1360/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/11/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών και νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και την από 28/12/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν.
Legislator headnote
AI generated1360/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής, Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την, από 24/4/2017, έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και δεύτερου και την απόρριψη του τρίτου λόγων της αναιρέσεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1360 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1360/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένων του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γερασίμου Φουρλάνου και του αρχαιότερου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Βασιλείου Πέππα), Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Θωμά Γκατζογιάννη και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Τιμαγένη και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", με διακριτικό τίτλο "... A.E." (πρώην "... ..." και με διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Λάμπρο Κιτσαρά και Ιωάννη Αναστασιάδη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/11/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών και νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και την από 28/12/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3379/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 289/2015 του Εφετείου Πειραιώς.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 1/10/2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής, Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την, από 24/4/2017, έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και δεύτερου και την απόρριψη του τρίτου λόγων της αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 107 επ. του ΚΙΝΔ, μετά τη φόρτωση, τον πλου και την παράδοση των πραγμάτων που μεταφέρθηκαν με το πλοίο, είτε με ολική ή μερική ναύλωση, είτε με σύμβαση μεταφοράς πραγμάτων, ανακύπτει, ενόψει του ότι η ναύλωση έχει χαρακτήρα μίσθωσης έργου και η ολοκλήρωσή του εξαρτάται από το σχετικό αποτέλεσμα, η υποχρέωση του ναυλωτή να καταβάλέι το ναύλο.
Ο ναύλος αποτελεί την αμοιβή, το αντίτιμο της ναύλωσης του πλοίου ή της μεταφοράς πραγμάτων, και ρυθμίζεται, κυρίως, από τις διατάξεις των άρθρων 149-153 του ΚΙΝΔ, καθώς και από άλλες διατάξεις. Ειδικότερα, ο ναύλος είναι δυνατό να έχει καθορισθεί με συμφωνία των συμβληθέντων μερών στο ναυλοσύμφωνο ή στη φορτωτική ή και με προφορική συμφωνία, αναλόγως με τη μορφή της σχετικής σύμβασης και τις διακρίσεις του άρθρου του ΚΙΝΔ.
Σε περίπτωση που ο ναύλος δεν έχει καθοριστεί από τα μέρη, οφείλεται ο συνήθης. Ο υπολογισμός του ναύλου ποικίλει αναλόγως της βουλήσεως των μερών και το είδος της ναύλωσης ή τη φύση των μεταφερομένων πραγμάτων. Έτσι, το ποσό του ναύλου υπολογίζεται κατά δέμα, κατά μονάδα βάρους ή όγκου, κατά την αξία του φορτίου, κατ’ αποκοπή κλπ.
Στην περίπτωση του κατ’ αποκοπή ναύλου ("lump sum freight"), αυτός συνίσταται στον εκ των προτέρων ποσοτικό καθορισμό του οφειλομένου από το ναυλωτή ανταλλάγματος, είτε πραγματοποιηθούν οι φορτώσεις που ο ναυλωτής δικαιούται να φέρει είτε φορτωθεί μικρότερη ποσότητα εμπορευμάτων, ακόμη και αν δεν φορτωθούν καθόλου εμπορεύματα.
Επίσης, υπό τον όρο "νεκρός ναύλος" ("dead freight") νοείται ο ναύλος ο οποίος καταβάλλεται από το ναυλωτή, που συμφώνησε να φορτώσει πλήρες φορτίο, για το τελευταίο που δεν έφερε προς φόρτωση, και έτσι απέμεινε αχρησιμοποίητος ο αντίστοιχος χώρος του πλοίου (ΑΠ 1608/2014).
Περαιτέρω, η ναύλωση δεν ρυθμίζεται εξαντλητικά στον ΚΙΝΔ, με αποτέλεσμα να εφαρμόζονται συμπληρωματικώς οι διατάξεις του ΑΚ για την ανώμαλη εξέλιξη των ενοχών από τη σύμβαση (άρθρα 380 επ. του ΑΚ), όπως η υπερημερία και η αδυναμία παροχής. Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 340, 341, 343, 383, 297 και 298 του ΑΚ, συνάγεται ότι, επί αμφοτεροβαρούς συμβάσεως, αν ο ένας των συμβαλλομένων βρίσκεται σε υπερημερία ως προς την οφειλομένη από αυτόν παροχή, ο δανειστής της καθυστερουμένης παροχής δικαιούται, κατ’ αρχήν, να ζητήσει την εκπλήρωση της παροχής και επιπλέον αποζημίωση για τη ζημία του από την καθυστέρηση και, αν δεν ενδιαφέρεται πλέον για την παροχή, να ζητήσει αποζημίωση για τη μη εκπλήρωσή της ή να υπαναχωρήσει της συμβάσεως.
Τυχόν δε συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων, κατά την οποία, σε περίπτωση αθέτησης όρου της συμβάσεως, από έναν από τους συμβαλλομένους, ο άλλος έχει δικαίωμα να υπαναχωρήσει της συμβάσεως ή να καταγγείλει αυτή, δεν αίρει το δικαίωμα του τελευταίου να ζητήσει κατ’ αρχήν την εκπλήρωση της παροχής ή αποζημίωση, ως άνω, για τη μη εκπλήρωσή της, εκτός εάν το τελευταίο τούτο αποκλείσθηκε με τη σύμβαση (ΑΠ 429/2001).
Εξάλλου, η από το άρθρο 404 ΑΚ προβλεπομένη σύμβαση γνησίας ποινικής ρήτρας, με την οποία ο ένας των συμβαλλομένων υπόσχεται στον άλλον, ότι, εάν δεν εκπληρώσει ή δεν εκπληρώσει προσηκόντως την οφειλομένη σ’ αυτόν παροχή από άλλη ενοχή, θα του καταβάλει ένα χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο, αποτελεί παρεπομένη συμφωνία, που αμέσως μεν αποτελεί μέσον πιέσεως προς εξασφάλιση της εκπληρώσεως της κυρίας ενοχής, περαιτέρω δε συνιστά ένα τρόπο αποζημιώσεως, την οποία υποχρεούται να καταβάλει ο ασυνεπής συμβαλλόμενος, αποκαθιστώντας έτσι την προξενουμένη από την εν λόγω συμπεριφορά του ζημία στον άλλο, χωρίς ωστόσο ο τελευταίος για την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει την ύπαρξη ή την έκταση της ζημίας του (άρθρο 505 παρ. 2 ΑΚ) (ΑΠ 797/2010, ΑΠ 17/2011, ΑΠ 611/1998).
Σημειωτέον ότι, οι διατάξεις περί ποινικής ρήτρας είναι ενδοτικού δικαίου και, συνεπώς, είναι δυνατόν να συμφωνηθεί ότι ο οφειλέτης, σε περίπτωση παραβάσεως των υποχρεώσεων του, θα υποχρεούται να καταβάλει προς το δανειστή σωρευτικώς, όχι μόνον τη συμφωνηθείσα ποινή, αλλά επιπλέον και αποζημίωση και μάλιστα συγκεκριμένου ποσού (ΑΠ 1327/2014).
Εξάλλου, από τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.
ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/13). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (ΑΠ 609/13, ΑΠ 495/13, ΑΠ 1976 2014).
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από τις αναιρεσείουσες η, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, κατά παράβαση των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 383, 342 και 404 ΑΚ, η προσβαλλομένη απόφαση έκρινε ότι η δια της ενδίκου αγωγής αυτών καταχθείσα προς διάγνωση διαφορά αφορούσε σε υπερημερία της ναυλώτριας - αναιρεσιβλήτου (εναγομένης) προς καταβολή στις εκναυλώτριες - αναιρεσείουσες (ενάγουσες) του οφειλομένου στις τελευταίες υπολοίπου, του [δια της σχετικής μεταξύ αυτών καταρτισθείσας συμβάσεως θαλασσίας μεταφοράς] συμφωνηθέντος ναύλου και όχι αξίωση καταπτώσεως συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας, όπως έπρεπε, ενόψει του περιεχομένου της ενδίκου αγωγής.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου και της προσβαλλομένης, αποφάσεως προκύπτει ότι οι αναιρεσείουσες εξέθεσαν στην κατά της αναιρεσιβλήτου ασκηθείσα [από 16-11-11] ένδικη αγωγή τα παρακάτω: "1.Είμαστε Ελληνικές ναυτικές εταιρείες που έχουμε συσταθεί σύμφωνα με το ν. 959/1979 και ήμασταν κατά τον κρίσιμο χρόνο πλοιοκτήτριες των πλοίων που αναφέρονται κατωτέρω. 2.
Η εναγόμενη ανώνυμος εταιρεία αποθηκεύει, διανέμει και εμπορεύεται υγρά εμπορικά και βιομηχανικά καύσιμα, χημικά προϊόντα, προϊόντα ασφάλτου και υγραέριο. Β. Η Επίδικη Σύμβαση 3. Δυνάμει της από 20.9.2005 σύμβασης ναυλώσεως (contract of affreightment) όπως τροποποιήθηκε διαδοχικά με τις από 20.7.2007, 19.5.2008 και 14.5.2009 τροποποιητικές συμβάσεις που συνήφθησαν μεταξύ ημών και της εναγομένης, αναλάβαμε τη δια θαλάσσης μεταφορά με δεξαμενόπλοια μας ελάχιστων εγγυημένων ανά έτος ποσοτήτων λευκών προϊόντων πετρελαίου (τύπου ...) εμπορίας της εναγομένης από τα διυλιστήρια ...
και από τις εγκαταστάσεις της εναγομένης στο ... προς την ηπειρωτική Ελλάδα (...) καθώς και προς ελληνικά νησιά (...). Η σύμβαση προέβλεπε ειδικά προσδιορισθέντα και συμφωνηθέντα ναύλο ανά κυβικό μέτρο μεταφερομένου φορτίου που θα αναπροσαρμοζόταν κάθε χρόνο......10. Οι όροι κάθε θαλάσσιας μεταφοράς για κάθε ταξίδι είχαν συμφωνηθεί μεταξύ ημών και της εναγομένης και αποτελούσαν περιεχόμενο της ένδικης σύμβασης.
Σύμφωνα δε με τους όρους αυτούς αν έκαστο φορτίο που μεταφέραμε για την εναγομένη δεν κάλυπτε ολόκληρη τη χωρητικότητα του πλοίου που μετέφερε το φορτίο αυτό- η εναγομένη έπρεπε να πλερώνει ναύλο για το συγκεκριμένο ταξίδι ως εάν το φορτίο της που μεταφέραμε να κάλυπτε ολόκληρη τη χωρητικότητα του φορτίου, ήτοι θα πλήρωνε ναύλο και για ποσότητα που αντιστοιχούσε στην κενή φορτίου χωρητικότητα του πλοίου (νεκρός ναύλος). 11.
Για κάθε ταξίδι που πραγματοποιούσε το πλοίο εκάστης εξ’ ημών η αντίστοιχη πλοιοκτήτρια του πλοίου που πραγματοποιούσε το συγκεκριμένο ταξίδι εξέδιδε φορτωτική και τιμολόγιο και πληρωνόταν από την εναγομένη το ναύλο και τον νεκρό ναύλο του συγκεκριμένου ταξιδιού (για λογαριασμό όλων μας) μέσα σε τριάντα ημέρες από τη λήψη του τιμολογίου από την εναγομένη (όρος 13(1), (2) της επίδικης σύμβασης).
Γ. Η υποχρέωση της εναγομένης να μας παραδίδει ελάχιστη ανά έτος ποσότητα φορτίων και να μας καταβάλλει τον αντίστοιχο ναύλο 12. Σύμφωνα με τους όρους 3 παρ. 2 και 4 παρ. 4 της ανωτέρω σύμβασης ναυλώσεως η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να μας παραδίδει προς μεταφορά με τα πλοία μας και για λογαριασμό της ορισμένη ελάχιστη ανά έτος...ποσότητα φορτίων λευκών προϊόντων πετρελαίου έναντι του ορισμένου συμφωνημένου ναύλου ανά κυβικό μέτρο μεταφερόμενης ποσότητας.
Ούτως η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση, σε περίπτωση που οι μεταφερόμενες ανά έτος ποσότητες φορτίου υπολείπονταν της ελάχιστης εγγυημένης ποσότητας να μας καταβάλλει τον ελλείποντα ναύλο που αντιστοιχούσε στην ελλείπουσα ποσότητα (ήτοι στην διαφορά μεταξύ της ελάχιστης εγγυημένης ποσότητας ανά έτος και της μεταφερθείσας ποσότητας ανά έτος για την οποία είχε καταβληθεί ναύλος.
Συνεπώς, ως μεταφερθείσα ποσότητα εθεωρείτο και η ποσότητα για την οποία είχε πληρωθεί νεκρός ναύλος κατά τα ανωτέρω).
Συνεπώς, η εναγόμενη ανέλαβε ουσιαστικώς την υποχρέωση να μας καταβάλλει ορισμένο ελάχιστο ναύλο κάθε χρόνο είτε μεταφέραμε είτε δεν μεταφέραμε την αντίστοιχη ποσότητα φορτίου (εφόσον φυσικά εκείνη δεν μας παρέδωσε αντίστοιχο φορτίο). 13. Η συμφωνημένη ελάχιστη ετήσια εγγυημένη ποσότητα προς μεταφορά ανερχόταν σύμφωνα με τον όρο 4 της ανωτέρω σύμβασης ναύλωσης σε 500.000 κυβικά μέτρα, αλλά εν συνεχεία συμφωνήθηκε με τις τρεις τροποποιητικές συμβάσεις" η μείωση της ποσότητας αυτής. Σύμφωνα με τον πρώτο όρο της από 14 Μαΐου 2009 τελευταίας (τρίτης) τροποποιητικής σύμβασης η ετήσια ελάχιστη εγγυημένη ποσότητα προς μεταφορά ορίστηκε σε 315.000 κυβικά μέτρα πλέον ή έλαττον 5% για ποσότητες που μεταφέρονται αποκλειστικά και μόνον προς την επαρχία ή και στις εγκαταστάσεις της εναγομένης στα διάφορα νησιά, με φόρτωση από Διυλιστήρια .... Με τον ίδιο όρο η τιμή του ναύλου ορίσθηκε σε Ευρώ 15,80 ανά κυβικό μέτρο φορτίου, η οποία τιμή συμφωνήθηκε να ισχύει μέχρι την λήξη της σύμβασης στις 31.12.2010. Η εναγομένη δεν άσκησε την διακριτική της ευχέρεια (option) για ποσότητα κατά 5% μεγαλύτερη ή μικρότερη. 14.
Συνεπώς, σύμφωνα με την ανωτέρω τροποποιητική συμφωνία η συμφωνημένη ελάχιστη εγγυημένη ποσότητα προς μεταφορά για το (έτος 2010 ανερχόταν σε 315.000 κυβικά μέτρα φορτίου και συνακόλουθα ο ελάχιστος εγγυημένος ετήσιος ναύλος για ποσότητες που μεταφέρονται αποκλειστικά και μόνον προς την επαρχία ή και στις εγκαταστάσεις της αντιδίκου στα διάφορα νησιά ανερχόταν σε 4.977.000 Ευρώ (315.000 κυβικά μέτρα x 15,80€/κυβ.
μέτρο = 4.977.000€). Δ. Οι μεταφερθείσες ποσότητες το 2010 15. Το 2010 τα φορτία της εναγομένης μεταφέρθηκαν από το δεξαμενόπλοιο ... (νηολογίου Πειραιά ...) που τότε ανήκε στην τρίτη εξ’ ημών, το δεξαμενόπλοιο ... (νηολογίου Πειραιά ...) που τότε ανήκε στην πρώτη εξ’ ημών, το δεξαμενόπλοιο ... (νηολογίου Πειραιά ...) που τότε ανήκε στην δεύτερη εξ’ ημών και από το δεξαμενόπλοιο ... (νηολογίου Πειραιά ...) που τότε ανήκε στην τρίτη εξ’ ημών. 16.
Με το δεξαμενόπλοιο ... μεταφέρθηκαν το 2010 από τα διυλιστήρια ... και από τις εγκαταστάσεις της εναγομένης στο ... στην επαρχία (ηπειρωτική Ελλάδα και στα νησιά) ποσότητα 86.625,666 κυβικών μέτρων......19)Με το πλοίο ... μεταφέρθηκαν το 2010 93624,724 κ.μ. Ε. Η Απαίτηση μας και η Υπαιτιότητα της εναγομένης 20. Ενόψει των ανωτέρω συνολικά με τα τέσσερα ανωτέρω πλοία μας μεταφέρθησαν το 2010 συνολικά 226.074 κυβικά μέτρα (92.436,729 + 24.931,011 + 7.855,780 + 100.850,356 = 226.074) έναντι ελάχιστης εγγυημένης ποσότητας 315.000 κυβικών μέτρων.
Ήτοι μεταφέρθησαν ποσότητες πετρελαίου που υπολείπονται κατά 88.926 κυβικά μέτρα από την ελάχιστη εγγυημένη ετήσια ποσότητα με βάση τον πρώτο όρο της από 14.5.2009 τροποποίησης. Για αυτήν την επί έλαττον ποσότητα μας η εναγομένη μας οφείλει με βάση τη σύμβαση ναύλωσης ναύλο εκ Ευρώ 1.405.030,80 (88.926 κυβικά μέτρα x 15,80 ε/κυβικό μέτρο = 1.405.030,80 Ευρώ). 21.
Η εναγομένη σημειωτέον υπαιτίως δεν ετήρησε την υποχρέωση της προς παράδοση προς μεταφορά των ελαχίστων εγγυημένων συμφωνημένων ποσοτήτων για το 2010 καθώς προτίμησε να χρησιμοποιήσει προς μεταφορά άλλο πλοίο που ανήκε στα αυτά συμφέροντα με την εναγομένη. Επειδή η εναγομένη μας οφείλει με βάση την ανωτέρω σύμβαση ναυλώσεως το ποσόν των 1.405.030,80 Ευρώ, το οποίο παρά την από 10 Αυγούστου 2011 όχληση μας αρνήθηκε να μας καταβάλλει.
Επειδή την επίδικη σύμβαση την είχαμε συνάψει εμείς ως εκναυλωτές από κοινού και από κοινού δικαιούμαστε να ασκήσουμε τα δικαιώματα μας και να ζητήσουμε την ανωτέρω αποζημίωση αδιαιρέτως. Επικουρικά, σε περίπτωση που η απαίτηση μας δεν εθεωρείτο αδιαίρετη, αλλά διαιρετή και επειδή δεν προσδιορίζεται στη σύμβαση η μερίδα της καθεμιάς από εμάς, δικαιούμαστε καθεμιά από εμάς το 1/4 της ανωτέρω απαιτήσεως.......".
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση η οποία, κατ’ αποδοχή της ασκηθείσας, κατά της αντιθέτως αποφηναμένης πρωτοδίκου αποφάσεως, (3379/2013 Π.Πρ.Πειραιώς) εφέσεως, δέχθηκε τα παρακάτω: "Στην υπό κρίση αγωγή οι ενάγουσες επικαλούνται ότι, βάσει της ένδικης συμβάσεως, για τη μεταφορά με τα πλοία τους ειδών καυσίμων, συμφωνήθηκε από τα συμβληθέντα μέρη η καταβολή από την εναγόμενη σ’ αυτές ναύλου, ο οποίος υπολογίσθηκε ανά κυβικό μέτρο του σχετικού φορτίου και ότι καθορίστηκε αυτός (ναύλος) κατ’ ελάχιστο στο αναφερόμενο συνολικό ποσό για κάθε έτος, το οποίο αντιστοιχεί σε συγκεκριμένη κατ’ ελάχιστο προς μεταφορά ποσότητα, που οφείλει να παραδίδει η εναγομένη, ανεξαρτήτως όμως της μεταφοράς της ποσότητας αυτής, δηλαδή ο ως άνω συμφωνηθείς ελάχιστος ετήσιος ναύλος ήταν καταβλητέος ακόμη και στην περίπτωση που δεν θα είχε μεταφερθεί η αντίστοιχη ποσότητα φορτίου, λόγω μη παράδοσής της προς μεταφορά από την εναγομένη.
Από τα ως άνω εκτιθέμενα συνάγεται ότι η αγωγική αξίωση των εναγουσών αφορά την απαίτηση για την καταβολή του οφειλομένου υπολοίπου του καθορισθέντος με την ως άνω σύμβαση ελαχίστου ετησίου ναύλου, για το έτος 2010, και όχι αξίωση ποινικής ρήτρας, αφού δεν εκτίθεται στην ως άνω αγωγή ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των ως άνω συμβληθέντων μερών ότι το χρηματικό ποσό, που ζητείται με αυτήν (αγωγή), θα ήταν καταβλητέο στην περίπτωση που η εναγομένη δεν θα εκπληρώσει ή δεν θα εκπληρώσει προσηκόντως κάποια συμβατική υποχρέωσή της.
Επομένως, εν όψει του ότι, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις (υπό στοιχείο IV), η αξίωση της ως άνω υπό στοιχείο Α’ αγωγής αφορά την καταβολή του ως άνω επικληθέντος οφειλόμενου υπόλοιπου τού ετησίου ναύλου (άρθρα 361, 480, 489 του ΑΚ, 107 επ. του ΚΙΝΔ), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι η ως άνω αγωγική αξίωση αφορά σχετικώς συνομολογηθείσα ποινική ρήτρα (άρθρα 405 και 406 του ΑΚ), έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, που αφορά τις προαναφερθείσες διατάξεις, κατά το σχετικό βάσιμο λόγο (1°) της εφέσεως, που σε κάθε περίπτωση ερευνάται και αυτεπαγγέλτως αφού αφορά τη νομιμότητα της αγωγής." Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση δεν υπέπεσε στην αποδιδομένη, με τον από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, πλημμέλεια καθόσον, μετ’ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, ως άνω διατάξεων δέχθηκε ότι η, με την υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα (ένδικη) αγωγή του αναιρεσειουσών, καταχθείσα προς διάγνωση διαφορά αφορούσε σε αποζημίωση αυτών, ως εκναυλωτριών εξαιτίας της υπερημερίας της αναιρεσιβλήτου - εναγομένης (ως ναυλώτριας) να καταβάλλει το οφειλόμενο υπόλοιπο του μεταξύ τους, δια της σχετικώς καταρτισθείσας συμβάσεως θαλασσίας μεταφοράς, συμφωνηθέντος ελαχίστου ετησίου (για το 2010) ναύλου, θεμελιουμένη επί των περί υπερημερίας διατάξεων των άρθρων 342, 383, 297 ΑΚ και 107 ΚΙΝΔ και όχι, όπως εσφαλμένως έκρινε η ορθώς εκκληθείσα ως άνω πρωτόδικη απόφαση (3379/2013 Π.Πρ.Πειραιά), σε αξίωση καταπτώσεως συμφωνημένης ποινικής ρήτρας, αφού, αφενός (και κυρίως) η δια των πρωτοδίκων προτάσεων (βλ.
σελ.31 και 32 προσθήκης αυτών (αναιρεσειουσών) γενομένη, κατ’ αρθρο 224 ΚΠολΔ, και μη αποκροουμένη από τις αναιρεσείουσες διευκρίνιση ότι "όπως εκθέτουμε στην παρ.1Ζ της αγωγής η ουσιαστική υποχρέωση της αντιδίκου (αναιρεσιβλήτου) ήταν να μας καταβάλλει τον ανωτέρω ετήσιο ελάχιστο συνολικό ναύλο η δε υποχρέωσή μας ήταν να έχουμε διαθέσιμα τα πλοία μας και συνεπώς η υποχρέωση καταβολής του ετησίου ναύλου αποτελεί κυρία υποχρέωση της αντιδίκου με βάση την επίδικη σύμβαση και όχι ποινική ρήτρα ούτε διαφυγόν κέρδος" και αφετέρου η ανυπαρξία οποιασδήποτε επικλήσεως των αναιρεσειουσών - εναγουσών στο αγωγικό δικόγραφο περί καταρτίσεως μεταξύ αυτών και της αναιρεσιβλήτου (παρεπομένης) συμφωνίας ποινικής ρήτρας για την περίπτωση της μη εκπληρώσεως ή μη προσηκούσης εκπληρώσεως της κυρίας παροχής απέκλειαν τον χαρακτηρισμό της επιδίκου διαφοράς ως τέτοιας αφορώσης σε κατάπτωση ποινικής ρήτρας, με αποτέλεσμα να ελέγχεται αρνητικά, κρινόμενος απορριπτέος ως αβάσιμος, ο από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, προβαλλόμενος ως άνω αναιρετικός λόγος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται, όπως προεκτέθηκε, και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται αφενός ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων.
Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης. (Ολ. Α.Π. 26/04, ΑΠ 934/14, ΑΠ 604/11).
Ο ίδιος λόγος επίσης ιδρύεται και όταν με τη δοθείσα ερμηνεία παραβιάζονται οι αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 355/2011, ΑΠ 604/2011) ως κριτήρια συμπεριφοράς επιβαλλομένης στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, όταν, δηλαδή, το ερμηνευτικό πόρισμα δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 495/13).
Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004 ΑΠ 386/2004) και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως (ΑΠ 416/1993 597/2005 838/2005) ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει (ΑΠ 1365/2005 426/2010), οπότε η απόφαση του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 683/2010, 1093/ 2011).
Κατά την έννοια του λόγου αυτού η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004).
Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσεως το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, πλην άλλων, τα συμφέροντα των μερών και ιδίως εκείνου, την ιδιαίτερη προστασία επιδιώκει ο ερμηνευόμενος όρος (ΑΠ 737/2000 ΑΠ 337/2000), το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις και την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών.
Το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει κατά τα άνω τη δήλωση βουλήσεως α) δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και να εξειδικεύσει τις αρχές αυτές, β) δεν δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (ΑΠ 211/11) και γ) δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί μόνο στο περιεχόμενο της συμβάσεως (ΑΠ 934/2014). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή, της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 1/1999, 28/1997, 12/1995).
Με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προβάλλονται από τις αναιρεσείουσες οι, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις με την επίκληση ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών, oυσιαστικού δικαίου, διατάξεων, η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε ως αβάσιμη ουσιαστικά την κατά της αναιρεσιβλήτου από τις ίδιες (αναιρεσείουσες) ασκηθείσα ένδικη (από 16-11-11), αγωγή περί καταβολής του ναύλου που αναλογούσε στη διαφορά μεταξύ της παραδοθείσας προς μεταφορά ποσότητος καυσίμων και αυτής που, κατ’ ελάχιστο όριο, είχε συμφωνηθεί να παραδοθεί, εξ αιτίας της υπερημερίας της τελευταίας (αναιρεσιβλήτου) περί την προσήκουσα εκτέλεση της μεταξύ τους καταρτισθείσας συμβάσεως ναυλώσεως (μη παράδοση από την ναυλώτρια - αναιρεσίβλητη στις εκναυλώτριες - αναιρεσείουσες προς μεταφορά της συμφωνημένης ελαχίστης ετήσιας ποσότητας ειδών καυσίμων), δεχθείσα, με ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία της ελάσσονος προτάσεως του δικανικού συλλογισμού και κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, κατά την ερμηνεία της διαλαμβανομένης στην από 14-5-2009 τροποποιητική σύμβαση σχετικής δηλώσεως βουλήσεως των συμβληθέντων μερών, τη μη συνομολόγηση (για το ένδικο χρονικό διάστημα) του από τις αναιρεσείουσες επικαλουμένου όρου περί καθορισμού, για το έτος 2010 ποσού ελαχίστου , κατ’ αποκοπήν και ανεξαρτήτου της μεταφερθείσας ποσότητας υγρών καυσίμων, οφειλουμένου ναύλου παρόλο που τα, ως αποδειχθέντα, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την κρίση αυτή επιβάλλοντα την αντίθετη παραδοχή (περί συνομολογήσεως δηλαδή του προδιαληφθέντος όρου).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθ. 561 § 2 ΚΠολδ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτή, μετ’ εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα, τ’ ακoλουθα: "Η εταιρεία ... (αναιρεσίβλητη) δραστηριοποιείται στον τομέα της εμπορίας πετρελαιοειδών με έδρα την Αθήνα. Μάλιστα αυτή έφερε αρχικώς την επωνυμία "... ...", όμως, ήδη από το έτος 2010, που εξαγοράστηκαν οι μετοχές της από την εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε.", μεταβλήθηκε η επωνυμία της σε "...".
Στις 20-9-2005 μεταξύ της τελευταίας εταιρίας, ως ναυλώτριας, και της πρώτης και της δεύτερης των εναγουσών (αναιρεσείουσες) με τις επωνυμίες "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ως εκναυλωτριών - πλοιοκτητριών, συνήφθη, εγγράφως, η με την ίδια ημερομηνία (20-9-2005) σύμβαση ναύλωσης, η οποία είχε πενταετή διάρκεια (από 1-1-2006 έως 31-12-2010), με δικαίωμα της ναυλώτριας να παρατείνει τη διάρκεια της για δύο ακόμα έτη (βλ.
άρθρο 1 της σύμβασης σε νομότυπη μετάφραση από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα). Με τη σύμβαση αυτή οι εκναυλώτριες-πλοιοκτήτριες ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταφέρουν ποσότητες, ειδών καυσίμων (λευκών ελαίων), οι οποίες θα φορτώνονταν στα πλοία που θα διέθεταν προς τούτο, από τα διυλιστήρια της περιοχής της ... ("...") και της επιχείρησης "... ..." στην περιοχή της ..., προς τις εγκαταστάσεις της ναυλώτριας στο ..., καθώς και από τα προαναφερθέντα διυλιστήρια και τις τελευταίες εγκαταστάσεις (...) σε διάφορες άλλες αυτής στην ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα (...), όπου θα διενεργείτο η σχετική εκφόρτωση.
Ειδικότερα, συμφωνήθηκε, από τα ως άνω συμβληθέντα μέρη, ότι η ναυλώτρια ("... Α.Ε.") υποχρεούτο να καταβάλει στις εκναυλώτριες-πλοιοκτήτριες τον ορισθέντα ναύλο, δηλαδή το ποσό το ποσό των 5,75 ευρώ και 15,25 ευρώ ανά κυβικό μέτρο καυσίμου για τη μεταφορά προς ... και τους λοιπούς προορισμούς, αντιστοίχως, ο οποίος θα αναπροσαρμοζόταν ετησίως, κατά τους όρους της εν λόγω συμβάσεως (βλ.
άρθρο 3 αυτής). Επίσης, η ναυλώτρια ανέλαβε την υποχρέωση να παραδίδει ετησίως, προς μεταφορά μία ελάχιστη ποσότητα ειδών καυσίμων, που, αρχικώς, καθορίστηκε σε 500.000 κυβικά μέτρα, ενώ οι εκναυλώτριες- πλοιοκτήτριες θα παρείχαν επαρκή χωρητικότητα στα πλοία τους, ώστε να φορτώνουν μέχρι 600.000 κυβικά μέτρα φορτίο και θα διέθεταν πλοία για εξυπηρέτηση φορτίου από 1.800 έως 2.500 κυβικά μέτρα (βλ.
άρθρα 2 και 4 της σύμβασης). Μάλιστα, με το άρθρο 8 του μέρους II του παρατήματος της εν λόγω συμβάσεως (" ..."), η ναυλώτρια υποχρεώθηκε να καταβάλει "νεκρό ναύλο" ("dead freight"), κατά την προεκτεθείσα έννοια, συγκεκριμένα στο σχετικό όρο αυτής (κατά τη σχετική νομότυπη μετάφραση από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα) αναφέρεται ότι "... 8.
Νεκρός Ναύλος: Οι ναυλωτές δεν χρειάζεται να παρέχουν πλήρες φορτίο, αλλά αν δεν το κάνουν ο ναύλος παρ’ όλα ταύτα θα πληρωθεί σαν είχε φορτωθεί το πλοίο με πλήρες φορτίο....." ....... Στις 19-5-2008, τροποποιήθηκε η ως άνω σύμβαση. Ειδικότερα αναπροσαρμόσθηκε ο σχετικός ναύλος, στο ποσό των 6,00 ευρώ και 17,30 ευρώ ανά κυβικό μέτρο καυσίμου για τη μεταφορά προς ...
και προς τους λοιπούς προορισμούς, αντιστοίχως, και συμφωνήθηκε ότι η ετήσια ελάχιστη ποσότητα προς μεταφορά, δηλαδή αυτή που αφορά τον όρο της αρχικής συμβάσεως περί της υποχρεώσεως της ναυλώτριας να παραδίδει, ετησίως, προς μεταφορά μία ελάχιστη ποσότητα ειδών καυσίμων, θα ανέρχεται, από την 1-1-2008, σε 450.000 κυβικά μέτρα, με την αναλογία των 166.500 κυβικών μέτρων για τη μεταφορά προς ...
και των 283.500 κυβικών μέτρων για τους λοιπούς προορισμούς, καθώς και ότι ο συνολικός ναύλος για το έτος 2008 θα ανέρχεται στο ποσό των 5.903.550 ευρώ (999,000 [166.500X6] + 4.904.550 [283.500 Χ 17,30]) κατ’ ελάχιστον (βλ. την από 19-5-2008 Φ "..."). Τέλος, στις 14-5-2009, τροποποιήθηκε εκ νέου η εν λόγω σύμβαση. Ειδικότερα, συμφωνήθηκε ότι η ετήσια ελάχιστη εγγυημένη ποσότητα προς μεταφορά, που θα παραδιδόταν από τη ναυλώτρια, κατά τον ως άνω όρο της σύμβασης, θα ανέρχεται σε 315.000 κυβικά μέτρα πλέον ή έλαττον 5%, για ποσότητες που μεταφέρονται αποκλειστικώς και μόνον στις εγκαταστάσεις της ναυλώτριας που βρίσκονται σε περιοχές της ηπειρωτικής και της νησιωτικής Ελλάδας (δηλαδή εκτός του ...), με φόρτωση από τα διυλιστήρια της περιοχής του κόλπου της Ελευσίνας και της επιχείρησης "... ..." στην περιοχή της ..., καθώς και ότι η τιμή του ναύλου θα ανέρχεται, από 27-4-2009 μέχρι και τη λήξη της σύμβασης (31-12-2010), στο ποσό των 15,80 ευρώ ανά κυβικό μέτρο φορτίου (βλ.
την από 14-5-2009 "..."). Επίσης, κατά την ως άνω τροποποίηση της σύμβασης, συμφωνήθηκε ότι θα καταστεί συμβαλλόμενο μέρος και η τέταρτη εφεσίβλητη (ενάγουσα) εταιρία με την επωνυμία "... ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία ήταν πλοιοκτήτρια του τότε υπό ναυπήγηση πλοίου διπλού τοιχώματος "...", το οποίο οι εκναυλώτριες-πλοιοκτήτριες θα έθεταν στη διάθεση της ναυλώτριας προς αντικατάσταση ενός εκ των ως άνω πλοίων μονού τοιχώματος, που εκτελούσε τη σχετική μεταφορά, ενώ διατηρήθηκαν οι λοιποί όροι της σύμβασης, όπως μεταγενεστέρως κατά τα ως άνω είχαν τροποποιηθεί.
Σημειωτέον ότι το τελευταίο πλοίο ("...") τέθηκε στη διάθεση της ναυλώτριας από την 9-11-2009, όμως, καθ’ όλο το χρονικό διάστημα λειτουργίας της εν λόγω συμβάσεως και μέχρι τη λήξη αυτής (31-12-2010), οι σχετικές μεταφορές διενεργούντο, κατά, ένα μέρος, και από τα αρχικά πλοία ("..." και "...") των μη συμβατικών προδιαγραφών, ανεξαρτήτως της διαθέσεως των προαναφερθέντων νεότευκτων πλοίων ("..." και "...").
Ειδικότερα, κατά το έτος 2010, διενεργήθηκε με πλοία μη συμβατικών προδιαγραφών, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, μεταφορά α)με το πλοίο "...", πλοιοκτησίας της πρώτης εφεσίβλητης ("... ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), συνολικής ποσότητας 23.394,848 κυβικών μέτρων ειδών καυσίμων, πλέον 1.536,163 κυβικών μέτρων που αντιστοιχούν στον ως άνω "νεκρό ναύλο"\ δηλαδή η ναυλώτρια κατέβαλε σχετικό ναύλο συνολικού ποσού 393.909,95 ευρώ (23.394,848 + 1.536,163 = 24.931,011X15,80 = 393.909,95) και β)με το πλοίο "...", πλοιοκτησίας της δεύτερης εφεσίβλητης ("...
ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), συνολικής ποσότητας 7.648,380 κυβικών μέτρων ειδών καυσίμων, πλέον 207,400 κυβικών μέτρων που αντιστοιχούν στον ως άνω "νεκρό ναύλο", δηλαδή η ναυλώτρια κατέβαλε σχετικό ναύλο συνολικού ποσού 124.121,32 ευρώ (7.648,380 + 207,400 = 7.855,780X15,80 = 124.121,32). Επίσης, κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα (2010), με τα νεότευκτα πλοία (διπλού τοιχώματος) και συγκεκριμένα με το "..." και το "...", διενεργήθηκε η μεταφορά συνολικής ποσότητας 180.250,39 (86.625,666 + 93.624,724) κυβικών μέτρων ειδών καυσίμων, πλέον 13.036,695 (5.811,063 + 7.225,632) κυβικών μέτρων που αντιστοιχούν στον ως άνω "νεκρό ναύλο", δηλαδή εκτελέσθηκε η εν λόγω σύμβαση, με όλα τα ως άνω πλοία (συμβατικών και μη προδιαγραφών), για συνολική ποσότητα 226.073,876 (24.931,011 + 7.855,780 + 180.250,39 + 13.036,695) κυβικών μέτρων ειδών καυσίμων.
Ακόμη, κατά τα προεκτεθέντα, κατά το έτος 2010, η ναυλώτρια (εναγομένη) παρέδωσε στις εκναυλώτριες-πλοιοκτήτριες (ενάγουσες) προς μεταφορά ποσότητα ειδών καυσίμων μικρότερη της συμφωνηθείσας ως ελαχίστης και τους κατέβαλε τον αντίστοιχο ναύλο, δηλαδή κατέβαλε σ’ αυτές ναύλο για την προαναφερθείσα ποσότητα των 226.074 κυβικών μέτρων ειδών καυσίμων (όπως αναφέρουν οι ενάγουσες, κατά στρογγυλοποίηση των 226.073,876 κ.μ.) και όχι για την ως άνω ελάχιστη ποσότητα των 315.000 κυβικών μέτρων.
Έτσι, κατά τους ισχυρισμούς των εκναυλωτριών - πλοιοκτητριών (εναγουσών της ως άνω υπό στοιχείο Α’ αγωγής), η ναυλώτρια οφείλει σ’ αυτές το ναύλο που αντιστοιχεί στη διαφορά των ως άνω ποσοτήτων και συγκεκριμένα το ποσό του 1.405.030,80 ευρώ (315.000- 226.074=88.926 κ.μ. Χ 15,80 ευρώ). Όμως, στην εν λόγω σύμβαση δεν υπάρχει κάποιος όρος που να προβλέπει, ρητώς, την καταβολή του ναύλου, που αντιστοιχεί στην ελάχιστη ποσότητα ειδών καυσίμων, την οποία ήταν υποχρεωμένη να παραδώσει προς μεταφορά η ναυλώτρια, για το έτος 2010.
Σημειωτέον ότι, όπως προαναφέρθηκε, στην από 19-5-2008 τροποποίηση της σύμβασης αυτής, είχε προσδιορισθεί το ποσό του ελάχιστου ετήσιου ναύλου με την αναφορά συγκεκριμένου ποσού (5.903.550 ευρώ), σε αναλογία με την τότε καθορισθείσα ελάχιστη ποσότητα μεταφερομένων ειδών καυσίμων και του ναύλου ανά κυβικό μέτρο για κάθε ως άνω προορισμό (999.000 [166.500X6] + 4.904.550 [283.500X17,30]).
Όμως, ο προσδιορισμός αυτός, όπως ρητώς αναφέρεται στη σύμβαση, αφορούσε αποκλειστικώς το έτος 2008, ενώ, κατά τη μεταγενέστερη από 14-5-2009 τροποποίηση της, δεν περιλήφθηκε όρος περί ελάχιστου ετήσιου ναύλου, μολονότι υπήρξαν σημαντικές μεταβολές των όρων της, που συνδέονται με αυτόν. Συγκεκριμένα, όπως προαναφέρθηκε, με την τελευταία τροποποίηση της σύμβασης (από 14-5-2009), περιορίσθηκαν οι προορισμοί της μεταφοράς των ειδών καυσίμων, μεταβλήθηκε το ποσό του συμφωνηθέντος ναύλου ανά κυβικό, μέτρο και η ελάχιστη ετήσια ποσότητα αυτών, που όφειλε να παραδίδει προς μεταφορά η ναυλώτρια, ενώ, κατά τη βούληση των συμβληθέντων μερών, δεν καθορίσθηκε ποσό ελάχιστου ναύλου, σε αναλογία με την ως άνω ελάχιστη ποσότητα, για το έτος 2010.
Μάλιστα, ενόψει των ως άνω μεταβολών στους όρους της σύμβασης, που συνδέονται με το ύψος του ναύλου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εξακολούθησε να ισχύει και για το έτος 2010 ο όρος περί ελάχιστου ετήσιου ναύλου, που περιέχεται στην ως άνω από 19-5-2008 τροποποίηση της σύμβασης, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εφεσίβλητες (ενάγουσες).
Έτσι, όπως συνάγεται από το σύνολο της εν λόγω συμβάσεως, όπως αυτή ερμηνεύεται κατά τους κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, όπως προεκτέθηκε (υπό στοιχείο IV), δεν απορρέει από αυτήν υποχρέωση της ναυλώτριας να καταβάλει στις εκvαυλώτριες - πλoιoκτήτριες το ποσό του ναύλου, που αντιστοιχεί στην ελάχιστη ποσότητα ειδών καυσίμων, την οποία αυτή ήταν υποχρεωμένη να παραδώσει προς μεταφορά, για το έτος 2010, και μάλιστα, ανεξαρτήτως της πραγματοποίησης της αντίστοιχης μεταφοράς αυτής, όπως αντίθετα αλλά αβάσιμα ισχυρίζονται οι εφεσίβλητες (ενάγουσες).
Σημειωτέον ότι η τελευταία κρίση δεν αναιρείται από την ύπαρξη του ως άνω όρου της σύμβασης περί υποχρεώσεως της ναυλώτριας για την καταβολή "νεκρού ναύλου", αφού, όπως προαναφέρθηκε, ο τελευταίος αφορά αποκλειστικώς το φορτίο σχετικώς με τη χωρητικότητα του συγκεκριμένου πλοίου, που είχε ορισθεί για να διενεργήσει εκάστοτε την αντίστοιχη μεταφορά, η οποία (χωρητικότητα), όπως προαναφέρθηκε, είχε προσδιορισθεί ειδικώς στη σύμβαση (βλ.
άρθρο 2 παρ. 2 της σύμβασης), και όχι την ετησίως μεταφερομένη ποσότητα ειδών καυσίμων, η οποία, όπως προεκτέθηκε, είχε προσδιορισθεί σε διαφορετικό, ύψος. Επιπλέον, όπως επίσης προαναφέρθηκε, στην εν λόγω σύμβαση το ύψος του ναύλου προσδιορίζεται, βάσει της βουλήσεως των συμβληθέντων, και υπολογίζεται κατά τη μονάδα μέτρησης του μεταφερόμενου είδους (ανά κυβικό μέτρο) έτσι, αυτός δεν αποτελεί "κατ’ αποκοπή ναύλο", κατά την προεκτεθείσα (υπό στοιχείο III) έννοια, ώστε να οφείλεται ανεξαρτήτως της ποσότητας που μεταφέρθηκε.
Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι η παράβαση του ως άνω όρου της εν λόγω συμβάσεως, που αφορά τη μη παράδοση από τη ναυλώτρια προς μεταφορά της συμφωνηθείσας ελάχιστης ετήσιας ποσότητας ειδών καυσίμων, κατά το έτος 2010, ανεξαρτήτως της ως άνω μη υποχρεώσεώς της προς καταβολή του αντίστοιχου ναύλου, ενδεχομένως θεμελιώνει σχετική αξίωση αποζημίωσης, όμως, στην προκείμενη περίπτωση η ως άνω υπό στοιχείο Α’ αγωγή δεν αφορά τέτοια αξίωση, αφού δεν προσδιορίζονται σ’ αυτήν τα αναγκαία στοιχεία (είδος της ζημίας, αιτιώδης συνάφεια κλπ).
Έτσι, ενόψει του ότι δεν υφίσταται κατά την ως άνω σύμβαση η επικληθείσα αξίωση των εναγουσών της προαναφερθείσας υπό στοιχείο Α’ (ενδίκου) αγωγής, αυτή είναι απορριπτέα ως ουσιαστικώς αβάσιμη". Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή, του δεν υπέπεσε στην αποδιδομένη πλημμέλεια αφού, μετά τη διαπίστωση της υπάρξεως κενού στη διατύπωση της δηλωθείσας από τα διάδικα μέρη, στην από 14-5-09 τροποποιητική συμφωνία, βουλήσεως αναφορικά με το αν και για το (ένδικο) έτος 2010 εξακολουθούσε να ισχύει η υποχρέωση της αναιρεσιβλήτου - ναυλώτριας προς καταβολή του συνολικού ελαχίστου ναύλου, που αναλογούσε στην δι’ αυτής προσδιορισθείσα "ελάχιστη ετήσια εγγυημένη ποσότητα (προς μεταφορά) των 315000 κυβ.
μέτρων + 5%", προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προκειμένου να αναζητήσει δι’ αυτών την αληθινή δικαιοπρακτική βούληση των συμβληθέντων μερών (διαδίκων) και χρησιμοποιώντας, ορθώς, τα κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών δέχθηκε ότι "κατά την αληθινή βούληση των μερών δεν καθορίστηκε ποσό ελαχίστου ναύλου, σε αναλογία με την ως άνω ελάχιστη ποσότητα για το έτος 2010...και έτσι, όπως συνάγεται από το σύνολο της εν λόγω συμβάσεως (της από 14-5-2009), δεν απορρέει υποχρέωση της ναυλώτριας (αναιρεσίβλητης) να καταβάλει στις εκναυλώτριες (αναιρεσείουσες) το ποσό του ναύλου που αντιστοιχεί στην ελάχιστη ποσότητα την οποία αυτή ήταν υποχρεωμένη να παραδώσει προς μεταφορά για το έτος 2010 και μάλιστα ανεξαρτήτως της πραγματοποίησης της αντίστοιχης μεταφοράς" με την ορθή αιτιολογία ότι "δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εξακολούθησε να ισχύει και για το έτος 2010" όρος περί ελαχίστου ετησίου ναύλου, που περιέχεται στην ως άνω από 19-5-2008 τροποποιητική σύμβαση και είχε καθοριστεί σε αναλογία με την τότε καθορισθείσα ελάχιστη ποσότητα, καθόσον ο προσδιορισμός αυτός, όπως ρητώς αναφέρεται στη σύμβαση, αφορούσε αποκλειστικώς το έτος 2008, ενώ κατά τη μεταγενέστερη από 14-5-2009, τροποποίησή της δεν περιελήφθη όρος περί ελαχίστου ναύλου μολονότι υπήρξαν σημαντικές μεταβολές των όρων της, που συνδέοντο μ’ αυτόν".
Ο ισχυρισμός του αναιρεσειουσών ότι η αναφορά των διαδίκων στην τροποποιητική σύμβαση του 2009 αφενός σε "ελάχιστη εγγυημένη ποσότητα 315.000 κ.μ." και αφετέρου σε "διατήρηση των λοιπών όρων της σύμβασης του 2008" καθιστούσε περιττό, ως πλεοναστικό, τόσο τον προσδιορισμό του συνολικού ετησίου (για το 2010) ναύλου, ως κατ’ αποκοπή οφειλομένου ναύλου όσο και την αναφορά σε υποχρέωση καταβολής του νεκρού ναύλου, κρίνεται απορριπτέος ως στηριζόμενος στις εσφαλμένες προϋποθέσεις Ι.
κατά μεν το πρώτο σκέλος του ότι η αθέτηση της υποχρεώσεως της αναιρεσιβλήτου προς παράδοση 315.000 + 5% κ.μ. καυσίμων καθιστά αυτή υπόχρεη προς καταβολή του συμφωνηθέντος ναύλου (15,6 Ε/κ.μ.) για όλη την ελάχιστη εγγυημένη ως άνω ποσότητα, η οποία όμως (προϋπόθεση) αποκλείστηκε με την παραπάνω τροποποιητική σύμβαση δια του κατά την αληθινή βούληση των συμβληθέντων μερών, μη καθορισμού ελαχίστου ναύλου σε αναλογία με την ως άνω ποσότητα (που είχε προβλεφθεί στην από 19-5-2008 προηγούμενη σύμβαση) ο οποίος, κατά τη ρητή παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως, "δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εξακολούθησε να ισχύει και για το έτος 2010 αφού ο κατά τον ως άνω τρόπο καθορισμός στην ένδικη σύμβαση (14-5-2009) του οφειλομένου ναύλου δεν αποτελεί κατ’ αποκοπή ναύλο"
ΙΙ. Κατά το δε δεύτερο σκέλος του στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι οπερί "νεκρού ναύλου" όρος [που διαλαμβάνεται στην τροποποιηθείσα σύμβαση (19-5-2008) και εξακολουθεί να διατηρείται και στην τροποποιημένη ένδικη σύμβαση (14-5-09)] αφορά τον προσδιορισμό του ναύλου, που αναλογεί στη μη παραδοθείσα, έναντι της ελαχίστης εγγυημένης, ποσότητας καυσίμου, η οποία (προϋπόθεση) και (πάλι) δεν συντρέχει αφού, κατά τη ρητή παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως ο όρος αυτός (του νεκρού ναύλου) αφορά "αποκλειστικώς το φορτίο σχετικώς με τη χωρητικότητα του συγκεκριμένου πλοίου που είχε οριστεί για να διενεργήσει την εκάστοτε αντίστοιχη μεταφορά, η οποία είχε προσδιορισθεί ειδικώς στη σύμβαση και όχι στην ετησίως μεταφερομένη ποσότητα ειδών καυσίμων, η οποία είχε προσδιορισθεί σε διαφορετικό ύψος".
Η, με βάση τα παραπάνω κριτήρια εξενεχθείσα κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν αντιβαίνει στην έννοια της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, όπως αβασίμως επικαλούνται οι αναιρεσείουσες, αφού με τη δοθείσα ερμηνεία εξασφαλίζεται η, σύμφωνα με τα παραπάνω κριτήρια, προστασία των συμφερόντων αμφοτέρων των συμβαλλομένων μερών και ειδικότερα των μεν αναιρεσειουσών δια της συνομολογήσεως ελαχίστης εγγυημένης προς παράδοση ποσότητας καυσίμων η οποία, στην περίπτωση αθετήσεως της σχετικής υποχρεώσεως εκ μέρους της αναιρεσιβλήτου, παρείχε σ’ αυτές το δικαίωμα αποκαταστάσεως της ισοπόσου προκληθείσας ζημίας, της δε αναιρεσιβλήτου δια του μη καθορισμού ελαχίστου εγγυημένου ετησίου (κατ’ αποκοπήν) ναύλου τον οποίο αυτή θα είχε υποχρέωση να καταβάλλει ολόκληρο ανεξαρτήτως της μεταφερθείσας ποσότητας και του ύψους της προκληθείσας ζημίας.
Υπό τις πληρείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης αποφάσεως οι οποίες δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, υπό την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προβαλλόμενες, από το αρθ.559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις, οι οποίες, για το λόγο αυτό, κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα αναγνώσεως και αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια του άρθ. 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο το οποίο πρέπει να προσκομίζεται στο δικαστήριο (ΑΠ 539/09, ΑΠ 992/2014), διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά αυτό έχει και ακολούθως καταλήγει σε επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου το οποίο ανέγνωσε σωστά, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ. ΑΠ 2/2008, 1/1999, ΑΠ 1401/10, ΑΠ 25/11, ΑΠ 437/05).
Για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος, (ολ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ 128/13, ΑΠ 1654/05, ΑΠ 1208/08, ΑΠ 932/2014). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, παραμορφώθηκε, το διαφορετικό από αυτό περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμορφώσεως σε σχέση με τη συνδρομή ή όχι ορισμένων κρισίμων πραγματικών γεγονότων.
Η παραμόρφωση πρέπει να ανάγεται σε σημείο του εγγράφου που αφορά το αποδεικτέο γεγονός (ΑΠ 58/08, ΑΠ 1347/07, ΑΠ 1875/06).
Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από τις αναιρεσείουσες η, από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο των μετ’ επικλήσεως από τις ίδιες νομίμως προσκομισθεισών, προς απόδειξη της συνομολογήσεως της με την ένδικη αγωγή επικαλούμενης ποινικής ρήτρας, από 19-5-08 και 14-5-09 εγγράφων συμβάσεων δια της παραλείψεως αναγνώσεως των διαλαμβανομένων σ’ αυτές περικοπών "περί νεκρού ναύλου" (για τη σύμβαση της 19-5-08) και "της διατηρήσεως ως έχουν των λοιπών όρων" (για τη σύμβαση της 14-5-09).
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και ιδίως από τις παραδοχές αυτής "α) η κρίση δεν αναιρείται από την ύπαρξη του όρου της σύμβασης περί υποχρεώσεως της ναυλώτριας για την καταβολή νεκρού ναύλου αφού ο τελευταίος αφορά αποκλειστικά το φορτίο σχετικώς με την χωρητικότητα του και πλοίου ...
και όχι την ετησίως μεταφερομένη ποσότητα ειδών καυσίμων ..." και β) "επίσης κατά την τροποποίηση της 14-5-09 συμφωνήθηκε ότι θα καταστεί συμβαλλόμενο μέρος και η τέταρτη εφεσίβλητη ... ενώ διατηρήθηκαν οι λοιποί όροι της σύμβασης, όπως μεταγενεστέρως κατά τα ως άνω είχαν τροποποιηθεί" προκύπτει ρητώς η ανάγνωση (και) των περικοπών αυτών, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να θεμελιωθεί η προσβαλλομένη ως άνω αιτίαση την οποία, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν μπορεί να ιδρύσει (ούτε) η κρίση αυτής αναφορικά με το συναχθέν, από την ορθή μεν ανάγνωση αλλά με επικαλούμενη εσφαλμένη ερμηνεία αντίθετο, απ’ αυτό που οι αναιρεσείουσες θεωρούν σωστό, αποδεικτικό πόρισμα.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως , να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την [από 1-10-15 και με αριθμ.καταθ....2015] αίτηση αναιρέσεως της 289/2015 τελεσιδίκου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουλίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου