Supreme Court dismisses appeal against lawyer dismissal due to lack of serious cause under Code of Lawyers.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Hellenic Bank against the dismissal of its chief lawyer. The lower court found no 'serious cause' for termination despite the bank's claim of a breakdown in trust, rejecting the argument that the dismissal was abusive. The court ruled that the appeal arguments regarding the violation of the Code of Lawyers and common sense were unfounded and insufficient to overturn the lower court's decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 63(4) and 5(4) of the Code of Lawyers; The termination of a lawyer's contract requires a serious cause, which exists only when the client's trust is so undermined that continued cooperation becomes objectively impossible or extremely difficult.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1360 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1360/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο (επειδή κωλύονται οι Αρεοπαγίτες Αθανάσιος Θεμέλης και Ειρήνη Αθανασίου), Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Γενική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη.
Της αναιρεσίβλητης: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σαράντο Δημητρόπουλο.
Κοινοποιουμένη και προς τον υπέρ της αναιρεσίβλητης προσθέτως παρεμβάντα ενώπιον του Εφετείου Αθηνών Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 129/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 5084/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-11-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 22-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 4 και 5 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), όπως η περίπτωση 4 της παραγράφου 5 του ίδιου άρθρου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 του ν. 723/1977, προκύπτει, ότι η σχέση παροχής από δικηγόρο νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή, που θεωρείται και είναι σχέση απόλυτης προσωπικής εμπιστοσύνης, συνάπτεται με σύμβαση ιδιόμορφης έμμισθης εντολής, η οποία λογίζεται πάντοτε ως σύμβαση αόριστου χρόνου και λύνεται, εκτός άλλων, και με καταγγελία του εντολέα, που είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία.
Όταν όμως για το προσωπικό του εντολέα ισχύει κανονισμός που προβλέπει μόνιμη υπηρεσία τούτου, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της αναιρεσείουσας "Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.", η καταγγελία εκ μέρους του εντολέα δεν μπορεί να γίνει οποτεδήποτε, αλλά μόνο όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος. Τέτοιος σπουδαίος λόγος συντρέχει και όταν λόγω κλονισμού της εμπιστοσύνης του εντολέα προς το πρόσωπο του εντολοδόχου, έχει επέλθει τόσο σοβαρή διαταραχή στη συνεργασία τους, ώστε, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η συνέχιση της μεταξύ τους συμβάσεως να παρίσταται για τον εντολέα, κατ' αντικειμενική κρίση, αδύνατη ή εξαιρετικά δυσχερής.
Ο κλονισμός της εμπιστοσύνης μπορεί να επέλθει και ως αποτέλεσμα αντιδικίας μεταξύ δικηγόρου και εντολέα, όταν εξαιτίας των δικαστικών αγώνων και της εχθρότητας από την σφοδρή αντιδικία έχει καταστεί αδύνατη ή εξαιρετικά δύσκολη η ομαλή συνεργασία, μεταξύ τους (ΟλΑΠ 21/2004) και μάλιστα ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή ανυπαρξία πταίσματος και γενικότερα υπαιτιότητας του αντισυμβαλλόμενου (Ολ ΑΠ 10/1995).
Στη προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα που ενδιαφέρουν την κρινόμενη διαφορά: Η ενάγουσα δικηγόρος προσλήφθηκε στις 13-6-1975 από την εναγομένη (τράπεζα), η οποία διατηρεί οργανωμένο τομέα Νομικών Υπηρεσιών, με σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, προκειμένου να προσφέρει σ' αυτήν τις δικηγορικές της υπηρεσίες, τις οποίες και πράγματι προσέφερε στην εναγομένη, απασχολούμενη πλήρως και κατ' αποκλειστικότητα στη νομική της υπηρεσία.
Τοποθετήθηκε αρχικά (1992) στον Τομέα Νομιμοποιήσεων και αργότερα (1995) στο Τμήμα Νομιμοποιήσεων. Με την υπ' αριθμ. 428/28-3-2001 πράξη της Διοίκησης της εναγομένης τέθηκε σε ισχύ ο νέος Κανονισμός Λειτουργίας της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών, σύμφωνα με τον οποίο το Τμήμα Νομιμοποιήσεων υπήχθη στην Υποδιεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών Β'.
Με την υπ' αριθμ. 868/12-12-2001 πράξη της Διοίκησης δημιουργήθηκαν δυο Τμήματα Νομιμοποιήσεων, ήτοι το Τμήμα Νομιμοποιήσεων κεφαλαιουχικών εταιρειών και το Τμήμα Νομιμοποιήσεων προσωπικών εταιρειών και φυσικών προσώπων, στο οποίο τοποθετήθηκε ως προϊσταμένη η ενάγουσα. Το Μάρτιο 2004 η πλειοψηφία των μετοχών της εναγομένης περιήλθε στη γαλλική τράπεζα "...", η οποία ανέλαβε και τη διοίκηση της εναγομένης, για το προσωπικό της οποίας προβλεπόταν στη σχετική σύμβαση, ότι θα διατηρείτο ολόκληρο στις θέσεις του.
Με την ανάληψη, όμως, τη νέας διοίκησης έγινε πλήρης αναδιοργάνωση της τράπεζας, η οποία περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, την κατάργηση διευθύνσεων, την ίδρυση νέων τομέων δραστηριοτήτων κλπ, καθώς και την υλοποίηση προγράμματος εθελούσιας εξόδου, με υποβολή σχετικής αίτησης μέχρι τις 30-11-2004, στο οποίο , κατόπιν αιτήματος του Συλλόγου Δικηγόρων της τράπεζας, συμπεριλήφθηκαν και οι δικηγόροι της εταιρίας, με αποτέλεσμα να αποχωρήσουν από αυτήν δέκα δικηγόροι λαμβάνοντας αυξημένη αποζημίωση.
Η ενάγουσα δεν υπέβαλε αίτηση συμμετοχής στο ανωτέρω πρόγραμμα και κατά τη συνάντηση που είχε με τον διευθύνοντα σύμβουλο της εναγομένης γνωστοποίησε σ' αυτόν την πρόθεσή της να συνεχίσει να προσφέρει τις υπηρεσίες της στην εναγομένη. Το Δεκέμβριο 2004 έλαβε χώρα αναδιοργάνωση ολόκληρης της επιχείρησης της εναγομένης και αναδιάρθρωση του Τομέα Νομικών Υπηρεσιών αυτής.
Στα πλαίσια της αναδιοργάνωσης αυτής η έως τότε Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών μετατράπηκε σε Τομέα με τρεις Υποδιευθύνσεις, ενώ, παράλληλα, μειώθηκαν και τα Τμήματα αυτών από δώδεκα σε πέντε. Μεταξύ των Τμημάτων που καταργήθηκαν ήταν και το Τμήμα Νομιμοποιήσεων προσωπικών εταιρειών και φυσικών προσώπων, στο οποίο είχε τοποθετηθεί ως προϊσταμένη η ενάγουσα.
Με την υπ' αριθμ. ... εγκύκλιο επιστολή της εναγομένης ανακοινώθηκε η νέα στελέχωση και διάρθρωση των νομικών υπηρεσιών αυτής, σύμφωνα με την οποία η ενάγουσα τέθηκε ως απλή δικηγόρος, χωρίς οποιαδήποτε οικονομική ή άλλη μεταβολή, στο τμήμα ασφάλειες- νομική κάλυψη, με προϊστάμενο το δικηγόρο Δ1. Η τοποθέτηση της ενάγουσας ως απλής δικηγόρου στο άνω Τμήμα ουδεμία σχέση έχει με την άρνηση αυτής να ενταχθεί στο πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου της τράπεζας.
Η ανάθεση στην ενάγουσα, που ήταν δικηγόρος στον Άρειο Πάγο, καθηκόντων απλής δικηγόρου, ενώ μέχρι τότε ασκούσε καθήκοντα προϊσταμένης Τμήματος (γεγονός που αποτελεί ουσιαστικό υποβιβασμό αυτής), σε συνδυασμό με την τοποθέτηση αυτής στο Τμήμα Ασφαλειών και Νομικής Κάλυψης ως υφισταμένης πλέον του δικηγόρου Δ1, διορισμένου στο Εφετείο, με πενταετή υπηρεσία και ως εκ τούτου ελάχιστη εμπειρία και προσφορά στην τράπεζα, ο οποίος για πρώτη φορά αναλάμβανε καθήκοντα προϊσταμένου, χωρίς μάλιστα να υπερέχει έστω και απλά της ενάγουσας σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα ή σε άλλες περιστάσεις, έστω και αν δεν εκπορεύεται από δόλια προαίρεση της εναγομένης για βλαπτική μεταβολή των όρων της ένδικης σύμβασης έμμισθης εντολής ή για εξαναγκασμό της ενάγουσας για αποχώρηση από την υπηρεσία, υπερβαίνει κατάδηλα τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, καθόσον η ως άνω συμπεριφορά της εναγομένης δημιούργησε τέτοιες συνθήκες, οι οποίες κατά αντικειμενική κρίση και σύμφωνα με την καλή πίστη, επέφεραν τέτοια ηθική μείωση στην προσωπικότητα της ενάγουσας, χωρίς να συντρέχουν λόγοι αντικειμενικοί, με αποτέλεσμα η εξακολούθηση της εργασίας της να αποβαίνει αδύνατη και σε κάθε περίπτωση εκτάκτως δυσχερής.
Μετά τη γνωστοποίηση της νέας διάρθρωσης και στελέχωσης του Τομέα Νομικών Υπηρεσιών της εναγομένης, η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε στο Διευθυντή του τομέα Νομικών Υπηρεσιών για την τοποθέτησή της ως απλής δικηγόρου στο Τμήμα Ασφαλειών- Νομικής Κάλυψης, με προϊστάμενο το δικηγόρο Δ1, αλλά η σχετική παράστασή της δεν είχε αποτέλεσμα.
Η ενάγουσα δεν αποδέχθηκε την τοποθέτησή της ως απλής δικηγόρου στο Τμήμα Ασφαλειών-Νομικής Κάλυψης, αλλ' αντίθετα θεώρησε εξαρχής την τοποθέτησή της αυτή ως βλαπτική μεταβολή και εξέφρασε άμεσα την αντίθεσή της στην εναγομένη. Ενεργώντας αυτή καλόπιστα δεν επέμεινε να προσφέρει τις υπηρεσίες της σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους αλλά δέχθηκε, όπως είχε δικαίωμα, να παράσχει προσωρινά και πάντως με επιφύλαξη, τη νέα εργασία της, μέχρις ότου με τις παραστάσεις και τις διαμαρτυρίες της θα άλλαζε, όπως ήλπιζε, η απόφαση της διοίκησης.
Η υπογραφή από την ενάγουσα κάποιων εγγράφων ως απλής δικηγόρου, καθώς και η επιδίωξή της να επανέλθει, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη, στο Τμήμα Νομιμοποιήσεων, ακόμη και αν τούτο είναι αληθές, ουδόλως αναιρούν τα ανωτέρω. Ο νέος προϊστάμενος του Τμήματος Δ1, χωρίς να έχει παρατηρηθεί καθυστέρηση στην εκτέλεση των υπηρεσιών της ενάγουσας, απαίτησε από αυτή, με έντονο επιτακτικό τρόπο, την άμεση διεκπεραίωση των υποθέσεων που αυτή χρεωνόταν, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να θεωρήσει εύλογα την εν λόγω συμπεριφορά ως προσβλητική προς το πρόσωπό της.
Μετά το περιστατικό αυτό και αφού στο μεταξύ ο Διευθυντής του Τομέα Νομικών Υπηρεσιών Ν1 αρνήθηκε να συζητήσει την αποκατάστασή της, η ενάγουσα ζήτησε και έλαβε αναρρωτική άδεια. Με την από 12-1-2005 αίτησή της ζήτησε νομίμως από την εναγομένη να της χορηγήσει αντίγραφα των πράξεων της Διοίκησης, με τις οποίες έγινε η νέα διάρθρωση και στελέχωση του τομέα Νομικών Υπηρεσιών της εναγομένης.
Απαντώντας στην αίτηση αυτή ο Διευθυντής του άνω Τομέα Ν1, με την από 20-1-2005 εμπιστευτική επιστολή του, δήλωσε στην ενάγουσα ότι μπορούσε να παραλάβει όποτε ήθελε τα πιο πάνω έγγραφα. Παράλληλα, όμως, επικαλούμενος στο ίδιο ως άνω έγγραφο, κατά τρόπο γενικό και αόριστο, τη δημιουργία προβλημάτων στη λειτουργία της τράπεζας και μάλιστα στις σχέσεις αυτής με τους πελάτες της, που δημιουργούνταν, όπως ισχυρίστηκε, εξαιτίας του ότι η ενάγουσα καθυστερούσε να παραδώσει τους φακέλους που χειριζόταν και την αδυναμία των συναδέλφων στη τράπεζα, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειές τους, να επικοινωνήσουν μαζί της, κάλεσε αυτή να προσέλθει στην τράπεζα για άμεση παράδοση των εν λόγω φακέλων, κατά τρόπο αντιδεοντολογικό και αντίθετο στην καλή πίστη, δεδομένου ότι γνώριζε ότι η ενάγουσα βρισκόταν νομίμως σε αναρρωτική άδεια.
Αφορμή, πάντως, για την πρόσκληση αυτή του Διευθυντή των Νομικών Υπηρεσιών αποτέλεσε το από 19-1-2005 έγγραφο προς αυτόν της προϊσταμένης του Τμήματος Νομιμοποιήσεων Π1, η οποία είχε δεχθεί σχετικά αιτήματα από πελάτες και καταστήματα της τράπεζας αλλά αδυνατούσε να δώσει λύση, καθόσον, όπως ισχυρίστηκε, δεν είχε πρόσβαση στους φακέλους της ενάγουσας, με την οποία, παρά τις προσπάθειές της, δεν μπορούσε να επικοινωνήσει.
Όμως, τα όσα διαλαμβάνονται στο ως άνω έγγραφο, καθώς και στην από 20-1-2005 εμπιστευτική επιστολή του Ν1, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ουδόλως προέκυψε ότι μέχρι την ημερομηνία αποστολής της ανωτέρω επιστολής του Ν1, αλλά και μετέπειτα, υπήρξε οποιαδήποτε διαμαρτυρία πελατών ή άλλων υπηρεσιών της τράπεζας, που να σχετίζεται με την απουσία της ενάγουσας και ειδικότερα με καθυστέρηση διεκπεραίωσης υποθέσεων που είχαν χρεωθεί σ' αυτήν.
Το αναφερόμενο στην από 19-1-2005 επιστολή της Π1 προς το Διευθυντή του Τομέα Νομικών Υπηρεσιών της εναγομένης, ότι δηλαδή αυτή δεν είχε πρόσβαση στους φακέλους της ενάγουσας, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και είναι καθ' ολοκληρία ψευδές, ο δε σχετικός ισχυρισμός της εναγομένης περί διαμαρτυρίας πελατών της τράπεζας, καθυστερήσεων και πρόκλησης δυσλειτουργίας της νομικής υπηρεσίας είναι πλήρως αβάσιμος.
Η απόρριψη της από 7-4-2006 έγκλησης της ενάγουσας κατά της Π1 για συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος της ουδόλως αναιρεί τα ανωτέρω. Η ενάγουσα απάντησε στην από 20-1-2005 επιστολή του Ν1 με την από 21-1-2005 επιστολή της, με την οποία, αφού υπενθύμισε ότι η απουσία της οφειλόταν σε λόγους υγείας και στη λήψη νόμιμης αναρρωτικής άδειας, δήλωσε ότι οι φάκελοι που χειριζόταν βρίσκονταν στο γραφείο της και ότι οι συνάδελφοί της θα μπορούσαν να τους παραλάβουν, υπενθυμίζοντας ταυτόχρονα και την άδικη μεταχείριση που είχε υποστεί.
Τα ίδια περίπου επανέλαβε η ενάγουσα και στην από 26-1-2005 επιστολή της προς τον Ν1, απαντώντας στη νέα από 25-1-2005 επιστολή αυτού, με την οποία ο τελευταίος, αφού εξηγούσε ότι οι αλλαγές στη Νομική Υπηρεσία ήταν επιβεβλημένες, επισήμανε στην ενάγουσα, όλως αβάσιμα ότι η συμπεριφορά της και η μη παράδοση των φακέλων, λόγω της συνεχιζόμενης απουσίας της, δημιουργούσε προβλήματα στον Τομέα Νομικών υπηρεσιών και κατ' επέκταση στις σχέσεις της τράπεζας με το καταναλωτικό και επιχειρηματικό κοινό.
Η ενάγουσα είχε εκφράσει τη διαμαρτυρία της για την άνω μεταβολή και με την από 17-1-2005 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 21-1-2005, με την οποία, επικαλούμενη ότι η ενέργεια αυτή της τράπεζας αποτελούσε βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, κάλεσε την εναγομένη να την απασχολεί σε θέση προϊσταμένης του Τμήματος Νομιμοποιήσεων ή σε οποιαδήποτε άλλη θέση με ισότιμα καθήκοντα, άλλως θα θεωρούσε τη συμπεριφορά της εναγομένης ως άρνηση αποδοχής των υπηρεσιών της.
Η εναγομένη απάντησε με την από 24-1-2005 εξώδικη δήλωσή της, στην οποία, αφού ανέφερε ότι η ενάγουσα δεν είχε μέχρι τότε διαμαρτυρηθεί για νέα τοποθέτησή της και ότι το μόνο που είχε εξαρχής ζητήσει ήταν η μετακίνησή της στο Τμήμα Νομιμοποιήσεων, στη συνέχεια καθιστούσε σ' αυτή σαφές ότι η απουσία της και η άρνησή της να παραδώσει τους φακέλους που χειριζόταν, σε συνδυασμό με την αδυναμία των συναδέλφων της να επικοινωνήσουν μαζί της, δημιουργούσε προβλήματα στην τράπεζα, επισημαίνοντας ότι η τυχόν συνέχιση εκ μέρους της ίδιας συμπεριφοράς θα θεωρείτο ως σπουδαίος λόγος προς καταγγελία της συμβάσεως έμμισθης εντολής που τη συνέδεε με την τράπεζα.
Μετά τη λήξη αναρρωτικής άδειας που είχε λάβει η ενάγουσα επανήλθε αυτή στις 31-1-2005 στην εργασία της, προκειμένου όμως να προσφέρει τις υπηρεσίες της αποκλειστικά και μόνο υπό τους πριν τη μονομερή βλαπτική μεταβολή όρους, γεγονός το οποίο αρνήθηκε η εναγομένη, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να διαμαρτυρηθεί εκ νέου με την από 31-1-2005 εξώδικη δήλωσή της, καλώντας την εναγομένη να άρει την ως άνω βλαπτική μεταβολή.
Το ίδιο συνέβη και κατά τις τρεις πρώτες ημέρες του Φεβρουαρίου, οπότε η ενάγουσα περιορίστηκε στην παράδοση με πρωτόκολλο των φακέλων που είχε χρεωθεί (συνολικά 13), οι οποίοι τελικά παρελήφθησαν από το Διευθυντή των Νομικών Υπηρεσιών Ν1. Κατά την προσέλευσή της στο γραφείο της στις 2-2-2005, η ενάγουσα συνοδευόταν και από το σύζυγο και πληρεξούσιο δικηγόρο της ....
Ενώ βρισκόταν στο γραφείο της για να ετοιμάσει τους φακέλους που επρόκειτο να παραδώσει, μετέβη εκεί και ο Διευθυντής του Τομέα Νομικών Υπηρεσιών, ο οποίος, διαπιστώνοντας την παρουσία του συζύγου της, ζήτησε από αυτόν να απομακρυνθεί, με αποτέλεσμα να επακολουθήσει φραστικό επεισόδιο. Το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης με την υπ'αριθμ....απόφασή του αποφάσισε να καταγγείλει τη σύμβαση έμμισθης εντολής της ενάγουσας για σπουδαίο λόγο, λόγω κλονισμού της εμπιστοσύνης προς το πρόσωπό της.
Πράγματι επιδόθηκε αυθημερόν στην ενάγουσα η από 23-2-2005 καταγγελία της συμβάσεώς της με ταυτόχρονη προσφορά της νόμιμης αποζημίωσης. Την ως άνω καταγγελία παρέλαβε με επιφύλαξη ο σύζυγος της ενάγουσας επικαλούμενος, μεταξύ άλλων, ακυρότητα αυτής λόγω μη συνδρομής σπουδαίου λόγου αλλά και λόγω μη επιδείξεως από το δικαστικό επιμελητή πληρεξουσίου των υπογραφόντων την καταγγελία.
Κατόπιν αυτού η εναγομένη την επόμενη ημέρα, 24-2-2005, επέδωσε με θυροκόλληση εκ νέου την καταγγελία στην ενάγουσα μαζί με όλα τα νομιμοποιητικά έγγραφα, ενώ λόγω της απουσίας της προέβη σε παρακατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων του ποσού της αποζημίωσης, το οποίο όμως ανέλαβε στις 25-2-2005 και παρέδωσε στην ενάγουσα με την από 28-2-2005 εξώδικη δήλωσή της.
Στην ανωτέρω απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης αναφέρεται, μεταξύ άλλων, α) ότι η ενάγουσα, ενώ αποδέχθηκε, κατ' αρχάς την απασχόλησή της στο νέο Τμήμα που τοποθετήθηκε, στη συνέχεια, αρνείτο πεισματικά να παράσχει σ' αυτό τις υπηρεσίες της, επικαλούμενη βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεώς της, β) ότι κατά τη διάρκεια της απουσίας της με αναρρωτική άδεια, λόγω της μη έγκαιρης παράδοσης των φακέλων που χειριζόταν και της αδυναμίας των συναδέλφων της να επικοινωνήσουν μαζί της, κατέστησε με τη συμπεριφορά της αδύνατη την επικοινωνία μαζί της και υπήρξε δυσλειτουργία του Τομέα Νομικών Υπηρεσιών, γ) ότι προσήλθε κατά την παράδοση των φακέλων με το σύζυγό της, ο οποίος πρόσβαλε και απείλησε δικηγόρους του Τομέα Νομικών Υπηρεσιών διαταράσσοντας την ομαλή λειτουργία του και δ) ότι κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα η επικοινωνία της ενάγουσας και της εναγομένης γινόταν με αποστολή εξωδίκων και ότι κατόπιν αυτών κλονίστηκε η απαιτούμενη σχέση εμπιστοσύνης, με αποτέλεσμα να συντρέχει σπουδαίος λόγος που να καθιστά αναγκαία την καταγγελία της συμβάσεως της ενάγουσας.
Εφόσον, όμως, με τις αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν το Δεκέμβριο 2004, επήλθε μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως έμμισθης εντολής της ενάγουσας, η εμμονή αυτής μετά τη λήξη της αναρρωτικής αδείας της στις 31-1-2005 και την επάνοδό της στην υπηρεσία, να παρέχει τις υπηρεσίες της με βάση τους πριν τη μονομερή μεταβολή όρους, υπήρξε απολύτως νόμιμη, αφού τούτο αποτελούσε άσκηση νομίμου δικαιώματος αυτής.
Το γεγονός ότι τις πρώτες ημέρες μετά την ανακοίνωση της εν λόγω μεταβολής δέχθηκε, όπως είχε δικαίωμα, να προσφέρει προσωρινά τις υπηρεσίες της στο νέο Τμήμα, με επιφύλαξη μάλιστα των υποθέσεων που χρεωνόταν, συνεχίζοντας να εκφράζει τη διαμαρτυρία της, με τη προσδοκία να αλλάξει σε εύλογο χρονικό διάστημα η απόφαση της διοίκησης της εναγομένης, αποτελεί καλόπιστη συμπεριφορά αυτής και εκδήλωση εμπιστοσύνης προς την τράπεζα και δεν αποτελεί ούτε αποδοχή της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής, ούτε και μπορεί να αναιρέσει το ασκηθέν στη συνέχεια δικαίωμά της, να εμείνει στην τήρηση των προ της μεταβολής συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες της σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, το οποίο και πράγματι άσκησε, ευθύς όταν έληξε η αναρρωτική της άδεια.
Κατά τη διάρκεια της νόμιμης απουσίας της με αναρρωτική άδεια, δεν ήταν υποχρεωμένη, κατά πάγια τακτική της εναγομένης, να παραδώσει τους φακέλους που είχε χρεωθεί, αφού είχαν πρόσβαση σ' αυτούς όλοι οι συνάδελφοί της, ούτε και προέκυψε ότι υπήρξε, και μάλιστα από υπαιτιότητά της, σε σχέση με τις υποθέσεις που χειριζόταν δυσλειτουργία του Τομέα Νομικών Υπηρεσιών ή έκφραση παραπόνων πελατών της τράπεζας.
Επίσης, κατά την παράδοση των φακέλων στις 2-2-2005 ο σύζυγος και δικηγόρος της δεν προκάλεσε οποιοδήποτε επεισόδιο και δεν διατάραξε την ομαλή λειτουργία της υπηρεσίας της εναγομένης. Η αποστολή εξωδίκων δηλώσεων ήταν αναγκαία για τη σαφή διατύπωση τόσο των αντιρρήσεών της για την επελθούσα σε βάρος της βλαπτική μεταβολή όσο και των σχετικών αιτημάτων της προς την εναγομένη και απολύτως ενδεδειγμένη για την απόκρουση των σε βάρος της παντελώς αβάσιμων κατηγοριών της εναγομένης, η οποία αποκλειστικά, με τις ενέργειες των υπαλλήλων της επιχείρησε εξαρχής να οξύνει τις σχέσεις της με την ενάγουσα, με αφορμή την άσκηση από αυτήν ενός νομίμου δικαιώματός της.
Σε αντίθεση με την παραπάνω συμπεριφορά της εναγομένης, η ενάγουσα αντέδρασε ήπια και με σεβασμό προς το Διευθυντή του Τομέα Νομικών Υπηρεσιών και τον εκπρόσωπο της εναγομένης με τους οποίος συνομίλησε. Η υποβολή εγκλήσεως σε βάρος της δικηγόρου Π1 προϊσταμένης του Τμήματος Νομιμοποιήσεων (που έγινε μετά την καταγγελία) για συκοφαντική δυσφήμηση ήταν απολύτως αναγκαία.
Η όλη συμπεριφορά της ενάγουσας μέχρι την καταγγελία της συμβάσεως ουδόλως υπερέβη τα όρια της απλής άσκησης των δικαιωμάτων αυτής, λόγω της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της συμβάσεώς της, και δεν κλόνισε αντικειμενικά την εμπιστοσύνη της εναγομένης προς το πρόσωπό της, επηρεάζοντας δυσμενώς τη λειτουργία της σύμβασης, σε βαθμό που να καθιστούσε μη ανεκτή τη συνέχισή της, ο δε εντολέας δεν μπορεί να επικαλείται κλονισμό της εν λόγω σχέσης εμπιστοσύνης, όταν επιχείρησε ο ίδιος, με δικές του αποκλειστικά ενέργειες, να προκαλέσει κλονισμό της σχέσης αυτής, αντιδρώντας στην άσκηση νομίμου δικαιώματος της δικηγόρου.
Κατά συνέπεια, η ένδικη καταγγελία δεν έγινε για σπουδαίο λόγο, ο οποίος απαιτείται για να είναι αυτή έγκυρη, ενόψει του ότι για το προσωπικό της εναγομένης ισχύει κανονισμός που προβλέπει μόνιμη υπηρεσία τούτου, αφού όλη οι λόγοι που επικαλέστηκε η εναγομένη με την πιο πάνω απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής αλλά και κατά τη συζήτηση της αγωγής είναι αβάσιμοι και δεν συνιστούν σπουδαίο λόγο, αλλά, αντίθετα, υπαγορεύτηκε από ταπεινά ελατήρια, αφού οφείλεται σε εκδικητική συμπεριφορά της εναγομένης, λόγω της προηγηθείσας μη αρεστής σ' αυτήν συμπεριφοράς της ενάγουσας να αντιδράσει μέσα στα νόμιμα όρια, για την επελθούσα σε βάρος της βλαπτική μεταβολή, με αποτέλεσμα, σε κάθε περίπτωση, η άσκηση του δικαιώματος της εναγομένης να καταγγείλει τη σύμβαση έμμισθης εντολής της ενάγουσας να υπερβαίνει καταφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (άρθρ. 281 ΑΚ).
Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να πληρώσει στην αναιρεσίβλητη το αναφερόμενο χρηματικό ποσό ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη αυτή.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού με βάση τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά προέκυπτε ότι η καταγγελία από μέρους της αναιρεσείουσας της ως άνω συμβάσεως έμμισθης εντολής δεν οφειλόταν σε πράξεις ή παραλείψεις της αναιρεσίβλητης κλονιστικές της εμπιστοσύνης της αναιρεσείουσας προς το πρόσωπό της ως δικηγόρου και διαταρακτικές της ομαλής συνεργασίας τους αλλ' αντίθετα οφειλόταν στους άνω λεπτομερώς διαλαμβανόμενους λόγους.
Έτσι, το Εφετείο, που δέχθηκε ότι για την εγκυρότητα της καταγγελίας της ως άνω συμβάσεως έμμισθης εντολής δεν συνέτρεχε σπουδαίος λόγος και, επιπλέον χωρίς να χρειάζεται, ότι η άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας παρίστατο ως καταχρηστική, γιατί υπερέβαινε προφανώς τις καθοριζόμενες από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ως άνω αρχές, σε ορθό αποτέλεσμα κατέληξε και, συνεπώς, αφού προηγουμένως αντικατασταθεί η εσφαλμένη περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος αιτιολογία με την ορθή αιτιολογία της ανυπαρξίας σπουδαίου λόγου προς καταγγελία της παραπάνω συμβάσεως (άρθρο 578 ΚΠολΔ), πρέπει ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, όπως συμπληρώθηκαν ως προς τις ελλιπώς παρατιθέμενες στο αναιρετήριο παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με την έκθεση εισηγήσεως και εκτιμώνται (αλλά και αυτεπαγγέλτως εξετάζονται σύμφωνα με το άρθρο 562 § 4 ΚΠολΔ), με τους οποίους υποστηρίζονται η ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των προαναφερόμενων διατάξεων, να απορριφθούν ως αβάσιμοι .
ΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδάφ. β' ΚΠολΔ "Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς". Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα εκ της κοινής πείρας για τη με βάση αυτά ανεύρεση της αληθινής εννοίας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι η αναιρεσιβαλλομένη παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, με το να μην υπαγάγει τα δεχόμενα από αυτήν παραπάνω περιστατικά στην αόριστη νομική έννοια του σπουδαίου λόγου, που προβλέπεται από το άρθρο 63 § 5 περ. 4 του Κώδικα περί Δικηγόρων, αφού τα περιστατικά αυτά επέφεραν, αντικειμενικώς εκτιμώμενα, ισχυρότατο κλονισμό της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ των διαδίκων. Ωστόσο, δεν προβάλλεται παραβίαση συγκεκριμένων διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εφαρμογή του άνω κανόνα του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτόν, αφού δεν αναφέρεται ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάστηκαν.
Συνεπώς, ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-11-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ.5084/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 9 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ