντος.
ΕΠΕΙΔΗ, με τον δέκατο λόγο του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει τις από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ πλημμέλειες, ότι το Εφετείο α) δεν κήρυξε απαράδεκτη την από 1-3-2004 πρώτη ένδικη αγωγή του, λόγω μη εγγραφής αυτής στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων και β) δεν κήρυξε απαράδεκτη ή αβάσιμη την ένδικη αγωγή του αρχικά ενάγοντος Ψ περί διεκδικήσεως του επιδίκου ακινήτου, λόγω του ότι αυτός τη 1-3-2001 είχε μεταβιβάσει τη νομή του επιδίκου στον αναιρεσείοντα εναγόμενο.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ως προς μεν το πρώτο σκέλος του, διότι η ανωτέρω αγωγή του αναιρεσείοντος ως ενοχική, αφού έχει ως αίτημα την καταδίκη του εναγομένου σε δήλωση βουλήσεως περί μεταβιβάσεως της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου και επικουρικά την αναγνώριση της υποχρέωσης του τελευταίου για καταβολή αποζημιώσεως, δεν απαιτείται να εγγραφεί στα βιβλία διεκδικήσεων, ως προς δε το δεύτερο σκέλος του, διότι με αυτόν πλήττεται αποκλειστικά η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που προβάλλονται με αυτόν αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν εκτίθενται περιστατικά που να θεμελιώνουν οποιονδήποτε από τους λόγους αυτούς. ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 του ίδιου Κώδικα.
Στην προκειμένη περίπτωση με τους τέταρτο, πέμπτο, μέρος πρώτο, έβδομο, μέρος δεύτερο, όγδοο, μέρος δεύτερο, ενδέκατο, μέρος πρώτο, δέκατο τρίτο, μέρος δεύτερο και δέκατο τέταρτο, μέρος δεύτερο, λόγους του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση των αναιρετικών λόγων από το άρθρο 559 αριθ.1, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 17, 19 και 20 του ΚΠολΔ, προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης τις αιτιάσεις, ότι το εκδόσαν αυτήν Εφετείο υπέπεσε στις προβλεπόμενες από τους άνω αριθμούς του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, διότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι "αυτός (αναιρεσείων) ήταν υπαίτιος της υπαναχώρησης του αρχικού ενάγοντος από τη σύμβαση της αγοραπωλησίας και της καταγγελίας της μεταξύ τους σύμβασης χρησιδανείου, λόγω της οικονομικής του αδυναμίας για πληρωμή του υπολοίπου τιμήματος, ότι η σύμβαση μεταβίβασης προς αυτόν της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, που αποτελεί την υποκείμενη σχέση μεταβίβασης της νομής, είναι άκυρη και συνεπώς δεν απέκτησε αυτός τη νομή του επιδίκου, ότι ο αρχικός ενάγων νεμόταν το επίδικο ακίνητο και μετά την 1-3-2001, ότι χρησιδάνεισε σ' αυτόν το επίδικο και ότι εγκαταστάθηκε σ' αυτό εν αγνοία του αρχικά ενάγοντος.
Όλες, όμως, οι αιτιάσεις αυτές αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση αποδείξεων και πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Συνεπώς οι ανωτέρω λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
ΕΠΕΙΔΗ, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθμ.4, 566 παρ. 1 και 577 παρ.3 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τους δωδέκατο, δέκατο πέμπτο και δέκατο έκτο λόγους του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1, 4, 8 έως 14, 16 και 17 έως 20 του ΚΠολΔ, αναφέροντας ότι το Εφετείο υπέπεσε στις από τους παραπάνω αριθμούς του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενες πλημμέλειες, διότι " το αίτημα της δεύτερης αγωγής του περί καταδίκης του αρχικά εναγομένου σε δήλωση βουλήσεως μεταβιβάσεως προς αυτόν της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου ήταν νόμιμο και κακώς ανεστάλη ως προς αυτό η εκδίκαση της αγωγής του, ότι μετά την παράδοση σ' αυτόν της νομής του επιδίκου, τη 1-3-2001, δε νοείται σύναψη συμβάσεως χρησιδανείου, ότι η από το άρθρο 1095 του ΑΚ ένστασή του ήταν βάσιμη, ότι η επικουρική βάση της αγωγής του για αναγνώριση της απαίτησής του αποζημιώσεως έπρεπε να γίνει κατ' ουσίαν δεκτή, ότι η κύρια βάση της αγωγής του για καταδίκη του εναγομένου σε δήλωση βουλήσεως και ταυτόχρονα για αναγνώριση της νομής του στο επίδικο ακίνητο είναι νόμιμη και βάσιμη και ότι, ενόψει όλων των παραπάνω, η αγωγή του αντιδίκου του, αρχικά ενάγοντος, για διεκδίκηση της κυριότητας του επιδίκου έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, διότι ο αναιρεσείων δεν εκθέτει σ' αυτούς περιστατικά που πληρούν το πραγματικό οποιουδήποτε από τους προβαλλόμενους λόγους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-7-2006 αίτηση του Χ1, και τους από 2-12-2007 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμ.3788/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ