Supreme Court dismisses appeal on evidence burden allocation error regarding debt offset claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's judgment regarding a debt offset dispute. The appellant argued the lower court misallocated the burden of proof by failing to require the creditor to prove additional debts existed. The court rejected this, ruling that the appellate court correctly found the disputed payments constituted final settlement of prior sales contracts based on their chronological dates, thereby excluding the matter from appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 338, 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The burden of proof lies with the party asserting positive facts, and an appellate court's finding that a payment settled prior debts based on chronological evidence does not constitute a violation of burden of proof rules if the matter is excluded from appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1360 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1360/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Ν. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπαλεξανδρή και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Χ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/3/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 185/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 344/2015 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13/7/2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ' αριθμ. ...02 Β'/2-3-2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λάρισας Δ. Θ. Γ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου του, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 13-7-2016 αίτησης αναίρεσης κατά της 344/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, με πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας (8-5-2017) και κλήση προς εμφάνιση κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο. Ο τελευταίος, όμως, δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε και συζητήθηκε η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, αλλά ούτε και κατέθεσε δήλωση ότι δε θα παραστεί κατά την εκφώνησή της σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, παρά την απουσία του, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης.
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 344/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε επί της από 26-9-2012 έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της 185/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 29-3-2010 αγωγή του αναιρεσιβλήτου.
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Αν λείπουν τα στοιχεία αυτά, το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο. Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή ένστασης.
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής (ή της ένστασης), η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή (ή την ένσταση) όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, κατά νόμο, για τη στήριξη του σχετικού αιτήματος (της αγωγής ή της ένστασης), τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά, που απαρτίζουν την ιστορική βάση της και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.
Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 480/2010). Η αοριστία του δικογράφου της αγωγής, για να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτείνεται νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Ο ισχυρισμός περί αοριστίας προτεινόμενος ή επαναφερόμενος στο εφετείο, δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή (ή η ένσταση) είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρονται οι συγκεκριμένες αοριστίες, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που κατά νόμο είναι αναγκαία για τη γέννηση του ασκούμενου δικαιώματος. Για να είναι όμως ορισμένος και άρα παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνεται ότι ο περί αοριστίας ισχυρισμός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του, επιπλέον δε να καθορίζεται το περιεχόμενο της αγωγής (ΑΠ 1291/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, στην ένδικη αγωγή ο αναιρεσίβλητος εκθέτει ότι, με διαδοχικές συμβάσεις πώλησης που κατάρτισε με τον αναιρεσείοντα, πώλησε και παρέδωσε σ' αυτόν διαφορετικές κάθε φορά ποσότητες ζωοτροφών, ότι εξέδωσε τα σχετικά τιμολόγια και ότι ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλήσει το τίμημα εντός προθεσμίας δύο μηνών από την ημερομηνία έκδοσης κάθε τιμολογίου.
Με την επίκληση των περιστατικών αυτών και ύστερα από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση του αναιρεσείοντος να του καταβάλει το ποσό των 29.613,12 ευρώ, το οποίο επικουρικά του οφείλεται κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, νομιμοτόκως αφότου τα επιμέρους χρηματικά ποσά κατέστησαν απαιτητά, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Με το περιεχόμενο αυτό, η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον στο δικόγραφο αυτής εκτίθενται με πληρότητα τα θεμελιωτικά και εξειδικεύοντα την απαίτηση του αναιρεσιβλήτου πραγματικά περιστατικά. Επομένως, το Εφετείο, που δέχθηκε τα ίδια, δεν έσφαλε και ως εκ τούτου, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Τούτο δε ανεξαρτήτως της αοριστίας του, διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει ότι τον περί αοριστίας ισχυρισμό προέβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε στο Εφετείο νομίμως.
Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται, στο Εφετείο η αιτίαση ότι, παρά το νόμο, δέχθηκε ότι η αντένσταση του αναιρεσιβλήτου περί της ύπαρξης άλλου χρέους, προς απόκρουση της προταθείσας από τον αναιρεσείοντα ένστασης εξόφλησης, ήταν ορισμένη, ενώ ήταν αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης. Ο λόγος αυτός, από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αόριστος, διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει ότι τον περί αοριστίας ισχυρισμό προέβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και τον επανέφερε νόμιμα στο Εφετείο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίους, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολομ. ΑΠ 6/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων:
Ο ενάγων διατηρεί στην ... βιοτεχνία ζωοτροφών, ενώ ο εναγόμενος διατηρεί στον ίδιο τόπο κτηνοτροφική μονάδα. Η συνεργασία τους άρχισε το 2(Χ)4 και ολοκληρώθηκε στις 12 Ιουλίου του 2007. Καθόλο το διάστημα αυτό, ο εναγόμενος ερχόταν σχεδόν καθημερινά με το αυτοκίνητο του στην επιχείρηση του ενάγοντος, παραλάμβανε τις διάφορες ζωοτροφές που χρειαζόταν, και καταχωρούνταν η σχετική συναλλαγή σε τετράδιο που κρατούσαν τα μέρη, και στη συνέχεια μεταφέρονταν με μέριμνα υπαλλήλου του ενάγοντος και στην καρτέλα του εναγομένου, που διατηρούσε ο ενάγων.
Η πληρωμή γινόταν σε μεταγενέστερο χρόνο, με την έκδοση σχετικού αξιόγραφου απ' τον εναγόμενο, αφού δεν παρίσταται σύμφωνο με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής ο εναγόμενος να προπλήρωνε τις ζωοτροφές που θα αγόραζε στο μέλλον, αφού κάτι τέτοιο δεν συνηθίζεται καθόλου στην πράξη σε τέτοιου είδους συνεργασίες.
Το τιμολόγιο κόβονταν απ' τον ενάγοντα σε μεταγενέστερο χρόνο συγκεντρωτικό για πολλές επιμέρους πωλήσεις, κάτι που επίσης συνηθίζεται, για ευκολία των μερών, σε περιπτώσεις καθημερινών συναλλαγών, όπως είχαν μεταξύ τους οι ανωτέρω. 'Οπως προκύπτει απ' τα προσκομιζόμενα απ' τον ενάγοντα τιμολόγια πώλησης των ετών 2004 (υπ' αριθμ. ....12/25-5- 2004 και ....14/25-5-2004), 2005 (..../21-3-2005, ....81/27-6-2005, ....08/10-10-2005 και ....10/10-10-2005) και 2006 (...75/29-3-2006,....2/20-6-2005 και ....33/29-12-2006), τα μέρη, για τα ανωτέρω έτη, είχαν μεταξύ τους συνεργασία ύψους 68.164,27 ευρώ, το δε σχετικό ποσό έχει εξοφληθεί πλήρως (βλ και το από 4-4-2012 έγγραφο της ...
που προσκομίζει ο ενάγων), ούτε άλλωστε εισάγεται κάποια αξίωση για τα έτη αυτά. Για το έτος 2007, όπως προκύπτει απ' το σχετικό ως άνω προσκομιζόμενο τετράδιο που κρατούσαν τα μέρη, και το οποίο αναγνώρισε και η μάρτυρας του ενάγοντος, οι διάδικοι, μεταξύ του διαστήματος από 2-1-2007 έως 13-7-2007, πραγματοποιούσαν σχεδόν καθημερινές μεταξύ τους αγοραπωλησίες ζωοτροφών.
Συγκεκριμένα, καταρτίσθηκαν οι κάτωθι συμβάσεις πώλησης για τις ακόλουθες ποσότητες ζωοτροφών: Στις 2-1-2007,180 κιλά πίτυρα και 400 κιλά ζωοτροφής για μοσχάρια, στις 3-1-2007 80 κιλά πίτυρα και 520 κιλά ζωοτροφής για μοσχάρια, στις 4-1- 2007 90 κιλά πίτυρα και 440 κιλά ζωοτροφής για μοσχάρια, στις 5-1-2007 90 κιλά πίτυρα, 200 κιλά ζωοτροφής για μοσχάρια και 320 για αιγοπρόβατα, στις 6-1-2007 90 κιλά πίτυρα, 80 κιλά ζωοτροφής για μοσχάρια και 280 για αρνιά, στις 7-1-2007 90 κιλά πίτυρα, 200 κιλά ζωοτροφής για μοσχάρια, 320 για αιγοπρόβατα και 200 για αγελάδες, στις 8-1-2007 90 κιλά πίτυρα, 160 κιλά ζωοτροφής για μοσχάρια και 151 κιλά βαμβακόπιτα, στις 9-1-2007 90 κιλά πίτυρα, 200 κιλά ζωοτροφής για μοσχάρια και 320 για αιγοπρόβατα, στις 10.1.2007 90 κιλά πίτυρα, 160 κιλά ζωοτροφής για μοσχάρια και 320 για αρνιά, στις 11-1-2007 120 κιλά πίτυρα, 200 κιλά ζωοτροφής για μοσχάρια και 320 για αιγοπρόβατα, στις 12-1-2007 120 κιλά πίτυρα, 200 κιλά ζωοτροφής για μοσχάρια και 320 για αιγοπρόβατα, στις 13-1-2007 120 κιλά πίτυρα, 200 κιλά ζωοτροφής για μοσχάρια και 320 για αιγοπρόβατα, στις 13-1-2007 240 κιλά πίτυρα, 520 κιλά ζωοτροφής για μοσχάρια και 520 για αιγοπρόβατα, στις 16-1-2007 200 κιλά ζωοτροφής για μοσχάρια και 320 για αιγοπρόβατα, στις 17-1-2007 120 κιλά πίτυρα, 200 κιλά ζωοτροφής για μοσχάρια και 320 για αιγοπρόβατα, στις 18-1-2007 120 κιλά πίτυρα, 200 κιλά ζωοτροφής για μοσχάρια και 320 για αιγοπρόβατα, στις 19-1-2007 120 κιλά πίτυρα, 400 κιλά ζωοτροφής για μοσχάρια και 120 για αιγοπρόβατα, στις 20-1-2007 150 κιλά πίτυρα, 440 κιλά ζωοτροφής για μοσχάρια και 80 για αιγοπρόβατα, στις 21-1-2007 150 κιλά πίτυρα και 280 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα, στις 22-1- 2007 120 κιλά πίτυρα, και 520 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα, στις 23-1- 2007 160 κιλά πίτυρα, 200 κιλά ζωοτροφής για μοσχάρια και 320 για αιγοπρόβατα, στις 24-1-2007 160 κιλά πίτυρα, 200 κιλά ζωοτροφής για μοσχάρια και 320 για αιγοπρόβατα, στις 25-1-2007 240 κιλά πίτυρα, 200 κιλά ζωοτροφής για μοσχάρια και 240 για αιγοπρόβατα, και 97 κιλά βαμβακόπιτα στις 26-1-2007 240 κιλά πίτυρα, 200 κιλά ζωοτροφής για μοσχάρια και 320 για αιγοπρόβατα, και 96 κιλά βαμβακόπιτα, στις 27-1-2007 240 κιλά πίτυρα, 160 κιλά ζωοτροφής για μοσχάρια και 360 για αιγοπρόβατα, και 95 κιλά βαμβακόπιτα, στις 28-1-2007 240 κιλά πίτυρα, 240 κιλά ζωοτροφής για μοσχάρια και 280 για αιγοπρόβατα, και 95 κιλά βαμβακόπιτα, στις 29-1-2007 300 κιλά πίτυρα, 440 κιλά ζωοτροφής για μοσχάρια και 80 για αιγοπρόβατα, στις 30-1-2007 160 κιλά πίτυρα, 200 κιλά ζωοτροφής για μοσχάρια και 320 για αιγοπρόβατα, στις 31-1-2007 240 κιλά πίτυρα, 200 κιλά ζωοτροφής για μοσχάρια και 320 για αιγοπρόβατα, και 100 κιλά ηλιάλευρο, στις 1-2- 2007 300 κιλά πίτυρα, 320 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 200 για μοσχάρια, στις 2-2-2007 300 κιλά πίτυρα, 320 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 200 για μοσχάρια, στις 3- 2-2007 300 κιλά πίτυρα, 320 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 200 για μοσχάρια, στις 4-2-2007 300 κιλά πίτυρα, 320 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 200 για μοσχάρια, στις 5-2-2007 300 κιλά πίτυρα, 320 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 200 για μοσχάρια, στις 6-2-2007 300 κιλά πίτυρα, 320 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 200 για μοσχάρια, στις 7-2-2007 3(Χ) κιλά πίτυρα, 320 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 200 για μοσχάρια, στις 8-2-2007 300 κιλά πίτυρα, 320 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 200 για μοσχάρια, στις 9-2-2007 300 κιλά πίτυρα, 320 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 200 για μοσχάρια, στις 10-2-2007 300 κιλά πίτυρα, 320 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 200 για μοσχάρια, στις 11 -2-2007 300 κιλά πίτυρα, 320 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 200 για μοσχάρια, στις 12-2-2007 300 κιλά πίτυρα, 320 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 200 για μοσχάρια, στις 13-2-2007 300 κιλά πίτυρα, 320 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 200 για μοσχάρια, στις 14-2-2007 300 κιλά πίτυρα, 320 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 200 για μοσχάρια, στις 15-2-2007 300 κιλά πίτυρα, 320 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 40 για μοσχάρια, στις 16-2-2007 300 κιλά πίτυρα, 320 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 200 για μοσχάρια, στις 17- 2-2007 300 κιλά πίτυρα, 320 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 200 για αγελάδες, στις 18-2-2007 600 κιλά πίτυρα, 720 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 400 για μοσχάρια, στις 20-2-2007 300 κιλά πίτυρα, 320 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 200 για μοσχάρια, στις 21-2-2007 300 κιλά πίτυρα, και 240 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα, στις 22- 2-2007 300 κιλά πίτυρα, και 320 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα, στις 23-2-2007 300 κιλά πίτυρα, και 320 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα, στις 24-2-2007 300 κιλά πίτυρα, 320 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 200 για μοσχάρια, στις 25-2-2007 300 κιλά πίτυρα, 320 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 200 για μοσχάρια, στις 26-2-2007 300 κιλά πίτυρα, και 320 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα, στις 27-2-2007 300 κιλά πίτυρα, 320 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 200 για μοσχάρια, στις 28-2-2007 600 κιλά πίτυρα, 640 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 400 για μοσχάρια, στις 2-3-2007 400 κιλά πίτυρα, 320 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 200 για μοσχάρια, στις 3-3-2007 300 κιλά πίτυρα, 320 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 200 για μοσχάρια, στις 4-3-2007 400 κιλά πίτυρα, 320 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 200 για μοσχάρια, στις 5-3-2007 300 κιλά πίτυρα, και 280 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα, στις 6-3-2007 300 κιλά πίτυρα, και 320 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα, στις 7-3-2007 300 κιλά πίτυρα, και 320 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα, στις 8-3-2007 300 κιλά πίτυρα, 320 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 200 για μοσχάρια, στις 9-3- 2007 4.080 κιλά πίτυρα, 320 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 200 για μοσχάρια, στις 10-3-2007 800 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 200 για μοσχάρια, στις 13-3-2007 640 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 400 για μοσχάρια, στις 15-3-2007 640 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 200 για μοσχάρια, στις 17-3-2007 640 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 240 για μοσχάρια, στις 19-3-2007 640 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 320 για μοσχάρια, στις 21-3-2007 640 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 240 για μοσχάρια, στις 22-3-2007 600 κιλά πίτυρα, στις 23-3-2007 640 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 240 για μοσχάρια, στις 24- 3-2007 3.240 κιλά πίτυρα, στις 26-3-2007 640 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 280 για μοσχάρια, στις 28-3-2007 640 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 240 για μοσχάρια, στις 30-3-2007 640 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 240 για μοσχάρια, στις 31-3-2007 320 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 120 για μοσχάρια, στις 2-4-2007 640 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 240 για μοσχάρια, στις 4-4-2007 240 κιλά πίτυρα, 280 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 120 για μοσχάρια, στις 5-4-2007 300 κιλά πίτυρα, 280 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 120 για μοσχάρια, στις 6-4-2007 300 κιλά πίτυρα, 280 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 120 για μοσχάρια, στις 7-4-2007 300 κιλά πίτυρα, 280 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 120 για μοσχάρια, στις 8-4-2007 800 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 360 για μοσχάρια, στις 10-4-2007 300 κιλά πίτυρα, 240 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 120 για μοσχάρια, στις 11-4-2007 240 κιλά πίτυρα, 24 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 120 για μοσχάρια, στις 12-4-2007 150 κιλά πίτυρα, 240 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 80 για μοσχάρια, στις 13-4-2007 240 κιλά πίτυρα, 200 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 80 για μοσχάρια, στις 14- 4-2007 240 κιλά πίτυρα, 240 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 120 για μοσχάρια, στις 15-4-2007 240 κιλά πίτυρα, 240 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 120 για μοσχάρια, στις 16-4-2007 240 κιλά πίτυρα, 240 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 120 για μοσχάρια, στις 17-4-2007 240 κιλά πίτυρα, 240 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 120 για μοσχάρια, στις 18-4-2007 240 κιλά πίτυρα, 240 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 120 για μοσχάρια, στις 19-4-2007 240 κιλά πίτυρα, 240 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 120 για μοσχάρια, στις 20-4-2007 240 κιλά πίτυρα, 240 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 120 για μοσχάρια, στις 21-4-2007 300 κιλά πίτυρα, 240 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 240 για μοσχάρια, στις 25-4- 2007 300 κιλά πίτυρα, 280 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 240 για μοσχάρια, στις 27-4-2007 300 κιλά πίτυρα, 240 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 240 για μοσχάρια, στις 28-4-2007 300 κιλά πίτυρα, 240 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 240 για μοσχάρια, στις 30-4-2007 300 κιλά πίτυρα, 240 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 240 για μοσχάρια, στις 2-5-2007 300 κιλά πίτυρα, 240 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 240 για μοσχάρια, στις 5-5-2007 300 κιλά πίτυρα, 240 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 240 για μοσχάρια, στις 7-5-2007 150 κιλά πίτυρα, 240 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 320 για μοσχάρια, στις 8-5-2007 150 κιλά πίτυρα, 240 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 320 για μοσχάρια, στις 10-5-2007 150 κιλά πίτυρα, 240 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 240 για μοσχάρια, στις 14-5-2007 300 κιλά πίτυρα, 240 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 240 για μοσχάρια, στις 16-5-2007 300 κιλά πίτυρα, 240 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 240 για μοσχάρια, στις 19-5-2007 300 κιλά πίτυρα, 240 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 240 για μοσχάρια, στις 22-5-2007 300 κιλά πίτυρα, 360 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 120 για μοσχάρια, στις 24-5-2007 600 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 240 για μοσχάρια, στις 29-5-2007 180 κιλά πίτυρα, 240 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 120 για μοσχάρια, στις 1-6-2007 180 κιλά πίτυρα, 240 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 120 για μοσχάρια, στις 2- 6-2007 180 κιλά πίτυρα, 240 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 120 για μοσχάρια, στις 5- 6-2007 90 κιλά πίτυρα, 160 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 120 για μοσχάρια, στις 6-6-2007 180 κιλά πίτυρα, 240 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 120 για μοσχάρια, στις 8-6-2007 180 κιλά πίτυρα, 240 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 120 για μοσχάρια, στις 9-6-2007 180 κιλά πίτυρα, 240 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 120 για μοσχάρια, στις 11-6-2007 180 κιλά πίτυρα, 240 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 120 για μοσχάρια, στις 15-6-2007 270 κιλά πίτυρα, 360 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 200 για μοσχάρια, στις 19-6-2007 315 κιλά πίτυρα, 360 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 200 για μοσχάρια, στις 22-6-2007 270 κιλά πίτυρα, 360 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 200 για μοσχάρια, στις 26- 6-2007 120 κιλά πίτυρα, 240 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 120 για μοσχάρια, στις 28-6-2007 120 κιλά πίτυρα, 240 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 120 για μοσχάρια, στις 30-6-2007 150 κιλά πίτυρα, 360 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 200 για μοσχάρια, στις 3-7-2007 150 κιλά πίτυρα, 360 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 200 για μοσχάρια, στις 7-7-2007 120 κιλά πίτυρα, 240 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 160 για μοσχάρια, στις 9-7-2007 105 κιλά πίτυρα, 120 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 120 για μοσχάρια, στις 10-7-2007 140 κιλά πίτυρα, 360 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 160 για μοσχάρια και στις 13-7-2007 140 κιλά πίτυρα, 360 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα και 160 για μοσχάρια.
Επομένως, συνολικά ο ενάγων πώλησε στον εναγόμενο 24.080 κιλά ζωοτροφής αγελάδας προς 0,2640 ευρώ το κιλό συνολικής αξίας 6.357.12 ευρώ, 400 κιλά ζωοτροφής αγελάδας προς 0,2640 ευρώ το κιλό συνολικής αξίας 105,60 ευρώ, 33.840 κιλά πιτύρου προς 0,2055 ευρώ το κιλό συνολικής αξίας 6.954,12 ευρώ, 40.080 κιλά ζωοτροφής αιγοπροβάτων προς 0,2410 ευρώ το κιλό συνολικής αξίας 9.659,28 ευρώ, 600 κιλά ζωοτροφής αρνιών προς 0,2640 ευρώ το κιλό συνολικής αξίας 158,40 ευρώ, 100 κιλά ηλιάλευρο προς 0,17 ευρώ συνολικής αξίας 17 ευρώ και 534 κιλά βαμβακόπιτα προς 0,20 ευρώ το κιλό συνολικής αξίας 106,08 ευρώ.
Επομένως, το συνολικό τίμημα ανέρχονταν στο ποσό των 23.357,60 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 9%, και συνολικά στο ποσό των 25.460,44 ευρώ. Ο ενάγων για τις αγοραπωλησίες αυτές εξέδωσε τα συγκεντρωτικά τιμολόγια ...1/23-4-2007 αξίας 7.194 ευρώ για 25.000 κιλά ζωοτροφών για αγελάδες, ....2/30-4-2007 αξίας 5.779,18 ευρώ για 22000 κιλά μίγματος για αιγοπρόβατα, ...4/19- 5-2007 αξίας 6.906,24 ευρώ για 24.000 κιλά ζωοτροφής για μοσχάρια, ...7/24-5-2007 αξίας 4.479,90 ευρώ για 20.000 κιλά πίτυρα και ....18/16-6- 2007 αξίας 5.253,80 ευρώ για 20.000 κιλά ζωοτροφής για αιγοπρόβατα, και συνολικής αξίας 29.613.12 ευρώ.
Συνεπώς στα τιμολόγια που εξέδωσε σε μεταγενέστερο χρόνο ο ενάγων εμφανίζεται να οφείλεται τίμημα επιπλέον 4.167,60 ευρώ και να έχουν παραδοθεί ζωοτροφές συνολικά 111.000 κιλών. Ωστόσο, ο εναγόμενος πραγματοποίησε μόνο τις αγορές που αναλυτικά αναφέρονται παραπάνω και εμφανίζονται και στο σχετικό ως άνω τετράδιο που κρατούσαν τα μέρη, ήτοι συνολική ποσότητα 99.634 κιλών ζωοτροφών, και όχι η συνολική εμφανιζόμενη ποσότητα ζωοτροφών 111.000 κιλών, που εμφανίζεται στα ανωτέρω τιμολόγια.
Τα ανωτέρω προκύπτουν από τη σαφή και πειστική κατάθεση της μάρτυρα του ενάγοντος η οποία δεν αντικρούεται από την κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου σε συνδυασμό με το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο τετράδιο του εναγόμενου, που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο ως δικαστικό τεκμήριο, επίσης και από τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα τιμολόγια, τα οποία δεν φέρουν την υπογραφή του παραλαβόντος και τα οποία εκτιμώνται ελεύθερα ως τεκμήρια ...από το δικαστήριο, σε συνδυασμό και με τα υπόλοιπα ως άνω αποδεικτικά μέσα.
Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τον ενάγοντα συγκεντρωτικά τιμολόγια είναι ανακριβή διότι περιέχουν μεγαλύτερες ποσότητες από αυτές που παρέλαβε. Πράγματι όπως ανωτέρω αναφέρθηκε οι ποσότητες που παρέλαβε συνολικά ο εναγόμενος ανήρχοντο σε 99.634 κιλά και συνολικής αξίας μαζί με το ΦΠΑ 2546,44 ευρώ και όχι σε 111.000 κιλά που εμφανίζονται στα ως άνω τιμολόγια, και συνολικής αξίας μαζί με το ΦΠΑ 29613,12 ευρώ.
Όμως η μη έκδοση ορθών τιμολογίων με αναγραφόμενες μεγαλύτερες ποσότητες από τις πράγματι πωληθείσες συνιστά απλώς παράβαση παρεπομένων υποχρεώσεων του ενάγοντος πωλητή, που παρέχει απλώς δικαίωμα αποζημίωσης στον εναγόμενο αγοραστή εφόσον έχει υποστεί κάποια ζημία... Αλλωστε ο εναγόμενος με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνομολόγησε ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 2 Ιανουάριου 2007 έως 13 Ιουλίου 2007 αγόρασε και παρέλαβε συνολικά από τον ενάγοντα 33.980 κιλά πίτυρα χ 0,2055 ευρώ, 534 κιλά βαμβακόπιτα Χ 0,20 ευρώ, 40.080 κιλά ζωοτροφή για αιγοπρόβατα Χ 0,2410 ευρώ, 24.080 κιλά ζωοτροφή για μοσχάρια χ 0,264 ευρώ, 6(Χ) κιλά ζωοτροφή για αρνιά χ 0,2410 ευρώ, 400 κιλά ζωοτροφή για αγελάδες χ 0,264 ευρώ, 100 κιλά για ηλιάλευρο χ 0,17 ευρώ.
Σημειωτέον ότι το ηλιάλευρο δεν αναφέρεται στα ως άνω τιμολόγια. Κατά τα ανωτέρω ο εναγόμενος αγόρασε και παρέλαβε από τον ενάγοντα ζωοτροφές συνολικής αξίας 25460,44 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του με τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, έκανε δεκτή την αγωγή κατά ένα μέρος και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 25460,44 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ερμήνευσε το νόμο.
Συνεπώς οι περί του αντιθέτου λόγοι έφεσης του εναγομένου εκκαλούντος πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Στην προκειμένη περίπτωση ο εναγόμενος παραδεκτά προέβαλε για πρώτη φορά στο παρόν δικαστήριο την ένσταση εξοφλήσεως της απαίτησης του ενάγοντος κατά τις διατάξεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, επικαλούμενος και προσκομίζοντας έγγραφα τα οποία έλαβε υπόψη του, κατά τους ισχυρισμούς του, μετά τη συζήτηση της εκκαλουμένης απόφασης.
Ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 15.22004 μέχρι 30.10.2006 εξέδωσε σε διαταγή του εφεσίβλητου τις κάτωθι μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές, ήτοι: 1) στις 15.2.2004 ποσού 4.000 ευρώ, 2) στις 20.22004 ποσού 7.700 ευρώ, 3) στις 30.9.2004 ποσού 5000 ευρώ, 4) στις 20.122004 ποσού 3.500 ευρώ, 5) στις 30.122004 ποσού 4.000 ευρώ, 6) στις 30.4.2005 ποσού 3.000 ευρώ, 7) στις 20.5.2005 ποσού 3.000 ευρώ, 8) 21.9.2005 ποσού 6.000 ευρώ, 9) 4.10.2005 ποσού 7.500 ευρώ, 10) 7.10.2005 ποσού 7.000ευρώ, 11) 1.10.2005 ποσού 6.000 ευρώ, 12) 10.5.2006 ποσού 4.000 ευρώ, 13) 25.5.2006 ποσού 4.000 ευρώ, 14) 25.8.2006 ποσού 5.000 ευρώ, 15) 31.8.2006 ποσού 6.000 ευρώ και 16) 30.10.2006 ποσού 10.200 ευρώ.
Ότι οι δώδεκα από αυτές συνολικού ποσού 62.700 ευρώ εξοφλήθηκαν επίσης και οι με ημερομηνία έκδοσης 10.5.2006, 25.8.2006 και 30.10.2006 συνολικού ποσού 19.200 ευρώ εξοφλήθηκαν, ενώ τον Δεκέμβριο του 2006 αποδέχθηκε και δύο συναλλαγματικές συνολικού ποσού 10.000 ευρώ, οι οποίες και εξοφλήθηκαν. Σχετικά με τον ως άνω ισχυρισμό του εναγομένου που συνιστά ένσταση εξοφλήσεως κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη είναι πλήρως ορισμένος και πρέπει να ερευνηθεί και από ουσιαστική άποψη.
Από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τον εκκαλούντα έγγραφα και ιδίως από με αριθμ. ....79/4.4.2012 έγγραφο της .... προκύπτει ότι οι αναφερόμενες σ αυτό 12 επιταγές με ημερομηνία έκδοσης από 15.2.2004 έως και 31.8.2006 και συνολικού ποσού 62700, εκδόσεως του Π. Ν., προσκομίστηκαν στην .... ως ενέχυρο σε λογαριασμό του Ι.
Χ. κα έχουν εξοφληθεί. Επίσης από το με αριθμ. ....70/30.3.2012 έγγραφο της ... σε συνδυασμό με τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα σώματα των αναφερομένων ο αυτήν επιταγών προέκυψε ότι 1) η επιταγή ...603, ποσού 4.000 ευρώ εξοφλήθηκε στις 12.5.2006, 2) η επιταγή ...604, ποσού 4.000 ευρώ, εξοφλήθηκε στις 25.6.2006, 3) η επιταγή ...620, ποσού 5.000 ευρώ εξοφλήθηκε στις 30.8.2006, 4) η επιταγή ...615, ποσού 6.000 ευρώ εξοφλήθηκε στις 7.9.2006 και 5) η επιταγή ...622, ποσού 10.200 ευρώ εξοφλήθηκε στις 2.11.2006.
Επίσης, προέκυψε ότι οι με ημερομηνία λήξης 30-4 2007 και 30-5-2007 συναλλαγματικές ποσού 5.000 ευρώ η καθεμία, τις οποίες εξέδωσε ο ενάγων τέλη Δεκεμβρίου του 2006, και τις αποδέχθηκε ο εναγόμενος αρχές Ιανουάριου, μεταβιβάσθηκαν στην .... στις 7-2-2007 ως αξία λόγω ενεχύρου (βλ. το προσκομιζόμενο έγγραφο της ανωτέρω Τράπεζας σχετικά με τις ανωτέρω συναλλαγματικές), και εξοφλήθηκαν.
Όμως όπως αποδείχθηκε τόσο οι επιταγές όσο και οι συναλλαγματικές εκδόθηκαν από το έτος 2004 έως και το έτος 2006 σε χρόνο δηλαδή προγενέστερο των επίδικων πωλήσεων.
Συνεπώς αποτελούσαν την τελική εξόφληση των προηγούμενων συμβάσεων πωλήσεων που είχαν συναφθεί μεταξύ των διαδίκων και δεν αποτελούσαν προκαταβολές για μελλοντικές αγορές και δη για το επίδικο χρονικό διάστημα από 2.1.207 έως και 13.7.2007, διότι αντίκειται στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής να εκδίδονται επιταγές και να γίνεται αποδοχή συναλλαγματικών για μελλοντικές πωλήσεις και μάλιστα για ποσότητες και για τιμή που δεν γνωρίζει κανένα διάδικο μέρος.
Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η σχετική αντένσταση του ενάγοντος ως ουσιαστικά βάσιμη, την οποία παραδεκτά πρότεινε προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως και να απορριφθεί η ένσταση του εναγομένου για εξόφληση του επίδικου τιμήματος ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ενόψει όλων των ανωτέρω, η αγωγή έπρεπε να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστική βάσιμη και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 25.460,44 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε το ίδιο δεν έσφαλε και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του εναγομένου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος..". Με αυτές τις παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή του τελευταίου.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.
Ειδικότερα την κρίση του αυτή δικαιολογούσαν οι παραδοχές του ότι α) η συνεργασία των διαδίκων άρχισε το 2004 και ολοκληρώθηκε στις 12 Ιουλίου του 2007, β) κατά το χρονικό αυτό διάστημα, ο αναιρεσείων, ο οποίος διατηρούσε στην ... κτηνοτροφική μονάδα, μετέβαινε σχεδόν καθημερινά με το αυτοκίνητο του στην επιχείρηση (βιοτεχνία ζωοτροφών) του αναιρεσιβλήτου και παραλάμβανε τις διάφορες ζωοτροφές που χρειαζόταν για την επιχείρησή του, γ) ο αναιρεσείων αγόρασε και παρέλαβε από τον αναιρεσίβλητο ζωοτροφές συνολικής αξίας 25460,44 ευρώ και δ) οι επικληθείσες και προσκομισθείσες από τον αναιρεσείοντα επιταγές και συναλλαγματικές εκδόθηκαν από το έτος 2004 έως και το έτος 2006 σε χρόνο δηλαδή προγενέστερο των επίδικων πωλήσεων και συνεπώς αποτελούσαν την τελική εξόφληση προηγούμενων συμβάσεων πωλήσεων που είχαν συναφθεί μεταξύ των διαδίκων και δεν αποτελούσαν προκαταβολές για μελλοντικές αγορές και δη για το επίδικο χρονικό διάστημα από 2.1.2007 έως και 13.7.2007.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Επίσης, με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του περιστατικά μη προταθέντα με την αγωγή όπως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως, αλλά προέβη σε ειδικότερο προσδιορισμό των μεταξύ των διαδίκων συναλλαγών με βάση τα προκύψαντα περιστατικά από τις αποδείξεις.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 261 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι προϋπόθεση συναγωγής της έμμεσης δικαστικής ομολογίας, σε σχέση με συγκεκριμένο πραγματικό ισχυρισμό του αντιδίκου του ομολογούντος, είναι να μη έχει αμφισβητηθεί ειδικώς ο πραγματικός αυτός ισχυρισμός. Αν συντρέχει η εν λόγω αρνητική προϋπόθεση, η οποία και μόνο ελέγχεται από τον Άρειο
- Πάγο, με επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων, το δικαστήριο της ουσίας δικαιούται να κρίνει, αν από το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων και τη γενική άρνηση, που προβάλλεται, συνάγεται έμμεση ομολογία. Η κρίση αυτή αφορά αποκλειστικά σε πράγματα και συνεπώς, διαφεύγει τον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1227/2010, ΑΠ 416/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την περιεχόμενη στις προτάσεις, που κατέθεσε ενώπιον του ο αναιρεσίβλητος, σιωπηρή δικαστική ομολογία της ιστορικής βάσης της ένστασης εξόφλησης, την οποία πρότεινε ο αναιρεσείων. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, γιατί από την επισκόπηση των ως άνω προτάσεων του αναιρεσιβλήτου δεν συνάγεται έμμεση δικαστική ομολογία τους, καθόσον αφορά τον ανωτέρω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, εκείνος όχι μόνο ειδικώς τον αρνήθηκε, αλλά πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα, που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή, επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα, για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.
Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφαση του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής προϋποθέσεως των θεμελιωτικών της αξιώσεώς του πραγματικών γεγονότων.
Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση, με το Ν.2915/2001, της προδικαστικής απόφασης. Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος αποδείξεως είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στη περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας.
Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή διαδίκου, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 13 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 233/2011).
Με τον τέταρτο από το άρθρο 559 αριθμ. 13 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο παρεβίασε τις διατάξεις περί κατανομής του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως (338 ΚΠολΔ), ως προς την απόδειξη της προβληθείσας από τον αναιρεσίβλητο, προς απόκρουση της ένστασης εξόφλησης του επιδίκου χρέους που προέβαλε ο αναιρεσείων, αντένστασης περί ύπαρξης άλλων χρεών.
Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται εκτός άλλων ότι "....το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αποδεχόμενο τον ισχυρισμό του αντιδίκου μου ότι με το καταβληθέν υπέρ του ποσό των 95.900€ δεν εξοφλείται η επίδικη προς τον εφεσίβλητο οφειλή, όπως και κάθε προς μου οφειλή προς εκείνο, αλλά κάποιες άλλες "άγνωστες" παλαιότερες, διότι αυτό δεν είναι "λογικό" κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, παραβίασε τους κανόνες του αντικειμενικού βάρους απόδειξης των ισχυρισμών του κατ' άρθρο 338 περ.1 ΚΠολΔ σύμφωνα με τους οποίους ο εφεσίβλητος - δανειστής όφειλε σε αντίκρουση του ισχυρισμού μου (εξόφληση) να επικαλεστεί και ν' αποδείξει άλλα χρέη μου προς εκείνον, άλλως συνομολογούσε τον ισχυρισμό μου ότι το καταβληθέν υπέρ του ποσό εξοφλούσε κάθε χρέος μου προς εκείνον......
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, υπό τις προαναφερθείσες παραδοχές του, το Εφετείο και δεχόμενο συγκεκριμένα ότι "όπως αποδείχθηκε τόσο οι επιταγές όσο και οι συναλλαγματικές εκδόθηκαν από το έτος 2004 έως και το έτος 2006 σε χρόνο δηλαδή προγενέστερο των επίδικων πωλήσεων.
Συνεπώς αποτελούσαν την τελική εξόφληση των προηγούμενων συμβάσεων πωλήσεων που είχαν συναφθεί μεταξύ των διαδίκων και δεν αποτελούσαν προκαταβολές για μελλοντικές αγορές και δη για το επίδικο χρονικό διάστημα από 2-1-2007 έως και 13-7- 2007", δεν μετέθεσε το αντικειμενικό βάρος απόδειξης. Σε κάθε περίπτωση, πλήττεται πλέον, μέσω του ανωτέρω αναιρετικού λόγου, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΚΠολΔ 561 § 1). Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και ως εκ τούτου δεν υποβλήθηκε σε δαπάνες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.. Και
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ