Legislator Case Law & Legislation
1360/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against voluntary jurisdiction judgment for inadmissible grounds and lack of legal effect.

Case Number 1360/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against a first-instance judgment rendered under voluntary jurisdiction rules. The appellants argued the lower court erred by considering unproven fraud claims and failing to address their specific financial hardship arguments regarding income reduction and health issues. The court rejected these grounds as inadmissible because they do not constitute 'things' under the law and merely represent non-autonomous arguments that cannot legally overturn the judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(5)(a) and 560(5)(b) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground based on the lower court considering unproven facts or failing to address specific arguments is inadmissible if it does not pertain to 'things' with legal effect.

Keywords

AI generated
voluntary jurisdiction inadmissible appeal legal effect autonomous argument financial hardship fraud allegation Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 560(5)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 560(5)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(b)(iv) of the Code of Civil Procedure
Article 3(2) of Law 3869/2010
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 8(6)(b)(ii) of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1360 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1360/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Μαρί Δεργαζαριάν και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Κ. του Χ. και 2) Π. Κ., το γένος Θ. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σοφία Παπαδοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. Α. «Ε. και δ.τ. «E.", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. E. «Α., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Ε. Τ. Τ. Ε. Α.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Α. Τ. Τ. Ε. Α. Υ. Ε. Ε.", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "A. Τ. Α." και δ.τ. "A. B.", που εδρεύει στην ….και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "C. I. P.", 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. Α.", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Κ. Δ. Ε. «Λ. και 6) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Τ. Τ. Ε. Α.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο, ενώ οι 2η, 3η, 4η, 5η και 6η δεν παραστάθηκαν.

Της προσθέτως υπέρ της "Τ. Π. Α.", παρεμβαίνουσας: Εταιρίας παροχής υπηρεσιών διαχείρισης απαιτήσεων με την επωνυμία "I. H. Α. Ε. Δ. Α. Α. Δ. Κ. «Π. και δ.τ. «I. H. «Α. (πρώην «Α. F. S. Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως νόμιμης διαχειρίστριας και εκπροσώπου των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο ….. και νόμιμα εκπροσωπούμενης εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «P. S. D. A. C.", ούσας ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. Α.", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20-6-2012 (αριθμ. εκθ. καταθ. 9617 και 9618/2012) αιτήσεις των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 75/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1284/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-4-2021 αίτησή τους και τους από 26-11-2022 πρόσθετους λόγους αυτής, η δε προσθέτως παρεμβαίνουσα με το από 1-12-2022 δικόγραφό της ζητεί τα εις αυτό αναφερόμενα.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρί Δεργαζαριάν, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς συζήτηση στην ίδια δικάσιμο ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού α) η από 28-4-2021 αίτηση αναίρεσης, β) οι εμπροθέσμως και παραδεκτά ασκηθέντες με το από 26-11-2022 αυτοτελές δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι αυτής κατά της εκδοθείσας κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας 1284/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που αφορά υπόθεση του Ν.3869/2010 " Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων" και γ) η από 1-12-2022 αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση της εταιρίας με την επωνυμία "I.

H. Α. Ε. Δ. Α. Α. Δ. Κ. Π. και το διακριτικό τίτλο I. H. Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π." υπέρ της αναιρεσίβλητης "Τ. Π.. Α..Ε.." Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 και 577 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν, κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος ή ο ομόδικος του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.

Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν όμως κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις εκθέσεις επιδόσεως: 10171 Στ/4-10-2021, 10130ΣΤ, 10133Στ, 10132Στ και 10131 Στ/30-9-2021 του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Δ. Δ., τις οποίες προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την 3-2-2023 και κλήση για να παρασταθούν στη δικάσιμο αυτή επιδόθηκε με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, που επισπεύδουν τη συζήτηση, νομίμως και εμπροθέσμως στις δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη και έκτο των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά του πινακίου ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου.

Επομένως, εφόσον οι απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει να δικαστούν ερήμην, η συζήτηση, όμως, θα προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, Ολ.ΑΠ 14/2015) Μετά ταύτα, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556 παρ.1, 558, 564, 566 παρ.1, 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ.), είναι παραδεκτή και πρέπει, να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα).

Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικο του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικο του.

Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικο του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες, που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 267/2021 , ΑΠ 362/2020, ΑΠ 177/2011, ΑΠ 1485/2006).

Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου στο επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατ' αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011).

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία, στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Αρειο Πάγο, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 1736/2017).

Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 215 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 ν. 4335/2015, και 81 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και όπως συνάγεται από τη διάρθρωση του πραγματικού αυτών, η επέλευση των συνεπειών της άσκησης τόσο της αγωγής, όσο και της παρεμβάσεως, εξαρτάται από την ενέργεια και των δύο επί μέρους διαδικαστικών πράξεων, λαμβανομένων σε ενότητα, ώστε η έλλειψη της επιδόσεως να συνιστά έλλειψη όρου του υποστατού αυτών.

Γι' αυτό, όταν δεν έχει γίνει επίδοση της αγωγής ή της παρεμβάσεως, τότε η μεν άσκηση αυτών δεν επιφέρει τα αποτελέσματά της, η δε έλλειψη αυτή λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο είτε κατ' ένσταση είτε αυτεπαγγέλτως, δεν υπάρχει δε κατ' αρχήν τρόπος θεραπείας της έλλειψης παρά μόνο με την ενέργεια της ελλείπουσας επίδοσης και βέβαια μέσα την νόμιμη προθεσμία, διότι άλλως το ένδικο βοήθημα θεωρείται ως μη ασκηθέν, όπως ρητά διαγράφει πλέον τη συνέπεια αυτή για την αγωγή (άρα κατά παραπομπή και για την παρέμβαση) το νέο άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ, αίρεται δε πλέον η υπό το προϊσχύσαν του ν. 4335/2015 δίκαιο αμφισβήτηση, αν η έλλειψη της επίδοσης της αγωγής λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως ή μόνον κατ' ένσταση και εφόσον επέφερε αυτή στον προτείνοντα διάδικο (δικονομική) βλάβη, που δεν μπορεί άλλως να επανορθωθεί, οπότε σε διαφορετική περίπτωση θεραπεύεται το σχετικό ελάττωμα που προκύπτει από την μη επίδοση (ΑΠ 1350/2022, ΑΠ 267/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, η εδρεύουσα στον Δήμο Αθηναίων ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " I. H. Α. Ε. Δ. Α. Α. Δ. Κ. «Π. και τον διακριτικό τίτλο «I. H. Α..Ε..Δ..Α..Δ..Π.., πρώην «A.» F. S. Μ. Ε. Δ. Α. Α. Δ. Κ. Π." με το από 1-12-2022 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 1-12-2022 ασκεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της πέμπτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ.

Π. Α..Ε..", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον να παρέμβει ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος στην εκκρεμή αυτή κύρια δίκη, την ιδιότητά της ως νόμιμης διαχειρίστριας της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "P. N. F. D. A. C." ειδικής διαδόχου της πέμπτης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρ. 525 ΚΠολΔ).

Δικάσιμος για την εκδίκαση της υπόθεσης ορίστηκε από την Πρόεδρο του Δ'Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου η 3.2.2023 με προθεσμία κοινοποίησης της πρόσθετης παρέμβασης κατά σύντμηση της προθεσμίας τριάντα (30) ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Όμως, από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία δεν προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση κοινοποιήθηκε στους αναιρεσείοντες και στις αναιρεσίβλητες, αφού η προσθέτως παρεμβαίνουσα δεν παραστάθηκε, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στο ακροατήριο και συνακόλουθα δεν προσκομίζονται οι σχετικές εκθέσεις επιδόσεως του αντιγράφου της υπό κρίση πρόσθετης παρέμβασης προς αυτούς, ούτε η παριστάμενη αναιρεσίβλητη προσκομίζει το τυχόν επιδοθέν σ' αυτή αντίγραφο της ως άνω παρέμβασης.

Συνεπώς, αφού δεν έγινε κοινοποίηση της πρόσθετης παρέμβασης στους κυρίως διαδίκους, δεν ολοκληρώθηκε η άσκησή της και, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, σύμφωνα με τα προπαρατιθέμενα, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη (ΑΠ 267/2021).

Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ.α ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται μέσα την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.

Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 132/2004).

Αντιθέτως, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν, ως αντικείμενο, δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 684/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αιτούντες άσκησαν πρόσθετους λόγους αναίρεσης με το από 26-11-2022 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 22-12-2022. Από τις υπ' αριθ. 11133Γ, 11131Γ, 3723Γ, 11128Γ, 11132Γ, 3724Γ/3-1-2023 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών των Εφετείων Πειραιώς και Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Κ.

Ζ. και Ν. Ζ., αντίστοιχα, τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι αντίγραφο του δικογράφου των άνω προσθέτων λόγων επιδόθηκε στις αναιρεσίβλητες στις 3-1-2023, ήτοι τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα δικάσιμο της 3ης -2-2023 προς συζήτηση της αναίρεσης.

Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει, συνεκδικαζόμενοι με την αίτηση αναίρεσης, να ερευνηθούν περαιτέρω (άρθρα 246 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Ήτοι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία.

Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών, που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".

Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (ΟλΑΠ 4/2010, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 677/2010).

Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω από τη διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και, παρά ταύτα, αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/ 2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, η νομοθετική αυτή ρύθμιση τάσσεται προς το συμφέρον των πιστωτών. Επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει το σχετικό ισχυρισμό κατ' ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτής (ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 153/2017).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας (ΑΠ 515/2018, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017). Ειδικά η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, ενώ εξακολουθούσε να κάνει χρήση ανακυκλούμενης πίστωσης, για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο από εκείνο που του επέτρεπε το εισόδημά του, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ 1164/2022, ΑΠ 539/2022, ΑΠ 758/2020).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του ν. 3869/2010), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 53/2020).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 53/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017). Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής ή της ενστάσεως στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας, αντιστοίχως, νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο αγωγή ή ένσταση.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτές όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος τους, τα πραγματικά δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ενστάσεως και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (ΑΠ 166/2022, ΑΠ 1508/2020).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 6 άρθρου 560 ΚΠολΔ πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της αποφάσεως, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή, ή τη μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση, ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει (πρβλ.

ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 181/2022, 1199/2018). Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (Ολ.ΑΠ 57/90, ΑΠ 181/2022, ΑΠ 1199/2018).

Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007, ΑΠ 44/2003). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 1266/2011).

Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 271/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1284/2021 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδ. β' ν. 3869/2010, 739 επ. ΚΠολΔ), δέχθηκε, ανέλεγκτα, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εφεσίβλητος - αιτών (αναιρεσείων) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη την 25-01-1946 (75 ετών), παντρεμένος με τη δεύτερη εφεσίβλητη, γεννημένη στην Καβάλα την 24- 10-1948 (73 ετών).

Από το γάμο τους απέκτησαν δύο ενήλικα τέκνα, τον…., που γεννήθηκε την 08-10-1977 (44 ετών), και τον….., που γεννήθηκε την 13-04-1984 (37 ετών) (βλ. την από ….. βεβαίωση οικογενειακής κατάστασης του Εθνικού Δημοτολογίου). Ο εφεσίβλητος - αιτών εργαζόταν στο ΓΠΝ ΑΧΕΠΑ ως ιατρός - χειρουργός και ως αναπληρωτής καθηγητής στη Σχολή Ιατρικής του ΑΠΘ, ενώ από το έτος 2014 είναι συνταξιούχος ιατρός και λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των 1.335 ευρώ, υπολογίζοντας να λάβει εφάπαξ ποσό από το Ταμείο του ύψους 40.000 ευρώ περίπου (...), χωρίς να διευκρινίζεται εάν το έχει ήδη λάβει.

Η δεύτερη αιτούσα - σύζυγος του, από το έτος 1997, είναι συνταξιούχος του Δημοσίου, λαμβάνοντας ως μηνιαία σύνταξη το καθαρό ποσό των 705,73 ευρώ (βλ. το από 01-07-2011 έως 30-09-2011 ενημερωτικό σημείωμα του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους). Αμφότερα τα τέκνα τους είναι ιατροί, έχοντας σπουδάσει προπτυχιακά στο ΑΠΘ, με μεταπτυχιακές σπουδές για το δεύτερο υιό στη Σκωτία, ενώ σήμερα αμφότεροι εργάζονται ασκώντας το επάγγελμά τους.

Τα ετήσια εισοδήματα των εφεσιβλήτων, κατά το οικονομικό έτος 2003 - χρήση 2002 ανήλθαν για τον πρώτο αιτούντα στο ποσό των 40.716,23 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες και το ποσό των 5.887,21 ευρώ ως αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά και για τη δεύτερη αιτούσα το ποσό των 11.410,84 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2004 - χρήση 2003 ανήλθαν για τον πρώτο αιτούντα στο ποσό των 48.898,03 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες και το ποσό των 9.389,71 ευρώ ως αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά και για τη δεύτερη αιτούσα το ποσό των 12.375,15 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2005 - χρήση 2004 ανήλθαν για τον πρώτο αιτούντα στο ποσό των 54.890,87 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες και το ποσό των 9.910,99 ευρώ ως αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά και για τη δεύτερη αιτούσα το ποσό των 14.314.26 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2006 - χρήση 2005 ανήλθαν για τον πρώτο αιτούντα στο ποσό των 56.745,11 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες, το ποσό των 187,50 ευρώ από ελευθέρια επαγγέλματα και το ποσό των 15.825,82 ευρώ ως αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά και για τη δεύτερη αιτούσα το ποσό των 14.526,55 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2007 - χρήση 2006 ανήλθαν για τον πρώτο αιτούντα στο ποσό των 57.125,45 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες και το ποσό των 11.346,18 ευρώ ως αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά και για τη δεύτερη αιτούσα το ποσό των 15.143,58 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2008 - χρήση 2007 ανήλθαν για τον πρώτο αιτούντα στο ποσό των 55.096,29 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες, το ποσό των 667,48 ευρώ από ελευθέρια επαγγέλματα και το ποσό των 11.761,60 ευρώ ως αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά και για τη δεύτερη αιτούσα το ποσό των 15.576.27 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2009 - χρήση 2008 ανήλθαν για τον πρώτο αιτούντα στο ποσό των 57.787,08 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες και το ποσό των 12.717,86 ευρώ ως αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά και για τη δεύτερη αιτούσα το ποσό των 16.616,64 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2010 - χρήση 2009 ανήλθαν για τον πρώτο αιτούντα στο ποσό των 54.358,71 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες, το ποσό των 700,89 ευρώ από ελευθέρια επαγγέλματα και το ποσό των 16.499,69 ευρώ ως αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά και για τη δεύτερη αιτούσα το ποσό των 17.050,89 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2011 - χρήση 2010 ανήλθαν για τον πρώτο αιτούντα στο ποσό των 44.715,42 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες και το ποσό των 18.928,60 ευρώ ως αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά και για τη δεύτερη αιτούσα το ποσό των 16.521,45 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2012 - χρήση 2011 ανήλθαν για τον πρώτο αιτούντα στο ποσό των 54.486,22 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες και για τη δεύτερη αιτούσα το ποσό των 16.049,00 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2013 - χρήση 2012 ανήλθαν για τον πρώτο αιτούντα στο ποσό των 35.229,17 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες, το ποσό των 10.638,12 ευρώ από ελευθέρια επαγγέλματα και για τη δεύτερη αιτούσα το ποσό των 15.517,20 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2014 - χρήση 2013 ανήλθαν για τον πρώτο αιτούντα στο ποσό των 24.142,74 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες και το ποσό των 7.978,59 ευρώ από ελευθέρια επαγγέλματα και για τη δεύτερη αιτούσα το ποσό των 14.228,52 ευρώ, κατά το φορολογικό έτος 2014 ανήλθαν για τον πρώτο αιτούντα στο ποσό των 23.471,27 ευρώ από συντάξεις και για τη δεύτερη αιτούσα το ποσό των 11.935,32 ευρώ, κατά το φορολογικό έτος 2015 ανήλθαν για τον πρώτο αιτούντα στο ποσό των 22.223,30 ευρώ από συντάξεις και το ποσό των 7,29 ευρώ από τόκους και για τη δεύτερη αιτούσα το ποσό των 13.702,50 ευρώ από συντάξεις και το ποσό των 0,31 ευρώ από τόκους, κατά το φορολογικό έτος 2016 ανήλθαν για τον πρώτο αιτούντα στο ποσό των 39.340,97 ευρώ από συντάξεις και το ποσό των 10,51 ευρώ από τόκους - μερίσματα και για τη δεύτερη αιτούσα το ποσό των 12.840,30 ευρώ από συντάξεις και το ποσό των 1,17 ευρώ από τόκους - μερίσματα, κατά το φορολογικό έτος 2017 ανήλθαν για τον πρώτο αιτούντα στο ποσό των 32.553,60 ευρώ από συντάξεις και το ποσό των 15,98 ευρώ από τόκους - μερίσματα και για τη δεύτερη αιτούσα το ποσό των 12.923,88 ευρώ από συντάξεις και το ποσό των 4,13 ευρώ από τόκους-μερίσματα, κατά το φορολογικό έτος 2018 ανήλθαν για τον πρώτο αιτούντα στο ποσό των 31.786,56 ευρώ από συντάξεις και το ποσό των 4,51 ευρώ από τόκους -μερίσματα και για τη δεύτερη αιτούσα το ποσό των 12.855,24 ευρώ από συντάξεις και το ποσό των 1,37 ευρώ από τόκους - μερίσματα, κατά το φορολογικό έτος 2019 ανήλθαν για τον πρώτο αιτούντα στο ποσό των 32.553,84 ευρώ από συντάξεις και το ποσό των 4,32 ευρώ από τόκους -μερίσματα και για τη δεύτερη αιτούσα το ποσό των 13.277,24 ευρώ από συντάξεις και το ποσό των 1,29 ευρώ από τόκους - μερίσματα.

Ο πρώτος εφεσίβλητος - αιτών έχει την κάτωθι ακίνητη περιουσία : α) ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου πλήρους κυριότητας επί διώροφης μονοκατοικίας, ευρισκόμενη στον οικισμό …του Δήμου ….Θεσσαλονίκης, επί της….., εμβαδού 158 τ.μ., στη Λευκίμη Κέρκυρας έχει β) ποσοστό 5,35% εξ αδιαιρέτου πλήρους κυριότητας επί οικίας, εμβαδού 58τ.μ., γ) ποσοστό 5,35% εξ αδιαιρέτου πλήρους κυριότητας επί οικοπέδου, έκτασης 206 τ.μ., δ) ποσοστό 37,50% εξ αδιαιρέτου πλήρους κυριότητας επί αγροτεμαχίου στη θέση…., έκτασης 1.000τ.μ., ε) ποσοστό 37,50% εξ αδιαιρέτου πλήρους κυριότητας επί αγροτεμαχίου στη θέση…, έκτασης 1.000τ.μ., στ) ποσοστό 37,50% εξ αδιαιρέτου πλήρους κυριότητας επί αγροτεμαχίου στη θέση…., έκτασης 1.000 τ.μ., και στο…., ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου πλήρους κυριότητας ζ) επί αγροτεμαχίου, έκτασης 1.750 τ.μ., η) επί αγροτεμαχίου, έκτασης 1.625 τ.μ., θ) επί αγροτεμαχίου, έκτασης 4.000 τ.μ., ι) επί αγροτεμαχίου, έκτασης 2.500τ.μ., ια) επί αγροτεμαχίου, έκτασης 3.875τ.μ.

Η δεύτερη εφεσίβλητη - αιτούσα έχει μόνο το υπόλοιπο ποσοστό (50%) συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου επί του ως άνω πρώτου ακινήτου, το οποίο οι εφεσίβλητοι χρησιμοποιούν ως κύρια κατοικία. Επίσης, διατηρούν δύο ΙΧΕ αυτοκίνητα, ένα Alpha Romeo 159, 1750 κυβικών, και ένα Ford Fiesta, 1300 κυβικών. Εξάλλου, οι εφεσίβλητοι - αιτούντες βαρύνονται με τη δαπάνη για την κάλυψη αποκλειστικά των δικών τους αναγκών, που ανέρχονται στο ποσό των 800 ευρώ περίπου, χωρίς να βαρύνονται για την κάλυψη των αναγκών των ενηλίκων τέκνων τους.

Για τον προσδιορισμό των βιοτικών αναγκών τους λαμβάνονται υπόψη ιδία οι ανάγκες για τροφή, ένδυση - υπόδηση, θέρμανση κατά τους χειμερινούς μήνες και κοινόχρηστες δαπάνες, οι αυξημένες δαπάνες για την θεραπεία και αντιμετώπιση της ασθένειας του αιτούντος, ο οποίος από το έτος 2001 πάσχει από στεφανιαία νόσο, οι δαπάνες για μη καλυπτόμενη από τους κοινωνικοασφαλιστικούς τους οργανισμούς ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, οι αναγκαίες μηνιαίες δαπάνες για υδροδότηση, ηλεκτροδότηση, τηλεφωνική σύνδεση και μετακινήσεις, καθώς και το γεγονός ότι οι αιτούντες ως οφειλέτες οφείλουν να μειώσουν στο ελάχιστο τις δαπάνες τους και δη μόνο στις απολύτως απαραίτητες (...).

Για τον προσδιορισμό, δηλαδή, των βιοτικών αναγκών τους αφενός μεν δεν λαμβάνεται υπόψη ένα γενικό, μέσο πρότυπο, αλλά οι συνήθεις συνθήκες ζωής των συγκεκριμένων εφεσιβλήτων, αφετέρου δε, λαμβάνεται υπόψη ότι διά της παρούσας διαδικασίας σκοπείται και εν τέλει επιτυγχάνεται (δυνητικά) η απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη του, εξαιτίας των οποίων περιήλθε σε κατάσταση υπερχρέωσης και τα οποία αδυνατεί να αποπληρώσει, γεγονός το οποίο κατά την καλή πίστη (βλ.

άρθρο 281 ΑΚ, αλλά και 25 παρ. 1 του Σ αναφορικά με τη θυσία, που υφίστανται και οι πιστωτές, καθώς και το κοινωνικά αποδεκτό μέτρο της θυσίας αυτής) λειτουργεί ως αντίβαρο στην ενσωμάτωση στις βιοτικές ανάγκες υπερβολικών απαιτήσεων (...). Μέχρι και το έτος 2011, οι αιτούντες ήταν συνεπείς στην πληρωμή των υποχρεώσεων τους, συνολικού ποσού 1.200 ευρώ περίπου, μόνο για την κάλυψη των δόσεων των στεγαστικών δανείων τους, πλέον 300 - 400 ευρώ για τις λοιπές δανειακές υποχρεώσεις τους, έκτοτε όμως, σταμάτησαν να καταβάλουν τις δόσεις των δανείων τους.

Δυνάμει συμβάσεων που συνήφθησαν σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, οι αιτούντες έλαβαν από τις ως άνω πιστώτριές τους τα παρακάτω δάνεια, τα οποία είτε είναι εξασφαλισμένα με εγγυήσεις είτε όχι, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και τα τελευταία υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης (....), ενώ τα εμπραγμάτως ασφαλισμένα συνεχίζουν να εκτοκίζονται μέχρι την έκδοση της απόφασης (άρθρο 6 παρ.3 ν. 3869/2010) και οφείλουν τα παρακάτω ποσά: 1.

Στην πιστώτρια "Τ. E. Α. Τ. Ε.", οφείλουν ως συνοφειλέτες από σύμβαση στεγαστικού δανείου, το ποσό των 97.521,23 ευρώ, 2. στην πιστώτρια "Ε. Τ. Τ. Ε. Α.", οφείλουν ως συνοφειλέτες, από συμβάσεις στεγαστικών δανείων τα εξής ποσά α) 26.497,05 ευρώ, β) 50.783,74 ευρώ, γ) 10.732,78 ευρώ, δ) 17.624,25 ευρώ, ε) 72.228,67 ευρώ, 3. στην πιστώτρια "Α. Τ. Τ.

Ε. «Α. από πιστωτική κάρτα το ποσό των 12.106,76 ευρώ. Επίσης, ο πρώτος αιτών οφείλει 4.Στην πιστώτρια "Α. Τ. Α.", τα εξής ποσά α) 17.202,95 ευρώ και β) 2.397,71 ευρώ, 5. Στην πιστώτρια "Τ. Π. Α.", από πιστωτικές κάρτες, τα εξής ποσά α) 979,94 ευρώ, β) 4.464,90 ευρώ, γ) 6.018,45 ευρώ. Επιπλέον, η δεύτερη αιτούσα οφείλει α) στην εκκαλούσα τράπεζα το ποσό των 95,10 ευρώ από πιστωτική κάρτα, β) στην ως άνω τρίτη πιστώτρια τράπεζα το ποσό των 12.106,76 ευρώ, γ) στην ως άνω τέταρτη πιστώτρια τράπεζα τα ποσά των 2.615,75 ευρώ και 12.873,34 ευρώ, δ) στο "Τ.

Τ. Ε. Α." οφείλει το ποσό των 1.895,67 ευρώ. Με βάση τα ανωτέρω, οι οφειλές τους, κατά τον χρόνο κατάθεσης των αιτήσεων, ανέρχονταν για τον πρώτο αιτούντα στο ποσό των 318.558,43 ευρώ, για τη δεύτερη αιτούσα στο ποσό των 304.974,34 ευρώ, με κοινές οφειλές, που ανέρχονται στο ποσό των 287.494,48 ευρώ. Από την προεκτεθείσα μείωση των εισοδημάτων τους, ιδιαίτερα του πρώτου αιτούντα, και τη γενικότερη αρνητική οικονομική συγκυρία αποδεικνύεται ότι αδυνατούν να ανταπεξέλθουν στην κάλυψη των ληξιπρόθεσμων δανειακών τους υποχρεώσεων προς τις πιστώτριες τράπεζες, καθόσον η σχέση ρευστότητάς τους προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους, αφού ληφθούν υπόψη και οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών μόνο των ιδίων, είναι αρνητική, υπό την έννοια ότι η ρευστότητά τους δεν τους επιτρέπει να ανταποκριθούν στον όγκο των οφειλών τους και συνάμα στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών τους, η δε αρνητική αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητας και των οφειλών δεν αναμένεται να βελτιωθεί σημαντικά στο εγγύς μέλλον, διότι οι εφεσίβλητοι είναι συνταξιούχοι και τα εισοδήματά τους είναι σταθερά, ενώ το συνολικό ποσό των μηνιαίων δόσεων, που πρέπει να καταβάλουν για τα δάνεια που έχουν λάβει από τις πιστώτριες τράπεζες, προκειμένου να είναι ενήμεροι ως προς τις υποχρεώσεις τους, ανέρχονται κατά προσέγγιση σε 1.500-1.600 ευρώ.

Επομένως, καθίσταται σαφές ότι οι εφεσίβλητοι - αιτούντες έχουν περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους προς τις πιστώτριές τους, πλην όμως το γεγονός αυτό κρίνεται ότι οφείλεται σε δική τους υπαιτιότητα και συγκεκριμένα σε ενδεχόμενο δόλο τους μετά από το χρόνο ανάληψης των οφειλών.

Ο δανεισμός τους ξεκίνησε από το έτος 2001, λαμβάνοντας αρχικά τα στεγαστικά δάνεια για την αποπεράτωση της κύριας κατοικίας τους, με υφιστάμενη κοινή οφειλή ποσού 177.866,49 ευρώ, και στη συνέχεια, λαμβάνοντας αμφότεροι καταναλωτικά δάνεια για την αντιμετώπιση των εξόδων σπουδών των δύο τέκνων τους και πιστωτικές κάρτες για την αντιμετώπιση των τρεχουσών οικογενειακών δαπανών.

Οι εφεσίβλητοι επικαλούνται ότι κατά τα προηγούμενα έτη αυξήθηκαν οι οικογενειακές δαπάνες λόγω των εξόδων των σπουδών των τέκνων τους, οι οποίοι αμφότεροι ακολούθησαν το λειτούργημα του πατέρα τους και επαγγέλλονται ιατροί. Ισχυρίζονται ότι προείχε το καθήκον τους ως γονέων να υποστηρίξουν τους δύο υιούς τους στην εκπλήρωση των ονείρων τους για πανεπιστημιακή, μεταπτυχιακή και διδακτορική μόρφωση, ακόμη και στο εξωτερικό, και στην οικονομική στήριξή τους στην ολοκλήρωση των σπουδών τους, ακόμη και σήμερα που τα τέκνα τους ασκούν το λειτούργημά τους με αναφερόμενες μειωμένες αποδοχές, θέτοντας σε δεύτερη θέση στην οικογενειακή ιεράρχηση προτεραιοτήτων την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους προς τους πιστωτές τους.

Αποδείχθηκε ότι μέχρι και το έτος 2012 τα μηνιαία οικογενειακά εισοδήματά τους ήταν ιδιαίτερα αυξημένα, στο συνολικό ποσό των 5.000 - 6.000 ευρώ περίπου, όπως καταθέτει η δεύτερη αιτούσα, ποσό που ήταν ικανό να καλύψει τόσο τις δαπάνες για τις ανάγκες των αιτούντων όσο και τη δαπάνη για τα έξοδα σπουδών των τέκνων τους, αλλά στηριζόμενοι στην αδικαιολόγητη πεποίθηση ότι τα εισοδήματα του πρώτου αιτούντος θα εξακολουθούσαν να είναι ιδιαιτέρως αυξημένα και μετά από την επικείμενη συνταξιοδότηση του, είναι προφανές ότι προέβησαν σε κατασπατάληση των εισοδημάτων τους με αλόγιστα έξοδα, για την ικανοποίηση προσωπικών επιθυμιών τους, τα οποία έξοδα η δεύτερη αιτούσα αδυνατεί να προσδιορίσει κατά την κατάθεσή της.

Κανένα έκτακτο και απρόβλεπτο γεγονός δεν αποδείχθηκε ότι συνέβη, ώστε να εκτοξεύσει αιφνιδιαστικά τα έξοδα των αιτούντων. Καθ' όλο το χρονικό διάστημα λήψης των καταναλωτικών δανείων και των πιστωτικών καρτών αντιλαμβανόταν ότι ουσιαστικά κάλυπταν τις ανάγκες τους για τη διαβίωσή τους και για τα έξοδα σπουδών των τέκνων τους με τον τραπεζικό δανεισμό τους, αλλά εξακολουθούν να πιστεύουν ότι δικαιολογημένα διατηρούσαν τον ίδιο τρόπο ζωής με το παρελθόν, ανάλογο με την κοινωνική τους θέση, εφόσον για κάποια χρόνια μπορούσαν να είναι συνεπείς στην πληρωμή των δόσεων των δανείων τους.

Εκ των ανωτέρω καθίσταται πλέον βέβαιο ότι οι αιτούντες προέβλεψαν ότι θα οδηγηθούν με αυξημένη πιθανότητα σε κατάσταση αδυναμίας αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους προς τις τράπεζες και παρά ταύτα αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα αυτό, αψηφώντας τις συνέπειες, η αδυναμία δε αυτή να ανταπεξέλθουν στον όγκο των ληξιπρόθεσμων χρεών που ανέλαβαν δεν συνδέεται αιτιωδώς με τις μεταγενέστερες περικοπές στα μηνιαία εισοδήματά τους και στην αύξηση των εξόδων τους με τις σπουδές των τέκνων τους, όπως αβάσιμα αυτοί ισχυρίζονται, αλλά στην κατασπατάληση των αυξημένων εισοδημάτων τους καθ' όλη τη διάρκεια του συνεχούς δανεισμού τους.

Ένας ορθός οικογενειακός προγραμματισμός με ανάλογη μείωση των εξόδων από την υπερκατανάλωση, καθώς και ιεράρχηση των οικογενειακών προτεραιοτήτων με την κάλυψη των αναγκών τους και την εκπλήρωση των ήδη υφιστάμενων αυξημένων τραπεζικών υποχρεώσεων, θα απέτρεπε την επελθούσα παύση πληρωμών. Η προπεριγραφείσα συμπεριφορά των αιτούντων ως προς την περιέλευσή τους σε αδυναμία πληρωμής των χρεών τους έχει προδήλως τα χαρακτηριστικά του ενδεχόμενου δόλου, υπό την έννοια της γνώσης ως ενδεχόμενης της αδυναμίας τους να αποπληρώσουν τις οφειλές που αναλάμβαναν και της, παρ' όλα αυτά, αποδοχής του επελθόντος αποτελέσματος, το οποίο με βεβαιότητα μπορούσαν να προβλέψουν.

Οι αιτούντες γνώριζαν ότι η αδυναμία πληρωμής των χρεών τους αποτελούσε ένα ενδεχόμενο, που η πραγμάτωσή του παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα, ιδίως μάλιστα αφού κατ' επιλογή τους προχώρησαν σε διαρκή δανεισμό και παρόλα αυτά δεν μετέβαλαν την καταναλωτική συμπεριφορά τους, αποδεχόμενοι το αποτέλεσμα αυτό, στοιχείο το οποίο σαφώς διακρίνει τον ενδεχόμενο δόλο από την ενσυνείδητη αμέλεια, δεδομένου ότι από τα προδιαληφθέντα αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι οι αιτούντες ήλπιζαν ή πίστευαν ότι το αποτέλεσμα αυτό δεν θα επέλθει ούτε ότι ενήργησαν με κάποιον τρόπο, ώστε να το αποτρέψουν.

Επομένως, εφόσον έλαβαν υπόψη τους το ενδεχόμενο της μη εξυπηρέτησης των χρεών τους και το αποδέχθηκαν, ενήργησαν δολίως, κατ' άρθρο 1 παρ. 1 εδ. β' του ν. 3869/2010, κατά παραδοχή του σχετικού ισχυρισμού της εκκαλούσας, αφού συνέβαλαν αποφασιστικά με την προαναφερόμενη μεταγενέστερη συμπεριφορά τους στην πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών τους οφειλών, Κατ' ακολουθία των ανωτέρω περιήλθαν δολίως σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους προς τις τράπεζες και συνεπώς δεν εμπίπτουν στην έννοια του έντιμου και καλόπιστου υπερχρεωμένου οφειλέτη, ο οποίος τυγχάνει προστασίας από το ν. 3869/2010.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή στην ουσία η ένσταση της εκκαλούσας- καθ' ής η αίτηση εταιρίας περί περιέλευσης των αιτούντων από ενδεχόμενο δόλο σε αδυναμία αποπληρωμής των οφειλών τους. Η εκκαλουμένη απόφαση, που απέρριψε τη σχετική ένσταση της εκκαλούσας εταιρίας ως ουσία αβάσιμη και έκανε δεκτές στην ουσία τις αιτήσεις των εφεσιβλήτων, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε, γενομένου δεκτού στην ουσία του συγκεκριμένου λόγου της υπό κρίση έφεσης".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, αφού δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχαν γίνει δεκτές ως κατ' ουσία βάσιμες οι αιτήσεις των αναιρεσειόντων και στη συνέχεια διακράτησε, κατ' άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, την υπόθεση και αφού προέβη στην εκδίκαση αυτής, απέρριψε κατ' ουσία τις ένδικες αιτήσεις.

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής τους και των προσθέτων λόγων οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλομένη για την εκ του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ήτοι ότι αυτή έκανε δεκτή την ένσταση της εκκαλούσας-πρώτης αναιρεσίβλητης πιστώτριας Τράπεζας περί της περιελεύσεως αυτών (αιτούντων) από ενδεχόμενο δόλο σε αδυναμία πληρωμών, παρά το γεγονός ότι η ένσταση αυτή προεβλήθη αορίστως, ήτοι δεν περιελάμβανε τα αναγκαία προς θεμελίωσή της στοιχεία, όπως τα απαιτούμενα στοιχεία (πραγματικά περιστατικά) αναφορικά με τον τρόπο περιελεύσεως τους σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών και τη συνδρομή του ενδεχόμενου δόλου.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης και ο πρώτος πρόσθετος λόγος είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, καθόσον από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας (των προτάσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης πιστώτριας ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) προκύπτει ότι η ένσταση δόλου που υποβλήθηκε από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων περιελάμβανε όλα τα αναγκαία στοιχεία που απαιτούνται προς θεμελίωσή της σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις που εκτέθηκαν πιο πάνω και δεν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης οι αιτούντες συμφώνησαν με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, αν και προέβλεπαν ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός τους, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές τους δυνατότητες (ενόψει συνταξιοδοτήσεώς τους) θα τους οδηγούσαν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα αυτό επιθυμώντας να εξασφαλίσουν ένα βιοτικό επίπεδο ανώτερο των οικονομικών δυνατοτήτων τους.

Επίσης, το Δικαστήριο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως.

Ειδικότερα κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης οι αναιρεσείοντες συμφώνησαν με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση και κατασπατάληση των αναλυτικά παρατεθέντων τραπεζικών προϊόντων, αποδεχόμενοι το ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός τους, χωρίς να είναι βέβαιοι για το ύψος των εισοδημάτων τους, θα τους οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Όλα τα προαναφερόμενα διαλαμβάνονται στην προσβαλλομένη με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα περί της περιελεύσεως αυτών (αιτούντων-αναιρεσειόντων) εκ δόλου σε αδυναμία πληρωμών. Κατ' ακολουθίαν, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του σχετικού λόγου, η πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες ως μη επαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, συνέχονται κατά τα λοιπά με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της εκ πλαγίου παραβάσεως των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο.

Ο από το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος και αντίστοιχος του εκ του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ οριζόμενος λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων (ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 469/1984) και γενικότερα οι ισχυρισμοί που υποβάλλονται διηγηματικώς προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης.

Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα "πράγματα" που το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη, ενώ δεν προτάθηκαν ή εκείνα που δεν έλαβε υπόψη παρά το ότι είχαν προταθεί από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν, αν τα "πράγματα" ήταν ουσιώδη και να μνημονεύεται το σφάλμα από τη λήψη ή τη μη λήψη υπόψη των "πραγμάτων".

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Δεν αποτελούν "πράγματα" η άρνηση αιτιολογημένη ή όχι αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από τον νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν "αυτοτέλεια" (ΟλομΑΠ 469/1984, ΑΠ 1299/2009, ΑΠ 625, 701/2008), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης.

Τούτο διότι το "πραγματικό επιχείρημα", δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη, αλλά τείνει απλώς σε επίρρωση ή απόκρουση απόδειξης του πραγματικού ισχυρισμού, αναφερόμενο στο οντολογικό μέρος του (ΑΠ 38/2021).Ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται, επίσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις, όπως από τις καταθέσεις των μαρτύρων, μη διαλαμβανόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής (ΑΠ 832/2011), εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 954/2011), ούτε αν εκθέτει περιστατικά εκ περισσού και όχι προς στήριξη του διατακτικού του (ΑΠ 20/2023, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 246/2020, ΑΠ 447/2020).Επίσης ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009).

Κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 εδ. α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, για την, παρά τον νόμο, λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (ΑΠ 154/2018, ΑΠ 636/2017, ΑΠ 528/2017), αφού από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρο 744 ΚΠολΔ) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως καθετί που, κατά την κρίση του, είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ.759 παρ.3) (ΑΠ 883/2021).

Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος αυτού και τον δεύτερο πρόσθετο λόγο και κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια και, συγκεκριμένα η λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα με τον λόγο αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν από τους αναιρεσίβλητους προσηκόντως και ειδικότερα έλαβε υπόψη την αορίστως προβληθείσα ένσταση της πρώτης αναιρεσίβλητης περί της περιελεύσεως αυτών από δόλο σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως απαράδεκτη.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος αυτού είναι απαράδεκτος, διότι στην παρούσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 εδ. α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Περαιτέρω με το δεύτερο σκέλος του ως άνω τρίτου λόγου της αναίρεσης και τον δεύτερο πρόσθετο λόγο και κατά το πρώτο σκέλος αυτού αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της τους προταθέντες από αυτούς ισχυρισμούς τους, ότι δηλαδή περιήλθαν χωρίς υπαιτιότητά τους σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών εξαιτίας της μείωσης των εισοδημάτων τους και της σε μεταγενέστερο χρόνο συνταξιοδοτήσεώς τους, αλλά και των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπισε ο πρώτος των αιτούντων.

Ο λόγος αυτός που εκτέθηκε με το δεύτερο σκέλος του ως άνω τρίτου λόγου της αναίρεσης και τον δεύτερο πρόσθετο λόγο και κατά το πρώτο σκέλος αυτού είναι απαράδεκτος, γιατί οι αναφερόμενες αιτιάσεις δεν αφορούν σε "πράγματα" κατά την εκτεθείσα στη νομική σκέψη έννοια, αλλά σε επιχειρήματα των αναιρεσειόντων και τα οποία ως μη έχοντα αυτοτέλεια δεν μπορούν κατά νόμο να οδηγήσουν στην αποδοχή του ασκούμενου με την αίτησή τους (αναιρεσειόντων) αιτήματος.

Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Β' εδ. δ' του ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δαπάνης δεν διαλαμβάνεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του ν. 3869/2010, κατά την οποία "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 208/2020, ΑΠ 550/2020).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 28-4-2021 αίτηση αναίρεσης, τους από 26-11-2022 πρόσθετους λόγους αυτής και την από 1-12-2022 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της πέμπτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " Τ. Π. Α..Ε.."

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1-12-2022 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, υπέρ της πέμπτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. Α..Ε.."

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28-4-2021 αίτηση και τους από 26-11-2022 πρόσθετους λόγους αυτής των 1) Ν. Κ. και 2) Π. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1284/2021 απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.Και

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ