Supreme Court dismisses appeal on fictitious contracts, ruling witness testimony against document content is admissible.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeal's decision rejecting their claim for repurchase of properties. The appellants argued that the lower court improperly allowed witness testimony to contradict the content of notarized contracts, violating specific procedural rules. The court rejected this, holding that proving the fictitious nature of a contract does not require contradicting its written content, as the document's external validity remains intact.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(a), 393(2) of the Code of Civil Procedure; Witness testimony may be used to prove the fictitious nature of a contract without violating the prohibition against contradicting the document's content.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1360 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1360/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου - εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 16η Μαϊου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1.Ι. Σ. Π., κατοίκου ..., 2.Σ. Ι. Π., κατοίκου ..., 3.Ε. Ι. Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν ο 1ος μετά και οι 2ος και 3η δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Θεοφάνη Σαξώνη.
Των αναιρεσίβλητων: Ν. Α. Μ., κατοίκου ..., 2.Α. Γ. Κ., κ..., που παραστάθηκαν ο 1ος μετά και η 2η δια των πληρεξούσιων δικηγόρων Απόστολου Γεωργιάδη και Ιωάννη Καρδαρά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-6-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, η οποία κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 69/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 162/2012 οριστική του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 18-4-2013 αίτησή τους και τους από 27-11-2013 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 365/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 162/2012 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω Εφετείο Αιγαίου με άλλη σύνθεση. Ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ήχθη με την από 28-8-2015 κλήση των αναιρεσιβλήτων και συζητήθηκε μετ' αναίρεση η υπόθεση. Επ' αυτής το Εφετείο Αιγαίου εξέδωσε την υπ' αριθμόν 106/2017 απόφασή του. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-10-2017 αίτησή τους και τους από 18-12-2017 πρόσθετους λόγους αυτής Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων ζήτησαν να απορριφθούν, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Με την από 18-10-2017 αίτηση αναίρεσης και τους από 18-12-2017 πρόσθετους λόγους της προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 106/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου (τακτικής διαδικασίας), με την οποία απορρίφθηκαν κατ' ουσία η από 1-2-2011 έφεση και οι από 2-5-2012 πρόσθετοι λόγοι των ήδη αναιρεσειόντων -εναγομένων κατά της 69/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 23-6-2009 αγωγή των αναιρεσβλήτων, μετά τη έκδοση της 162/2012 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου που αναιρέθηκε με 365/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 569 Κ.Πολ.Δ και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την 23-1-2017 σχετική βεβαίωση του Γραμματέα του Εφετείου Αιγαίου. Είναι συνεπώς παραδεκτοί (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να συνεκδικασθούν (άρθρο 246 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 §3 Κ.Πολ.Δ) 2.Από τις διατάξεις του άρθρου 138 του ΑΚ που ορίζουν ότι, δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη, αλλά δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύσταση της, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 369, 513 και 1033 του ίδιου Κώδικα, που καθορίζουν τις προϋποθέσεις εγκυρότητας των συμβάσεων πωλήσεως και μεταβιβάσεως, κατά κυριότητα, ακινήτου, προκύπτει ότι, σε περίπτωση καταχωρισμένων, σε συμβολαιογραφικό έγγραφο, συμβάσεων πώλησης και, εξαιτίας της πώλησης, μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου από τον κύριό του σε άλλον, αν οι αντίστοιχες για την πώληση δηλώσεις βούλησης αφενός του πωλητή και αφετέρου του αγοραστή ήταν εικονικές, υπό την έννοια ότι δεν έγιναν στα σοβαρά παρά έγιναν μόνο φαινομενικά, διότι οι βουλήσεις εκείνων ήταν, είτε να μην υπάρχουν, η υποχρέωση του πωλητή να μεταβιβάσει την κυριότητα και παραδώσει το πωλούμενο και η υποχρέωση του αγοραστή να πληρώσει το τίμημα, είτε να μην υπάρχει η μία μόνο από αυτές τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις, η σύμβαση πώλησης είναι, λόγω της εικονικότητας, άκυρη, θεωρούμενη γι' αυτό ως μη γενόμενη (άρθρο 180 του ΑΚ).
Αυτή η ακυρότητα είναι απόλυτη, οπότε μπορεί να προταθεί όχι μόνο από τους συμβαλλομένους, αλλά και από οποιονδήποτε τρίτο που έχει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68 και 70 ΚΠολΔ, έννομο συμφέρον να αποκαλύψει την ανυπαρξία της δικαιοπραξίας, αλλά και εναντίον τρίτων, οι οποίοι τελούσαν σε γνώση της εικονικότητας και συναλλάχθηκαν με εκείνον που απέκτησε άκυρα δικαίωμα από την εικονική δικαιοπραξία, επισύρει δε αναγκαίως και την ακυρότητα της σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου λόγω του.
αιτιώδους χαρακτήρα της. Η ακυρότητα επέρχεται αυτοδικαίως, δηλαδή δεν παράγει κανένα νομικό αποτέλεσμα και γι' αυτό δεν απαιτείται η άσκηση αγωγής για κήρυξη της ακυρότητας, αφού δεν υπάρχει από αυτή ενέργεια για να παρίσταται ανάγκη άρσεως αυτής, ενώ είναι επιτρεπτή μόνο n άσκηση αναγνωριστικής αγωγής (άρθρο 70 ΚΠολΔ) για αναγνώριση της ακυρότητας (ΑΠ 323/2009, ΑΠ 218/2010 ΝΟΜΟΣ).
Επί πλέον η εν λόγω ακυρότητα αφορά τη δημόσια τάξη και γι' αυτό ακριβώς η παραίτηση απ αυτήν είναι ανίσχυρη και η ακυρότητα της δικαιοπραξίας δεν θεραπεύεται εάν μεταγενεστέρως εκλείψει ο λόγος ακυρότητας δι' αναγνωρίσεως από τα συμβληθέντα μέρη ή δια συμβιβασμού. Στην εικονικότητα μιας σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και συμφωνία όλων των κατά το χρόνο της κατάρτισής της συμβαλλομένων για το ότι η σύμβαση που συνάφθηκε είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες.
Σε περίπτωση δε που ο δηλών είναι άμεσος αντιπρόσωπος άλλου (άρθρα 211 και 214 του ΑΚ), εικονική είναι η δήλωση βούλησης, η οποία σε γνώση του αντιπροσώπου και όχι του αντιπροσωπευομένου δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, κατά δε το άρθρο 215 του ίδιου Κώδικα, αν ο αντιπρόσωπος ενήργησε σύμφωνα με ορισμένες οδηγίες του αντιπροσωπευομένου, δεν μπορεί ο αντιπροσωπευόμενος να επικαλεστεί την άγνοια του αντιπροσώπου για περιστατικά που ο ίδιος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει (ΑΠ 218/2010, ΑΠ 964/2010, ΑΠ 323/2009, ΑΠ 681/2009, ΑΠ 1517/2009, ΑΠ 623/2006 ΝΟΜΟΣ).
Η εικονικότητα αυτή δύναται να αναφέρεται και στο πρόσωπο υπέρ του οποίου επέρχονται τα δικαιώματα από την εικονική δικαιοπραξία, όταν συμβάλλεται αντί αυτού άλλο πρόσωπο με συμφωνία όλων των συμβαλλομένων, εικονικών και πραγματικών, ότι τα αποτελέσματα της συμβάσεως θα επέλθουν όχι υπέρ του φαινομενικά συμβαλλόμενου, αλλά υπέρ του καλυπτομένου αληθινού αγοραστή.
Έτσι και η αγοραπωλησία ακινήτου που καταρτίζεται συμβολαιογραφικά και στην οποία, κατά τη θέληση των συμβαλλομένων, αγοραστής δεν είναι το φαινόμενο, αλλά έτερο υποκρυπτόμενο πρόσωπο, είναι έγκυρη και ισχύει υπέρ του καλυπτομένου αγοραστή, η δε μεταγραφή του πωλητηρίου υπέρ του πρώτου μετάγει την κυριότητα του αγορασθέντος στον δεύτερο, ο οποίος δύναται να ζητήσει την αναγνώριση της κυριότητας του κατά του πωλητή και του φαινόμενου αγοραστή ή του ενός από αυτούς, εφόσον ο ενάγων έχει δικαίωμα να απευθύνει την αγωγή του μόνο κατ' εκείνων των ομοδίκων που κατά την κρίση του έχει έννομο συμφέρον.
Τούτο συμβαίνει και όταν ο φαινόμενος αγοραστής κατά την κατάρτιση της συμβάσεως εκπροσωπήθηκε από άμεσο αντιπρόσωπο, οπότε τα ελαττώματα της βουλήσεως, συνεπώς και η εικονικότητα, κρίνονται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου, χωρίς να απαιτείται και έγκριση από τον πραγματικό αγοραστή (βλ. ΑΠ 770/2012 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1403/2003 χρΙΔ2004,896).
Παρέπεται ότι για το κύρος της σύμβασης δεν ασκούν έννομη επιρροή τα αίτια, που οδήγησαν τους συμβαλλομένους στη σύναψη αυτής, ούτε ο σκοπός στον οποίο απέβλεπαν οι τελευταίοι. Ως εκ τούτου, δεν είναι ανάγκη να προκύπτει και ο σκοπός, για τον οποίο έγινε η ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία και μόνο για την έρευνα του κύρους ή μη αυτής σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του ιδίου άρθρου, το δικαστήριο όμως κατά την έρευνα της ύπαρξης συναλλακτικής πρόθεσης των συμβαλλομένων, μπορεί να συναγάγει τεκμήριο ή επιχείρημα για το ότι η σύμβαση πώλησης είναι εικονική ή όχι, συνεκτιμώντας και το σκοπό για τον οποίο έγινε (ΑΠ 1153/2011, ΑΠ 218/2010, ΑΠ 323/2009 ΝΟΜΟΣ).
Επίσης, καμία επιρροή δεν ασκεί επί του κύρους της καταρτισμένης σύμβασης πωλήσεως το αν ο αγοραστής κατέβαλε πράγματι και με ποιο τρόπο το συμφωνημένο τίμημα, αφού αυτό μπορεί να χαριστεί ή να εξοφληθεί με δόση αντί καταβολής ή μπορεί η σχετική αξίωση να αποσβεσθεί με παραγραφή ή κατ' άλλο τρόπο και αν το τίμημα είναι ίσο προς την αντικειμενική αξία του πράγματος (ΑΠ 1517/2009, ΑΠ 483/2005 ΕλΔνη 46,1430, ΑΠ 1169/2003 ΕλΔνη 46. 425).
Απλώς το γεγονός της μη καταβολής του τιμήματος μπορεί να αποτελέσει δικαστικό τεκμήριο για την εικονικότητα της δικαιοπραξίας, όχι όμως και αυτοτελή ισχυρισμό για τη θεμελίωση δικαιώματος για την ακύρωση της πώλησης ως εικονικής (ΑΠ 1153/2011, ΑΠ 367/2011, ΑΠ 477/2010, ΑΠ 334/2007, ΑΠ 269/2007 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 74/2006 ΕλΔνη 2006,1383). Έτσι, ούτε η ομολογία περί καταβολής ή μη του τιμήματος θεμελιώνει την εικονικότητα ή μη της σύμβασης πώλησης, ούτε η βεβαίωση του συμβολαιογράφου περί καταβολής του τιμήματος αρκεί προς ισχυροποίηση της πώλησης που καταρτίστηκε χωρίς συναλλακτική πρόθεση, αφού για την εικονικότητα της δικαιοπραξίας αρκεί το γεγονός ότι η δήλωση βούλησης των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται.
Επίσης, στον ίδιο για την πώληση και μεταβίβαση ακινήτου συμβολαιογραφικό τύπο υπόκειται και η συμφωνία για το τίμημα πώλησης του, που συνιστά, όπως προαναφέρθηκε, ουσιώδες στοιχείο της σύμβασης πώλησης. Η μη τήρηση του τύπου αυτού ως προς μέρος του τιμήματος, όπως στην περίπτωση που το τελευταίο συμφωνήθηκε μεγαλύτερο από το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο, επιφέρει ακυρότητα της σύμβασης για το επιπλέον τίμημα, χωρίς να επηρεάζει το κύρος της πώλησης του ακινήτου, όπως αυτή εμφανίζεται στο συμβόλαιο.
Συνεπώς, αν αυτό δεν έχει καταβληθεί, δεν μπορεί να απαιτηθεί από τον πωλητή ούτε με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού ο αγοραστής εκ νομίμου αιτίας έλαβε ολόκληρο το πωληθέν ακίνητο με βάση το νομίμως συμφωνηθέν, ως καλυπτόμενο από τον τηρηθέντα τύπο, μικρότερο τίμημα, ώστε κατά το επιπλέον τίμημα ο μη καταβαλών αγοραστής δεν ωφελήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία.
Στην αντίθετη περίπτωση που το επί πλέον μέρος έχει καταβληθεί μπορεί να αναζητηθεί από τον αγοραστή με τις διατάξεις αυτές μόνο κατά το μέρος που υπερβαίνει την αγοραία (αληθινή) αξία του πωληθέντος ακινήτου (ΑΠ 920/2011, ΑΠ 1320/2011, ΑΠ 1566/2001 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 95/ 1999 ΝοΒ 48, 1396). Επί πλέον, από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 138 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 513 του ΑΚ, με σαφήνεια συνάγεται ότι στην περίπτωση της σύμβασης πώλησης της οποίας τα στοιχεία είναι το πράγμα, το τίμημα και η συμφωνία των συμβαλλομένων για μετάθεση της κυριότητος και την πληρωμή του τιμήματος (ΑΠ 1048/1993 ΕλΔνη 35, 1575, ΑΠ 306/1993 ΕλΔνη 35,1301) υπάρχει εικονικότητα και συνεπώς, είναι άκυρη η σύμβαση, αν η συμφωνία για το τίμημα δεν είναι σπουδαία, αλλά έγινε φαινομενικά μόνο (ΑΠ 801/2010, ΑΠ 1340/2008 ΝΟΜΟΣ).
Η πώληση ακινήτου αντί τιμήματος κατώτερου του πραγματικού δεν συνεπάγεται ακυρότητα της υπόλοιπης σύμβασης, αφού ως τίμημα λαμβάνεται εκείνο που δηλώθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου. Εξάλλου, η έννοια της εικονικότητας είναι ορισμένη αφ' εαυτής και δεν απαιτείται, για την πληρότητα του ισχυρισμού περί εικονικότητας ορισμένης δικαιοπραξίας, αντιστοίχως δε και για την πληρότητα της αιτιολογίας της δικαστικής απόφασης που καταφάσκει την εικονικότητα να περιέχεται και το στοιχείο ότι όλοι οι συμβαλλόμενοι ήταν εν γνώσει της εικονικότητας κατά το χρόνο της κατάρτισης της δικαιοπραξίας, αφού αυτό, ως σύμφυτο με την έννοια της εικονικότητας, θεωρείται αυτονόητο ως συντρέχον (ΟλΑΠ 32/1998 ΕλΔνη 1998,1262, ΑΠ 1758/2011, ΑΠ 1659/2006 ΝΟΜΟΣ).
Τα δημόσια έγγραφα, τέλος, μεταξύ των οποίων και τα πωλητήρια συμβόλαια μπορούν να προσβληθούν κατά το περιεχόμενο τους, δηλαδή ως προς την περιεχόμενη σ' αυτά σύμβαση πώλησης, ως εικονικά, αφού αυτό δεν αποτελεί ανταπόδειξη κατά του περιεχομένου τους, αλλά προσβολή του κύρους της δήλωσης βούλησης των συμβαλλόμενων μερών.
Επομένως, η δήλωση βούλησης που έγινε ενώπιον συμβολαιογράφου, ο οποίος είναι εντεταλμένος μόνο για να πιστοποιήσει τη δήλωση των συμβαλλομένων και όχι για να συμπράξει στη δικαιοπραξία με τη δική του βούληση, μπορεί να προσβληθεί ως εικονική, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη προσβολή του περιέχοντος αυτή - δήλωση βούλησης - πωλητήριου συμβολαίου ως πλαστού (ΑΠ 1380/2011, ΑΠ 282/2010).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1033 του ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Τέτοια νόμιμη αιτία είναι μεν η πώληση, όχι όμως η εξασφάλιση απαιτήσεως εκείνου προς τον οποίο γίνεται η μεταβίβαση, η οποία δεν αναγνωρίζεται υπό του νόμου ως justa causa μεταβιβαστική κυριότητας, και για το λόγο αυτόν η για την τελευταία αυτή αιτία γενομένη σύμβαση μεταβιβάσεως ακινήτου είναι άκυρη κατά το άρθρο 174 ΑΚ, ως αντικείμενη στην από λόγους γενικότερου - ενδιαφέροντος υπαγορευθείσα επιτακτική διάταξη του άρθρου 1033, σε συνδυασμό και προς το άρθρο 1239 ΑΚ.
Τέτοια είναι και η περίπτωση εκείνη κατά την οποία ο οφειλέτης μεταβιβάζει την κυριότητα στον δανειστή προς εξασφάλιση της απαιτήσεως του υπό τη συμφωνία αναμεταβιβάσεως, σε περίπτωση εξοφλήσεως του χρέους (ΑΠ 822/2012, ΑΠ 682/2009, ΑΠ 1276/2008, ΑΠ 1340/2008, ΑΠ 1359/2008). Διαφέρει το πράγμα, αν μετά τη λήξη του χρέους τα μέρη συμφώνησαν η μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου να γίνει είτε έναντι του χρέους, δηλαδή με νόμιμη αιτία τη δόση αντί καταβολής (datio in solutum), είτε λόγω πωλήσεως με συμψηφισμό του τιμήματος στο χρέος, οπότε επέρχεται απόσβεση της απαιτήσεως για το τίμημα, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και η σχετική περί συμψηφισμού συμφωνία, αφού αυτή δεν αποτελεί την αιτία της μεταβιβάσεως της κυριότητας του ακινήτου, αλλά έχει μόνο την προεκτεθείσα αποσβεστική ενέργεια.
Στις περιπτώσεις αυτές η μεταβιβαστική της κυριότητας σύμβαση είναι έγκυρη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 361, 416, 419, 440, 513 και 1033 Α.Κ. (ΑΠ 822/2012, ΑΠ 1340/2008, ΑΠ 1359/2008 ΝΟΜΟΣ).
Τέλος, κατά το άρθρο 806 του ΑΚ, "με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλο αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 455, 460, 466 και 470 του Α.Κ.
συνάγεται, ότι δεν απαγορεύεται να διαπλάσουν το δάνειο οι συμβαλλόμενοι ως σύμβαση με μόνη τη συναίνεση καταρτιζόμενη, μεταθέτοντας σε μεταγενέστερο χρόνο τη λήψη του δανείσματος και προσδιορίζοντας ως λήπτη τούτου τρίτο πρόσωπο. Ειδικότερα, αφού το άνω άρθρο δεν διακρίνει, είναι αδιάφορο αν η μεταβίβαση της κυριότητας του δανείσματος γίνεται αμέσως ή εμμέσως από το δανειστή στον οφειλέτη.
Έτσι, αντί το δάνεισμα να καταβληθεί αμέσως στον δανειζόμενο αυτός εκτάσσει το δανείζοντα να το καταβάλει για λογαριασμό του σε τρίτον, συνήθως δανειστή του. Η από τον δανείζοντα στον τρίτο καταβολή ενέχει θέση καταβολής του δανείσματος στο δανειζόμενο, και συνεπώς, με την καταβολή συνιστάται μεταξύ αυτών δάνειο ή, επί συναινετικού δανείου, εκπληρώνεται n προς καταβολή του δανείσματος υποχρέωση του δανείζοντος (ΑΠ 1833/2011, ΑΠ 609/2005 ΕλΔνη 2006.1015) 3.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Ειδικότερα, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης.
Παραβιάζονται οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων (ΑΠ Ολομ. 26/2004, ΑΠ 163/2015) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΑΠ Ολομ. 26/2004) ή και όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, αν και δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 635/ 2011, ΑΠ 604/2011, ΑΠ 211/2011).
Πάντως, μόνη η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει ρητά στην απόφασή του ότι για την εξεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του Αστικού Κώδικα δεν συνιστά παραβίαση των εν λόγω διατάξεων, αν στην απόφαση εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών (ΑΠ 413/2015).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν, από όσα δέχεται το δικαστήριο, δεν διευκρινίζεται η θέση του ως προς το αν υπάρχει κενό ή ασάφεια, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις (ΑΠ 215/2016, ΑΠ 84/2008).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι αυτός ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, μεταξύ των άλλων: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την προεκτιθέμενη έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, τέτοια παραβίαση υπάρχει α) όταν δεν διευκρινίζεται επαρκώς αν υπάρχει ή όχι κενό στη δικαιοπραξία, αν το δικαστήριο έχει προβεί στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων και αν δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, β) όταν η απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή ή όχι των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου και γ) όταν το δικαστήριο έσφαλε κατά την υπαγωγή των περιστατικών που έγιναν δεκτά στην έννοια του νόμου (ΑΠ 527/2008).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
4. Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα εξής: Οι εφεσίβλητοι (ενάγοντες), που είναι σύζυγοι, κατέστησαν κύριοι, με παράγωγο τρόπο, των παρακάτω περιγραφομένων αναλυτικά κατά θέση, έκταση και όρια αντίστοιχων ακινήτων και συγκεκριμένα: Στον πρώτο των εκκαλούντων, Ν. Μ., περιήλθαν τα ακόλουθα ακίνητα: α) Με το υπ' αριθμ. 19.369/7.9.2002 συμβόλαιο πώλησης αστικού ακινήτου, της ..., Μ.
Ρ. Ε. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θήρας, στον τόμο 367 και με α/α 59, περιήλθε με αγορά από την Α. χήρα Ε. Σ., το γένος Ε. Ρ. (στην οποία είχε περιέλθει με το νόμιμα μεταγεγραμμένο υπ' αριθμ.688/25.11.1980 πωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου), μία ισόγεια οικία, με το οικόπεδο της, που βρίσκεται εντός του οικισμού ..., στη θέση "...", άρτιο και οικοδομήσιμο, εμβαδού 170 τμ και του κτίσματος 51,90 τμ, όπως το ακίνητο αυτό απεικονίζεται στο συνημμένο στο άνω συμβόλαιο, από Αύγουστο του 2002 τοπογραφικό διάγραμμα, του αρχιτέκτονα μηχανικού, Σ.
Κ., με τα αλφαβητικά στοιχεία Α, Β, Γ, Δ, Α και συνορεύει, από την πλευρά Α-Β, μέτρων 10,00, με ιδιοκτησία Ρ. Π., από την πλευρά Β-Γ, μέτρων 17,00, με ιδιοκτησία Κ. Α., από την πλευρά Γ-Δ, . μέτρων 10,00, με κοινοτικό (δημοτικό) δρόμο και από την πλευρά Δ-Α, μέτρων 17,00, με κοινοτικό (δημοτικό) δρόμο. Το οικόπεδο αυτό y εμφαίνεται και απεικονίζεται περιμετρικά και στο από Νοεμβρίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα-διάγραμμα κάλυψης, του αρχιτέκτονα μηχανικού, Χ.
Κ., με τα αλφαβητικά γράμματα Α, Β, Γ, Δ, Α, εμβαδού 170 τμ και συνορεύει, βόρεια, σε πλευρά Δ-Α, μήκους 17,00 μέτρων, με δημοτικό δρόμο (κλιμακωτός πεζόδρομος), ανατολικά, σε πλευρά Α-Β, μήκους 10,00 μέτρων, με ιδιοκτησία Ρ. Π., νότια, σε πλευρά Β-Γ, μήκους 17,00 μέτρων, με ιδιοκτησία Κ. Α. και δυτικά, σε πρόσοψη Γ-Δ, μήκους 10,00 μέτρων, με δημοτικό δρόμο και πέραν αυτού με ξενοδοχείο ....
Στη συνέχεια ο ανωτέρω επί του οικοπέδου αυτού οικοδόμησε, προσθήκη κατ' επέκταση και καθ' ύψος με υπόγειο, στατικώς ανεξάρτητη- καταστήματα- δυνάμει της υπ' αριθμ.98/22.4.2003 οικοδομικής άδειας του Πολεοδομικού Γραφείου Θήρας, καθώς και προσθήκη κατ' επέκταση ισογείου, δυνάμει της υπ' αριθμ.3 53/3.12.2004 οικοδομικής άδειας του ίδιου Πολεοδομικού Γραφείου και έτσι η οικοδομή εντός του περιγραφομένου οικοπέδου αποτελείται από:
α)το υπόγειο (προσθήκη), εμβαδού 52,90 τμ, β) υπάρχον ισόγειο, εμβαδού 52,90 τμ, συν προσθήκες στο ισόγειο, εμβαδού συνολικά 82,39 τμ, ήτοι συνολικό εμβαδόν ισογείου 135,29 τμ και γ) όροφος (προσθήκη), εμβαδού 33,64 τμ, ήτοι σύνολο ισογείου και ορόφου 168,93 τμ. β) Με το υπ' αριθμ.21.826/30.10.2003 συμβόλαιο πώλησης, της ..., Μ. Ρ. Ε. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θήρας, στον τόμο 379 και με α/α 98, με αγορά από τη Χ.
θυγ. Σ. Φ., συζ. Β. Λ. (στην οποία είχε περιέλθει από γονική παροχή ψιλής κυριότητας, δυνάμει του νόμιμα μεταγεγραμμένου υπ' αριθμ.730/20.5.1998 συμβολαίου, της ..., Κ. Ρ., αποβιωσάσης στη συνέχεια στις 27.7.1998 της επικαρπώτριας), μία αυτοτελής και ανεξάρτητη κάθετη ιδιοκτησία- αγροτικό ακίνητο-, η οποία αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου (πρώην αμπελώνος), που βρίσκεται στην αγροτική περιοχή της κτηματικής περιφέρειας της πρώην Κοινότητας, ήδη Δημοτικού ..., στη θέση "...", γνωστό με το όνομα "...", εκτάσεως 4.925 τμ και σύμφωνα με τους τίτλους κτήσης του, το ακίνητο αυτό, αποτελεί αυτοτελές ακίνητο, ενός μεγαλύτερου ακινήτου, εκτάσεως δύο (2) θηραϊκών ζευγαριών, το οποίο δια της διανοίξεως κοινοτικού (δημοτικού) δρόμου (ασφάλτου) προς ...
διαχωρίσθηκε σε δύο τμήματα, τα οποία αποτελούν αυτοτελή ακίνητα. Το ως άνω αγροτικό ακίνητο, εκτάσεως 4.925 τμ, φαίνεται περιμετρικά με τους αριθμούς 14-15-16-17-18-19-20-21 -22- 23-24-25-14, στο από Ιανουαρίου 1979 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού, Χ. Π., άρτιο και οικοδομήσιμο, το οποίο προσαρτάται στην υπ' αριθμ....20.12.1986 πράξη σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας, της ..., Φ.
Ν. και στο από Νοεμβρίου του 2003 τοπογραφικό διάγραμμα κάλυψης, του αρχιτέκτονα μηχανικού, Χ. Κ., βρίσκεται στην εκτός σχεδίου περιοχή ..., επί της επαρχιακής οδού ... και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, συνορεύει δε, βόρεια με δρόμο κοινοτικό (δημοτικό), νότια με κοινοτικό (δημοτικό) δρόμο (άσφαλτο), ανατολικά, εν μέρει με ιδιοκτησία, Ε.
Χ. και εν μέρει με ιδιοκτησία, Μ. Μ. και δυτικά με ιδιοκτησία, Α. Κ.. Η άνω αυτοτελής κάθετη ιδιοκτησία-αγροτικό ακίνητο- εκτάσεως 1.287 τμ και ποσοστό συμμετοχής εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου 261,32/1000, όπως απεικονίζεται στο συνημμένο στην πιο πάνω υπ' αριθμ....20.12.1986 πράξη σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας, από Ιανουαρίου 1979 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού, Χ.
Π., με τον αριθμό ΤΡΙΑ (3) και περιμετρικά με τα γράμματα και τους αριθμούς Α,14, 15, 16, 17, 18, Β, Α, συνορεύει, βόρεια, σε πλευρά Β-18, με κοινοτικό (δημοτικό) δρόμο, νότια σε πλευρά Α-14 ομοίως με κοινοτικό (δημοτικό) δρόμο (άσφαλτο), - προς ... ανατολικά σε πλευρά Α-Β (με το υπ' αριθμ.(4) τμήμα του ίδιου ακινήτου και δυτικά σε πλευρά 14-15-16-17-18, με ιδιοκτησία Α.
Κ.. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από το ίδιο άνω ακίνητο (πρώην αμπελώνας, που βρίσκεται στην αγροτική περιοχή της κτηματικής περιφέρειας της πρώην Κοινότητας, ήδη Δημοτικού ..., στη θέση "...", γνωστό με το όνομα "...", εκτάσεως 4.925 τμ κλπ), περιήλθαν στη δεύτερη των εφεσίβλητων Α. Κ., οι παρακάτω αυτοτελείς και ανεξάρτητες κάθετες ιδιοκτησίες, ήτοι:
α) με το υπ' αριθμ.22.092/1.3.2004 συμβόλαιο πώλησης, της ..., Μ. - Ρ. Ε. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θήρας, στον τόμο 383 και με α/α 51, με αγορά από τη Ν. συζ. Α. Γ., το γένος Ε. Λ., μία αυτοτελής κάθετη ιδιοκτησία - αγροτικό ακίνητο -εκτάσεως1.287 τμ και ποσοστό συμμετοχής εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου 261,32/000, όπως απεικονίζεται στο συνημμένο στην πιο πάνω υπ' αριθμ....20.12.1986 πράξη σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας, από Ιανουαρίου 1979 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού, Χ.
Π., με τον αριθμό ΠΕΝΤΕ (5) και περιμετρικά με τα γράμματα και τους αριθμούς Δ, Γ, 20, Ε, Ζ, Δ, που συνορεύει, βόρεια, σε πλευρά Γ-Ε, με κοινοτικό (δημοτικό) δρόμο, νότια σε πλευρά Δ-Ζ ομοίως με κοινοτικό (δημοτικό) δρόμο (άσφαλτο), ανατολικά σε πλευρά Ε-Ζ, με το υπ' αριθμ.(6) τμήμα του ίδιου ακινήτου και δυτικά σε πλευρά Γ-Δ, με το υπ' αριθμ.(4) τμήμα του ίδιου ακινήτου, β) Με το υπ' αριθμ.22.176/17.4.2004 συμβόλαιο πώλησης, της ..., Μ. - Ρ.
Ε. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θήρας, στον τόμο 384 και με α/α 58, ποσοστό 90% εξ αδιαιρέτου, επί μιας αυτοτελούς κάθετης ιδιοκτησίας-αγροτικό ακίνητο- εκτάσεως 1.064 τμ και ποσοστό συμμετοχής εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου 261,04/000, όπως απεικονίζεται στο συνημμένο στην πιο πάνω υπ' αριθμ....20.12.1986 πράξη σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας, από Ιανουαρίου 1979 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Χ.
Π., με τον αριθμό ΕΞΙ (6) και περιμετρικά με τα γράμματα και τους αριθμούς ..., 22, 23, 24, Ζ, που συνορεύει, βόρεια, σε πλευρά Ε-21, με κοινοτικό (δημοτικό) δρόμο, νότια σε πλευρά Ζ-24 ομοίως με κοινοτικό (δημοτικό) δρόμο (άσφαλτο), ανατολικά σε πλευρά ..., με ιδιοκτησία Ε. Χ. και εν μέρει σε πλευρά 23-24, με ιδιοκτησία, Μ. Μ.
και δυτικά σε πλευρά Ε-Ζ, με το άνω υπ' αριθμ.(5) τμήμα του ίδιου ακινήτου, ιδιοκτησίας της. Στη συνέχεια η δεύτερη των εκκαλούντων, δυνάμει της υπ' αριθμόν ....4.2004 οικοδομικής άδειας του Πολεοδομικού Γραφείου Θήρας, η οποία αναθεωρήθηκε στις 11.8.2004 (με αριθμ.πρωτ.1212) ως προς την προσθήκη ορόφου, οικοδόμησε επ' αυτών διώροφη οικοδομή με υπόγειο (καταστήματα), αποτελούμενη από ισόγειο, εμβαδού 199,57 τμ, με ημιυπαίθριο χώρο εμβαδού 28,20 τμ, πρώτο, πάνω από το ισόγειο, όροφο, εμβαδού 102,24 τμ και υπόγειο, εμβαδού 199,57 τμ.
Στην οικοδομή αυτή ασκούσαν οι εφεσίβλητοι (ενάγοντες) την εμπορική τους δραστηριότητα, δεδομένου ότι ο πρώτος απ' αυτούς ήταν εκπρόσωπος της ομόρρυθμης εταιρείας, με την επωνυμία "... ΟΕ" και η δεύτερη νόμιμη εκπρόσωπος της ομόρρυθμης εταιρείας, με την επωνυμία, "... ΟΕ". Επί του άνω περιγραφόμενου ακινήτου (υπό το στοιχείο α), του πρώτου των εφεσίβλητων, που βρίσκεται ...
και περιήλθε σ1 αυτόν με το υπ' αριθμ. 19.369/2002 συμβόλαιο, υφίσταντο τα ακόλουθα βάρη: α) προσημείωση υποθήκης, γραμμένη στις 8.10.2002, στον τόμο 66 και με α/α 178, υπέρ της Εμπορικής Τράπεζας, β) προσημείωση υποθήκης, ραμμένη στις 10.7.2003, στον τόμο 67 και με α/α 21, υπέρ της Εμπορικής Τράπεζας, γ) προσημείωση υποθήκης, γραμμένη στις 11.8.2004, στον τόμο 68 και με α/α 20, υπέρ της Εμπορικής Τράπεζας και δ) προσημείωση υποθήκης, γραμμένη στις 16.3.2005, στον τόμο 68 και με α/α 196, υπέρ της Εμπορικής Τράπεζας, συνολικού ύψους 780.000 ευρώ, που εξασφάλιζαν χορηγηθέντα δάνεια, προς εξυπηρέτηση της εμπορικής του δραστηριότητας (εμπόριο φρούτων και λαχανικών), συνολικού ύψους 600.000 ευρώ.
Επίσης, επί των άνω περιγραφομένων ακινήτων της δεύτερης των εφεσίβλητων υφίσταντο τα ακόλουθα βάρη: α) προσημείωση υποθήκης, γραμμένη στις 4.8.2004, στον τόμο 68 και με α/α 19, υπέρ της Εμπορικής Τράπεζας, β) προσημείωση υποθήκης, γραμμένη στις 6.8.2004, στον τόμο 68 και με α/α 25, υπέρ της Εμπορικής Τράπεζας και γ) προσημείωση υποθήκης, γραμμένη στις 16.3.2005, στον τόμο 68 και με α/α 196, υπέρ της Εμπορικής Τράπεζας, που εξασφάλιζαν χορηγηθέντα δάνεια.
Επίσης από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι εφεσίβλητοι ασκούσαν επιχειρηματική δραστηριότητα (εμπορία φρούτων, λαχανικών και άλλων προϊόντων και στον ανεφοδιασμό πλοίων) μέσω των εταιρειών "... Ο.Ε." και "... Ο.Ε." με έδρα αντίστοιχα η κάθε εταιρεία στα επίδικα ακίνητα στα Φηρά και στον Πύργο Θήρας, στις οποίες συμμετείχαν και τους απέφεραν σημαντικά κέρδη και έτσι εξυπηρετούνταν τα δάνεια τους κυρίως από την εμπορική δραστηριότητα του πρώτου των εφεσίβλητων.
Όμως στις 25.11.2005 ο τελευταίος συνελήφθη και κρατήθηκε προσωρινά για απόπειρα ανθρωποκτονίας και μετέπειτα καταδικάσθηκε για την πράξη του αυτή και παρέμεινε στις κρατούμενος στις Δικαστικές Φυλακές Χανίων μέχρι και τις 12.12.2007, οπότε απολύθηκε υπό όρους με το υπ' αριθμ. 517/10.12.2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χανίων.
Κατά τη διάρκεια της κράτησης του πρώτου των εφεσίβλητων οι ως άνω επιχειρήσεις, στις οποίες συμμετείχαν οι εφεσίβλητοι κατέρρευσαν οικονομικά, επειδή στηρίζονταν κυρίως στην προσωπική εργασία και επιχειρηματική δραστηριότητα του πρώτου απ' αυτούς, με αποτέλεσμα αυτοί να κινδυνεύσουν με οικονομική καταστροφή και να μην μπορούν να εξυπηρετούν τα δάνεια που είχαν λάβει από την Εμπορική Τράπεζα, αρχικού κεφαλαίου περίπου 750.000 €, για τις ανάγκες της επιχείρησης τους και την αγορά των ως άνω επίδικων ακινήτων, όπου βρίσκονταν η κατοικία τους και τα καταστήματα των επιχειρήσεων τους, και τα οποία εξασφαλίζονταν με προσημειώσεις υποθηκών υπέρ της άνω Τράπεζας, συνολικού ποσού 908.500 €, και να μην είναι σε θέση να καταβάλουν τα μισθώματα της από 10.2.2005 σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης αξίας 250.250 €, που είχαν καταρτίσει με την ίδια ως άνω Τράπεζα για την απόκτηση του εξοπλισμού των επιχειρήσεων τους, κυρίως μηχανημάτων και ψυκτικών θαλάμων, ενώ εξαιτίας αυτού δημιουργήθηκαν απλήρωτα χρέη τους προς τρίτους (Δημόσιο, ΙΚΑ και προμηθευτές).
Λόγω της αδυναμίας αυτής των εφεσίβλητων να ανταποκριθούν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις υπήρχε κίνδυνος κατασχέσεως και εκπλειστηριασμού των ακινήτων τους. Ενόψει του κινδύνου αυτού οι εφεσίβλητοι, αναζητώντας άμεσα λύσεις, προκειμένου η Τράπεζα να μην κατάσχει τα επίδικα ακίνητα τους, που βαρύνονταν με προσημειώσεις, αποφάσισαν αρχικά να πωλήσουν κάποιο από τα επίδικα ακίνητα τους, (τα οποία είχαν συνολική εμπορική αξία περίπου 1.900.000 €) προκειμένου να πληρώσουν τις ληξιπρόθεσμες και επόμενες δόσεις των επιχειρηματικών δανείων και τις λοιπές οφειλές τους και προς το σκοπό αυτό μάλιστα η δεύτερη ενάγουσα, προσυμφώνησε την πώληση του ενός ακινήτου της (κάθετη ιδιοκτησία, με τον αριθμό 5, εκτάσεως 1.287 τμ), τα 36/40 εξ αδιαιρέτου του δευτέρου ακινήτου της (κάθετη ιδιοκτησία με τον αριθμό 6, εκτάσεως 1.064 τμ) και από την υπάρχουσα σ' αυτά οικοδομή, μετά τη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, το ισόγειο κατάστημα, εμβαδόν περίπου 200 τμ, προς τον Ι.
Ρ., συνταχθέντος μεταξύ τους του από 12.10.2005 ιδιωτικού συμφωνητικού, λαμβάνοντας την ίδια ημέρα, ως προκαταβολή, το ποσό των 80.000 €, υπό τον όρο "εντός προθεσμίας δύο μηνών να του εγκριθεί από την Εμπορική Τράπεζα Θήρας, σχετικό δάνειο, του οποίου εξελίσσεται η διαδικασία και σε διαφορετική περίπτωση υπόσχεται η πωλήτρια να του επιστρέψει ακέραιο το άνω ποσό..", η οποία όμως πώληση τελικά δεν ολοκληρώθηκε (βλ.
σχ. το από 12.10.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό και το από 13.11.2006 έγγραφο), ενώ δεν κατέστη δυνατόν οι εφεσίβλητοι να πωλήσουν κάποιο άλλο ακίνητο τους, για να αποπληρώσουν τις οφειλές τους και να διασώσουν την περιουσία και τις επιχειρήσεις τους. Στη συνέχεια οι εφεσίβλητοι (ενάγοντες), εκ των οποίων ο πρώτος εκπροσωπούνταν από τη δεύτερη, με τις αντίστοιχες από 14.8.2006 και 3.6.2006 εντολές, προς την εταιρεία ...
SA, της ανέθεσαν τη διαμεσολάβηση για την πώληση του άνω υπό στοιχείο (α) ακινήτου, του πρώτου, με τίμημα 1.000.000 € και των ακινήτων της δεύτερης, με τίμημα 1.500.000 € (βλ. σχ εντολές ανάθεσης). Τελικά, οι εφεσίβλητοι εκ των οποίων ο πρώτος εκπροσωπούνταν από τη δεύτερη ήλθαν σε επαφή και διαπραγμάτευση με τον πρώτο των εκκαλούντων Ι.
Π., που ήταν επιχειρηματίας, που διέθετε κεφάλαια περίπου 300.000 € και αρχικά ήθελε να τα επενδύσει για την ίδρυση πρατηρίου υγρών καυσίμων στη Σαντορίνη, με την μεσολάβηση και ακολουθώντας τις υποδείξεις του Ε. Π., (ο οποίος από το καλοκαίρι του 2001 έως το-Μάρτιο του 2008, υπηρετούσε στο υποκατάστημα της Εμπορικής ..., αρχικά ως υποδιευθυντής και από τον Ιανουάριο του 2005 ως διευθυντής και ως εκ τούτου γνώριζε τους εφεσίβλητους, αλλά και τον πρώτο των εκκαλούντων, Ι.
Π., του οποίου η σύντροφος, Γ. Κ., ήταν συνάδελφος του, υποδιευθύντρια στο ίδιο υποκατάστημα και είχαν αναπτυχθεί μεταξύ τους φιλικές και οικογενειακές σχέσεις,) και με τη συνεχή τηλεφωνική επικοινωνία με τον πρώτο των εφεσίβλητων, μέσα από τη φυλακή, προκειμένου να βρεθεί κάποια λύση και η Τράπεζα να μην κατάσχει τα επίδικα ακίνητα, που βαρύνονταν με προσημειώσεις.
Μετά από τις συζητήσεις και τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των ως άνω εμπλεκομένων προσώπων ο πρώτος των εκκαλούντων Ι. Π. πείσθηκε από τον ανωτέρω Διευθυντή και την Υποδιευθύντρια του υποκαταστήματος της Εμπορικής Τράπεζας ότι οι επιχειρήσεις των εφεσίβλητων είχαν σημαντική υπεραξία και προοπτικές να επανακάμψουν, έδειξε δε ενδιαφέρον να επενδύσει στην επιχείρηση εμπορίας φρούτων και λαχανικών, παρέχοντας διευκόλυνση στους εφεσίβλητους για να αποπληρώσουν τις οφειλές τους με αντάλλαγμα την κατά ποσοστό 50% συμμετοχή του σε μια εταιρεία που θα αναλάμβανε και θα συνέχιζε την άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας των εφεσίβλητων στα επίδικα ακίνητα που στέγαζαν τις επιχειρήσεις τους και με δικό τους εξοπλισμό.
Πράγματι, μετά από εξηγήσεις που έλαβαν από τον ως άνω Διευθυντή της Τράπεζας, ο οποίος ήταν αυτός που μεσολάβησε στην κατάρτιση των συμφωνιών μεταξύ των εφεσίβλητων και του πρώτου εκκαλούντος, μετά από συζητήσεις και διαπραγματεύσεις συντάχτηκε το από 20.10.2006 ιδιωτικό συμφωνητικό, σύμφωνα με το οποίο ο πρώτος των εκκαλούντων θα χορηγούσε στους εφεσίβλητους, ως δάνειο, ποσό μέχρι του ποσού των 1.450.000 €, που αυτός θα κατέβαλε προς εξόφληση των οφειλών τους και το οποίο θα διέθετε κατά ένα μέρος ποσού του 300.000 € από ίδια κεφάλαια και το υπόλοιπο θα δανειζόταν από την Εμπορική και Αγροτική Τράπεζα με προσημείωση υποθήκης επί των επίδικων ακινήτων των εφεσίβλητων, που τότε είχαν εμπορική αξία 1.900.000 €, δεδομένου ότι ο πρώτος των εκκαλούντων δεν είχε τέτοια κεφάλαια, ώστε να τους δώσει δάνειο ύψους 1.450.000 € και δεν υπήρχε άλλος τρόπος χορήγησης τόσο μεγάλων δανείων από Τράπεζα, παρά μόνο με την εγγραφή προσημείωσης, τα οποία (ακίνητα) αυτός θα αποκτούσε από τους εφεσίβλητους, χωρίς να καταβάλει τίμημα και χωρίς να υπάρχει καμία βούληση αγοράς ή πώλησης τους αλλά με μοναδικό σκοπό αφενός μεν αυτός να εμφανίζεται ως ιδιοκτήτης, για μπορέσει να λάβει χρηματοδότηση από τις Τράπεζες και να χορηγήσει το ανωτέρω δάνειο στους εφεσίβλητους με την καταβολή του προς εξόφληση των οφειλών τους, αφετέρου δε να αποκτήσει τυπικά τα ακίνητα και να διατηρήσει την κυριότητα τους μέχρι την επιστροφή του δανείου, πλέον τόκων και εξόδων, που αυτός θα είχε καταβάλει, δηλαδή ως εξασφάλιση ότι το δάνειο 0u του επιστραφεί, όπως συμφωνήθηκε, το αργότερο εντός τεσσάρων (4) ετών, οπότε οι εφεσίβλητοι θα είχαν το δικαίωμα επαναγοράς των ακινήτων, με τίμημα το ποσό του δανείου πλέον τόκων και εξόδων.
Στην περίπτωση δε που δεν του επιστρεφόταν το ως άνω ποσό που ο πρώτος των εκκαλούντων θα δάνειζε του εφεσίβλητους, αυτός θα κρατούσε τα ακίνητα, των οποίων η αξία κάλυπτε τόσο το ποσό του δανείου όσο και των τόκων και εξόδων που αυτός θα κατέβαλε. Επί πλέον, για να διευκολυνθεί η καταβολή του ποσού του δανείου, συμφωνήθηκε μεταξύ των ιδίων ως άνω προσώπων η ίδρυση εταιρείας, μεταξύ του πρώτου των εφεσίβλητων και του πρώτου των εκκαλούντων με ίση συμμετοχή έκαστου, με αντικείμενο την εμπορία φρούτων και λαχανικών.
Η υπό ίδρυση εταιρεία θα ασκούσε τη μέχρι τότε επιχείρηση των εφεσίβλητων, θα αποκτούσε τον εξοπλισμό της, τον οποίον οι τελευταίοι είχαν μισθώσει με σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης και θα στεγαζόταν στα επίδικα ακίνητα που η ίδια θα μίσθωνε τυπικά από τους εκκαλούντες, αφού αυτοί θα εμφανίζονταν ως ιδιοκτήτες, και τα οποία η εταιρεία αυτή θα είχε το ίδιο ως άνω δικαίωμα να επαναγοράσει εντός τεσσάρων (4) ετών με τίμημα το ποσό που θα είχε δανείσει ο πρώτος των εκκαλούντων τους εφεσίβλητους με σκοπό την εξόφληση των οφειλών των τελευταίων, πλέον των τόκων και εξόδων που ο πρώτος των εκκαλούντων θα είχε καταβάλει, έτσι ώστε μετά την επαναγορά των ακινήτων είτε από τους εφεσίβλητους με δικά τους χρήματα είτε από την εταιρεία με χρήματα που αυτή θα αποκόμιζε από τα κέρδη της, αφού ο πρώτος εκκαλών θα είχε λάβει το ποσό που θα είχε δανείσει τους εφεσίβλητους, θα αποκόμιζε ως αντάλλαγμα τη ανωτέρω συμμετοχή του στην υπό ίδρυση επιχείρηση και τα μελλοντικά κέρδη αυτής.
Σε εκπλήρωση της ανωτέρω μεταξύ των προαναφερομένων διαδίκων συμφωνίας, που καταρτίστηκε προφορικά και με τη μεσολάβηση του ανωτέρω Διευθυντή της Τράπεζας, οι εφεσίβλητοι μεταβιβάσαν τα επίδικα ακίνητα στους εκκαλούντες που αντιπροσωπεύθηκαν από τον πρώτο ως πληρεξούσιο τους, δυνάμει των υπ' αριθμ. 6526/20.10.2006 και 6527/20.10.2006 συμβολαίων της συμβ/φου Θήρας Ε.
Β.), που αναφέρουν ως αιτία των μεταβιβάσεων τη δήθεν πώληση και ως δήθεν τίμημα για τα μεν ακίνητα που μεταβίβασε ο πρώτος των εφεσιβλήτων το ποσό των 335.000 €, εκ του οποίου το ποσό των 58.820,39 € καταβλήθηκε στη Δ.Ο.Υ. Θήρας προς εξόφληση οφειλής του και το υπόλοιπο συμφωνήθηκε ότι θα καταβληθεί σε μια (1) δόση από προϊόν τραπεζικού δανείου προς εξόφληση και εξάλειψη των βαρών του πωληθέντος ακινήτου στα Φηρά με επιμέλεια του αγοραστή, για τα δε ακίνητα που μεταβίβασε η δεύτερη των εφεσίβλητων το ποσό των 186.100 €, εκ του οποίου το ποσό των 15.179,25 € καταβλήθηκε στη Δ.Ο.Υ Θήρας προς εξόφληση οφειλής της και το υπόλοιπο συμφωνήθηκε ότι θα καταβληθεί σε μια (1) δόση από προϊόν τραπεζικού δανείου προς εξόφληση και εξάλειψη των βαρών των πωληθέντων ακινήτων στον Πύργο με επιμέλεια των αγοραστών.
Ταυτόχρονα με την κατάρτιση των ανωτέρω συμβολαίων στο γραφείο της ... Ε. Β. και παρουσία των δικηγόρων των εφεσίβλητων Ε. Γ. και Β. Κ., η δεύτερη των εφεσίβλητων, ενεργώντας ως πληρεξούσια του πρώτου απ' αυτούς και κατ' εντολή του, και ο πρώτος εκκαλών που ήταν πληρεξούσιος και αντιπρόσωπος του δεύτερου και της τρίτης των εκκαλούντων και ενεργούσε κατ' εντολή τους, κατάρτισαν και υπόγραψαν τo από 20.10.2006 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο είχε συντάξει ο Διευθυντής της Εμπορικής Τράπεζας, Ε.
Π., όπως ο ίδιος κατέθεσε με την υπ' αριθμ. 14466/16.4.2010 ένορκη βεβαίωση με σκοπό να αποτυπωθούν εγγράφως οι άνω συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων. Το ως άνω συμφωνητικό, σε συνδυασμό με την άνω ένορκη βεβαίωση, αποδεικνύει ότι κατά τον χρόνο μεταβίβασης των ακινήτων τόσον οι εφεσίβλητοι (δηλαδή ο πρώτος και η δεύτερη απ' αυτούς που ενεργούσε ατομικά και ως πληρεξούσια του πρώτου), όσον και οι εκκαλούντες (ο πρώτος εκκαλών, που ενεργούσε ως πληρεξούσιος και ήταν αντιπρόσωπος των λοιπών εκκαλούντων), αποδέχονταν και είχαν συμφωνήσει ότι δεν καταρτίζεται κάποια δήθεν πώληση και δεν υπήρχε καμία συμφωνία για δήθεν καταβολή οποιουδήποτε τιμήματος, ως ανταλλάγματος, για την απόκτηση των επίδικων ακινήτων, αλλά ότι η μεταβίβαση των ακινήτων έγινε στο πλαίσιο των ανωτέρω συμφωνιών και με μοναδική αιτία την εξασφάλιση του πρώτου εκκαλούντος ότι θα του επιστραφεί το δάνειο μέχρι του ποσού των 1.450.000 € που θα λάμβαναν οι εκκαλούντες από Τράπεζες με προσημείωση επί των ακινήτων των εφεσίβλητων και θα το κατέβαλαν απευθείας προς εξόφληση των οφειλών των τελευταίων (όπως και πράγματι έγινε), και με απώτερο σκοπό του πρώτου εκκαλούντος τη συμμετοχή του κατά 50% στα κέρδη της ως εταιρείας που θα σύστηναν οι διάδικοι και ή οποία θα ασκούσε την επιχειρηματική δραστηριότητα των εταιριών των εφεσίβλητων (της εμπορίας φρούτων και λαχανικών στα επίδικα ακίνητα) και με τον εξοπλισμό της επιχείρησης τους.
Επίσης αυτοί συμφωνήσαν στο ίδιο συμφωνητικό, στο ανωτέρω ποσό ότι συμπεριλαμβάνεται και ο "εξοπλισμός leasing", δηλαδή τα μηχανήματα και οι ψυκτικοί θάλαμοι, αξίας 250.250 €, που είχαν μισθώσει οι εφεσίβλητοι με την από 10.2.2005 σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης. Στη συνέχεια λίγες ημέρες μετά την υπογραφή των συμβολαίων, προς εκπλήρωση της ανωτέρω συμφωνίας των διαδίκων και επιβεβαιώνοντας σαφώς αυτήν, ο πρώτος των εκκαλούντων (ενεργώντας ατομικά και για λογαριασμό των λοιπών εκκαλούντων) υπέγραψε συμβάσεις με την Εμπορική και την Αγροτική Τράπεζα, στα Καταστήματα τους στη Θήρα, δυνάμει των οποίων οι εκκαλούντες έλαβαν δάνεια συνολικού ποσού 1.200.000 € και συγκεκριμένα:
α) Ο πρώτος των εκκαλούντων υπέγραψε την από 23.10.2006 και με αριθμ. 2483819420/2006 σύμβαση στεγαστικού δανείου 300.000 € με την Εμπορική Τράπεζα όπως εκπροσωπούνταν από τους ανωτέρω Διευθυντή Ε. Π. και Υποδιευθύντρια Γ. Κ., την οποία εγγυήθηκε ο ίδιος και η τρίτη εκκαλούσα και δυνάμει της οποίας (σύμβασης) χορηγήθηκε στον δεύτερο των εκκαλούντων (οφειλέτη) το ανωτέρω ποσό για την αγορά του 50% των ακινήτων του υπ' αριθμ. 6257/2006 συμβολαίου με προσημείωση υποθήκης επ' αυτών.
Με το ποσόν δε του δανείου αυτού, το οποίο ο πρώτος των εκκαλούντων έλαβε ως πληρεξούσιος του δεύτερου των εκκαλούντων, εξόφλησε ισόποση οφειλή των εφεσίβλητων προς την ίδια Εμπορική Τράπεζα. (Σημειώνεται ακόμη ότι η ίδια σύμβαση δανείου φέρει υπογραφές μόνο του πρώτου εκκαλούντος τόσο ως οφειλέτη όσο και ως εγγυητή και δεν αναφέρει ότι αυτός ενεργεί δυνάμει κάποιου πληρεξουσίου για λογαριασμό του οφειλέτη, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι ο ίδιος ήταν ο πραγματικά συναλλασσόμενος και αυτός που αποφάσιζε και ενεργούσε σε συνεννόηση με τους ως άνω Διευθυντή και Υποδιευθύντρια της Τράπεζας, η οποία (υποδιευθύντρια) ήταν σύντροφος του, και αμφότεροι γνώριζαν τις συμφωνίες που είχαν γίνει μεταξύ των διαδίκων και τον διευκόλυναν προς εκπλήρωση των μεταξύ των διαδίκων συμφωνηθέντων).
β) Ο πρώτος των εκκαλούντων υπέγραψε την από 23.10.2006 και με αριθμ. 2483823620/2006 σύμβαση στεγαστικού δανείου 300.000 € με την Εμπορική Τράπεζα, όπως εκπροσωπούνταν από τους ανωτέρω Διευθυντή Ε. Π. : και Υποδιευθύντρια Γ. Κ., την οποία εγγυήθηκε ο ίδιος και ο δεύτερος των εκκαλούντων, δυνάμει της οποίας χορηγήθηκε στην τρίτη εκκαλούσα (οφειλέτρια) το ανωτέρω ποσό για την αγορά του 50% των ακινήτων του υπ' αριθμ. 6257/2006 συμβολαίου με προσημείωση υποθήκης επ' αυτών.
Με το ποσό του δανείου αυτού, το οποίο ο πρώτος των εκκαλούντων έλαβε ως πληρεξούσιος της τρίτης των εκκαλούντων, εξόφλησε ισόποση οφειλή των εφεσίβλητων προς την ίδια Εμπορική Τράπεζα. (Σημειώνεται δε ότι η ίδια σύμβαση δανείου φέρει υπογραφές μόνο του πρώτου των εκκαλούντων τόσο ως οφειλέτη όσο και ως εγγυητή και δεν αναφέρει ότι αυτός ενεργεί δυνάμει κάποιου πληρεξουσίου για λογαριασμό της οφειλέτριας, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι ο ίδιος ήταν ο πραγματικά συναλλασσόμενος και αυτός που αποφάσιζε και ενεργούσε σε συνεννόηση με τους ως άνω Διευθυντή και Υποδιευθύντρια, η οποία ήταν σύντροφος του, και αμφότεροι γνώριζαν τις συμφωνίες που γίνει μεταξύ των διαδίκων και τον διευκόλυναν προς εκπλήρωση των μεταξύ των διαδίκων συμφωνηθέντων, γ) Ο πρώτος των εκκαλούντων υπέγραψε την από 8.11.2006 και με αριθμ. 177/2006 σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου ποσού 600.000 € με την Αγροτική Τράπεζα, την οποία εγγυήθηκε ο δεύτερος των εκκαλούντων, δυνάμει της οποίας χορηγήθηκε στον πρώτο των εκκαλούντων (οφειλέτη) το ανωτέρω ποσό για αγορά των ακινήτων του υπ' αριθμ. 6256/2006 συμβολαίου με υποθήκη δεύτερης τάξης επί του επίδικου ακινήτου στα Φηρά.
Με το ποσό του δανείου αυτού, το οποίο εκταμιεύθηκε από την τράπεζα, ο πρώτος των εκκαλούντων εξόφλησε το ισόποσο υπόλοιπο των οφειλών των εφεσίβλητων προς την Εμπορική Τράπεζα σύμφωνα με το από 5.9.2006 έγγραφο της. (Σημειώνεται δε ότι η ίδια σύμβαση δανείου φέρει υπογραφές μόνο του πρώτου των εκκαλούντων τόσο ως οφειλέτη όσο και ως εγγυητή, καθώς ο πρώτος των εκκαλούντων την υπέγραψε τόσο ατομικά για τον εαυτό του όσο και ως πληρεξούσιος του δεύτερου απ' αυτούς δυνάμει του υπ' αριθμ. 70/2006 πληρεξουσίου της συμβ/φου Ε.
Σ.). Περαιτέρω και προς εκπλήρωση των ίδιων ως άνω συμφωνιών των διαδίκων, όπως αυτές αποτυπώθηκαν στο από 20.10.2006 ιδιωτικό συμφωνητικό, δυνάμει του από 6.2.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού σύστασης ετερόρρυθμης εταιρείας που δημοσιεύθηκε στο Πρωτοδικείο Νάξου με αριθμ. 35/12.2.2007 ο πρώτος των εφεσίβλητων και ο πρώτος των εκκαλούντων και μετά από απαίτηση του τελευταίου με τη συμμετοχή του ως άνω Διευθυντή του Καταστήματος Εμπορικής Τράπεζας Ε.
Π., συνεστήθη μεταξύ τους η ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ε.Ε." με σκοπό την ίδρυση, λειτουργία και εκμετάλλευση επιχείρησης εμπορίας χονδρικής και λιανικής πώλησης οπωροκηπευτικών, αγροτικών, κτηνοτροφικών προϊόντων και ειδών διατροφής και κάθε συναφή δραστηριότητα, η οποία συμφωνήθηκε ότι έχει αόριστη διάρκεια και στην οποία, όπως συμφωνήθηκε, ο πρώτος των εφεσίβλητων θα ήταν διαχειριστής, νόμιμος εκπρόσωπος και ταμίας και θα συμμετείχε ως ομόρρυθμος εταίρος με ποσοστό 40%, ο πρώτος των εκκαλούντων θα συμμετείχε ως ετερόρρυθμος εταίρος με 40% και ο Ε.
Π. ως ετερόρρυθμος με 20%. (Όπως κατέθεσε ο Ε. Π. με την υπ' αριθμ. 14466/2010 ένορκη βεβαίωση, η εταιρεία αυτή συστάθηκε σε εκτέλεση των ανωτέρω συμφωνιών μεταξύ των διαδίκων και ο ίδιος συμμετείχε σ' αυτήν μετά από παράκληση των δύο πλευρών, ώστε να εξασφαλίσει την τήρηση των συμφωνηθέντων. Όπως δε προβάλλουν οι εκκαλούντες, αυτός συμμετείχε στην εταιρεία με ποσοστό 20%, για να λάβει αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες που τους παρείχε και τη διαμεσολάβηση του στις συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων).
Η εν λόγω εταιρεία συστάθηκε προς εκπλήρωση των ως άνω συμφωνιών μεταξύ των διαδίκων καθώς ο πρώτος των εκκαλούντων δεν είχε κανέναν λόγο να συμμετέχει σε μια εταιρεία με συνέταιρο και διαχειριστή τον πρώτο των εφεσίβλητων, που τότε ήταν κρατούμενος στις Φυλακές Χανίων, και δεν μπορούσε να έχει καμία ενεργό συμμετοχή και να παρέχει τις υπηρεσίες του στην εταιρεία, ενώ ούτε ο πρώτος των εφεσίβλητων είχε κανέναν λόγο, πλην της τήρησης της ανωτέρω συμφωνίας, για να εκχωρήσει το σύνολο της επιχειρηματικής δραστηριότητας του προς μια εταιρεία με τους ανωτέρω συνέταιρους, οι οποίοι μετείχαν μόνο ως επενδυτές με συνολικό ποσοστό 60%, αφού αυτοί ήταν ετερόρρυθμοι εταίροι και έτσι δεν είχαν ευθύνη για τις ζημίες και δεν γνώριζαν καν το αντικείμενο της εμπορίας φρούτων και λαχανικών και δεν μπορούσαν ούτε και ήθελαν να παρέχουν την προσωπική εργασία τους στα καταστήματα της εταιρείας στη Σαντορίνη.
Μάλιστα, η άνω εταιρεία "... Ε.Ε." μίσθωσε με το από 26.2.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης το επίδικο ακίνητο στα Φηρά από τον πρώτο των εκκαλούντων με συμβολικό μηνιαίο μίσθωμα 150 €, το οποίο (ακίνητο) έως τότε χρησιμοποιούσε ως έδρα και κατάστημα της η εταιρεία "... Ο.Ε." που είχε ομόρρυθμους εταίρους τον πρώτο και τη δεύτερη των εφεσίβλητων και τη θυγατέρα του πρώτου και λύθηκε λίγο αργότερα στις 28.3.2007 και επίσης η ίδια ως άνω νεοσυσταθείσα ετερόρρυθμη εταιρεία μίσθωσε με το από 14.3.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης από τους δεύτερο και τρίτη των εκκαλούντων τα ακίνητα στον Πύργο με συμβολικό μηνιαίο μίσθωμα 100 €, τα οποία (ακίνητα) έως τότε χρησιμοποιούσε ως έδρα και κατάστημα της η εταιρεία "...
Ο.Ε." που είχε ομόρρυθμους εταίρους τον πρώτο και τη δεύτερη των εφεσίβλητων και τη θυγατέρα του πρώτου και λύθηκε λίγο αργότερα στις 30.3.2007. Με τον τρόπο αυτό η νεοσυσταθείσα εταιρεία εγκαταστάθηκε στα επίδικα ακίνητα που προηγουμένως στέγαζαν τις εταιρείες των εφεσίβλητων, που λύθηκαν και έπαυσαν να έχουν επιχειρηματική δραστηριότητα.
Όμως λίγους μήνες αργότερα και ενώ ο πρώτος των εκκαλούντων έδειχνε ότι τηρεί τις μεταξύ των διαδίκων συμφωνίες και είχε πείσει τους εφεσίβλητους να παύσουν τις επιχειρήσεις τους και να παραδώσουν τα καταστήματα και τον εξοπλισμό τους στη νεοσυσταθείσα εταιρεία (που συμμετείχαν από κοινού με τα άνω ποσοστά), κατήγγειλε την εταιρεία "...
Ε.Ε.", χωρίς να επικαλεσθεί κανέναν λόγο, με την από 4.7.2007 δήλωσή του καταγγελίας, που επιδόθηκε, με θυροκόλληση, στις 5.7.2007 στην επιχείρηση του πρώτου των εφεσίβλητων στα Φηρά και την ίδια ημέρα στον Ε. Π. και η οποία (δήλωση καταγγελίας) δημοσιεύθηκε με τις εκθέσεις επίδοσης της στο Πρωτοδικείο Νάξου με αριθμ. 183/10.9.2007.
Με τον τρόπο αυτό ο πρώτος των εκκαλούντων απέβλεπε να εκμεταλλευθεί μόνος του (μαζί με τα τέκνα του) τα καταστήματα των επιχειρήσεων των εφεσίβλητων στα Φηρά και στον Πύργο και τον εξοπλισμό τους, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων και χωρίς να έχει καταβάλει κανένα τίμημα για την απόκτηση των ακινήτων και των επιχειρήσεων των εφεσίβλητων, που ασκούνταν στα καταστήματα που είχαν αυτοί ανεγείρει επ' αυτών.
Μάλιστα, ο πρώτος των εκκαλούντων με το πρόσχημα της ίδρυσης της εταιρείας, που είχαν συμφωνήσει μεταξύ τους οι διάδικοι, κατάφερε να πείσει τους εφεσίβλητους να αποχωρήσουν οι δικές τους εταιρείες από τα καταστήματα τους και να παύσουν την επιχειρηματική δραστηριότητα τους, και χωρίς να υφίσταται κανένας λόγος για την καταγγελία της νεοσυσταθείσας εταιρείας και τη λύση της συμφωνηθείσας συνεργασίας τους.
Αυτά δε συνέβησαν, ενώ ο πρώτος των εφεσίβλητων ήταν έγκλειστος στις Φυλακές Χανίων και δεν μπορούσε να αντιδράσει, για να προστατεύσει την περιουσία και τις επιχειρήσεις του, ενώ η δεύτερη των εφεσίβλητων είχε αποχωρήσει από τη Σαντορίνη και ζούσε πλέον στη Σητεία της Κρήτης. Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω, στην προκείμενη περίπτωση, αρκεί να αποδειχθεί η εικονικότητα των υπ' αριθμ. 6526/2006 και 6527/2006 συμβολαίων της συμβ/φου Θήρας Ε.
Β., που αναφέρουν ως αιτία των μεταβιβάσεων την πώληση, ότι οι εκκαλούντες δεν είχαν καμία δήθεν βούληση να καταρτίσουν σύμβαση πώλησης και δεν συμφωνήσαν κάποιο δήθεν τίμημα ως αντάλλαγμα για τη μεταβίβαση των ακινήτων τους, και γνώριζαν και συμφωνήσαν την εικονικότητα των συμβάσεων πώλησης, χωρίς περαιτέρω να χρειάζεται να αποδειχθούν και οι καλυπτόμενες από τις εικονικές πωλήσεις εξασφαλιστικές συμφωνίες, διότι η εικονικότητα των πωλήσεων έχει συνέπεια την ακυρότητα των μεταβιβάσεων, σε κάθε δε περίπτωση η μεταβίβαση των ακινήτων με αιτία την εξασφάλιση απαιτήσεων (καταπιστευτική μεταβίβαση) είναι απολύτως άκυρη.
Η γνώση και συμφωνία των διαδίκων ως προς την εικονικότητα της πρέπει να κριθεί ότι υπήρχε τον χρόνο της κατάρτισης των ως άνω συμβολαίων, δηλαδή έως και ή τουλάχιστον την 20η .10.2006. Επειδή δε ο πρώτος των εφεσίβλητων αντιπροσωπεύθηκε από τη δεύτερη απ' αυτούς ως πληρεξούσια του στο υπ' αριθμ. 6526/2006 συμβόλαιο και οι δεύτερος και τρίτος των εκκαλούντων αντιπροσωπεύθηκαν από τον πρώτο και πατέρα τους ως πληρεξούσιο τους στο υπ' αριθμ. 6527/2006 συμβόλαιο, σύμφωνα με το άρθρο 214 ΑΚ η εικονικότητα των δηλώσεων των διαδίκων πρέπει να κριθεί από τη γνώση και βούληση της δεύτερης των εφεσίβλητων και του πρώτου των εκκαλούντων, οι οποίοι αμφότεροι ενήργησαν ατομικά ως συμβαλλόμενοι και ως αντιπρόσωποι και ειδικότερα, όπως αναφέρεται στα ανωτέρω συμβόλαια, η δεύτερη των εφεσίβλητων ως πληρεξούσια και κατ' εντολή του πρώτου που ήταν τότε κρατούμενος στις Φυλακές Χανίων, δυνάμει του υπ' αριθμ. 3333/4.10.2006 πληρεξουσίου της συμβ/φου Μ.
Σ. - Ξ. και ο πρώτος των εκκαλούντων ως πληρεξούσιος και κατ' εντολή του δεύτερου και της τρίτης των εκκαλούντων, δυνάμει των υπ' αριθμούς 70/29.9.2006 πληρεξουσίου της συμβ/φου Ε. Σ. και 97/29.7.1994 πληρεξουσίου της συμβ/φου Ε. Λ., αντίστοιχα. Το γεγονός ότι τα συμβόλαια πωλήσεων ήταν εικονική, και ότι τον χρόνο κατάρτισης τους οι συμβαλλόμενοι, δηλαδή τόσο οι εφεσίβλητοι όσο και οι εκκαλούντες, το γνώριζαν και το είχαν συμφωνήσει μεταξύ τους, αποδεικνύεται με το άνω από 20.10.2006 ιδιωτικό συμφωνητικό, που υπογράφηκε συγχρόνως με τα συμβόλαια και στο γραφείο της συμβ/φου, που τα συνέταξε, και επιβεβαιώνει τις εκτός συμβολαίων συμφωνίες τους, και την υπ' αριθμ. 14466/16.4.2010 ένορκη βεβαίωση του Διευθυντή της Εμπορικής Τράπεζας Ε.
Π. στην οποία αναφέρει ότι "συμφωνήθηκε ο Ι. Π. να πλήρωσα τις οφειλές του Ν. Μ. προς την Εμπορική Τράπεζα μέχρι του ύψους του 1.450.000 ευρώ και προς εξασφάλιση των αξιώσεων του Π. για επιστροφή του ποσού του δανείου αυτού ο Ν. Μ. και η Α. Κ. (όπως απαίτησε ο Ι. Π.) θα μεταβίβαζαν τα πιο πάνω ακίνητα", σε συνδυασμό αυτών με τις ομολογίες των εκκαλούντων που περιέχονται στις από 22.4.2010 προτάσεις που αυτοί κατέθεσαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου για τη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής, στις από 7.6.2012 προτάσεις που είχαν καταθέσει στο παρόν Δικαστήριο για τη συζήτηση της έφεσης τους (πριν την αναίρεση).
Ειδικότερα: Το από 20.10.2006 ιδιωτικό συμφωνητικό υπογράφηκε από τη δεύτερη των εφεσίβλητων, που ενεργούσε ως πληρεξούσια του πρώτου, όπως έχει σημειωθεί πάνω από την υπογραφή της, και από τον πρώτο των εκκαλούντων που ενεργούσε στα συμβόλαια ως πληρεξούσιος των λοιπών εκκαλούντων, συγχρόνως με τα υπ' αριθμ. 6526/2006 και 6527/2006 συμβόλαια, στα Φηρά Θήρας και συγκεκριμένα στο γραφείο της συμβ/φου Ε.
Β., που τα συνέταξε και παρουσία των δικηγόρων Ε. Γ. και Β. Κ., που παραστάθηκαν στο συμβόλαιο. Παρόλο που αναφέρει ως τόπο κατάρτισης τις "Δικαστικές Φυλακές Χανίων", αυτό υπογράφηκε στη Σαντορίνη στις 20.10.2006, διότι η δεύτερη των εφεσίβλητων και ο πρώτος των εκκαλούντων, που το υπέγραψαν ταυτόχρονα με τα συμβόλαια, όπως κατέθεσε και ο Ε.
Π. με την υπ' αριθμ. 14446/2010 ένορκη βεβαίωση, την ημέρα αυτή βρίσκονταν στη Σαντορίνη και διότι οι εκκαλούντες έχουν συνομολογήσει ότι το ίδιο συμφωνητικό υπογράφηκε ταυτόχρονα με τα συμβόλαια και συγκεκριμένα στις από 22.4.2010 προτάσεις ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου (σελ. 10) ανέφεραν τα εξής: "Φθάνοντας τώρα στην περιβόητη συμφωνία συνεργασίας ...
πράγματι την 20-10-2006 και μετά από παράκληση του α' των εναγόντων συμφωνήσαμε ενοχικά και με ιδιωτικό συμφωνητικό να συστήσει με τον πρώτο από μας Ανώνυμη Εταιρεία στην οποία Θα συμμετείχαμε κατά ποσοστό 50-50" και στις από 7.6.2012 προτάσεις που κατέθεσαν για τη συζήτηση της έφεσης τους, πριν από την αναίρεση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (σελ. 10-11) τα εξής: "Μετά την υπογραφή των υπ' αριθμούς 6526 και 6527/2006 συμβολαίων, η δευτέρα των εφεσίβλητων εμφάνισε δακτυλογραφημένο κείμενο, για το οποίο δεν είχε προηγηθεί οποιαδήποτε συζήτηση, στο οποίο φέρονταν να συμβάλλονται στις δικαστικές φυλακές Χανίων ...
Αιφνιδιάσθηκα [ο πρώτος των εκκαλούντων] από το γεγονός αυτό και είπα ότι δεν έχω διάθεση να υπογράψω οποιοδήποτε χαρτί, αφού δεν είχε ολοκληρωθεί καμία συζήτηση για τυχόν μελλοντική συνεργασία, δεν είχε συσταθεί οποιαδήποτε εταιρία, δεν έχουν καμία σχετική ενημέρωση τα παιδιά μου και δεν μπορεί, επομένως, να γίνεται λόγος για επαναγορά των ακινήτων από ανύπαρκτη εταιρία, για ανύπαρκτη αιτία.
Απευθύνθηκα στο παριστάμενο δικηγόρο μου, ο οποίος μου δήλωσε ότι ένα τέτοιο "χαρτί", μετά την υπογραφή των συμβολαίων, δεν έχει καμία σχέση με αυτά, είναι ανεξάρτητο απ' αυτά, αλλά είναι και άκυρο, αφού φέρεται να υπογράφεται στις φυλακές Χανίων, το έτος 2005 και ότι, σε κάθε περίπτωση, αν έχει κάποια αξία, είναι ότι δεσμεύει τον Μ., για το ενδεχόμενο μιας μελλοντικής συνεργασίας.
Με την έννοια αυτή, ... υπόγραψα το χαρτί αυτό, με τη βεβαιότητα ότι είναι άκυρο ...". Το γεγονός ότι το άνω συμφωνητικό υπογράφηκε ταυτόχρονα με τα συμβόλαια, δηλαδή στις 20.10.2006, το έχει παραδεκτεί ο πρώτος των εκκαλούντων καταθέτοντας , ως μάρτυρας, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θήρας σε δίκη επί της από 10.3.2011 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, που άσκησαν ο δεύτερος και η τρίτη των εκκαλούντων εναντίον της αδελφής του πρώτου των εφεσίβλητων Ν.
Μ. και η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 9/2011 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου (Συγκεκριμένα, όπως έχει καταγραφεί στα υπ' αριθμ. 9/4.4.2011 πρακτικά της δίκης αυτής, ο πρώτος των εκκαλούντων κατέθεσε τα εξής: "Κάναμε συμφωνία για εταιρία για το εμπορικό κομμάτι ... Συνέταιρος του Μ. ήμουν εγώ. Κάναμε εταιρία για εμπόριο φρούτων...
Την ημέρα που αγοράσαμε τα ακίνητα για τα παιδιά μου υπογράψαμε σύμβαση με τον Μ. για το εμπόριο". Από το ίδιο ως άνω συμφωνητικό προκύπτει η εικονικότητα των πωλήσεων και η αληθής αιτία των μεταβιβάσεων, διότι σ' αυτό αναφέρεται ότι: "Ο δεύτερος των συμβαλλομένων κ. Π.ς Ι. ... αγόρασε ακίνητα που βρίσκονται στο νησί της Σαντορίνης κυριότητας του πρώτου των συμβαλλομένων κ.
Μ. Ν.., καθώς και ακίνητο της συζύγου του κ. Α. Κ. ... που βρίσκεται επίσης στο νησί της Σαντορίνης με σκοπό τη σύναψη Ανωνύμου Εταιρείας εμπορίας Φρούτων και Λαχανικών στο Νησί της Σαντορίνης στην οποία θα συμμετέχουν εξίσου και οι 2 συμβαλλόμενοι... Η συσταθείσα εταιρεία, η οποία θα στεγαστεί στα προαναφερθέντα ακίνητα, θα έχει το δικαίωμα εντός τεσσάρων ετών από τη σύνταξη του παρόντος, να επαναγοράσει τα εν λόγω ακίνητα στο ποσόν κτήσεως από τον κ.
Π., δηλαδή σήμερα ένα εκατομμύριο τετρακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (1.450.000) πλέον έξοδα: συμβολαιογραφικά, εφορίας, τραπεζικοί τόκοι, έξοδα συντήρησης κτιρίων και εξωτερικών χώρων και ότι άλλα έξοδα πλέον του ποσού € 1.450.00.00 (υποσημείωση: στο εν λόγω ποσό περιλαμβάνεται και το ποσό του leasing και η αξία του εξοπλισμού) που θα προκύψουν και θα έχει καταβάλει ο κ.
Π.ς για τα οποία και θα υπάρχουν αποδείξεις. Σε περίπτωση που με υπαιτιότητα του δεύτερου συμβαλλομένου δεν αγοράσει η εταιρεία τα εν λόγω ακίνητα, τότε υποχρεούται να καταβάλει στον πρώτο συμβαλλόμενο το ποσόν των € 450.000". Δηλαδή από το συμφωνητικό αυτό, στο οποίο δεν γίνεται λόγος για τίμημα της αγοραπωλησίας, προκύπτει ότι οι εκκαλούντες απέκτησαν τα ακίνητα με μοναδικό σκοπό να συσταθεί η εταιρεία εμπορίας φρούτων και λαχανικών, στην οποία ήθελε να συμμετάσχει ο πρώτος των εκκαλούντων, και αυτός να μεταβιβάσει τα ακίνητα στην εταιρεία και για τον λόγο αυτό συμφώνησε η εταιρεία να έχει δικαίωμα επαναγοράς στο ποσό κτήσης πλέον εξόδων, δηλαδή αυτών που πλήρωσε για να τα αποκτήσει και των τόκων που θα πλήρωνε για τα τραπεζικά δάνεια που έλαβε και το ποσό των οποίων κατέβαλε προς εξόφληση των οφειλών των εφεσίβλητων, ως δάνειο και με ασφάλεια τα επίδικα ακίνητα, καθώς, αν οι εφεσίβλητοι ή η εταιρεία δεν αγόραζαν τα ακίνητα, καταβάλλοντος το ποσό του εν λόγω δανείου πλέον τόκων και εξόδων, ο πρώτος των εκκαλούντων θα κρατούσε τα ακίνητα που είχαν αξία 1.900.000 €.
Σε περίπτωση δε που ο πρώτος των εκκαλούντων δεν τα μεταβίβαζε με υπαιτιότητα του, θα κατέβαλε στον πρώτο των εφεσίβλητων ως ποινική ρήτρα τη διαφορά μεταξύ του ποσού κτήσης και της εμπορικής αξίας, δηλαδή 450.000 €. Τα ίδια επιβεβαιώνει ο συντάκτης του συμφωνητικού Ε. Π. στην υπ' αριθμ. 14446/2010 ένορκη βεβαίωση του και εμμέσως πλην σαφώς τα παραδέχονται και οι εκκαλούντες, στις από 22.4.2010 προτάσεις ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου (σελ. 10) γράφουν τα εξής: "Φθάνοντας τώρα στην περιβόητη συμφωνία συνεργασίας με τη σύσταση Α.Ε.
για την από κοινού εκμετάλλευση των πωλουμένων, πράγματι την 20-10-2006 και μετά από παράκληση του α' των εναγόντων συμφωνήσαμε ενοχικά και με ιδιωτικό συμφωνητικό να συστήσει με τον πρώτο από μας Ανώνυμη Εταιρεία στην οποία θα συμμετείχαμε κατά ποσοστό 50-50. Συμφωνήθηκε επίσης ότι η υπό ίδρυση εταιρεία θα είχε το δικαίωμα επαναγοράς των ακινήτων.
Όπως αντιλαμβανόμεθα πρόκειται για μια συμφωνία ενοχικής ισχύος, που προβλέπει συνεργασία και η οποία δεν είναι δεσμευτική ως προς το μέρος της μεταβίβασης των ακινήτων στην υπό σύσταση εταιρεία, δεδομένης της ανυπαρξίας της εταιρείας και της έλλειψης του απαιτούμενου συμβολαιογραφικού τύπου της σύμβασης".
Επίσης, και στις από 7.6.2012 προτάσεις που κατέθεσαν για τη συζήτηση της έφεσης τους, πριν από την αναίρεση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ανέφεραν τα εξής: "Συναντηθήκαμε [σε χρόνο πριν από τα συμβόλαια], πράγματι, με τον διευθυντή του καταστήματος και οικογενειακό, όπως, τότε νόμιζα, φίλο, ο οποίος μου γνώρισε ότι το ζεύγος Ν.
Μ. και Α. Κ., που ήταν έμποροι φρούτων και λαχανικών, ήταν πράγματι κύριοι των άνω ακίνητων, ότι ήταν οφειλέτες του καταστήματος, ότι ο εξ αυτών Ν. Μ. κρατείται στις φυλακές Χανίων, για απόπειρα ανθρωποκτονίας, ότι έχουν αποφάσισα την εκποίηση των ως άνω ακινήτων, ότι έχουν απευθυνθεί ήδη σε μεσιτικά γραφεία και υπολογίζει ότι η τιμή των ακινήτων θα είναι συμφέρουσα.
Το ενδιαφέρον μου. αρχικά, κατά τα ως άνω εκτιθέμενα, ήταν να αποκτήσουμε το ακίνητο στον Πύργο, που ήταν κατάλληλο για την εγκατάσταση πρατηρίου υγρών καυσίμων, στο οποίο σκόπευα να ασκήσω σχετική δραστηριότητα με τα τέκνα μου, όμως ο ως άνω διευθυντής του καταστήματος Φηρών, Ε. Π., επέμεινε ότι η αγορά όλων των ακινήτων θα ήταν αξιόλογη επένδυση ..., για να κάνει δε περισσότερο δελεαστική την πρόταση του, με διαβεβαίωσε ότι, πέραν και ανεξάρτητα από την αγορά των ακινήτων και την πιθανολογούμενη, κατά το συνήθως συμβαίνον, κατά τον χρόνο των συζητήσεων, άνοδο της αξίας τούτων, μπορεί να εξασφαλίσει και τη σύμπραξη με την οικογένεια Μ., τόσο αυτού όσο και εμού, σε μία εμφανή ή αφανή εταιρική δράση προς άσκηση της δραστηριότητας που αποτελούσε αντικείμενο της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, ήτοι το χονδρεμπόριο φρούτων και λαχανικών, και ότι αυτός με το κύρος του ως διευθυντού του καταστήματος της Τραπέζης, θα ασκούσε όλη του την επιρροή για επιτυχή και επικερδή εμπορική δράση.
Ο ίδιος διευθυντής με διαβεβαίωσε ότι, με βάση τα στοιχεία που είχε στη διάθεση του, το εμπόριο φρούτων και λαχανικών στο νησί της Σαντορίνης, θα είναι, στο μέλλον, μια επικερδής επιχείρηση, και ότι ο ίδιος θα συμπράξει σε μια κοινή επιχείρηση με μένα και τα τέκνα μου, ή στην οποία θα μετείχε ο ίδιος ο Μ.ς και εγώ, και ότι εμείς θα.
λαμβάνουμε, ως μίσθωμα, ένα σημαντικό κονδύλιο, αν διαθέταμε τα ακίνητα που θα αποκτούσαμε για την άσκηση της δραστηριότητας της εταιρίας που οραματιζόταν. Του δήλωσα ότι, μαζί με τα τέκνα μου, δεν διαθέτουμε πάνω από ευρώ 300.000 και ότι δεν μπορούμε να κάνουμε μια τόσο μεγάλη επένδυση αγοράς όλων των ακινήτων, οπότε, με διαβεβαίωσε ότι, για το ποσό του τιμήματος, πέραν αυτού που διαθέταμε σε μετρητά, θα μεριμνούσε να μας εξασφαλίσει χαμηλότοκο δάνειο από την Εμπορική Τράπεζα.
Έτσι, ο διευθυντής του καταστήματος της Εμπορικής Τράπεζας και, τάχα, φίλος μας (στη συνέχεια αποδείχθηκε επίορκος και της φιλίας μας και της πίστεως που όφειλε προς την Τράπεζα του), με έπεισε να σκεφθώ μια τέτοια επένδυση και να συζητήσω το ενδεχόμενο αγοράς όλων των ακινήτων. Ενημέρωσα τα τέκνα μου για το ενδεχόμενο αγοράς, ...
Ακολούθησε σειρά διαβουλεύσεων, μέσω του Ε. Π., είτε απευθείας με τους Ν. Μ. και Α. Κ., από τις οποίες προέκυψε ότι η οικογένεια Μ. είχε αποφασίσει την πώληση των ακινήτων, μετά του εξοπλισμού των ακινήτων που χρησιμοποιούσαν ως καταστήματα. Τελικά, καταλήξαμε σε συμφωνία για αγορά όλων των ως άνω ακινήτων μετά των εντός αυτών συστατικών, παραρτημάτων και παρακολουθημάτων, ήτοι ψυκτικών θαλάμων και ειδών κλιματισμού, αντί τιμήματος ευρώ 1.450.000.
Μετά απ' αυτό, δώσαμε εντολή για να ετοιμασθούν τα σχέδια των συμβολαίων ...". Συνεχίζοντας δε στις ίδιες από 7.6.2012 προτάσεις (σελ. 10-11), όπως αναφέρθηκε, γράφουν αντιφατικά τα εξής: "Μετά την υπογραφή των υπ' αριθμούς 6526 και 6527/2006 συμβολαίων, η δευτέρα των εφεσίβλητων εμφάνισε δακτυλογραφημένο κείμενο, για το οποίο δεν είχε προηγηθεί οποιαδήποτε συζήτηση, στο οποίο φέρονταν να συμβάλλονται στις δικαστικές φυλακές Χανίων ...
Αιφνιδιάσθηκα από το γεγονός αυτό και είπα ότι δεν έχω διάθεση να υπογράψω οποιοδήποτε χαρτί, αφού δεν είχε ολοκληρωθεί καμία συζήτηση για τυχόν μελλοντική συνεργασία, δεν είχε συσταθεί οποιαδήποτε εταιρία, δεν έχουν καμία σχετική ενημέρωση τα παιδιά μου και δεν μπορεί, επομένως, να γίνεται λόγος για επαναγορά των ακινήτων από ανύπαρκτη εταιρία, για ανύπαρκτη αιτία ...".
Από τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι δεν υπήρχε καμία συμφωνία για καταβολή οποιουδήποτε τιμήματος ως ανταλλάγματος για την απόκτηση των επίδικων ακινήτων από τους εκκαλούντες αλλά η μεταβίβαση των ακινήτων έγινε στο πλαίσιο των άνω συμφωνιών και με μοναδική αιτία την εξασφάλιση του πρώτου εκκαλούντος ότι θα του επιστρέφει το ποσό του δανείου (σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων μέχρι του ποσού των 1.450.000 ευρώ, ποσό το οποίο οι εκκαλούντες, θα λάμβαναν από Τράπεζες με προσημείωση επί των ακινήτων των εφεσίβλητων και θα το χορηγούσαν στους εφεσίβλητους με απευθείας καταβολή προς εξόφληση των οφειλών των τελευταίων και με απώτερο σκοπό του πρώτου εκκαλούντος τη συμμετοχή του κατά 50% στα κέρδη της εταιρείας που θα συστήναμε και η οποία θα ασκούσε τη δραστηριότητα της εμπορίας φρούτων και λαχανικών στα επίδικα ακίνητα και με τον εξοπλισμό της επιχείρησης των εφεσίβλητων, τα οποία, όπως οι εκκαλούντες ομολογούν, απέκτησαν ενιαία (ακίνητα και εξοπλισμό) με τη συμφωνία να τα επαναμεταβιβάσουν στην εταιρεία που θα συστήναν από κοινού με τους εφεσίβλητους, συμφωνία στην οποία, όπως επίσης ομολογούν, κατάληξαν κατόπιν διαπραγματεύσεων και συζητήσεων με τον πρώτο των εφεσίβλητων που είχαν γίνει πριν από την κατάρτιση των συμβολαίων.
Η δε συμφωνία αυτή αποτυπώθηκε στο από 20.10.2006 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο υπογράφηκε ταυτόχρονα με τα συμβόλαια. Το συμφωνητικό αυτό αποτελεί απόδειξη της γνώσης και της συμφωνίας τουλάχιστον της δεύτερης των εφεσίβλητων και του πρώτου των εκκαλούντων, οι οποίοι το υπέγραψαν και ενεργούσαν ως πληρεξούσιοι και αντιπρόσωποι των λοιπών, ενώ ο πρώτος των εκκαλούντων το δέχθηκε και το υπέγραψε γιατί ο παριστάμενος δικηγόρος του τον διαβεβαίωσε ότι είναι άκυρο και, αν και δημιουργεί "προϋποθέσεις μελλοντικής συνεργασίας" στο εμπόριο φρούτων και λαχανικών στη Σαντορίνη, δεν είναι δεσμευτικό ως προς τη μεταβίβαση των ακινήτων προς την εταιρεία.
Επίσης αποδείχθηκε ότι δεν συμφωνήθηκε η πώληση των επιδίκων ακινήτων, αφού δεν υπήρχε καμία συμφωνία για την καταβολή τιμήματος. Οι εκκαλούντες ισχυρίστηκαν ότι συμφωνήσαν, ως τίμημα, το ποσό του 1.450.000 €. Όμως ο ισχυρισμός τους αυτός δεν αποδείχθηκε, καθόσον στην περίπτωση αυτή μια τέτοια συμφωνία θα είχε αποτυπωθεί σε κάποιο έγγραφο ή αντέγγραφο, όπως συνηθίζεται στην πράξη, ιδίως όταν το τίμημα που αναγράφεται (εικονικά) στα συμβόλαια είναι πολύ κατώτερο αυτού που έχει πραγματικά συμφωνηθεί.
Είναι προφανές ότι δεν μπορούσαν τα συμβαλλόμενα πρόσωπα να είχαν συμφωνήσει ότι το τίμημα ανέρχεται στο ανωτέρω ποσό, όταν τα συμβόλαια ανέφεραν εικονικά ως τίμημα το συνολικό ποσό των 521.100 €, που είναι λίγο μεγαλύτερο από τις τότε αντικειμενικές αξίες των επιδίκων ακινήτων, και συγχρόνως να μην υπόγραψαν κάποιο έγγραφο ως απόδειξη και ομολογία ότι το πραγματικό τίμημα ήταν 1.450.000 €, καθώς δεν υπήρχε καμία εξασφάλιση ότι οι εκκαλούντες θα καταβάλουν τη διαφορά των 928.900 € προς εξόφληση των χρεών των εφεσίβλητων και μάλιστα όταν η καταβολή του συνόλου σχεδόν του ανωτέρω ποσού έγινε από προϊόν τραπεζικών δανείων, των οποίων οι συμβάσεις υπογράφηκαν μετά την υπογραφή των επίδικων συμβολαίων μεταβίβασης της κυριότητας, αφού οι εκκαλούντες, όπως οι ίδιοι ομολογούν, διέθεταν μόνο 300.000 € και έλαβαν όλο το επιπλέον ποσό με δάνεια από την Εμπορική και Αγροτική Τράπεζα.
Επομένως ο ισχυρισμός των εκκαλούντων για ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των συμβαλλομένων (διαδίκων) για τίμημα των αγοραπωλησιών των επιδίκων ακινήτων είναι αντίθετα στα διδάγματα της κοινής πείρας και δεν είναι καθόλου πειστικά και δεν ανατρέπουν το γεγονός ότι δεν υπήρξε καμία συμφωνία για καταβολή τιμήματος αλλά μόνο για την παροχή του ανωτέρω ποσού στους εφεσίβλητους, ως δανείου, που καταβλήθηκε προς εξόφληση των οφειλών των εφεσίβλητων και προς εξασφάλιση του οποίου (δανείου) μεταβιβάσθηκαν τα επίδικα ακίνητα με τη συμφωνία επαναγοράς τους, όταν εξοφλούνταν το δάνειο και με μοναδικό σκοπό των εκκαλούντων, να συμμετάσχουν στις επιχειρήσεις εμπορίας φρούτων και λαχανικών των εφεσίβλητων και να έχουν κέρδη απ' αυτές.
Αυτά ενισχύονται από 10.1.2009 εξώδικη απάντηση του πρώτου των εκκαλούντων προς τους εφεσίβλητους στην οποία, ενώ αναφέρεται στις επίδικες μεταβιβάσεις, δεν κάνει κανένα λόγο για το τίμημα αυτών αλλά, αντιθέτως, επαναλαμβάνει όλους τους όρους του από 20.10.2006 ιδιωτικού συμφωνητικού και προβάλλει ότι μετά από διαπραγματεύσεις και συζητήσεις, πριν από τα συμβόλαια, "συμφωνήσαμε ότι θα κάνουμε εμπορική συνεργασία εγώ, εσείς και ο διευθυντής της Εμπορικής Τράπεζας στη Θήρα, Ε.
Π., ο οποίος ήταν ο διαπραγματευτής της πώλησης των ακινήτων". Στο τέλος δε δηλώνει ότι "συμφωνώ είτε στην επαναγορά των ακινήτων είτε στην πώληση τους με όρους τους οποίους θα συμφωνήσουμε, όπως αρχές τρέχοντος έτους τηλεφωνικά ειπώθηκαν". Η κρίση του Δικαστηρίου για εικονικότητα των ως άνω αγοροπωλησιών ενισχύεται ακόμη από το γεγονός ότι οι εκκαλούντες δεν απαίτησαν την παράδοση των επιδίκων ακινήτων συγχρόνως με τη μεταβίβαση τους, έτσι ώστε να τα νέμονται και κατέχουν κατά πλήρες και αποκλειστικό δικαίωμα σαν να ήταν κύριοι, όπως θα έπραττε κάθε πραγματικός αγοραστής ενός ακινήτου, ούτε απέκτησαν την κατοχή των επίδικων ακινήτων συγχρόνως με τη μεταβίβαση, αφού αυτά δεν τους παραδόθηκαν, όπως αναφέρεται τυπικά στα ανωτέρω συμβόλαια, καθώς το ακίνητο με οικοδομή στα Φηρά ήταν μισθωμένο στη δική εταιρεία "Μ.ς Ν. & Σία Ο.Ε." που το χρησιμοποιούσε ως έδρα και κατάστημα της επιχείρησης της με το από 4.3.2003 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, και τα δύο ακίνητα με οικοδομή στον Πύργο ήταν μισθωμένα στη δική εταιρεία "...
Ο.Ε." που το χρησιμοποιούσε ως έδρα και κατάστημα της επιχείρησης της με το από 1.9.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης. Οι μισθώσεις με τις εταιρείες αυτές λύθηκαν, οπότε οι εταιρείες έπαυσαν τις δραστηριότητες τους, όταν συστάθηκε η προαναφερθείσα εταιρεία "Μ.ς ... Ε.Ε." που μίσθωσε το μεν ακίνητο στα Φηρά, ιδιοκτησίας του πρώτου των εφεσίβλητων από τον πρώτο εκκαλούντα με συμβολικό μηνιαίο μίσθωμα 150 € με το από 26.2.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, τα δε ακίνητα στον Πύργο, ιδιοκτησίας της δεύτερης των εφεσίβλητων, από τους δεύτερο και τρίτη των εκκαλούντων με συμβολικό μηνιαίο μίσθωμα 100 € με το από 14.3.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, γεγονός από το οποίο προκύπτει με σαφήνεια ότι οι εκκαλούντες δεν θεωρούσαν δικά τους τα ακίνητα, αφού δεν τα αγόρασαν, δήθεν ως επένδυση, για να τα εκμεταλλευθούν με τη μίσθωση τους (τα μίσθωσαν στη νεοσυσταθείσα εταιρεία με συμβολικό μόνο μίσθωμα, που ήταν καταφανώς κατώτερο της μισθωτικής αξίας τους, ενέργεια που δεν αρμόζει στον ιδιοκτήτη των επιδίκων).
Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται τόσο με την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, Ε. Ο., ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου, που είναι γιος και συνεργάτης της λογίστριας των εφεσίβλητων και είχε υπογράψει ως πληρεξούσιος του πρώτου των εφεσίβλητων το από 6.2.2007 συμφωνητικό σύστασης και καταστατικό της εταιρείας "Μ.ς ...
Ε.Ε." και τα συμφωνητικά λύσης των προαναφερθεισών εταιρειών των εφεσίβλητων όσο και με την υπ' αριθμ. 14603/19.4.2010 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Α. Τ., (ο οποίος είχε ενδιαφερθεί να αγοράσει το επίδικο ακίνητο στα Φηρά το έτος 2008 και ήλθε σε επικοινωνία με τον πρώτο των εφεσίβλητων, για να του το πωλήσει), και την υπ' αριθμ. 6268/27.4.2010 ένορκη βεβαίωση του Ι.
Β., συνταξιούχου αστυνομικού. Οι ανωτέρω συμφωνίες που έγιναν ως προς τη μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων, όπως αυτές αποτυπώθηκαν στο από 20.10.2006 ιδιωτικό συμφωνητικό και επιβεβαιώθηκαν από τη μετέπειτα συμπεριφορά και τις μεταγενέστερες δηλώσεις των μερών και το από 12.1.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό και τα πληρεξούσια που δόθηκαν προς εκτέλεση του, τα οποία (μεταγενέστερα στοιχεία) λαμβάνονται υπόψη για την ερμηνεία και τον καθορισμό του νοήματος της αρχικής συμφωνίας του από 20.10.2006 συμφωνητικού, κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, έχουν όλα τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά μιας απαγορευμένης καταπιστευτικής μεταβίβασης ακινήτου και συγκεκριμένα:
α) Συμφωνήθηκε η μεταβίβαση των ακινήτων, λόγω εικονικής πώλησης, χωρίς οι αγοραστές να αποκτήσουν την κατοχή των ακινήτων που παρέμειναν μισθωμένα στις εταιρείες των πωλητών, προκειμένου να τα χρησιμοποιούν και εκμεταλλεύονται για την επιχειρηματική δραστηριότητα τους, και μετά τη λύση των μισθώσεων αυτών, τα ακίνητα παραχωρήθηκαν σε νέα εταιρεία που συμμετείχε ένας εκ των πωλητών και ασκούσε όμοια επιχείρηση στα ακίνητα, β) Συμφωνήθηκε, έστω άκυρα λόγω μη τήρησης του νόμιμου τύπου, ότι οι πωλητές ή η εταιρεία που θα συσταθεί με τη συμμετοχή ενός εξ αυτών θα έχει δικαίωμα εντός ορισμένης προθεσμίας να επαναγοράσει τα ακίνητα στο ποσό κτήσης αυτών από τους αγοραστές πλέον τόκων και εξόδων, γ) Συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση που ο ένας εκ των αγοραστών που ενεργούσε ατομικά και ως πληρεξούσιος των λοιπών εξ αυτών που ήταν φαινομενικά (προς τα έξω) κύριοι των ακινήτων, από υπαιτιότητα του δεν μεταβίβαζε τα ακίνητα στους πωλητές ή στην εταιρεία που θα είχε συσταθεί με τη συμμετοχή ενός εξ αυτών, θα κατέβαλε ως αποζημίωση με τη μορφή της ποινικής ρήτρας το ποσό που αποτελεί τη διαφορά της απαίτησης του και της εμπορικής αξίας των ακινήτων, δ) Συμφωνήθηκε ότι ο πωλητής θα έχει το δικαίωμα να πωλήσει και μεταβιβάσει τα ακίνητα σε τρίτον ή στον εαυτό του με αυτοσύμβαση και το ίδιο δικαίωμα του χορηγήθηκε με σχετική συμβολαιογραφική πληρεξουσιότητα, υπό τον όρο ότι η πώληση αυτή θα γινόταν εντός ορισμένης προθεσμίας και ότι οι φαινομενικά (προς τα έξω) κύριοι των ακινήτων (εκκαλούντες) θα εισέπρατταν συγκεκριμένο ποσό που περιλαμβάνει το ποσό της απαίτησης πλέον τόκων και εξόδων και με το οποίο θα εξοφλούνταν τα δάνεια των Τραπεζών και θα εξαλείφονταν τα βάρη των ακινήτων, ώστε αυτά να μεταβιβασθούν σε τρίτο ή στον πωλητή ελεύθερα βαρών, ε) Συμφωνήθηκε ότι κατά τη διάρκεια που ο πωλητής θα έχει δικαίωμα να πωλήσει και μεταβιβάσει τα ακίνητα, οι φαινομενικά (προς τα έξω) κύριοι αυτών δεν θα έχουν δικαίωμα να τα εκποιήσουν.
Επομένως από τα ανωτέρω περιστατικά προκύπτει ότι οι συμβαλλόμενοι στα ως άνω υπ' αριθμούς 6526/2006 και 6527/2006 συμβόλαια συμφώνησαν και είχαν βούληση και σκοπό να μεταβιβάσουν αυτά με εικονική πώληση, η οποία υπέκρυπτε την εξασφαλιστική συμφωνία περί καταπιστευτικής μεταβίβασης για την εξασφάλιση χρέους των πωλητών έναντι των αγοραστών, και η δικαιοπραξία αυτή είναι άκυρη ως απαγορευμένη (άρθρο 174 ΑΚ).
Αν αιτία των μεταβιβάσεων ήταν η πώληση οι εναγόμενοι ουδέποτε θα δέχονταν να υπογράψουν το ανωτέρω συμφωνητικό, το οποίο άλλωστε ούτε ως σύμφωνο εξώνησης μπορεί να ληφθεί, εφόσον δεν έχει τηρηθεί ο απαιτούμενος συμβολαιογραφικός τύπος, δεδομένου ότι αφορά ακίνητο (βλ. αρθρ. 369,1033 ΑΚ, Γ. - Σ., ΕρμΑΚ, τόμος III, Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, άρθρο 565, αρ. 1, σελ. 257).
Άλλωστε, και στην περίπτωση που είχε τηρηθεί ο απαιτούμενος συμβολαιογραφικός τύπος και πάλι η πώληση θα ήταν άκυρη, εφόσον στην πραγματικότητα θα κάλυπτε καταπιστευτική σύμβαση μεταβίβασης. Διότι η πώληση ακινήτου (ή προσύμφωνο), με συμφωνία εξωνήσεως (άρθρο 565 ΑΚ), η οποία στην πραγματικότητα καλύπτει καταπιστευτική σύμβαση μεταβιβάσεως της κυριότητας του ακινήτου προς εξασφάλιση απαιτήσεως του αγοραστή, είναι άκυρη ως εικονική.
Η κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι η αγοραία αξία των ακινήτων κατά την κοινή εκτίμηση των συμβαλλόμενων μερών ανερχόταν στο ποσό του 1.900.000 €, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 12.1.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, κατά το οποίο συμφώνησαν να πωληθούν τα ακίνητα έναντι του ανωτέρω συνολικού τιμήματος.
Από το γεγονός αυτό συνάγεται ότι αιτία της πωλήσεως ήταν να εξασφαλιστεί η απαίτηση των εναγομένων, διότι το ποσό που έπρεπε να καταβληθεί από τους πωλητές για την επαναμεταβίβαση των ακινήτων, δεν συναρτάται προς την αγοραία αξία αυτών, αλλά αντιστοιχεί στο ποσό που κατέβαλαν οι εναγόμενοι προς τρίτους οφειλέτες του πρώτου ενάγοντος, πλέον τόκων και εξόδων.
Για το λόγο αυτόν άλλωστε συντάχθηκε και το υπ' αριθμ. 7.031/15.1.2008 ειδικό πληρεξούσιο, σύμφωνα με το οποίο ο Ν. Μ. θα μπορούσε να πωλήσει τα επίδικα ακίνητα σε οποιονδήποτε τρίτο ή στον εαυτό του, ενώ οποιοδήποτε τίμημα πέραν του ποσού των 1.600.000 ευρώ, θα το κρατούσε ο ίδιος. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να οδηγηθεί σε διαφορετική κρίση ούτε από τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι ενδιαφέρθηκαν αρχικά να προβούν στην αγορά του ακινήτου που βρίσκεται στον Πύργο, ώστε να λειτουργήσουν πρατήριο υγρών καυσίμων, διότι με το προαναφερόμενο από 12.1.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό δέχθηκαν την πώληση και αυτού του ακινήτου.
Τέλος η επιλογή από τους συμβαλλομένους (διαδίκους) της (άκυρης) καταπιστευτικής μεταβίβασης, ως τρόπου εξασφάλισης του δανείου, αντί της εγγραφής προσημείωσης ήταν πρόταση του ως άνω Διευθυντή της Τράπεζας Ε. Π., την οποία αυτοί υιοθέτησαν, έχοντας εμπιστοσύνη στον τελευταίο χωρίς να γνωρίζουν την ακυρότητα μιας τέτοιας συμφωνίας, για να βρεθεί λύση στα προβλήματα, που αντιμετώπιζαν οι εφεσίβλητοι, και να καταλήξουν σε συμφωνία με τον πρώτο των εκκαλούντων ως προς τη συνεργασία, που του πρότειναν στο εμπόριο φρούτων και λαχανικών, με αντάλλαγμα τη διευκόλυνση, με τη μορφή δανείου, στην εξόφληση των οφειλών τους.
Η επιλογή τους αυτή ήταν μονόδρομος και δεν μπορούσαν αυτοί να επιλέξουν την εγγραφή προσημείωσης στα ακίνητα τους, ως μορφή εμπράγματης εξασφάλισης του δανείου 1.450.000 €, που τους χορήγησε ο πρώτος των εκκαλούντων, γιατί αυτός έπρεπε να δανεισθεί το μεγαλύτερο μέρος του ποσού αυτού, δηλαδή 1.200.000 €, με την εγγραφή προσημείωσης σε ακίνητα.
Δηλαδή, αν οι εφεσίβλητοι δεν του είχαν πωλήσει εικονικά και μεταβιβάσει καταπιστευτικά τα ακίνητα, έτσι ώστε αυτός να λάβει δάνεια από τις Τράπεζες, με την εγγραφή προσημείωσης επ' αυτών, δεν θα μπορούσε να βρει το ανωτέρω ποσό, που τους δάνεισε με την ταυτόχρονη συμφωνία να του το επιστρέψουν, εντός προθεσμίας τεσσάρων (4) ετών, με την επαναγορά των ακινήτων.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω έπρεπε να γίνει δεκτή η υπό κρίση αγωγή ως βάσιμη στην ουσία της και να αναγνωριστεί, ότι οι εφεσίβλητοι (ενάγοντες) είναι κύριοι των επιδίκων ακινήτων." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι γενόμενες με τα επίδικα αγοραπωλητήρια συμβόλαια δηλώσεις βουλήσεως, τόσο της δεύτερης αναιρεσίβλητης ατομικά και ως αντιπροσώπου που του συζύγου της (πρώτου αναιρεσιβλήτου), όσο και του πρώτου αναιρεσείοντος, ατομικά και ως αντιπροσώπου των τέκνων του (δεύτερου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων), από το πρόσωπο των οποίων κρίνεται και η πραγματική βούληση των αντιπροσωπευομένων για τις περιεχόμενες στα συμβόλαια αυτά δικαιοπραξίες της πώλησης και της μεταβίβασης της κυριότητας των εν λόγω ακινήτων, δεν έγιναν στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά και ότι αυτό που θέλησαν πράγματι οι αντισυμβαλλόμενοι δεν ήταν η πώληση και η μεταβίβαση της κυριότητας των ακινήτων αυτών, αλλά ότι οι εικονικές αυτές δηλώσεις έγιναν για τους σκοπούς που προαναφέρθηκαν, δηλαδή αφενός "για τη διάσωση των ακινήτων από τους δανειστές" και αφετέρου για την "ασφάλεια των απαιτήσεων" του πρώτου αναιρεσείοντος (ατομικά).
Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των αναιρεσιβλήτων και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. 5.Στην κρινόμενη υπόθεση από τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι έγινε δεκτό πους οι συμβληθέντες στα 6526και 6527/20-1-2006 συμβόλαια της ...
Ε. Β. τελούσαν σε γνώση κατά το χρόνο υπογραφής τους ότι οι συνομολογηθείσες δια των ως άνω συμβολαίων συμβάσεις ήταν εικονικές και ότι είχαν συμφωνήσει οι συμβαλόμενοι προφορικά πριν την υπογραφή τους την εικονική μεταβίβαση των ακινήτων. Με αναλυτικό τρόπο η προσβαλλόμενη αναφέρει πως μετά από συζητήσεις και διαπραγματεύσεις των μερών, τα ενδιαφερόμενα μέρη κατάληξαν σε συμφωνία και συντάχθηκε το με ημερομηνία από 20-10-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό ,το οποίο υπογράφηκε μετά τη σύνταξη των επίμαχων συμβολαίων, και ότι κατά το χρόνο σύναψης των ως άνω συμβολαίων οι διάδικοι αποδέχονταν και είχαν συμφωνήσει ότι δεν καταρτίζεται κάποια δήθεν πώληση και δεν υπήρχε καμία συμφωνία για δήθεν καταβολή οποιουδήποτε τιμήματος ως ανταλλάγματος για την απόκτηση των επίδικων ακινήτων, αλλά η μεταβίβαση των ακινήτων έγινε στο πλαίσιο των ανωτέρω συμφωνιών και με μοναδική αιτία εξασφάλιση του πρώτου εκκαλούντος ότι θα του επιστραφεί το δάνειο μέχρι του ποσού των 1.450.000 ευρώ που θα λάμβαναν οι εκκαλούντες από Τράπεζες με προσημείωση ακινήτων των εφεσιβλήτων και θα το κατέβαλαν απευθείας προς εξόφληση των οφειλών των τελευταίων (όπως και πράγματι έγινε) και με απώτερο σκοπό του πρώτου εκκαλούντος τη συμμετοχή του κατά 50% στα κέρδη της εταιρίας που θα σύστηναν οι διάδικοι και η οποία θα ασκούσε την επιχειρηματική δραστηριότητα των εταιρειών των εφεσιβλήτων (της εμπορίας φρούτων και λαχανικών στα επίδικα ακίνητα )και με τον εξοπλισμό της επιχείρησής τους.
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 138,139,806 ΑΚ τις οποίες ορθά εφάρμοσε και ορθά υπήγαγε σ'αυτές τα πραγματικά περιστατικά, και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο τρίτος (κύριος) λόγος αναίρεσης και έκτος στοιχ. α πρόσθετος λόγος για παραβίαση του αριθμ. 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου, ενόψει και του ότι υπό την επίκληση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου πλήττεται η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007).
Περαιτέρω εκτίθενται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού τα πραγματικά περιστατικά που καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε με αναλυτικές ,πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και επιπλέον δεν ελέγχονται τα επιχειρήματα που χρησιμοποίησε το δικαστήριο και υπό την επίκληση της εκ του αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επιχειρείται ανεπιτρέπτως ο έλεγχος της ανέλεγκτης ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου.
Επομένως πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι σχετικοί πρώτος, έκτος στοιχ. β, έβδομος στοιχ. α και όγδοος, πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης εκ του αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
6. Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη. "Πράγματα" δε θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορικοί βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα", επομένως, αποτελεί και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Ολομ.
ΑΠ 11/1996). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη το προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολομ. ΑΠ 25/2003). Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 8, 9, 11 και 19 ΚΠολΔ επειδή δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό ότι οι αναιρεσίβλητοι παραιτήθηκαν από το δικαίωμα επίκλησης της εικονικότητας άλλως δεν απάντησε επ'αυτού ή και δεν έλαβε υπόψη του τα έγγραφα που αποδείκνυαν, κατά τους ισχυρισμούς τους, ότι μόνο ο πρώτος αναιρεσίβλητος είχε υπογράψει τα έγγραφα αυτά και όχι και η δεύτερη αναιρεσίβλητη.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος γιατί από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη του τον ανωτέρω ισχυρισμό ,ούτε τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο αλλά έκρινε ότι πρέπει να απορριφθεί λόγω του δεδικασμένου που απορρέει από την υπ'αριθμ. 162/2012 απόφαση του Εφετείου που τον είχε απορρίψει, χωρίς η κρίση αυτή να θιγεί με σχετικό αναιρετικό λόγο.
Κατά το μέρος που αφορά τον ισχυρισμό ότι δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες είναι αλυσιτελής γιατί οι εκ του αριθμ. 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικοί λόγοι προϋποθέτουν ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα πράγμα που δεν συμβαίνει όταν η αγωγή ή ένσταση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη (ΑΠ 91/2017, ΑΠ 685/2016). 7.
Το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υ...τά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 774/1996, 70/2008, 222/2008) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 105/2005, 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).
Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του. Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, ενώ ως αποτελούντα ξεχωριστά από τα έγγραφα αποδεικτικά μέσα πρέπει να μνημονεύονται η έκθεση και το πρακτικό αυτοψίας (359 Κ.Πολ.Δ.), η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων (383 Κ.Πολ.Δ.), τα πρακτικά εξέτασης των μαρτύρων (410 Κ.Πολ.Δ.) και οι ένορκες βεβαιώσεις (421, 339 Κ.Πολ.Δ., ΑΠ 1404/2015) Ειδικότερα, οι ένορκες βεβαιώσεις δεν αποτελούν έγγραφα, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 επ.
του Κ.Πολ.Δ., αλλά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στα πλαίσια πολιτικής δίκης που διακρίνεται από τα έγγραφα και γι' αυτό ακριβώς, αν η απόφαση του ουσιαστικού δικαστηρίου αναφέρει μόνο ότι λήφθηκαν υπόψη τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, δεν αποδεικνύεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τις ένορκες βεβαιώσεις που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι, με αποτέλεσμα να ιδρύεται ο ανωτέρω από το άρθρο 559 αρ. 11 λόγος αναιρέσεως.
Ένορκες όμως βεβαιώσεις ληφθείσες στα πλαίσια ποινικής δίκης δεν αποτελούν ξεχωριστά αποδεικτικά μέσα και δεν απαιτείται να μνημονεύεται ιδιαίτερα στην απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη αλλά αρκεί η γενική αναφορά ότι ελήφθησαν υπόψη τα νομίμως επικαλούμενα κα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα.
Με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ επειδή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν με επίκλησή τους και ειδικότερα α) τα ακόλουθα έγγραφα ποινικής δικογραφίας ήτοι: την 16773/2015 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της ...
Φ. Ν. του δικηγόρου των αναιρεσειόντων Β. Κ. ("την οποία αξίωσε ο Εισαγγελέας Εφετών Αιγαίου"), την από 14-9- 2011 ανωμοτί κατάθεση του πρώτου αναιρεσβλήτου, την από 14-9-2011 έκθεση ένορκης εξέτασης του μάρτυρα Ε. Π. και τις από 5-11-2014 και 10-7-2008 μηνύσεις, β)τα υπ'αριθμ.3149/2006 και 3552/2006 πληρεξούσια. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από την προσβαλλόμενη απόφαση και ιδιαίτερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δεν καταλείπεται καμμιά απολύτως αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς το ουσία βάσιμο της κρινόμενης αγωγής.
Ειδικότερα δε για την επικαλούμενη ένορκη βεβαίωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί δεν αποτελεί ένορκη βεβαίωση ληφθείσα στα πλαίσια ,έστω και άλλης πολιτικής δίκης αλλά "έγγραφο" ποινικής δίκης ,οπότε είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση ότι ελήφθη υπόψη (ΑΠ 1404/2015).
8. Ο Κ.Πολ.Δ ορίζει στο άρθρο 559 αριθμ. 18, ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, στο 579 παρ. 1 εδ. β, ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο κατά το σημείο, που στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, στο άρθρο 580 παρ. 4 ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν και στο άρθρο 581 παρ. 2 ότι παρ. 2 στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα, που έλυσε ο Άρειος Πάγος δεχόμενος το σχετικό λόγο αναιρέσεως. Αντίθετα, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση του είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Και για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο α) το νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος στη συγκεκριμένη υπόθεση β) οι παραδοχές του δικαστηρίου της παραπομπής ως προς το ζήτημα αυτό, ώστε να είναι δυνατόν να κριθεί εάν το τελευταίο συμμορφώθηκε προς τη λύση που έδωσε ο Άρειος Πάγος ή έδωσε διαφορετική λύση (ΑΠ 367.2005).
Ως "νομικό ζήτημα" θεωρείται το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου, στην παράβαση του οποίου θεμελιώθηκε η αναίρεση, μπορεί δε αυτός να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο, για τους κατ' ιδίαν λόγους αναίρεσης που θεσπίζει το αρθ.559 ΚΠολΔ (ΑΠ 534/2015, 1708/2014).
Δεν επιλύεται, όμως, νομικό ζήτημα αν η αναιρετική απόφαση αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ) και ειδικότερα για τον λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά απ' αυτήν δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς ν' αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού.
Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να τα εκτιμήσει διαφορετικά (ΑΠ 923/2017, ΑΠ 201/2009). Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης αυτής (άρθ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: 1).Στην κρινόμενη υπόθεση η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε μετά από παραπομπή της υπόθεσης με την 365/2015 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου με την οποία αναιρέθηκε η 162/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 138,139ΑΚ κατ' αποδοχή σχετικών αναιρετικών λόγων εκ του αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτιολογία α): "Όλα όμως τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν δεν επαρκούν για να στηρίξουν την κρίση του Εφετείου περί εικονικότητας των εμφανών δικαιοπραξιών μεταβίβασης της κυριότητας των επίδικων ακινήτων, αφού ουσιώδες στοιχείο για τη θεμελίωσή της (εικονικότητας) αποτελεί η ύπαρξη γνώσης και συμφωνίας των συμβαλλομένων, κατά το χρόνο κατάρτισης ,ότι οι συμβάσεις που συνάφθηκαν είναι εικονικές και δεν παράγουν έννομες συνέπειες (για τον εκ του αριθμ. 1 αναιρετικό λόγο) β)Λόγω ανεπάρκειας των αιτιολογιών "που αναφέρονται στην απόφαση (για τον εκ του αριθμ. 19 αναιρετικό λόγο).
Με τις παραπάνω κρίσεις του το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρο 559 αριθμ. 18 ΚΠολΔ. πλημμέλεια καθόσον αφενός συμμορφώθηκε προς το νομικό ζήτημα που έλυσε η προηγούμενη απόφαση σχετικά με το ζήτημα ότι ουσιώδες στοιχείο για τη θεμελίωση της εικονικότητας αποτελεί η ύπαρξη γνώσης και συμφωνίας των συμβαλλομένων, κατά το χρόνο κατάρτισης, της συμφωνίας και με βάση την ανωτέρω παραδοχή προέβη στην έρευνα των λόγων εφέσεως αφετέρου γιατί δεν αποτελεί νομικό ζήτημα η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της αναιρεθείσας απόφασης και η αναίρεσή της κατά παραδοχή του εκ του αριθμ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός πρώτος κύριος, εκ του αριθμ. 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., λόγος αναίρεσης.
9. Επειδή κατά τη διάταξη του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφώς και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του (Ολ.ΑΠ 23/2008). Καμμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος, κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, από δε την ιδιαίτερη αναφορά της αποφάσεως σε κάποιο αποδεικτικό μέσο δεν συνάγεται ότι τα λοιπά δεν λήφθηκαν υπόψη, αφού η απόδοση μεγαλύτερης αξιοπιστίας σε κάποιο από τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, ανήκει στην ανέλεγκτη και ελεύθερη, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, εκτίμηση των αποδείξεων.
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Εξάλλου ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο τη βαρύτητα και ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη του ισχυρισμού του ότι οι δια των 6526 και 6527/20-10 2016 συμβολαίων γενόμενες αγοραπωλησίες ,έγιναν σοβαρά και σπουδαία και όχι φαινομενικά και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του το εφετείο τα ακόλουθα έγγραφα: 1.Την από 18-4-2012 μήνυση του πρώτου αναιρεσείοντος κατά των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, Ε.
Π. κλπ για κακουργηματική απάτη και την από 19-4-2012 μήνυση του πρώτου αναιρεσείοντος κατά των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων .Ε. Π. κλπ για ψευδορκία και ηθική αυτουργία σ'αυτήν.2.Αντίγραφο της υπ'αριθμ. 18/2-12-2014 διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Αιγαίου με την οποία παραγγέλεται ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Νάξου να ασκήσει ποινική δίωξη κατά των αναιρεσιβλήτων, Ε.
Π. κλπ για απάτη στο Δικαστήριο κατά συναυτουργία κατά συναυτουργία με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία άνω των 120.000 ευρώ, ηθική αυτουργία σε ψευδορκία, ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή κατά συναυτουργία, άμεση συνέργεια σε απάτη, ψευδορκία μάρτυρα κλπ. 3. Αντίγραφο της υπ'αριθμ. 517/2016 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου με την οποία καταδικάσθηκαν για ψευδορκία μάρτυρα οι Ε.
Π. κλπ και ο πρώτος αναιρεσίβλητος για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από την προσβαλλόμενη απόφαση και ιδιαίτερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δεν καταλείπεται καμμιά απολύτως αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς το ουσία αβάσιμο της κρινόμενης αγωγής.
Οι αιτιάσεις του ερευνώμενου λόγου ότι από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση είναι απαράδεκτες, καθόσον πλήττουν την κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων.
Ενόψει τούτων ο ερευνώμενος παραπάνω δεύτερος του κυρίου δικογράφου λόγος αναίρεσης εκ του αριθμ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί.
10. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ,ο λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το Δικαστήριο σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφόρου από το αληθινό, εξ αιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Υπάρχει, δηλαδή, παραμόρφωση εγγράφου, όταν εμφιλοχώρησε λάθος περί την ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολομ.ΑΠ 2/2008).
Έγγραφα, κατά τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ. αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τους δεύτερο και πέμπτο πρόσθετους λόγους αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αριθμ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της παραμόρφωσης του περιεχομένου των εξής εγγράφων:
α) από 20-10-2006 ιδιωτικού συμφωνητικού β)από 26-2-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης ακινήτου και γ) από 14-3-2007- ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης ακινήτου δ) από 12-1-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού (με τον δεύτερο πρόσθετο) και α) των 6526 και 6527/20-10-2006 συμβολαίων της ... Ε. Β. (με τον πέμπτο πρόσθετο) αναιρετικό λόγο. Οι ανωτέρω δεύτερος και πέμπτος πρόσθετοι αναιρετικοί λόγοι εκ του αριθμ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι προεχόντως απορριπτέοι ως αβάσιμοι γιατί το εφετείο δεν έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα έγγραφα αυτά , το περιεχόμενο των οποίων φέρεται ότι παραμορφώθηκε, αλλά τα έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός.
11. Με τον έκτο πρόσθετο λόγο προσάπτονται στο Εφετείο οι αιτιάσεις από τους αριθμ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., ότι το Εφετείο κατά παραβίαση του ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 806 ΑΚ και με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι μεταξύ του πρώτου αναιρεσείοντα και των αναιρεσιβλήτων συμφωνήθηκε να δοθεί σ'αυτούς ως δάνειο από τον πρώτο το ποσό του 1.450.000 ευρώ που αυτός θα κατέβαλε προς εξόφληση των οφειλών τους και το οποίο θα διάθετε κατά ένα μέρος ποσού 300.000 ευρώ από ίδια κεφάλαια και το υπόλοιπο θα δανειζόταν από την Εμπορική και Αγροτική Τράπεζα ,χωρίς να διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά ,από τα οποία να προκύπτει η γενόμενη περί του δανείου συμφωνία, ο τόπος και ο χρόνος κατάρτισής της, η κυριότητα του πρώτου αναιρεσείοντος επί του δανείσματος, η παράδοση και η μεταβίβαση της κυριότητας των χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων που αποτέλεσαν το αντικείμενο του δανείου και τη συμφωνία των μερών για απόδοση άλλων πραγμάτων της ίδιας ποιότητας και ποσότητας. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων των πιο πάνω αιτιάσεων, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη από το Εφετείο κρίση των πραγματικών γεγονότων.
12. Κατά την έννοια των άρθρ. 559 αριθ. 1, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ* αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα.
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή α αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ο λόγος αναίρεσης από τα άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών (ΑΠ 329/2006).
Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα αρθρ. 173 και 200 ΑΚ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 574/2010).
Ωστόσο μόνη η παράλειψη μνείας των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παράβασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε τελικώς υπόψη κατά την ερμηνεία της δικαιοπραξίας τα κριτήρια που προβλέπονται στις διατάξεις αυτές (ΑΠ 715/2010). Η διαπίστωση εξ άλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή (ΑΠ 79/2007), όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους.
Περίπτωση τέτοιας έμμεσης, αλλά σαφούς διαπίστωσης κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία συντρέχει, μεταξύ άλλων, και όταν το δικαστήριο της ουσίας κατέφυγε για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τη μορφή και το περιεχόμενο της σε έγραφα και λοιπά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το συστατικό ή αποδεικτικό της δικαιοπραξίας έγγραφο (ΑΠ 253/2010).
Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 715/2010), πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 των άρθρ. 559 ΚΠολΔ να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ' αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 5/2010 ΑΠ 574/2010).
Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως, οπότε η απόφαση αυτή στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 683/2010).Εξάλλου η εικονικότητα μιας δικαιοπραξίας δεν ανάγεται στην έννοια της δήλωσης βουλήσεως αλλά συνιστά έλλειψη αληθινής βούλησης ,καθώς υπάρχει εκούσια διάσταση μεταξύ της δηλώσεως και της βουλήσεως.
Έτσι η απόφαση που δέχεται ότι η δήλωση των συμβαλλομένων ήταν εικονική ,δεν δέχεται (εμμέσως ) κενά ή αμφίβολα σημεία στη σύμβαση και δεν προβαίνει σε ερμηνεία της αλλά σε αναζήτηση της ειλικρίνειας ή της ανειλικρίνειας της δήλωσης (ΑΠ 1340/2017,ΑΠ 1459/2011). Με τον έβδομο πρόσθετο λόγο προσάπτονται στο Εφετείο οι αιτιάσεις από τον αριθμ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚπολΔ., ότι το Εφετείο για να στηρίξει το πόρισμα για την εικονικότητα των υπ'αριθμ. 6526 και 6527/2006 συμβολαίων προέβη σε ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως που περιέχονται στο από 20-10-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό, όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με βάση στοιχεία εκτός του συμφωνητικού αυτού και σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, τα οποία παραβίασε εκ πλαγίου, επειδή το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, επειδή δεν δέχθηκε ότι υπάρχει κενό ή ασάφεια ως προς το ιδιωτικό συμφωνητικό και τα εικονικά συμβόλαια και δεν διευκρινίζει αν το συμφωνητικό αυτό δέσμευε τον δεύτερο και την τρίτη των αναιρεσιβλήτων, τους οποίους αντιπροσώπευε ο πρώτος αναιρεσείων που όμως υπέγραψε το εν λόγω συμφωνητικό μόνο για τον εαυτό του και όχι για λογαριασμό των λοιπών φερομένων ως αγοραστών.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης, σχετικά με τον παρόντα λόγο αναίρεσης προκύπτει ότι η απόφαση αυτή, μεταξύ άλλων, περιέχει τις ακόλουθες παραδοχές "......Οι ανωτέρω συμφωνίες που έγιναν ως προς τη μεταβίβαση των επιδίκων ακινήτων, όπως αυτές αποτυπώθηκαν στο από 20-10-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό και επιβεβαιώθηκαν από τη μετέπειτα συμπεριφορά και τις μεταγενέστερες δηλώσεις των μερών και από το από 12-1-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό και τα πληρεξούσια που δόθηκαν προς εκτέλεσή του, τα οποία (μεταγενέστερα στοιχεία) λαμβάνονται υπόψη για την ερμηνεία και τον καθορισμό του νοήματος της αρχικής συμφωνίας του από 20-10-2006 ιδιωτικού συμφωνητικού, κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, έχουν όλα τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά μιας απαγορευμένης καταπιστευτικής μεταβίβασης ακινήτου και συγκεκριμένα "Ο λόγος αναίρεσης στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση και είναι αλυσιτελής, καθόσον το Εφετείο δεν προέβη στην ερμηνεία των επίδικων εικονικών συμβολαίων, γιατί το ζήτημα της εικονικότητας ή μη μιας δικαιοπραξίας δεν ανάγεται στην έννοια της δήλωσης βουλήσεως αλλά συνιστά έλλειψη αληθινής βούλησης, την οποία (έλλειψη) το Δικαστήριο πρέπει και αρκεί να διαπιστώσει για να στηρίξει το πόρισμα του περί εικονικότητας.
Δηλαδή στην κρινόμενη περίπτωση το Εφετείο διαπίστωσε την έλλειψη της βούλησης των αναιρεσιβλήτων, ως συμβαλλομένων στα ως άνω εικονικά συμβόλαια, και την ύπαρξη συμφωνίας ως προς την εικονικότητα των συμβολαίων πριν τη σύνταξή τους, με βάση διάφορα αποδεικτικά στοιχεία, μεταξύ αυτών το από 20-10-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο υπέβαλε σε ερμηνεία όχι για να κρίνει την εικονικότητα των επίδικων συμβολαίων αλλά για να διαπιστώσει τις συμφωνίες που έγιναν με βάση αυτό και να αντλήσει επιχειρήματα υπέρ της εικονικότητας τα οποία στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της έλλειψης βούλησης και της ύπαρξης συμφωνίας να καταρτισθεί εικονική σύμβαση κατά το χρόνο που καταρτίσθηκαν τα επίδικα συμβόλαια.
Επομένως το Εφετείο δεν προέβη σε καμία ερμηνεία των επίδικων συμβολαίων, κατά παράβαση των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι δε επικαλούμενες ασάφειες που αναφέρονται όχι στα επίδικα συμβόλαια αλλά στην ερμηνεία του αποδεικτικού μέσου (από 20-10-2006 ιδιωτικού συμφωνητικού) δεν συνιστούν την πλημμέλεια από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
και πρέπει να απορριφθεί ο έβδομος πρόσθετος λόγος αναίρεσης.
13. Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ. 1 β' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα αυτά, προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες και να υπαγάγει σε αυτές τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς, όχι όμως και όταν τα εν λόγω διδάγματα χρησιμοποιούνται ή όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (Α.Π. 764/2016 ΑΠ 1398/2010).
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την ανεύρεση, με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες δηλ.
για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1622/2010, ΑΠ 1239/2009 σχετ. Ολ.ΑΠ 8/2005) ή ακόμη για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (ΑΠ 208/2011).
Όμως η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας τα οποία πρέπει να καθορίζονται ιδρύει λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς (ΑΠ 1652/2009). Ειδικότερα η παραβίαση ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό, όχι όμως όταν τα διδάγματα αυτά χρησίμευσαν προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή για την εκτίμηση αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται από τους διαδίκους (Ολ.ΑΠ 913/2005, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).Στην προκειμένη περίπτωση, με τον όγδοο, κατά το πρώτο μέρος, πρόσθετο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 περ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι" το μεν χρησιμοποίησε εσφαλμένως, το δε εσφαλμένως παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει, βάσει τούτων την αληθή έννοια των άρθρων 138 και 139 ΑΚ με βάση τα οποία (διδάγματα) κανένας λογικός άνθρωπος δεν λαμβάνει δάνεια από Τράπεζες και μάλιστα τόσο μεγάλων, ως ανωτέρω, ποσών, για να χορηγήσει δάνειο σε κάποιο κατάδικο και ασφαλώς ,ότι μετά τη λήψη τέτοιων δανείων και τη χορήγησή τους, στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, τίθεται σε κίνδυνο η περιουσία των αναιρεσειόντων, στην περίπτωση που, εν γνώσει τους, κατάρτιζαν εικονικές αγοραπωλησίες γιατί στην περίπτωση αυτή, ενώ και μάλιστα οι δεύτερος και τρίτη από αυτούς (αναιρεσείοντες) αυτοί (αναιρεσείοντες) θα είναι βέβαιοι οφειλέτες των Τραπεζών, δεν θα έχουν καμία απολύτως ασφάλεια έναντι του δήθεν οφειλέτη τους, και μάλιστα και να υπαγάγει σ'αυτόν τα πραγματικά γεγονότα της ενδίκου διαφοράς, το δε κατά το δεύτερο μέρος του, ότι περιέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς, ενδοιαστικές και αντιφατικές αιτιολογίες επειδή δεν εξήγησε επαρκώς το αποδεικτικό πόρισμα και τα επιχειρήματα που χρησιμοποίησε.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι τα ανωτέρω αναφερόμενα δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας, και ο λόγος αυτός πλήττει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και καθόλου δεν αναφέρεται σε ερμηνεία κανόνα δικαίου με βάση τα επικαλούμενα διδάγματα κοινής πείρας ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών, οι δε σχετικοί ισχυρισμοί αποτελούν επιχειρήματα για τη στήριξη των απόψεων των αναιρεσειόντων και δεν αποτελούν ελλείψεις στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης.
14. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008).
Μεταξύ των ως άνω αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται και η εξώδικη ομολογία, δηλαδή η παραδοχή πραγματικού γεγονότος επιβλαβούς για τον διάδικο που ομολογεί, η οποία λαμβάνει χώρα εκτός του Δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση (ΑΠ 447/2015, ΑΠ 128/2014). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται ή όχι εξώδικη ομολογία, (η οποία κατά το άρθρο 352 παρ.2 του ΚΠολΔ εκτιμάται ελεύθερα), από έγγραφο που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο διάδικος που επικαλείται την εξώδικη ομολογία, συνιστά κρίση περί τα πράγματα και συνεπώς δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1462/2012, ΑΠ 297/2007, ΑΠ 815/2009, ΑΠ 1465/1997).
Ως εκ τούτου δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος της μη λήψης υπόψη εξώδικης ομολογίας από το δικαστήριο της ουσίας, αν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο από το οποίο, σύμφωνα με τον σχετικό λόγο αναίρεσης που προβάλλει ο αναιρεσείων, συνάγεται εξώδικη ομολογία (ΑΠ 781/2017,ΑΠ 447/2015, ΑΠ 1462/2012, ΑΠ 1456/2009, ΑΠ 297/2009, ΑΠ 2191/2007, ΑΠ 1465/1997, ΑΠ 545/1993).
Στη προκειμένη περίπτωση με τον ένατο από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρόσθετο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη του τις εξώδικες ομολογίες των αναιρεσιβλήτων που, όπως ισχυρίζονται, περιέχονται: α) στις από 19-7-2007, 10-9-2007 και 25-2-2009 εξώδικες δηλώσεις του πρώτου αναιρεσίβλητου, και β) στα από 12-1-2008, 26-2-2007 και 19-3-2007 ιδιωτικά συμφωνητικά, περί του ότι οι μεταβιβαστικές των ενδίκων ακινήτων συμβάσεις που έγιναν με τα υπ'αριθμ. 6526 και 6527/2006 συμβόλαια έγιναν σοβαρά και σπουδαία.
Από τη διαβεβαίωση όμως του Εφετείου και ειδικότερα από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφασή του μνεία ότι έλαβε υπόψη "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται" (σελ.23 αυτής) καθώς και το σύνολο των αιτιολογιών αυτής δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι έλαβε και συνεκτίμησε ελεύθερα (και τις τυχόν περιεχόμενες σ'αυτά εξώδικες ομολογίες) μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα πιο πάνω έγγραφα, παρά την έλλειψη ειδικής μνείας και αξιολόγησης για το σύνολο των ανωτέρω εγγράφων, μερικά των οποίων μάλιστα μνημονεύονται ιδιαίτερα στην προσβαλλόμενη απόφαση (το από 12-1-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, και μάλιστα δυο φορές, στις σελ.52 και 55 της προσβαλλόμενης και το από 26-2-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως στη σελ.51 της προσβαλλόμενης).
15. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.α ΚΠολΔ προκύπτει ότι ιδρύεται ο από τον αριθμό αυτό λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει. Από τη διάταξη δε αυτή σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο άνω λόγος αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ποια είναι τα ανεπίτρεπτα από το νόμο αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχουν ληφθεί υπόψη, ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτα τα αποδεικτικά μέσα, καθώς και ότι το απαράδεκτο αυτό είχε νόμιμα προβληθεί από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 949/2015,ΑΠ835/2008).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 270 παρ. 1 και 2 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ, που εξακολουθούν να εφαρμόζονται στην κρινόμενη υπόθεση, προκύπτει ότι στη δευτεροβάθμια δίκη που διεξάγεται όταν έχει ασκηθεί έφεση εναντίον απόφασης πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία είχε εκδοθεί κατά τη διαδικασία του άρθρ. 270 παρ. 2 εδ.
Α' ΚΠολΔ, λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα μη πληρούντα τους όρους του νόμου ακόμα και άκυρα για οποιοδήποτε λόγο έγγραφο.(ΑΠ 1092/2013) Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το δέκατο πρόσθετο λόγο, του, αποδίδουν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την πλημμέλεια της περ. α' του αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι έλαβε υπόψη ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα το από 20-10-2006,ιδιωτικό συμφωνητικό το οποίο είναι άκυρο .οπωσδήποτε ως προς τους δεύτερο και τρίτη αναιρεσείοντες διότι φέρεται να συντάχθηκε στις δικαστικές φυλακές Χανίων και να υπογράφεται από τον πρώτο αναιρεσείοντα και από την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, ως πληρεξούσια του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, διότι η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων δεν είχε πληρεξούσιο που να της επιτρέπει να υπογράφει ένα τέτοιο έγγραφο, διότι ο πρώτος αναιρεσείων δεν είχε πληρεξούσιο από τη δεύτερη και τρίτη των αναιρεσειόντων να υπογράψει το ως άνω δεσμευτικό γι'αυτούς έγγραφο και ότι το ανωτέρω έγγραφο δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη του κύρους ή όχι των γενομένων με τα υπ'αριθμ. 6526 και 6527/2006 επίμαχων συμβολαίων καθότι το Εφετείο δέχεται (σελ.53) ότι το έγγραφο αυτο είναι άκυρο.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος γιατί δεν προτάθηκε πρωτοδίκως, ούτε στο εφετείο με ειδικό λόγο (ή πρόσθετο) έφεσης, το Εφετείο δεν έκρινε ότι το έγγραφο αυτό είναι άκυρο αλλά δέχθηκε ότι "Συμφωνήθηκε έστω και άκυρα λόγω μη τήρησης του νόμιμου τύπου, ότι οι πωλητές ή η εταιρεία που θα συσταθεί με τη συμμετοχή ενός εξ αυτών θα έχει το δικαίωμα εντός ορισμένης προθεσμίας να επαναγοράσει τα ακίνητα" δηλαδή δέχθηκε ότι η ακυρότητα αφορά την έλλειψη συμβολαιογραφικού τύπου για τη συμφωνία επαναγοράς των ακινήτων και όχι ότι το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό είναι άκυρο και ανυπόστατο για άλλους λόγους, σε κάθε δε περίπτωση το έγγραφο αυτό παραδεκτά ελήφθη υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα. 16.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.α ΚΠολΔ προκύπτει ότι ιδρύεται ο από τον αριθμό αυτό λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 393 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν επιτρέπεται η εμμάρτυρη απόδειξη κατά του περιεχομένου εγγράφου, έστω και αν η αξία του αντικειμένου της δικαιοπραξίας είναι μικρότερη των 20.000 ευρώ.
Η εικονικότητα όμως της δικαιοπραξίας και η ύπαρξη άλλης ισχυρής δικαιοπραξίας, που καλύπτεται κάτω από αυτήν, μπορεί να αποδειχθεί με τα επιτρεπόμενα, κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔικ., αποδεικτικά μέσα, διότι δεν πρόκειται για τροποποίηση της δικαιοπραξίας κατά το περιεχόμενο της που καθορίσθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη, δεδομένου ότι η απόδειξη της εικονικότητας, δεν στρέφεται κατά του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, το οποίο αναγνωρίζεται όπως έχει εξωτερικώς, αλλά κατά του κύρους της περιεχόμενης σε αυτήν πράξεως, η οποία έγινε χωρίς πρόθεση παραγωγής εννόμων αποτελεσμάτων ή παραγωγής διαφορετικών αποτελεσμάτων από την φαινόμενη δικαιοπραξία [ΑΠ 25/2003].
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες , με το ενδέκατο πρόσθετο λόγο, αποδίδουν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την πλημμέλεια της περ. α' του αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, κατά παράβαση του άρθρο 393 παρ. 2 ΚΠολΔ επέτρεψε την εμμάρτυρη απόδειξη κατά του περιεχομένου εγγράφου των υπ' αριθμ. 6526 και 6527/2006 συμβολαιογραφικών εγγράφων .Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος διότι το αποδεικτέο θέμα ήταν η εικονικότητα των ως άνω συμβολαίων και η δια μαρτύρων απόδειξη της εικονικότητας της ένδικης σύμβασης δεν προσκρούει, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, στην από τη διάταξη του άρθρου 393 παρ. 2 ΚΠολΔ προβλεπομένη απαγόρευση.
Κατ' ακολουθίαν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι από 18-12-2017 πρόσθετοι επ' αυτής λόγοι να απορριφθούν στο σύνολο τους, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-10-20147 αίτηση και τους από 18-10-2017πρόσθετους επ' αυτής λόγους για αναίρεση της υπ' αριθμ. 106/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ