Legislator Case Law & Legislation
1360/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against defamation judgment where data collection did not constitute unlawful personal rights violation.

Case Number 1360/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision upholding a defamation judgment. The appellant argued that the defendant company's request for website administrator details and removal of music links violated his personal rights under Law 2472/1997. The court found that the defendant's actions did not constitute an unlawful collection of personal data or a violation of privacy laws, as no illegal processing occurred. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the costs were awarded to the appellees.

Legislator headnote

AI generated

Articles 57, 59, 920, 932 of the Civil Code; Article 4, 11(1), 23 of Law 2472/1997; Article 55 of Law 2121/1997: The collection of personal data by a third party for the purpose of identifying a website administrator does not constitute an unlawful violation of personal rights or privacy if it does not involve illegal processing or interference with data files.

Keywords

AI generated
defamation action personal data protection Law 2472/1997 unlawful collection privacy violation appeal dismissal civil liability

Cited Legislation

AI generated
Articles 57, 59, 920, 932 of the Civil Code
Article 4, 11(1), 23 of Law 2472/1997
Article 55 of Law 2121/1993
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1360 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1360/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Ν. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σωτηρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Δ. Α. του Γ., 3) Ε. Π. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/3/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 398/2012 του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5249/2014 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 1909/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/7/2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση από τις υπ' αριθ. 2150Β/2-11-2018, 2151Β/2-11-2018 και 2152Β/2-11-2018 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Δ. Δ., που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει, ότι επιδόθηκε αντιστοίχως σε καθένα από τους αναιρεσίβλητους ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αναίρεσης, με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Επομένως, αφού αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει να δικαστούν ερήμην, αλλά η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.

Υπόκειται προς κρίση η από 25-7-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1909/2017 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 27-2-2015 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, καθώς και την από 5-10-2015 έφεση της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 5249/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 29-3-2011 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσίβλητων και συγκεκριμένα είχε αναγνωρίσει, ότι ο ενάγων δεν υποχρεούται να λάβει άδεια της πρώτης εναγομένης ως οργανισμού συλλογικής διαχείρισης πνευματικών δικαιωμάτων περιουσιακής φύσης πνευματικών δημιουργών έργων ήχου ή να υπογράψει σύμβαση με αυτή, προκειμένου να τοποθετεί στον διαδικτυακό ιστότοπο ...

συνδέσμους υπερκειμένους (hypertext links), ούτε να καταβάλει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό στην εναγομένη για τον ίδιο λόγο, ενώ είχε απορρίψει την ίδια αγωγή, κατά το μέρος που ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας, τα αναφερόμενα ποσά, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας προσβολής της προσωπικότητάς του από τις τελεσθείσες σε βάρος του παράνομες και υπαίτιες πράξεις (απόπειρα απάτης, απόπειρα συλλογής προσωπικών δεδομένων του, ψευδή καταμήνυση, συκοφαντική δυσφήμηση και ψευδορκία).

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα ( αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της ( άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 57 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, δεν αποκλείεται. Εξάλλου, κατά το άρθρο 59 ΑΚ και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί, και, αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού, που έχει προσβληθεί, η ικανοποίηση δε, συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε ο,τιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις.

Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι, επί προσβολής της προσωπικότητας, που προστατεύεται και με το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, και εφόσον αυτή είναι παράνομη, ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος, μόνον ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης, καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, εκείνου που έχει προσβληθεί, ο νόμος απαιτεί η προσβολή να είναι παράνομη και υπαίτια.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά το άρθρο δε 920 ΑΚ, όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις, που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά το άρθρο 932 του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, αυτό δε ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 920 ΑΚ, προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι: α) Υποστήριξη ή διάδοση αναληθών ειδήσεων, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο. Υποστήριξη είναι ο ισχυρισμός των ειδήσεων μπροστά σε τρίτους με επιχειρήματα υπέρ της αληθείας τους, ενώ διάδοση είναι η απλή ανακοίνωση (κοινολόγηση) των ειδήσεων που άλλος έχει υποστηρίξει.

Ως ειδήσεις νοούνται οι πληροφορίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε περιστατικά, σχέσεις ή καταστάσεις, οι οποίες εκθέτουν σε κίνδυνο, κατά το χρόνο της υποστήριξης ή διάδοσης, ένα από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στην πιο πάνω διάταξη αγαθά, ήτοι την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του θιγομένου. Οι υποστηριζόμενες δε ή διαδιδόμενες ειδήσεις πρέπει να είναι σαφείς και συγκεκριμένες, να αναφέρονται δηλαδή σε ορισμένα γεγονότα, διότι αόριστες υπόνοιες, χωρίς αναφορά σε ορισμένα γεγονότα, δεν αποτελούν "ειδήσεις".

Επιπλέον οι ειδήσεις αυτές πρέπει να είναι και αναληθείς, δηλαδή ή να μην αληθεύει εξολοκλήρου το σχετικό γεγονός ή να παρουσιάζεται παραποιημένο. Αν το γεγονός αυτό αληθεύει, δεν γεννάται ευθύνη από την προαναφερόμενη διάταξη, αλλά ενδεχομένως από εκείνη του άρθρου 919 ΑΚ, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.

β) Γνώση ή υπαίτια άγνοια της αναληθείας των υποστηριζόμενων ή διαδιδόμενων ειδήσεων. Πρέπει δηλαδή, αυτός που υποστηρίζει ή διαδίδει τις αναληθείς ειδήσεις να γνωρίζει ή υπαιτίως (δηλαδή από αμέλεια) να αγνοεί την αναλήθεια αυτών. Διαφορετικά, ευθύνη από την παραπάνω διάταξη δεν τον βαρύνει. γ) Οι υποστηριζόμενες ή διαδιδόμενες αναληθείς ειδήσεις να εκθέτουν αιτιωδώς και πραγματικά σε κίνδυνο ένα από τα προαναφερόμενα αγαθά του θιγομένου, χωρίς να αρκεί η διαπίστωση ότι αυτές είναι αφηρημένα ικανές να εκθέσουν τα αγαθά αυτά σε κίνδυνο.

Και δ) Ύπαρξη ζημίας (περιουσιακής), αιτιωδώς προκαλούμενης από την έκθεση σε κίνδυνο ενός από τα παραπάνω αγαθά. Επιπλέον ο παθών, εκτός από την αποζημίωση, με βάση την αδικοπραξία των άρθρων 914 και 920 ΑΚ, δικαιούται και χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη από τις αναληθείς ειδήσεις (ΑΠ 2209/2013, ΑΠ 408/2007).

Για να γεννηθεί η αξίωση προστασίας από την προσβολή της προσωπικότητας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 του ΑΚ, θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται ορισμένη έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή (ΑΠ 1612/2014, ΑΠ 2209/2013, ΑΠ 132/2013).

Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως ψευδή καταμήνυση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 229, 362 και 363 του ΠΚ, αλλά και από ψευδορκία μάρτυρα, που προβλέπεται και τιμωρείται από τη διάταξη του άρθρου 224 ΠΚ.

Ειδικότερα, κατά τα άρθρα 362 και 363 ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμισης.

Ως γεγονός, κατά τις παραπάνω διατάξεις, νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης, συνιστά δε ισχυρισμό του γεγονότος κάθε σχετική μ' αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου.

Αντίθετα, διάδοση γεγονότος, συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοίνωσης, που έγινε από άλλον. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται, γνώση του δράστη ότι, το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ' αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται, επιπλέον, και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.

Έτσι σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.

Ωστόσο, ως αστικό αδίκημα η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και, συνεπώς, όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους γεγονότα αναληθή, που βλάπτουν την επαγγελματική ή γενικότερα την οικονομική ελευθερία άλλου, και, κατ' αυτή την έννοια θίγουν την τιμή και την υπόληψή του, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, εφόσον γνωρίζει ή υπαίτια αγνοεί την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, να αποζημιώσει τον άλλο και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 367 παρ.1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του, τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρων 361-367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, μεταξύ των οποίων είναι και όταν η εκδήλωση της απλής δυσφήμησης γίνεται από δικαιολογημένο ενδιαφέρον (ΑΠ 2209/2013).

Τέλος, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, που προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 229 ΠΚ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εδώ χρόνο, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση, με οποιονδήποτε τρόπο, σε αρχή ότι τελέστηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο της μήνυσης ή ανακοίνωσης να είναι αντικειμενικούς ψευδές, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος, ήτοι ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση ότι το περιεχόμενο της μήνυσης ή ανακοίνωσης είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται (υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση), χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού, ενώ για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, που προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 224 ΠΚ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εδώ χρόνο, απαιτείται ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως, ενώπιον αρχής που είναι αρμόδια για την ένορκη εξέτασή του, τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε να είναι ψευδή και να υφίσταται άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση αυτού, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: " Ο ενάγων, ο οποίος είναι ηλεκτρολόγος μηχανικός και μηχανικός ηλεκτρονικών υπολογιστών, ήταν διαχειριστής του διαδικτυακού ιστότοπου ..., ο οποίος ήδη δεν λειτουργεί.

Η πρώτη εναγομένη εταιρία είναι Οργανισμός Συλλογικής διαχείρισης κατά την έννοια του νόμου 2121/1993 με σκοπό τη διαχείριση και προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας των μουσικών έργων των δικαιούχων που εκπροσωπεί. Οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων είναι υπάλληλοι της πρώτης. Ο συγκεκριμένος διαδικτυακός ιστότοπος του ενάγοντος αποτελεί ένα ψηφιακό ευρετήριο που περιέχει ταξινομημένες πληροφορίες για τηλεοπτικά και κινηματογραφικά έργα.

Σε ορισμένα λήμματα του ευρετηρίου περιλαμβάνεται ένας σύνδεσμος υπερκειμένου (hyperlink), ο οποίος περιέχει την εντολή να μεταφέρει τον χρήστη που θα τον επιλέξει αυτοματοποιημένα σε άλλον διαδικτυακό τόπο, από τον οποίο υπάρχει δυνατότητα άμεσης θέασης του αντίστοιχου οπτικοακουστικού έργου με ελεύθερη πρόσβαση.

Πρόκειται κυρίως για εκπομπές ή επεισόδια τηλεοπτικών σειρών, που μεταδίδονται από τους επίσημους τηλεοπτικούς σταθμούς, στους οποίους παραπέμπεται ο χρήστης, εφόσον επιλέξει να παρακολουθήσει κάποιο επεισόδιο από αυτά, αλλά και ταινίες μικρού ή μεγάλου μήκους. Από την ιστοσελίδα του ενάγοντας (...) δεν είναι δυνατό στον χρήστη να παρακολουθήσει τα έργα που περιλαμβάνονται στο ευρετήριο και θα επιλέξει, καθώς αυτά δεν έχουν αναρτηθεί στον διακομιστή (server) του διαδικτυακού αυτού ιστότοπου ούτε γίνεται αναμετάδοση αυτών (streaming).

Όπως αναγράφεται και στους όρους χρήσης της ιστοσελίδας, "... είναι ένα ευρετήριο στοχευμένο σε ειδικό περιεχόμενο. Αναζητεί, συλλέγει, ταξινομεί και δημοσιεύει διαδικτυακές διευθύνσεις, που παραπέμπουν σε οπτικοακουστικά έργα που φιλοξενούνται ελεύθερα στο διαδίκτυο. Τα έργα αυτά προσφέρονται από υπηρεσίες τρίτων και δεν φιλοξενούνται ούτε και προβάλλονται από το ίδιο ....

Τη στιγμή που επιλέγετε οποιουσδήποτε από τους διαθέσιμους συνδέσμους (links) μεταφέρεστε ή συνδέεστε αυτόματα με τις υπηρεσίες τρίτων...". Η πρώτη εναγομένη εταιρία και ήδη εφεσίβλητη εκκαλούσα απέστειλε τον Ιούνιο του έτους 2008 στην ιστοσελίδα ... μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, χωρίς να γνωρίζει τον διαχειριστή της ιστοσελίδας, στο οποίο ανέφερε ότι ο ιστότοπος αυτός πραγματοποιούσε χρήση μουσικού ρεπερτορίου, για την οποία απαιτείται έγγραφη άδεια των δημιουργών που εκπροσωπεί.

Ζητούσε δε από τους διαχειριστές της ιστοσελίδας να επικοινωνήσουν μαζί της για να ρυθμιστεί το ζήτημα. Αφού έλαβε αρνητική απάντηση ως προς την υποχρέωση λήψης έγγραφης άδειας, χωρίς να κατονομάζεται σε αυτή το πρόσωπο που διαχειρίζεται την ιστοσελίδα, αλλά με την υπογραφή www...., η εναγομένη στις 3.7.2008 απέστειλε νέο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, με το οποίο ζητούσε την υπογραφή σχετικής σύμβασης, χωρίς να λάβει απάντηση.

Στις 25.9.2009 απέστειλε νέο μήνυμα στην ιστοσελίδα, έλαβε και πάλι αρνητική απάντηση με την ίδια υπογραφή, ενώ με νέο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου απέστειλε ως συνημμένο ηλεκτρονικό αρχείο και σχέδια συμβάσεων, που αφορούσαν την παροχή υπηρεσιών απευθείας μετάδοσης και εκτέλεσης μουσικών έργων (streaming) που έχουν εγγραφεί στους διακομιστές (servers)...Όπως αποδείχθηκε, ο ενάγων, ως διαχειριστής της ιστοσελίδας ..., δεν είχε αποθηκεύσει σε server και δεν παρείχε την δυνατότητα στους χρήστες που επισκέπτονταν την ιστοσελίδα του να παρακολουθήσουν οπτικοακουστικά έργα μεταξύ των οποίων περιέχονταν και μουσικά έργα, οι δημιουργοί των οποίων εκπροσωπούνται ως προς την προστασία των δικαιωμάτων τους από την πρώτη εναγομένη.

Ο χρήστης μεταφερόταν μετά την επιλογή του έργου που επιθυμούσε από το ευρετήριο που παρείχε η ιστοσελίδα του ενάγοντος, μέσω συνδέσμου, στον ιστότοπο, όπου υπήρχε ελεύθερη πρόσβαση στο έργο. Δεν επρόκειτο, επίσης, για νέο κοινό στους ιστότοπους εκείνους, αλλά για ελεύθερη πρόσβαση εκ μέρους των χρηστών χωρίς τεχνικούς ή άλλους περιορισμούς.

Όπως επίσης αποδείχθηκε, ο ενάγων δεν γνώριζε ούτε μπορούσε να γνωρίζει εάν οι ιστότοποι, στους οποίους μεταφερόταν ο χρήστης, μεταξύ των οποίων και οι επίσημοι τηλεοπτικοί σταθμοί, είχαν λάβει νόμιμη άδεια των κατά περίπτωση πνευματικών δημιουργών και των εταιριών που τους εκπροσωπούν για την μετάδοση των έργων αυτών.

Και σε εκείνες, όμως, τις ελάχιστες περιπτώσεις, όπου οι ιστότοποι, στους οποίους μεταφερόταν μέσω συνδέσμων ο χρήστης, δεν είχαν νόμιμη άδεια μετάδοσης των έργων, ο ενάγων δεν ενήργησε με σκοπό κερδοσκοπίας, αφού δεν αποδείχθηκε καμία συμμετοχή του σε αυτούς ή απολαβή κερδών από την χωρίς άδεια μετάδοση των έργων...Περαιτέρω, η εναγομένη εταιρία ....

στις 11.1.2010 υπέβαλε έγκληση προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών δια του τρίτου εναγομένου, πληρεξουσίου προς τούτο, σύμφωνα με το πρακτικό Δ.Σ. κατά των διαχειριστών της ιστοσελίδας ..., μη γνωρίζοντας κατά τον χρόνο εκείνο τα στοιχεία ταυτότητας αυτών και ειδικότερα του ενάγοντος. Στην έγκληση αυτή εξέθετε, μεταξύ άλλων, που δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής, α) ότι οι εγκαλούμενοι διαχειριστές της ιστοσελίδας καθιστούν παρανόμως προσιτό στο κοινό και παρουσιάζουν σε αυτό με τη μέθοδο streaming (ροής) ιδιαιτέρως μεγάλο αριθμό προστατευόμενων μουσικών έργων επιτρέποντας την παράνομη εγγραφή - αναπαραγωγή των έργων, β) Ότι η ιστοσελίδα αποτελεί ένα διαδικτυακό χώρο που περιέχει βίντεο και επεισόδια τηλεοπτικών σειρών, τραγουδιών, μουσικών βίντεο-κλιπ και κινηματογραφικών ταινιών, γ) Ότι τα έργα αυτά έχουν προηγουμένως εγγραφεί με τη μέθοδο uploading στην κεντρική μνήμη των servers άλλων ιστοσελίδων, δ) Ότι ο επισκέπτης της ιστοσελίδας, που επιθυμεί να "ανεβάσει" ένα έργο (κινηματογραφική ταινία κλπ), στο διαδίκτυο προκειμένου αυτό να καθίσταται στην συνέχεια προσιτό στους υπόλοιπους επισκέπτες της ιστοσελίδας, ακολουθεί μία συγκεκριμένη διαδικασία μέσω μιας φόρμας υποβολής συνδέσμου, στην οποία καθοδηγείται από τους εγκαλούμενους και η οποία ολοκληρώνεται με την εγγραφή (αναπαραγωγή) του συγκεκριμένου έργου από τον υπολογιστή του χρήστη στην κεντρική μονάδα των servers των ιστοσελίδων, ε) Ότι σε επίσκεψη που πραγματοποίησε η εταιρία στην ιστοσελίδα στις 26.10.2009 διαπίστωσε τη διάθεση τεράστιου αριθμού μουσικών έργων, μεταξύ των οποίων τα αναφερόμενα στην έγκληση.

Σε αυτή την έγκληση γινόταν λόγος για τέλεση κακουργηματικής παραβίασης του νόμου περί πνευματικής ιδιοκτησίας από τους διαχειριστές της ιστοσελίδας, που ενεργούν κατ' επάγγελμα και είναι ιδιαιτέρως επικίνδυνοι. Οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, υπάλληλοι της πρώτης εναγομένης εταιρίας, κατέθεσαν ενόρκως στις 19.2.2010 στα πλαίσια προκαταρκτικής εξέτασης, με παρόμοιες καταθέσεις, ότι τα έργα είναι αποθηκευμένα στους κεντρικούς διακομιστές (servers) του ...

και άλλων. Όπως αποδείχθηκε, υπήρχαν την επίδικη περίοδο που έλαβαν χώρα οι αλληλογραφίες των διαδίκων (2008-2010) αμφισβητήσεις και αντικρουόμενες απόψεις ως προς το ζήτημα εάν η παροχή της υπηρεσίας στους χρήστες του διαδικτύου μέσω υπερσυνδέσμου για την αναζήτηση και παρακολούθηση οπτικοακουστικών έργων και ειδικότερα μουσικών έργων, μεταφερόμενοι μετά από επιλογή τους στην αντίστοιχη ιστοσελίδα, όπου υπήρχε ελεύθερη πρόσβαση από τους δημιουργούς, συνιστά παρουσίαση στο κοινό, ώστε να απαιτείται η συναίνεση των δημιουργών με την έγγραφη άδεια της εναγομένης εταιρίας και την καταβολή ανάλογης αμοιβής για τη χρήση των έργων αυτών.

Στα πλαίσια αυτά, η εναγομένη, δια των εκπροσώπων της, εκτιμώντας και ερμηνεύοντας τις σχετικές διατάξεις, ακολουθώντας την άποψη, διαμορφωμένη προφανώς και από τους νομικούς συμβούλους της, ότι και η απλή μεταφορά του χρήστη σε άλλους ιστότοπους, κατευθυνόμενου με σχετικές υποδείξεις επιλογής, παρέχοντάς του και τα ανάλογα τεχνικά μέσα, για την παρακολούθηση με τη μέθοδο της ροής προστατευόμενων από το δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας έργων, αποτελεί διάθεση και παρουσίαση στο κοινό μέσω της ιστοσελίδας ..., απέστειλε τα πιο πάνω αναφερόμενα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στους αγνώστους σε αυτή διαχειριστές της ιστοσελίδας, προκειμένου να τους ενημερώσει ότι απαιτείται άδειά της για τη λειτουργία της ιστοσελίδας με τον τρόπο αυτό.

Λόγω της μη συμμόρφωσης των διαχειριστών, υπέβαλε την έγκληση, χωρίς να καταγγείλει ψευδώς εν γνώσει του ψεύδους την τέλεση αξιόποινης πράξης, αλλά θεωρώντας κατά την αξιολογική κρίση των εκπροσώπων της, ότι παραβιάζεται το δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας, ανεξάρτητα από τυχόν παραβίαση εκ μέρους των διαχειριστών των ιστοσελίδων, στις οποίες ο χρήστης κατευθύνεται από τον ενάγοντα.

Αυτό προκύπτει και από όλο το κείμενο της έγκλησης, και όχι από τα μεμονωμένα αναφερόμενα στην αγωγή, το οποίο (κείμενο) έχει εγγραφεί στα πλαίσια της εσφαλμένης νομικής εκτίμησης, ότι η τοποθέτηση υπερσυνδέσμων στην ιστοσελίδα ταυτίζεται με την άμεση διάθεση του έργου προς τον χρήστη από μια ιστοσελίδα με τη μέθοδο της ροής που γίνεται από άλλη ιστοσελίδα, στην οποία παραπέμπει ο σύνδεσμος και αρκεί για να στοιχειοθετηθεί αυτουργία ή συνέργεια στα καταμηνυόμενα αδικήματα.

Επομένως, υποβάλλοντας την πιο πάνω έγκληση η εναγομένη εταιρία αναζητούσε παροχή έννομης προστασίας κατά των διαχειριστών της ιστοσελίδας, που κατά την νομική εκτίμηση των εκπροσώπων της παραβίαζαν τα πνευματικά δικαιώματα των δημιουργών που εκπροσωπούσε, με τη μέθοδο ροής των έργων από τις άλλες ιστοσελίδες, που για την εναγομένη αποτελούσε νομικά ροή - μετάδοση και από την ιστοσελίδα του ενάγοντας.

Δεν επέδειξε, επομένως, εις βάρος του ενάγοντας αδικοπρακτική συμπεριφορά και προσβολή της προσωπικότητας του με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, αλλά, διατελούσα στην πεποίθηση παραβατικής συμπεριφοράς του διαχειριστή της ιστοσελίδας, τον οποίον δεν γνώριζε, υπέβαλε την έγκληση αποκλειστικά προς ενάσκηση του δικαιώματος της να ζητήσει έννομη προστασία υπό τη μορφή της ικανοποίησης της ποινικής αξίωσής της και συνεπώς η υποβολή της έγκλησης, ως εκδήλωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, δεν είναι παράνομη αλλά έγινε με σκοπό να αποδοθεί η ποινική ευθύνη στον, κατά την άποψή της, δράστη τελεσθείσας εις βάρος της άδικης πράξης, που οπωσδήποτε δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλο τρόπο.

Τα γεγονότα δε εκτέθηκαν στην έγκληση όπως τα αντιλαμβάνονταν οι εκπρόσωποι της εναγομένης .... σε σχέση με τον τρόπο λειτουργίας της ιστοσελίδας .... Ενόψει των αμέσως, ως άνω αποδειχθέντων, σε κάθε περίπτωση, αίρεται ο άδικος χαρακτήρας τυχόν δυσφημηστικής ή εξυβριστικής αναφοράς στη μήνυση. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, υπάλληλοι της πρώτης εναγομένης, δεν επέδειξαν αδικοπρακτική συμπεριφορά έναντι του ενάγοντας, όπως αυτή περιγράφεται στην αγωγή.

Οι καταθέσεις τους στις 19.2.2010, που προαναφέρθηκαν, είναι συνοπτικές, ασαφείς και δεν αποδείχθηκε ότι οι ίδιοι είχαν γνώση του τρόπου λειτουργίας της ιστοσελίδας του ενάγοντας ώστε να καταθέσουν εν γνώσει ψευδή περιστατικά εις βάρος του. Στα πλαίσια της άποψης που ακολουθούσε η εναγομένη εταιρία σχετικά με την παρουσίαση στο κοινό προστατευόμενων έργων με οποιονδήποτε τρόπο, ακόμα και μέσω υπερσυνδέσμου σε άλλες ιστοσελίδες, είχαν και εκείνοι ως υπάλληλοι αυτής την άποψη, ότι η δυνατότητα πρόσβασης και μόνο μέσω της ιστοσελίδας στα μουσικά έργα σε άλλους ιστοτόπους με τη μέθοδο της ροής των έργων σε αυτούς, αποτελεί παρουσίαση στο κοινό και από τον ενάγοντα με την δική του ιστοσελίδα και επομένως ότι η ....

υφίσταται ζημία από την μη καταβολή ανάλογης αμοιβής στους δημιουργούς που εκπροσωπεί. Ακολουθώντας την άποψη αυτή προέβαιναν και σε ανάλογες ενέργειες, όπως η αποστολή των πιο πάνω αναφερόμενων επιστολών από τον δεύτερο εναγόμενο στον διαχειριστή της επίμαχης ιστοσελίδας .... Επομένως, δεν ενήργησαν με δόλο και δεν τέλεσαν την αναφερόμενη στην αγωγή αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας ούτε αποδείχθηκε άλλη αδικοπρακτική συμπεριφορά τους εις βάρος του ενάγοντας...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν αβάσιμους τους σχετικούς λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που ομοίως είχε απορρίψει την αγωγή αυτού κατά των αναιρεσίβλητων για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την περιγραφόμενη σε αυτή παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά τους, που συνίσταται σε προσβολή της προσωπικότητάς του από τις τελεσθείσες σε βάρος του πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, δυσφήμισης και ψευδορκίας.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη μη εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 920 και 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 55 του Ν. 2121/1993. Τούτο διότι, τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα από το Εφετείο, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος, αφού δεν στοιχειοθετούν παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά και δη ψευδή καταμήνυση, συκοφαντική δυσφήμηση, ούτε και απλή δυσφήμηση, αλλ' ούτε και ψευδορκία, όπως ο τελευταίος αβασίμως διατείνεται.

Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, η πρώτη αναιρεσίβλητη, δεν κατήγγειλε ψευδώς και εν γνώσει του ψεύδους τον αναιρεσείοντα για την τέλεση των άνω αξιόποινων πράξεων, αλλ' ούτε και οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσίβλητων, υπάλληλοι της πρώτης κατέθεσαν ενόρκως στα πλαίσια προκαταρκτικής εξέτασης εν γνώσει τους ψέματα σε βάρος του αναιρεσείοντος.

Αλλά, θεωρώντας η μεν πρώτη αναιρεσίβλητη, κατά την αξιολογική κρίση των νομίμων εκπροσώπων της, ενόψει υφισταμένων αμφισβητήσεων και αντικρουόμενων απόψεων, κατά τα έτη 2008-2010, ότι και η απλή μεταφορά του χρήστη του διαδυκτύου σε άλλους ιστότοπους, κατευθυνόμενου με σχετικές υποδείξεις επιλογής, παρέχοντάς του και τα ανάλογα τεχνικά μέσα, για την παρακολούθηση με τη μέθοδο της ροής, προστατευομένων από το δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας έργων, συνιστά παρουσίαση στο κοινό, ώστε να απαιτείται η συναίνεση των δημιουργών με την έγγραφη άδεια της, υπέβαλε σχετική έγκληση, προκειμένου να ζητήσει έννομη προστασία, με σκοπό να αποδοθεί η ποινική ευθύνη στον, κατά την άποψή της, δράστη τελεσθείσας σε βάρος της άδικης πράξης, δεχόμενο εντεύθεν περαιτέρω, ότι, σε κάθε περίπτωση, η πρώτη αναιρεσίβλητη προέβη στην υποβολή της έγκλησης, από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, με αποτέλεσμα να αίρεται ο άδικος χαρακτήρας τυχόν δυσφημηστικής ή εξυβριστικής αναφοράς στην έγκληση, οι δε δεύτερος και τρίτος των αναιρεσίβλητων, υπάλληλοι της πρώτης, ακολουθώντας και αυτοί την άποψη αυτής, προέβησαν σε ανάλογες ενέργειες (αποστολή ηλεκτρονικών επιστολών, ένορκες καταθέσεις), χωρίς να ενεργήσουν με δόλο, ήτοι να γνωρίζουν τον τρόπο λειτουργίας της ιστοσελίδας του αναιρεσείοντος, ώστε να καταθέσουν εν γνώσει τους ψευδή περιστατικά και έτσι δεν τέλεσαν την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας σε βάρος του αναιρεσείοντος, για την τέλεση της οποίας, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, απαιτείται η ύπαρξη άμεσου δόλου, ο οποίος συνίσταται στη γνώση αυτών, ότι αυτά που κατέθεσαν είναι ψευδή.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή των άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και έτσι θεμελιώνουν το αίτημά τους. Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων, τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων ( ΑΠ 2166/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ. 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι με το να δεχθεί ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη και οι προστηθέντες της, δεύτερος και τρίτος αυτών, προέβησαν στις επίδικες πράξεις τους σε βάρος του από "εσφαλμένη νομική εκτίμηση", ότι αυτός παραβίαζε τα πνευματικά δικαιώματα των δημιουργών που εκπροσωπούσε η πρώτη, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν παραδεκτά, καθόσον ούτε ο ίδιος, αλλ' ούτε και οι αναιρεσίβλητοι είχαν ισχυρισθεί, ότι είχαν υποπέσει σε εσφαλμένη νομική ενέργεια, με αποτέλεσμα να κρίνει, ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν επέδειξαν σε βάρος του αδικοπρακτική συμπεριφορά και προσβολή της προσωπικότητάς του και να απορρίψει την αγωγή του, κατά το μέρος, που ζητούσε χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της άνω συμπεριφοράς τους.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν "πράγματα", υπό την εκτεθείσα στη μείζονα πρόταση έννοια, ήτοι αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, αλλά συνιστούν συμπέρασμα του δικαστηρίου, που προέκυψε από τις αποδείξεις, στο πλαίσιο εξέτασης του ισχυρισμού των αναιρεσίβλητων, ότι η μεν πρώτη υπέβαλε την έγκληση εναντίον του αναιρεσείοντος, οι δε δεύτερος και τρίτος κατέθεσαν ενόρκως σε σχέση με το περιεχόμενο αυτής από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, προκειμένου να προστατεύσουν τα δικαιώματά της πρώτης, καθώς και τα δικαιώματα των μελών της.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υφίσταται, αν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006).

Για τη θεμελίωση του λόγου αυτού πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, 2) οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος πρότασης) που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και 3) το νομικό σφάλμα, δηλαδή που βρίσκεται η παραβίαση, κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του κανόνα (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 1068/2007) και σε περίπτωση παραβίασης περισσοτέρων της μιας διατάξεων πρέπει να εξειδικεύονται για καθεμία από αυτές οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου και το υπαγωγικό σφάλμα του τελευταίου (ΑΠ 37/2008).

Εξάλλου, ο ν. 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", ο οποίος εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα της 28 Ιανουαρίου 1981, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 2068/1992, και προς την 95/46/ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 24.10.1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, έχει σκοπό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 αυτού, τη θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής.

Στη διάταξη του άρθρου 2 του ανωτέρω νόμου, όπως αυτή ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, δίνεται η έννοια των κρίσιμων ορισμών που έχουν σχέση με τις ειδικές ρυθμίσεις για τη συλλογή και επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ειδικότερα, ορίζεται ότι: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως:

α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων ... β) ..., γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόσταση του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) "Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, στ) ..., ζ) "Υπεύθυνος επεξεργασίας", οποιοσδήποτε καθορίζει τον σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός...η) "Εκτελών την επεξεργασία", οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, θ) "Τρίτος" κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας, ι) "Αποδέκτης", το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι, ια) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο "επεξεργασίας" τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.

Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για το σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπευθύνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του...ιβ)...Με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ιδίου νόμου, ορίζεται ότι: "Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο".

Στη διάταξη του άρθρου 4 αυτού, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 παρ. 1 και 2 του Ν. 3471/2006, ορίζεται ότι: "Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών β) Να είναι συναφή, πρόσφορα, και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας, γ) να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση, δ) ... (παρ.1).

Η τήρηση των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας ...(παρ.2)". Με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 και 2 αυτού, όπως το εδ. γ' της παρ. 2 τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 2915/2001, ορίζεται ότι: "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. (παρ.1).

Κατ` εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: α) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση σύμβασης, στην οποία συμβαλλόμενο μέρος είναι υποκείμενο δεδομένων.... β) ... γ)... δ) ... ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών (παρ. 2)...

Στις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 αυτού ορίζεται ότι : "Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία: α) την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, β) τον σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης... (παρ.1)...

Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 23 του νόμου αυτού προβλέπεται, για την περίπτωση παραβίασης των διατάξεών του για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη (Ολ ΑΠ 3/2020). Με τις παραπάνω διατάξεις, πέραν άλλων, προσδιορίζεται η έννοια των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ως κάθε πληροφορία, η οποία αναφέρει και περιγράφει συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο, το υποκείμενο των δεδομένων, του οποίου η ταυτότητα είναι ήδη γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί με τη χρήση πρόσθετων στοιχείων και πληροφοριών, όπως το ονοματεπώνυμο, η διεύθυνση κατοικίας, η ηλικία, η επαγγελματική δραστηριότητα, αλλά και η έννοια της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, δηλαδή κάθε διαδικασία και ενέργεια αυτοματοποιημένη ή μη, από φυσικό ή νομικό πρόσωπο δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα, όπως είναι η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή και η καταστροφή, εφόσον τα δεδομένα περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο και τέλος τίθενται οι βασικές αρχές και οι νόμιμες προϋποθέσεις κάθε επεξεργασίας, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η εκ μέρους του υπεύθυνου επεξεργασίας, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης (τον οποίο προφανώς από παραδρομή αναφέρει ως τρίτο λόγο έφεσης) αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 922 και 932 ΑΚ, καθώς και των άρθρων 4 παρ. 1 και 11 παρ. 1 του Ν. 2472/1997, σε συνδυασμό με το άρθρο 55 παρ. 1 (ε) του Ν. 2121/1993, διότι δέχτηκε, ότι η αποστολή εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης, δια του δευτέρου αναιρεσίβλητου, μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην εταιρεία "...", θεωρώντας, ότι αυτή φιλοξενεί την ένδικη ιστοσελίδα, με το οποίο της ζήτησε να της γνωστοποιήσει τα στοιχεία του διαχειριστή της, δεν συνιστά παραβίαση των διατάξεων του Ν. 2472/1997 ούτε αθέμιτη προσβολή της προσωπικότητας του.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, εκτιμώμενος ως λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, δεδομένου, ότι ο αναιρεσείων παρέλειψε να υπαγάγει το λόγο αυτό στον αρμόζοντα αριθμό του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως αόριστος, γιατί, μολονότι παρατίθενται στο αναιρετήριο οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, οι οποίες, κατά τον αναιρεσείοντα παραβιάσθηκαν, επίσης και οι απόψεις του σε σχέση με την έννοια αυτών, καθώς και οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και η καταληκτική κρίση του εφετείου, δεν εκτίθεται περαιτέρω, κατά συγκεκριμένο τρόπο, σε τί συνίσταται το υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, δηλαδή, πού ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή της καθεμιάς από τις προμνημονευόμενες ουσιαστικές διατάξεις.

Σε κάθε περίπτωση, εάν ήθελε κριθεί, ότι προβάλλεται αιτίαση για εσφαλμένη εφαρμογή των άνω διατάξεων, ο άνω λόγος είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το εφετείο δέχθηκε ότι στις 28.9.2009 η εναγομένη εταιρία (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) απέστειλε δια του δεύτερου εναγομένου (ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου), από τη διεύθυνση τμήματος νέων μέσων, μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην εταιρία ..., θεωρώντας ότι φιλοξενεί την ένδικη ιστοσελίδα, έχοντας καταχωρήσει το σχετικό domain name, και ζήτησε να της γνωστοποιήσει τα στοιχεία του διαχειριστή της ιστοσελίδας αυτής, προκειμένου να τον ενημερώσουν για τις νόμιμες υποχρεώσεις του, ότι επίσης, σε περίπτωση άρνησης του διαχειριστή να ενεργήσει για να λάβει έγγραφη άδεια χρήσης από την ίδια, ζήτησε από την εταιρία ...

να αποσύρει το μουσικό περιεχόμενο της ιστοσελίδας ή να καταστήσει αδύνατη την πρόσβαση στους μουσικούς συνδέσμους αυτής, ότι η εταιρία ... απάντησε εγγράφως στις 14.12.2010 ότι ουδέποτε φιλοξένησε την ένδικη ιστοσελίδα σε διακομιστές της και κατέληξε το εφετείο, ότι η υποβολή της άνω αίτησης εκ μέρους της πρώτης εναγομένης εταιρίας, δεν συνιστά παραβίαση των διατάξεων του ν. 2472/1997 ούτε αθέμιτη προσβολή προσωπικότητας του ενάγοντος και κατά συνέπεια, ο ενάγων δεν υπέστη προσβολή στην προσωπικότητά του ή ηθική βλάβη, από τη συγκεκριμένη ενέργεια της εναγομένης εταιρείας δια του δευτέρου εναγόμενου.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, απορρίπτοντας εντεύθεν τον τρίτο λόγο της έφεσης και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 920 και 932 ΑΚ, 4, 11 παρ. 1 και 23 του Ν. 2472/1997, σε συνδυασμό με το άρθρο 55 του Ν. 2121/1993, τις οποίες δεν εφάρμοσε και τούτο διότι, τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα από το εφετείο, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος, αφού δεν στοιχειοθετούν παράνομη και υπαίτια παραβίαση των διατάξεών του Ν. 2472/1997 για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αυτού, ήτοι κάθε πληροφορίας, που αναφέρεται σ' αυτόν και περαιτέρω επεξεργασία αυτών με την έννοια της συλλογής από επέμβαση σε αρχείο ή προκειμένου να περιληφθούν σε αρχείο, όπως απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του Ν. 2472/1997, που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, ώστε να απαιτείται εντεύθεν και ενημέρωση του κατά το στάδιο της συλλογής, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος, δικαστικά έξοδα υπέρ των αναιρεσιβλήτων, που νίκησαν, δεν επιδικάζονται, διότι δεν παρέστησαν και δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-7-2017 αίτηση του Ν. Ν. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1909/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2020.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ