Legislator Case Law & Legislation
1360/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for challenging factual evaluation and contradictory findings in property dispute.

Case Number 1360/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision regarding horizontal property rights and compensation. The appellant argued that the judgment contained contradictory provisions by granting possession while denying compensation, claiming this constituted an impermissible offset of rights. The court ruled that these arguments merely challenged the court's evaluation of evidence and factual findings, which are not subject to appellate review under the relevant procedural articles. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal challenging a judgment's factual evaluation or alleging internal contradictions between its reasoning and operative part is inadmissible as it does not constitute a ground for cassation.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure horizontal property rights appellate review factual evaluation inadmissible appeal legal costs contradictory provisions

Cited Legislation

AI generated
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 17 of the Code of Civil Procedure
Article 19 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1360 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1360/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Χριστίνα-Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Μερόπη Τζουγκαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Π. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Αποστολόπουλο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Β. του Κ., κατοίκου ..., ενεργούσας ατομικά και ως ασκούσας την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου της Κ. Π., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Σουρρή, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-9-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6678/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4545/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-11-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έχει ως εξής: Ο αναιρεσείων - ενάγων, με την από 23-09-2019 αγωγή του, που άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ζήτησε :

Α. να αναγνωριστεί νομέας των αναφερόμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών (διαμερίσματος, αποθήκης και θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου), να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη - εναγόμενη, ατομικά και ως ασκούσα την επιμέλεια των ανήλικων τέκνων τους, Λ. - Π. και Κ. Π., να του αποδώσει τη νομή των ιδιοκτησιών, επικαλούμενος ότι η αναιρεσίβλητη - πρώην σύζυγός του αυθαίρετα κατέλαβε το χώρο της αποθήκης και στάθμευσης, και ότι μετά την αμετάκλητη λύση της έγγαμης συμβίωσής του με την αναιρεσίβλητη, στην οποία, λόγω διάστασης της έγγαμης συμβίωσής τους, είχε παραχωρηθεί το διαμέρισμα ως στέγη αυτής και των ανηλίκων τέκνων τους, η αναιρεσίβλητη αντιποιείται, από 23-02-2019, τη νομή του επί του διαμερίσματος, άλλως λόγω λήξης, με την από 23-02-2019 καταγγελία, της μεταξύ τους σύμβασης χρησιδανείου, και Β.

να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει ως αποζημίωση το συνολικό ποσό των 4.200,00 ευρώ, ως αποζημίωσης χρήσης των ιδιοκτησιών του που στερήθηκε για το χρονικό διάστημα από 23-02-2019 έως και την από 23-09-2019 κατάθεση της αγωγής, λόγω της αυθαίρετης χρήσης τους από την αναιρεσίβλητη άλλως ότι κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη αποφεύγοντας αντίστοιχη δαπάνη που θα κατέβαλε για τη χρήση παρόμοιων ιδιοκτησιών, με το νόμιμο τόκο από την από 23-02-2019 όχληση της αναιρεσίβλητης άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Επί της αγωγής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμ. 6678/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή, αναγνώρισε τον αναιρεσείοντα νομέα των ανωτέρω οριζόντιων ιδιοκτησιών και υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη να του αποδώσει τη νομή αυτών και να του καταβάλει το ποσό των 4.200,00 ευρώ, ως αποζημίωση χρήσης των οριζόντιων ιδιοκτησιών του, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Επί της από 26-07-2021 έφεσης της αναιρεσίβλητης, ενεργώντας ατομικά και ως ασκούσα την επιμέλεια των ανωτέρω ανηλίκων τέκνων τους, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία η με αριθμ. 4545/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η έφεση, κατά το μέρος που αφορά την επιδίκαση του αγωγικού κονδυλίου των 4.200,00 ευρώ, νομιμοτόκως, κατά παραδοχήν ως κατ' ουσίαν βάσιμης της ένστασης καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, εξαφάνισε (το Εφετείο), χάριν της ενότητας της απόφασης, την εκκαλούμενη απόφαση, δίκασε την αγωγή, και αναγνώρισε τον αναιρεσείοντα νομέα των οριζόντιων ιδιοκτησιών, υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη να αποδώσει τη νομή των αναφερόμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών.

Ήδη, με την από 10-11-2022 αίτηση του αναιρεσείοντος - εφεσιβλήτου - ενάγοντος ζητείται η αναίρεση της παραπάνω προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που ηττήθηκε. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. [1] Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1393 εδ. α' του ΑΚ σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, το δικαστήριο μπορεί, εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας, ενόψει των ειδικών συνθηκών καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των τέκνων, να παραχωρήσει στον ένα σύζυγο την αποκλειστική χρήση ολόκληρου ή τμήματος του ακινήτου, που χρησιμεύει για κυρία διαμονή των ιδίων (οικογενειακή στέγη), ανεξάρτητα από το ποιος απ' αυτούς είναι κύριος ή έχει απέναντι στον κύριο το δικαίωμα χρήσης του.

Με τη διάταξη αυτή, στα πλαίσια της εξουσίας του δικαστηρίου για προστασία της οικογένειας, στην διακοπή της συμβίωσης, θεσπίζεται ενδοτικού δικαίου ρύθμιση που στηρίζεται στην αρχή της επιείκειας και αποκλίνει από τις γενικές διατάξεις του ενοχικού και εμπράγματου δικαίου (ΑΠ 793/2023, ΑΠ 1880/2008). Η εν λόγω παραχώρηση γίνεται με βάση τις ειδικές συνθήκες του καθενός συζύγου, το συμφέρον των τέκνων και τις αρχές της επιείκειας, οι οποίες είναι δυνατόν να επιβάλουν, κατά περίπτωση, η παραχώρηση αυτή να γίνεται και προς τον σύζυγο που δεν έχει εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα στο ακίνητο (ΑΠ 495/2023, ΑΠ 792/2000).

Η ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης, κατά την προαναφερόμενη διάταξη, αποτελεί δικαίωμα αυτοτελές και αυθύπαρκτο κάθε συζύγου, που ασκείται αυτοτελώς, με κυρία αγωγή, η απόφαση δε που εκδίδεται επ' αυτής έχει καταψηφιστικό χαρακτήρα. Η σχετική απόφαση είναι προσωρινή και διαρκεί όσο η διάσταση των συζύγων, παύει δε να ισχύει αυτοδικαίως μετά την αμετάκλητη απόφαση που λύνει ή ακυρώνει το γάμο, οπότε οι σχέσεις των συζύγων αναφορικά με την κυριότητα, τη νομή και τη χρήση του ακινήτου, που χρησίμευε για οικογενειακή στέγη, διέπονται από τις γενικές διατάξεις του εμπράγματου και ενοχικού δικαίου (ΑΠ 495/2023, ΑΠ 985/2021, ΑΠ 1284/2018).

Η εκτεθείσα παραχώρηση της χρήσης της οικογενειακής στέγης στον ένα σύζυγο, ακόμη και στην περίπτωση που το ακίνητο ανήκει στον άλλο σύζυγο, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1393 ΑΚ, είναι επιτρεπτή, γιατί συνιστά επιβαλλόμενο με δικαστική απόφαση περιορισμό της ιδιοκτησίας, χάριν του συμφέροντος της οικογένειας, το οποίο εμπίπτει στο, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 17 παρ. 1 του Συντάγματος, γενικό συμφέρον, ενόψει και του ότι, κατ' άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος, τόσο η οικογένεια όσο και η παιδική ηλικία, τελούν υπό την προστασία του Κράτους και, συνεπώς, δεν παραβιάζει τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος, ούτε είναι αντίθετη με την προστατευτική της περιουσίας διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ΑΠ 1922/2005).

Περαιτέρω, για την παραχώρηση της χρήσης της οικογενειακής στέγης, ο δικαστής μπορεί να ορίσει παροχή ή ανταλλάγματα προς τον άλλο σύζυγο, από τον οποίο αφαιρείται η χρήση του ακινήτου, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες του καθενός (οικονομικές, επαγγελματικές, διαμονή κοινών τέκνων κ.λπ.). το οποίο είναι δυνατόν να υπολογισθεί ή και να μην υπολογισθεί κατά τον καθορισμό της διατροφής, που οφείλει ο υπόχρεος και κύριος της παραχωρούμενης οικογενειακής στέγης στον άλλο σύζυγο ή στα τέκνα του (ΑΠ 985/2021, ΑΠ 1630/2002).

Στην τελευταία πάντως περίπτωση αυτό συνιστά απλώς μια συνεκτίμηση του γεγονότος της παραχώρησης της οικογενειακής στέγης κατά τον καθορισμό του ύψους της διατροφής, και όχι ένα συμψηφισμό με την έννοια του άρθρου 440 ΑΚ, του οποίου δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, πέραν άλλωστε και από το γεγονός ότι η απαίτηση της διατροφής είναι ακατάσχετη (ΚΠολΔ 982 §2 γ) και κατά των ακατάσχετων απαιτήσεων δεν επιτρέπεται ο συμψηφισμός του άρθρου 440 (ΑΚ 451) (ΑΠ 495/2023). [2] Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος".

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "καλή πίστη" θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενέργειας, δηλαδή η στην κοινωνική συμβίωση επιβαλλόμενη ευθύτητα και εντιμότητα, ενώ ως κριτήριο των "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου (ΑΠ 1038/2023, ΑΠ 170/2023, ΑΠ 1658/2017).

Η αναφορά στην εν λόγω διάταξη των αξιολογικών κριτηρίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών, του κοινωνικού και του οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, είναι διαζευκτική, οπότε η άσκηση του δικαιώματος είναι απαγορευμένη, εφόσον αντικειμενικά υπερβαίνει προφανώς, έστω και ένα από τα προπαρατιθέμενα αξιολογικά κριτήρια.

Προφανής υπέρβαση, είναι η έντονη αποδοκιμασία εντός των γενικών πλαισίων των κοινωνικοοικονομικών δεδομένων, σε σχέση με την ορθολογιστική συμπεριφορά σε ορισμένο τόπο και χρόνο. Η υπέρβαση αυτή είναι προφανής, όταν η συμπεριφορά του ενάγοντος απέναντι στον εναγόμενο υπήρξε τέτοια, ώστε να δημιουργήσει στον τελευταίο την πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το ένδικο δικαίωμα, η ικανοποίηση του οποίου θα ήταν γι' αυτόν (εναγόμενο) ιδιαίτερα επαχθής στα συμφέροντά του.

Επίσης, η υπέρβαση αυτή είναι προφανής και όταν η ικανοποίηση του προβαλλόμενου από τον ενάγοντα δικαιώματος προκαλεί την έντονη εντύπωση αδικίας, σε σχέση με το όφελος που θα αποκομίσει ο δικαιούχος ή όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθέμενη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και ως προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (ΑΠ 911/2023, ΑΠ 1485/2022).

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υποχρέου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμη, οι πράξεις του υποχρέου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.

Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΑΠ 783/2023, ΑΠ 1433/2022). [3] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται και όταν το δικαστήριο του ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή, με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018 ΑΠ 659/2023). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2023, ΟλΑΠ 3/2022, ΟλΑΠ 4/2021).

Για να θεμελιωθεί ο λόγος πρέπει ο κανόνας δικαίου που παραβιάστηκε να συγκροτεί τη μείζονα πρόταση του τελικού δικανικού συλλογισμού (ΑΠ 831/2021, ΑΠ 577/2011, ΑΠ 1330/2001). Αν αναφέρεται ιστορικώς ή διηγηματικώς ή σε αιτιολογία πλεοναστική ή αν χρησιμοποιείται προς επίρρωση της ουσιαστικής επιχειρηματολογίας του δικαστηρίου, λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, έστω και αν η ερμηνεία που του δίνεται είναι εσφαλμένη (ΑΠ 1166/2023, ΑΠ 65/2023, ΑΠ 1642/2003, ΑΠ 1330/2001). [4] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1491/2023).

ΙΙΙ. [1] Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος (και ήδη αναιρεσείων) Δ. Π. και η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα Ε. Β. (ήδη αναιρεσίβλητη) τέλεσαν, στις ...-1999, θρησκευτικό γάμο, από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα, τον Λ. - Π., γεννηθέντα στις ...-2003, και τον Κ., γεννηθέντα στις ...-2007.

Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-2002 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβ/φου Αθηνών Α. Κ. - Β., νομίμως μεταγεγραμμένου, απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα μία οριζόντια ιδιοκτησία, η οποία αποτέλεσε την οικογενειακή στέγη των διαδίκων, και δη το υπό στοιχεία Γ - 1 διαμέρισμα του τρίτου πάνω από το ισόγειο ορόφου επί πολυκατοικίας κειμένης σε οικόπεδο εκτάσεως 450,66 τ.μ., ευρισκόμενο στο υπ' αριθμ. 379 Ο.Τ.

και περικλειόμενο από τις οδούς ... στην Καλλιθέα Αττικής στη θέση "Αγία Ελεούσα" και συγκεκριμένα επί της οδού ...,.... όπως αυτό εμφαίνεται... Το παραπάνω οικόπεδο κατά τους τίτλους κτήσης προήλθε από τη συνένωση ενός οικοπέδου και του 1/2 τμήματος οικοπέδου, έχει έκταση κατά νεότερη και ακριβή καταμέτρηση 450,66 τ.μ.

και εμφαίνεται ... Το ως άνω οικόπεδο φέρει ΚΑΕΚ 32.097.03.033.008.01. Το ως άνω διαμέρισμα αποτελείται από σαλόνι, τραπεζαρία, οφφις, κοιτώνα, κουζίνα, δύο λουτρά, αποθήκη, ημιϋπαίθριο χώρο, βεράντα προς πρασιά της οδού ... και βεράντα προς τον πίσω ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, έχει επιφάνεια 177 τ.μ., όγκο ιδιόκτητο 375 κ.μ., αναλογία όγκου κοινοχρήστων 94 κ.μ., συνολικό όγκο 469 κ.μ..

ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 113/1000, ποσοστό δαπανών κοινοχρήστων 114/1000, ποσοστό δαπανών ανελκυστήρας 106/1000 και ψήφου 113 επί του συνόλου 1000 και συνορεύει........ Το εν λόγω διαμέρισμα αποτελεί τη με στοιχεία 32/097/03/033/008/01/03 - 0/001 ιδιοκτησία του Κτηματολογίου. Στο ως άνω διαμέρισμα ανήκει κατά αποκλειστική χρήση η με στοιχεία Ρ - 3 θέση στάθμευσης αυτοκινήτου της πιλοτής, επιφάνειας 10 τ.μ., η οποία, εμφαίνεται στο σχεδιάγραμμα κάτοψης της πιλοτής και στον πίνακα αναλογιών του πολιτικού μηχανικού Κ.

Χ., τα οποία προσαρτώνται στην με αριθμό ...-2001 πράξη Σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και Κανονισμού πολυκατοικίας, καθώς και η με στοιχεία Υ-4 αποθήκη του υπογείου, επιφάνειας 11 μ., εμφαινόμενη στο ίδιο ως άνω σχεδιάγραμμα κάτοψης, η οποία αποτελείται από ενιαίο χώρο, έχει ιδιόκτητο όγκο 26 κ.μ., αναλογία όγκου κοινοχρήστων 4 κ.μ., συνολικό όγκο 30 κ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 1/1000, ποσοστό δαπανών κοινοχρήστων υπογείου 97/1000 και ψήφο 1 επί του συνόλου 1000, και συνορεύει βορειοανατολικά με την με στοιχεία Υ - 5 αποθήκη, νοτιοδυτικά με κοινόχρηστο δρόμο υπογείου και με τη με στοιχεία Υ - 3 αποθήκη και βορειοδυτικά με αντίστοιχο όριο οικοπέδου και μετά από αυτό με πολυκατοικία διάφορων συνιδιοκτητών.

Η εν λόγω αποθήκη φέρει αριθμό ΚΑΕΚ 32/097/03/033/008/01/01 - 9/004. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η συμβίωση των διαδίκων δεν ήταν αρμονική και για το λόγο αυτό η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα άσκησε την από 4-12-2014 (υπ' αριθμ. κατάθ. 133872/15105/2014) αίτηση ασφαλιστικών μέτρων εναντίον του ενάγοντας και ήδη εφεσιβλήτου, με την οποία, μεταξύ άλλων, ζητούσε την προσωρινή μετοίκηση του τελευταίου από την ως άνω οικογενειακή στέγη.

Με την άσκηση της εν λόγω αιτήσεως η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα έλαβε την από 9-12-2014 προσωρινή διαταγή, δια της οποίας διατάχθηκε η μετοίκηση του ενάγοντας και ήδη εφεσιβλήτου από την ως άνω οικία μέχρι τη συζήτηση αυτής (αιτήσεως) ενώ παράλληλα παραχωρήθηκε η αποκλειστική χρήση της ίδιας οικίας στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα (ΑΚ 1393).

Ακολούθως, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος κατέθεσε εναντίον της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας την από 17 - 10 - 2017 (υπ' αριθμ. κατάθ. 596548/9233/2017) αγωγή, με την οποία ζήτησε να λυθεί ο μεταξύ τους γάμος με νομική βάση τη δετή διάσταση των συζύγων. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2410/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απήγγειλε τη λύση του γάμου μεταξύ των διαδίκων.

Η απόφαση αυτή έχει καταστεί αμετάκλητη. Περαιτέρω, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος απέστειλε στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα την από 21-1-2019 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση, κοινοποιηθείσα στις 22-1-2019 (...), με την οποία της ζήτησε να του αποδώσει τη χρήση του ανωτέρω διαμερίσματος, καθώς επίσης και της ανωτέρω αποθήκης, εντός τριάντα (30) ημερών από τη λήψη της εν λόγω εξώδικης δήλωσης.

Η δε εναγομένη και ήδη εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εναντίον του ενάγοντας και ήδη εφεσιβλήτου την από 30-1-2019 (υπ' αριθμ. κατάθ. 13593/2030/2019) αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζήτησε, εκτός από την προσωρινή ανάθεση σε αυτήν (εναγομένη και ήδη εκκαλούσα) της επιμέλειας των ανωτέρω ανηλίκων τέκνων και την προσωρινή επιδίκαση μηνιαίας διατροφής υπέρ των τελευταίων, και την προσωρινή μετοίκηση του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος από την ανωτέρω οικογενειακή στέγη.

Με την άσκηση της εν λόγω αιτήσεως η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα έλαβε την από 18-2-2019 Προσωρινή Διαταγή, με την οποία, μεταξύ άλλων, διατάχθηκε η μετοίκηση του ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου από την ανωτέρω οικογενειακή στέγη και η προσωρινή παραχώρηση της χρήσης της τελευταίας στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα.

Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1755/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), η οποία έκανε αυτήν (αίτηση) εν μέρει δεκτή και, συγκεκριμένα, ανέθεσε προσωρινά στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα την επιμέλεια των ανωτέρω ανηλίκων τέκνων και υποχρέωσε τον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο να καταβάλλει ως μηνιαία προσωρινή διατροφή των τελευταίων το ποσό των 380 ΕΥΡΩ για τον Λ. - Π.

και το ποσό των 260 ευρώ για τον Κ. Όσον αφορά το αίτημα για προσωρινή μετοίκηση του ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου από την ανωτέρω οικογενειακή οικία και για προσωρινή παραχώρηση της τελευταίας στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, η εν λόγω απόφαση το απέρριψε ως μη νόμιμο με την αιτιολογία ότι ο γάμος μεταξύ των διαδίκων "έχει λυθεί αμετάκλητα και συνεπώς έχει επέλθει κατάλυση του δικαιώματος χρήσης της οικογενειακής στέγης του συζύγου κατόχου".

Επιπροσθέτως, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας την από 3-4-2019 (υπ' αριθμ. κατάθ. 2770/19/2019) αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί προσωρινά νομέας των προαναφερομένων οριζοντίων ιδιοκτησιών, ήτοι του υπό στοιχεία Γ - 1 διαμερίσματος Γ' ορόφου, μετά της ανηκούσης σε αυτό θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου πυλωτής υπό στοιχεία Ρ - 3, και της αποθήκης υπογείου υπό στοιχεία Υ - 4, κειμένων στην επί της οδού ...

πολυκατοικία. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 15/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας (Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), η οποία την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη λόγω μη συνδρομής του στοιχείου της επείγουσας περίπτωσης. Περαιτέρω, η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την υπ' αριθμ.

κατάθ. 8209/197/2018 αγωγή της, ζητώντας, μεταξύ άλλων, να της παραχωρηθεί η χρήση της ανωτέρω οικογενειακής οικίας, και ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος άσκησε ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου την υπ' αριθμ. κατάθ. 90067/1890/2018 αγωγή του, ζητώντας, μεταξύ άλλων, να παραχωρηθεί σε αυτόν η χρήση της ιδίας οικίας. Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 8149/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Ειδική Διαδικασία Οικογενειακών Διαφορών), η οποία, αφού τις συνεκδίκασε, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμα τα ερειδόμενα στη διάταξη του άρθρου 1393 εδ.

α ΑΚ ως άνω αιτήματά τους περί ρύθμισης της χρήσης της συζυγικής κατοικίας με την αιτιολογία ότι : "διάδικοι στη δίκη που αφορά τη ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης, ως εκ της φύσης της διαφοράς, μπορεί να είναι μόνον οι σύζυγοι, καθόσον η σχετική απόφαση είναι προσωρινή και διαρκεί όσο η διάσταση των συζύγων, παύει δε αυτοδικαίως μετά την αμετάκλητη απόφαση που λύνει ή ακυρώνει το γάμο, οπότε οι σχέσεις των συζύγων αναφορικά με την κυριότητα, τη νομή και τη χρήση του ακινήτου, που χρησίμευε για οικογενειακή στέγη, διέπονται από τις γενικές διατάξεις του εμπράγματου και ενοχικού δικαίου".

Να σημειωθεί επίσης ότι με την ίδια απόφαση ανατέθηκε στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα η οριστική επιμέλεια των προαναφερομένων ανηλίκων τέκνων, ρυθμίσθηκε η προσωπική επικοινωνία του ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου με τα τελευταία και υποχρεώθηκε ο ίδιος να καταβάλλει ως μηνιαία διατροφή των εν λόγω τέκνων το ποσό των 400 ΕΥΡΩ για τον Λ. - Π.

και το ποσό των 235 ΕΥΡΩ για τον Κ. Με βάση τα παραπάνω που αποδείχθηκαν, το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κρίνει ότι η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα δεν έχει δικαίωμα να χρησιμοποιεί τις ανωτέρω επίδικες ιδιοκτησίες, που αποτελούν την οικογενειακή στέγη, και να αρνείται να αποδώσει τη νομή τους στον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο.

Όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1393 εδ. α ΑΚ, σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης μπορεί ο ένας από τους δύο συζύγους, στον οποίο ανήκει η κυριότητα του ακινήτου που χρησιμεύει για οικογενειακή στέγη, να παραχωρήσει στον άλλο σύζυγο την αποκλειστική χρήση του εν λόγω ακινήτου, εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας.

Όμως, η προπεριγραφόμενη προστασία, που ρυθμίζει η διάταξη του άρθρου 1393 ΑΚ, είναι προσωρινή, δηλαδή αφορά προκαθορισμένο χρόνο, και, συγκεκριμένα, ισχύει μόνο κατά τη διάρκεια της διακοπής της συμβίωσης και όχι και μετά τη λύση του γάμου. Έτσι, σε περίπτωση που η διάσταση καταλήξει σε διαζύγιο, μόλις η απόφαση περί λύσεως του γάμου καταστεί αμετάκλητη, η, κατ' άρθρ. 1393 ΑΚ, ρύθμιση της οικογενειακής στέγης παύει και πλέον ισχύουν γι' αυτήν (οικογενειακή στέγη) οι γενικές διατάξεις του ενοχικού και του εμπραγμάτου δικαίου.

Τούτο έχει ως συνέπεια ότι μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου για μεν τον σύζυγο, που έχει την κυριότητα της οικογενειακής οικίας, αναβιώνουν όλα τα δικαιώματά του για να ζητήσει την απόδοση του εν λόγω ακινήτου, για δε τον σύζυγο, που του παραχωρήθηκε η οικογενειακή οικία, καταλύονται όλα τα δικαιώματα για χρήση της εν λόγω οικίας.

Τα παραπάνω ισχύουν στην κρινόμενη περίπτωση, κατά την οποία, όπως προεκτέθηκε, ο γάμος μεταξύ των διαδίκων έχει λυθεί αμετάκλητα με την ανωτέρω υπ' αριθμ. 2410/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με αποτέλεσμα να έχει καταλυθεί το δικαίωμα της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας να προβαίνει σε χρήση της ανωτέρω επίδικης οικογενειακής στέγης.

Ειδικότερα, μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου μεταξύ των διαδίκων η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα δεν έχει πλέον δικαίωμα να ασκεί τη νομή της επίδικης οικογενειακής οικίας εκπροσωπώντας στην άσκηση της νομής επ' αυτής (οικογενειακής οικίας) τον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο, στον οποίο ανήκει η κυριότητα της εν λόγω οικίας.

Απεναντίας, μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου μεταξύ των διαδίκων έχει γεννηθεί η υποχρέωση της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας να αποδώσει την επίδικη οικογενειακή στέγη στον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο. Άλλωστε, τα ίδια δέχθηκαν και οι προαναφερόμενες υπ' αριθμ. 1755/2019 και 8149/2020 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσες αντιστοίχως κατά τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων και κατά την Ειδική Διαδικασία Οικογενειακών Διαφορών.

Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε προφορική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων - πρώην συζύγων να παραμείνει η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα στην επίδικη οικογενειακή στέγη μέχρι την ενηλικίωση των τέκνων τους, όπως αυτή (εναγομένη και ήδη εκκαλούσα) ισχυρίζεται με την υπό κρίση έφεσή της, ενόψει και του ότι κανείς από τους μάρτυρές της, των οποίων οι καταθέσεις περιέχονται στις ανωτέρω υπ' αριθμ. ...-2019 ένορκες βεβαιώσεις, δεν κατέθεσε κάτι σχετικό.

Αν μεταξύ των διαδίκων υπήρχε συμφωνία περί εξακολούθησης της χρήσης της επίδικης οικογενειακής στέγης από την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα και μετά τη λύση του γάμου, τότε λογικό θα ήταν αυτή η συμφωνία να είχε καταρτισθεί εγγράφως, ενόψει και της μεγάλης αντιδικίας των διαδίκων για τα θέματα της διατροφής των τέκνων τους, τη χρήση της επίδικης οικίας κλπ.

Απεναντίας, αποδείχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρξαν έγγραφες συμφωνίες, βάσει των οποίων η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσε δεσμεύθηκε και υποσχέθηκε να παραδώσει στον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο τη νομή και κατοχή των προαναφερόμενων επίδικων Γ-1 διαμερίσματος, Ρ-3 θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου πυλωτής και Υ-4 αποθήκης (βλ.

τα προσκομιζόμενα από τον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο από 27-7- 2021 και 30-8-2021 ιδιωτικά συμφωνητικά, τα οποία έχει υπογράψει και η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα). Κατόπιν τούτου, ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση εφέσεως, με τον οποίο η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα - επαναφέροντας την πρωτοδίκως υποβληθείσα σχετική κατ' άρθρο 281 ΑΚ ένστασή της - ισχυρίζεται ότι η προμνησθείσα από 23-9-2019 (υπ' αριθμ.

κατάθ. 80782/7167/2019) αγωγή ασκείται καταχρηστικά, πρέπει να απορριφθεί εν μέρει και, συγκεκριμένα, ως προς τις αξιώσεις του ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου να αναγνωρισθεί νομέας των προπεριγραφόμενων επίδικων οριζοντίων ιδιοκτησιών, που συγκροτούν την οικογενειακή στέγη, και να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα να του αποδώσει τη νομή των εν λόγω ιδιοκτησιών.

Το γεγονός ότι, μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου μεταξύ των διαδίκων, έχει καταλυθεί το δικαίωμα της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας για χρήση της επίδικης οικογενειακής στέγης, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν αποδείχθηκε η μεταξύ τους προφορική συμφωνία περί παραχώρησης της χρήσης της οικογενειακής στέγης και μετά τη λύση του γάμου, έχει ως συνέπεια η άσκηση των εν λόγω αξιώσεων να λαμβάνει χώρα εντός των ορίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος (άρθρ. 281 ΑΚ).

Επιπροσθέτως, η απομάκρυνση της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας από την επίδικη οικογενειακή στέγη, μετά την απόδοση της νομής και της κατοχής της στον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο, δεν θα συνεπάγεται κατ' ανάγκη και απομάκρυνσή της από την περιοχή, όπου βρίσκεται ο κοινωνικός και φιλικός κύκλος των τέκνων τους, καθόσον αυτή (εναγομένη και ήδη εκκαλούσα) διαθέτει ικανά εισοδήματα από την εργασία της, ως υπάλληλος του ΕΦΚΑ, ώστε να εκμισθώσει άλλη οικία στην ίδια περιοχή, προκειμένου να μη διαταραχθούν η κοινωνική ζωή, οι συναναστροφές και οι δραστηριότητες των τέκνων.

Επομένως, δεν αποδείχθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση το συμφέρον των τέκνων επιβάλλει την εξακολούθηση των προβλεπομένων στη διάταξη του άρθρου 1393 ΑΚ λόγων επιείκειας και μετά τη λύση του γάμου μεταξύ των διαδίκων, ήτοι τη συνέχιση της χρήσης της επίδικης οικογενειακής στέγης από την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη και τα τέκνα. Κατ' επέκταση, δεν αποδείχθηκε ότι το συμφέρον των τέκνων των διαδίκων καθιστά καταχρηστική την εκ μέρους του ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου άσκηση των αξιώσεών του να αναγνωρισθεί νομέας της επίδικης οικογενειακής οικίας και να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα να του αποδώσει την τελευταία.

Περαιτέρω, πρέπει να απορριφθεί και ο πρώτος λόγος της υπό κρίση έφεσης, με τον οποίο η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση, σε περίπτωση που είχε προβεί σε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε προσήκουσα εκτίμηση των αποδείξεων, θα είχε δεχθεί ότι η παραχώρηση της οικογενειακής στέγης εκ μέρους του κυρίου αυτής ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου αποτελεί περιορισμένης εκτάσεως σε είδος διατροφή, η οποία έχει υπολογισθεί στη συνολική διατροφή, την οποία αυτός (ενάγων και ήδη εφεσίβλητος) οφείλει.

Όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν αποκλείεται ο κατ' άρθρ. 1393 ΑΚ δικαιούχος για χρήση της οικογενειακής στέγης να είναι και δικαιούχος διατροφής, οπότε σε τούτη την περίπτωση η παραχώρηση της χρήσης της οικογενειακής στέγης σε αυτόν δύναται να συνεκτιμηθεί για τον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης διατροφής και να οδηγήσει στην ανάλογη μείωση του ποσού της τελευταίας.

Όμως, τούτο ισχύει μόνο για το χρονικό διάστημα της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης και όχι και για το χρονικό διάστημα μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου, κατά το οποίο ο σύζυγος - κύριος της οικογενειακής στέγης έχει δικαίωμα να ζητήσει την απόδοση της νομής της, αρνούμενος την εξακολούθηση της παραχώρησης της χρήσης της με ταυτόχρονο συνυπολογισμό της για τον καθορισμό του ύψους της εκ μέρους του οφειλόμενης διατροφής.

Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία, αφού απέρριψε ως προς τις ανωτέρω αξιώσεις την ένσταση της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου, αναγνώρισε τον τελευταίο νομέα των προαναφερομένων οριζοντίων ιδιοκτησιών, που συγκροτούν την επίδικη οικογενειακή στέγη, και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα να αποδώσει σε αυτόν (ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο) τη νομή και κατοχή των εν λόγω οριζοντίων ιδιοκτησιών, προέβη σε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε προσήκουσα εκτίμηση των αποδείξεων.

Περαιτέρω, όμως, το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εκτιμώντας το υφιστάμενο αποδεικτικό υλικό, άγεται στη δικανική πεποίθηση ότι η εκ μέρους της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας πρωτοδίκως υποβληθείσα ένστασή της περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου πρέπει να γίνει δεκτή ως προς την αξίωση του τελευταίου περί υποχρεώσεως της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας να του καταβάλει το ποσό των 4.200 ΕΥΡΩ ως αποζημίωση για τη χρήση της οικογενειακής στέγης για το χρονικό διάστημα από 23-2-2019, ημερομηνία παρέλευσης της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών που τάχθηκε με την ανωτέρω από 21-1-2019 εξώδικη δήλωση πρόσκληση, μέχρι 23-9-2019, ημερομηνία κατάθεσης της προμνησθείσας αγωγής (600 Ε η μηνιαία μισθωτική αξία της επίδικης οικογενειακής στέγης X 7 μήνες του αιτουμένου χρονικού διαστήματος).

Ειδικότερα, το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κρίνει ότι εν προκειμένω η εκ μέρους του ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου αξίωση για αποζημίωση χρήσεως αποτελεί υπέρβαση αφενός των ορίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος του, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, αφετέρου της αρχής της επιείκειας, όπως αυτή συγκεκριμενοποιείται στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 1393 ΑΚ.

Αυτό επειδή ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δημιούργησε στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα την εύλογη πεποίθηση ότι μετά τη λύση του γάμου, εκτός από την απόδοση της νομής της επίδικης οικογενειακής στέγης, δεν θα αξιώσει και αποζημίωση για τη χρήση της τελευταίας. Αυτή, δε, την αξίωση ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος την υπέβαλε για πρώτη φορά με την προμνησθείσα αγωγή.

Επιπροσθέτως, με την ικανοποίηση της αξίωσης του ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου για αποζημίωση λόγω χρήσης της επίδικης οικογενειακής στέγης προκαλείται η εντύπωση έντονης αδικίας εις βάρος της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας σε σχέση με το όφελος αυτού (ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου) από την άσκηση του δικαιώματος του.

Κατά την κρίση του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, το επίδικο δικαίωμα του ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου ικανοποιείται πλήρως με το να αναγνωρισθεί αυτός νομέας της επίδικης οικογενειακής στέγης και με το να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα να του αποδώσει τη νομή και την κατοχή της τελευταίας.

Η επιπλέον επιδίκαση αποζημίωσης χρήσεως υπέρ του ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου θα εμφανιζόταν αφενός ως αδικαιολόγητη λόγω προφανούς υπέρβασης των διαγραφομένων από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ορίων, αφετέρου ως μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, λαμβανομένου υπόψη ιδίως του γεγονότος ότι η χρήση της επίδικης οικίας δεν γινόταν από "τρίτα πρόσωπα" (π.χ.

μισθωτές), αλλά από την πρώην σύζυγο και τα τέκνα αυτού (ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου), αποτελώντας για πολλά χρόνια την οικογενειακή στέγη τους (....). Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση, απορρίπτοντας την πρωτοδίκως υποβληθείσα ένσταση της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος και ως προς την αξίωση για αποζημίωση χρήσεως και επιδικάζοντας εις βάρος της για την αιτία αυτή το ανωτέρω ποσό των 4.200 ευρώ για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων...".

Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή αναγνωρίστηκε ότι ο αναιρεσίβλητος είναι νομέας των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών (διαμερίσματος και αποθήκης) και υποχρεώθηκε η αναιρεσίβλητη :

α) να αποδώσει αυτές στον αναιρεσίβλητη, και να καταβάλει το ποσό των 4.200,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, εξαφάνισε (το Εφετείο) για λόγους ενότητας της απόφασης την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή, αναγνώρισε τον αναιρεσείοντα νομέα των ανωτέρω οριζόντιων ιδιοκτησιών και υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη να αποδώσει στον αναιρεσείοντα τις ανωτέρω ιδιοκτησίες.

Ειδικότερα, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι : 1) Η έγγαμη συμβίωση του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης, οι οποίοι τέλεσαν στις ...-1999, θρησκευτικό γάμο, από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα, τον Λ. - Π., γεννηθέντα στις ...-2003, και τον Κ., γεννηθέντα στις ...-2007, διακόπηκε στις 9-12-2014, και αρχικά με την από 9-12-2014 προσωρινή διαταγή και, στη συνέχεια, με την από 18-2-2019 προσωρινή διαταγή, επί αντίστοιχων αγωγών της αναιρεσίβλητης, παραχωρήθηκε η αποκλειστική χρήση της οικογενειακής στέγης, στην αναιρεσίβλητη - εναγόμενη, για τη χρήση της απ' αυτήν και τα ανήλικα τέκνα τους, ως κατοικίας, από λόγους επιείκειας. 2) Η οικογενειακή στέγη οριζόντια ιδιοκτησία διαμερίσματος, εμβαδού 177 τ.μ., στο οποίο αντιστοιχεί η αποκλειστική χρήση της θέσης στάθμευσης, επιφάνειας 10 τ.μ.

καθώς και η οριζόντια ιδιοκτησία αποθήκης, επιφάνειας 11 τ.μ., είχαν περιέλθει στην κυριότητα του αναιρεσείοντος, με το μεταγραφέν νόμιμα με αριθμ. ...-2002 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Α. Κ. - Β. 3) Ότι μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου των συζύγων έπαυσε η παραπάνω παραχώρηση χρήσης της οριζόντιας ιδιοκτησίας στην αναιρεσίβλητη και ισχύουν οι γενικές διατάξεις του ενοχικού και του εμπραγμάτου δικαίου και δημιουργήθηκε η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να αποδώσει τη νομή των ανωτέρω οριζόντιων ιδιοκτησιών στον αναιρεσείοντα, καθώς δεν αποδείχθηκε συμφωνία των συζύγων για χρήση των οριζόντιων ιδιοκτησιών του αναιρεσείοντος μέχρι την ενηλικίωση των τέκνων τους. 4) Ότι ο αναιρεσείων δεν άσκησε καταχρηστικά την αγωγή ως προς τα αιτήματα αναγνώρισής του ως νομέα των ανωτέρω οριζόντιων ιδιοκτησιών και απόδοσης της νομής αυτών και ότι με τα από 27-7- 2021 και 30-8-2021 ιδιωτικά συμφωνητικά, η αναιρεσίβλητη δεσμεύθηκε και υποσχέθηκε να παραδώσει στον αναιρεσείοντα τη νομή και κατοχή των ανωτέρω οριζόντιων ιδιοκτησιών. 5) Ότι η επίδικη αξίωση του αναιρεσείοντος για την επιδίκαση του ποσού των 4.200,00 ευρώ (600 Ε η μηνιαία μισθωτική αξία της επίδικης οικογενειακής στέγης X 7 μήνες) ως αποζημίωσης χρήσης για την χρήση των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών, για το χρονικό διάστημα από 23-02-2109, ημέρα παρέλευσης της ταχθείσας προθεσμίας προς απόδοση των οριζόντιων ιδιοκτησιών, μέχρι την 23-09-2019, ημέρα κατάθεσης της επίδικης αγωγής αποτελεί υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος του, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, επειδή ο αναιρεσείων με την προηγηθείσα συμπεριφορά του και την υπογραφή των ιδιωτικών συμφωνητικών μόνο για την απόδοση των ιδιοκτησιών, δημιούργησε στην αναιρεσίβλητη την εύλογη πεποίθηση ότι μετά τη λύση του γάμου δεν θα αξιώσει και αποζημίωση για τη χρήση αυτών και με την ικανοποίηση της επίδικης αξίωσης του αναιρεσείοντος, επειδή χρησιμοποιήθηκαν, το επίδικο χρονικό διάστημα, οι οριζόντιες ιδιοκτησίες ως οικογενειακή στέγη της αναιρεσίβλητης και των ανήλικων τέκνων τους, προκαλείται η εντύπωση έντονης αδικίας σε βάρος της αναιρεσίβλητης σε σχέση με το όφελος του αναιρεσείοντος από την άσκηση του δικαιώματός του. [2] Έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της καταχρηστικής άσκησης του επίδικου δικαιώματος του αναιρεσείοντος για την επιδίκαση ως αποζημίωσης χρήσης του ποσού των 4.200,00 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ διότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη, που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, με αποτέλεσμα να πληρούνται οι προϋποθέσεις βασιμότητας της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.

Παράλληλα, με αυτά που δέχθηκε και έτσι έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα ενώ δεν είναι αναγκαία η αναφορά άλλων κριτηρίων και στοιχείων των επιβαλλόμενων ορίων (έντονης αδικίας σε βάρος της αναιρεσίβλητης, δημιουργίας εύλογης πεποίθησης στην αναιρεσίβλητη) για την κατ' ουσίαν αποδοχή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της ανωτέρω ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος του αναιρεσείοντος.

Επομένως, οι από τον αρ. 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος και πέμπτος, κατά τα οικεία μέρη αυτών, λόγοι αναίρεσης, αντίστοιχα, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση του άρθρου 1393 ΑΚ με την απόρριψη του αιτήματος επιδίκασης αποζημίωσης χρήσης για το χρονικό διάστημα που ανάγεται μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Και, τούτο, διότι το καταληκτικό συμπέρασμα απόρριψης του ένδικου αιτήματος στηρίχθηκε στην παραδοχή ως κατ' ουσίαν βάσιμης της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, ως υπέρβαση των επιβαλλόμενων στη συγκεκριμένη περίπτωση ορίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού δικαιώματος, ενώ η παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι εκ μέρους του ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου αξίωση για αποζημίωση χρήσεως αποτελεί υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος του, και επειδή αποτελεί υπέρβαση "..της αρχής της επιείκειας, όπως αυτή συγκεκριμενοποιείται στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 1393 ΑΚ...", έγινε πλεοναστικώς και μόνο προς επίρρωση της ουσιαστικής επιχειρηματολογίας του δικαστηρίου, ενώ ο κανόνας του άρθρου 1393 ΑΚ, κατά τα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση γενόμενα, δεν συγκροτεί τη μείζονα πρόταση του τελικού δικανικού συλλογισμού απόρριψης του ανωτέρω αιτήματος επιδίκασης αποζημίωσης χρήσης.

Περαιτέρω, ο αναιρεσείων, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενος ότι ενώ ο ίδιος με την ένδικη αγωγή απαίτησε δύο διαφορετικά δικαιώματα, και δη της απόδοσης της νομής των οριζόντιων ιδιοκτησιών και της καταβολής αποζημίωσης για την παράνομη κατακράτησή τους, η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα έκρινε ότι το επίδικο δικαίωμα είναι ένα και ικανοποιείται πλήρως με την αναγνώριση της νομής και την απόδοση αυτής, και ότι στην πραγματικότητα προέβη σε συμψηφισμό των δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι ανωτέρω αιτιάσεις αποτελούν επιχειρήματα του αναιρεσείοντος που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα (ΑΠ 1036/2023, ΑΠ 1477/2023, ΑΠ 34/2021) και υπό την επίφαση της ανωτέρω αιτίασης πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1553/2023, ΑΠ 1329/2022).

[3] Με τη διάταξη του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδρασή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται, με την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1371/2023, ΑΠ 1038/2023).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος προκύπτουν τα εξής : Η αναιρεσίβλητη, με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προς απόκρουση της αναγνωριστικής νομής αγωγής των αναφερόμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών και θέσης στάθμευσης, και επιδίκασης αποζημίωσης χρήσης για το χρονικό διάστημα (23-02-2019 έως 23-09-2019) αυθαίρετης χρήσης αυτών από την ίδια πλέον της άρνησης της αγωγής (επικουρικώς) πρότεινε, παραδεκτά και ορισμένα την στηριζόμενη στις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, αιτούμενη την καθ' ολοκληρίαν κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγής, επικαλούμενη τις ανάγκες (σχολικές, εξωσχολικές, κοινωνικές, οικονομικές και στεγαστικές) των ανηλίκων τέκνων τους, Λ. - Π.

και Κ., των οποίων είχε την προσωρινή επιμέλεια, τη μη αντιποίηση από την αναιρεσίβλητη της νομής του αναιρεσείοντος, τη μη ύπαρξη ζημίας στον αναιρεσείοντα από τη χρήση του ακινήτου αυτού για τη στέγαση των ανηλίκων και της ίδιας, λόγω συνυπολογισμού της μισθωτικής αξίας αυτού στην αναλογούσα στον αναιρεσείοντα υποχρέωση διατροφής, και ότι η άσκηση της αγωγής υπερβαίνει τα όρια που επιβάλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, σε συνδυασμό με τη διαμορφωθείσα κατάσταση δημιούργησαν στην αναιρεσίβλητη - εναγόμενη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει την αγωγή του, και η άσκηση αυτής δεν ωφελεί τον αναιρεσείοντα, ο οποίος θα υποχρεωθεί (δικαστικά) να καταβάλει μεγαλύτερη διατροφή, διαλαμβάνοντας ρητά, μεταξύ άλλων, "Συνεπώς η υπό κρίση αγωγή του αντιδίκου πρέπει να απορριφθεί ως καταχρηστική".

Την παραπάνω ένσταση επανέφερε η αναιρεσίβλητη, ως εκκαλούσα, με σχετικό λόγο έφεσης, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε το αίτημα επιδίκασης του αναιρεσείοντος ως αποζημίωσης χρήσης, για το ανωτέρω επίδικο χρονικό διάστημα, το ποσό των 4.200,00 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, κατά παραδοχήν ως κατ' ουσίαν βάσιμης της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ως προς το αίτημα αυτό, δεν έλαβε, παρά το νόμο, υπόψη του μη προταθείσα καταλυτική από την αναιρεσίβλητη ένσταση.

Επομένως, ο από τον αρ. 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. [4] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.

Ως αίτηση κατά την ως άνω έννοια νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας με οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της και η οποία δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης και εκκρεμοδικία. Τέτοια αίτηση είναι η αίτηση της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, των ενδίκων μέσων, των ανακοπών, της τριτανακοπής, που προκαλούν εκκρεμοδικία, όχι όμως και οι ενστάσεις και οι επιμέρους λόγοι έφεσης, που είναι αντικείμενο του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1277/2022, ΑΠ 455/2021, ΑΠ 962/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι το Εφετείο, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε από την αναιρεσίβλητη - εναγόμενη - εκκαλούσα, επειδή απέρριψε το αίτημα επιδίκασης αποζημίωσης, αφού η τελευταία ζήτησε μόνο την απόρριψη του αιτήματος απόδοσης της νομής ως καταχρηστικά, από τον αναιρεσείοντα - ενάγοντα- ασκούμενο.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι, κατά τα προαναφερόμενα, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, όταν αφορά είτε λόγο έφεσης είτε ένσταση, όπως στην προκείμενη περίπτωση. [5] Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση ως αληθινά, χωρίς απόδειξη.

Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι` αυτά, χωρίς, όμως, να απαιτείται η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 1038/2023, ΑΠ 1068/2023.

Ο όρος "πράγματα" στη διάταξη αυτή είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1324/2022, ΑΠ 49/2020). Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο με πληρότητα και σαφήνεια, μεταξύ άλλων, ότι δέχθηκε πράγματα, χωρίς να αναφέρει στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε την απόδειξή τους (ΑΠ 1342/2022, ΑΠ 1144/2021, ΑΠ 24/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων - ενάγων με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δημιούργησε στην αναιρεσίβλητη - εναγόμενη - εκκαλούσα την εύλογη πεποίθηση ότι μετά τη λύση του γάμου δεν θα αξιώσει αποζημίωση για τη χρήση του ακινήτου του αναιρεσείοντος ως οικογενειακή στέγη των ανηλίκων τέκνων τους και της ίδιας, και ότι με την ικανοποίηση της ένδικης αξίωσης προκαλείται η εντύπωση έντονης αδικίας σε βάρος της αναιρεσίβλητης, χωρίς να αποδεικνύεται το ουσιώδες αυτό ζήτημα από τις ένορκες βεβαιώσεις ή κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι το Εφετείο δέχθηκε τα προαναφερθέντα, χωρίς να αναφέρει στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε την απόδειξή τους, προκειμένου να κριθεί η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης.

Σε κάθε περίπτωση, από την παραπάνω παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης διαμορφώθηκε με βάση όλες τις προσκομισθείσες και επικαλεσθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις και, ειδικότερα, κατά την διαλαμβανόμενη σ' αυτήν βεβαίωση, "από την επανεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου είτε προς απόδειξη, άμεση και έμεση, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ήτοι από την υπ' αριθμ. ...-2019 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Δ.

Π. ενώπιον της συμβ/φου Ελάτειας Ε. Φ. και την υπ' αριθμ. ...-2019 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Δ. Λ. ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών Ε. Κ., ληφθείσες..., τις υπ' αριθμ. ...-2019 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Σ. Β., Μ. Β. και Δ. Α. αντιστοίχως ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας, ληφθείσες ... και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νομίμως προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν", χωρίς να απαιτείται να αξιολογείται στην προσβαλλόμενη κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη.

[6] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντίφασης στο αιτιολογικό της απόφασης αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της. Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης όταν προκαλείται τέτοια αοριστία ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (ΑΠ 1323/2023, ΑΠ 842/2022, ΑΠ 123/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την από τον αρ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενος ότι ενώ ο ίδιος με την ένδικη αγωγή απαίτησε δύο διαφορετικά δικαιώματα, και δη της απόδοσης της νομής των οριζόντιων ιδιοκτησιών και της καταβολής αποζημίωσης για την παράνομη κατακράτησή τους, η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα έκρινε ότι το επίδικο δικαίωμα είναι ένα και ικανοποιείται πλήρως με την αναγνώριση της νομής και την απόδοση αυτής διαλαμβάνοντας αντιφατικές διατάξεις διότι από τη στιγμή που αναγνωρίζει το δικαίωμα νομής του επί του επίδικου ακινήτου και υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη να του αποδώσει τη νομή αρνήθηκε το δικαίωμα της αποζημίωσης χρήσης που στηρίζεται στο δικαίωμα της νομής, και ότι στην πραγματικότητα προέβη σε συμψηφισμό των δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι δεν ιδρύεται ο επικαλούμενος λόγος καθόσον τα επικαλούμενα δεν θεμελιώνουν αντίφαση μεταξύ των διατάξεων του διατακτικού της ίδιας απόφασης, ενώ δεν αρκεί ενδεχόμενη ύπαρξη αντίφασης στο αιτιολογικό της απόφασης αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της.

Και αν ήθελε εκτιμηθεί ο προαναφερθείς λόγος ως λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι οι ανωτέρω αιτιάσεις αποτελούν επιχειρήματα του αναιρεσείοντος που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα( ΑΠ 1036/2023, ΑΠ 1477/2023, ΑΠ 34/2021) και υπό την επίφαση των ανωτέρω αιτιάσεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1553/2023, ΑΠ 1329/2022).

IV. Κατόπιν αυτών, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του προκαταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν του αιτήματος αυτής, (άρθρ. 183, 191 παρ. 1, 176 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-11-2022 αίτηση του Δ. Π. του Λ. για αναίρεση της με αριθμ. 4545/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Αυγούστου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ