1360/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-9-1996 αγωγή του αρχικού διαδίκου (ήδη αποβιώσαντος) Χ, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 139/1997 προδικαστική, 16/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 24/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-10-2006 αίτησή τους και με τους από 30-1-2008 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 25-2-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, κυρίου, πρώτου, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, πρόσθετου και δεύτερου, κατά το πρώτο μέρος αυτού, πρόσθετων λόγων αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων της από 11-10-2006 αιτήσεως και των από 30-1-2008 προσθέτων λόγων αναίρεσης της 24/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1360/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): τρίτο χέρι επενέβη υποβαστάζοντας το χέρι της διαθέτιδος" και χωρίς την επέμβαση αυτή είναι σαφές ότι δεν ήταν δυνατή η γραφή από τη διαθέτιδα ιδιοχείρως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα του ως άνω αναιρετικού λόγου, πλήττει την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δε υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο (ΚΠολΔ 561 §1).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1360 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1360/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3, ως αποκλειστικοί κληρονόμοι του Χ, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σπύρου.
Της αναιρεσίβλητης: ......., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπανικολάου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-9-1996 αγωγή του αρχικού διαδίκου (ήδη αποβιώσαντος) Χ, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 139/1997 προδικαστική, 16/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 24/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-10-2006 αίτησή τους και με τους από 30-1-2008 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 25-2-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, κυρίου, πρώτου, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, πρόσθετου και δεύτερου, κατά το πρώτο μέρος αυτού, πρόσθετων λόγων αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων της από 11-10-2006 αιτήσεως και των από 30-1-2008 προσθέτων λόγων αναίρεσης της 24/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, η κρινόμενη από 11 Οκτωβρίου 2006 αίτηση αναίρεσης της 24/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών παραδεκτώς ασκείται από τους αναιρεσείοντες με την ιδιότητά τους ως μοναδικών εκ διαθήκης κληρονόμων του ενάγοντος πατέρα τους Χ, που απεβίωσε στις 25 Μαρτίου 2006, μετά την δημοσίευση στις 19 Ιανουαρίου 2006 της προβαλλόμενης απόφασης.
II. Επειδή, όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων και ειδικότερα ως προς το ότι η επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη της αποβιώσασας στις ......
Χα εγράφη ολόκληρη με το χέρι της, χρονολογήθηκε και υπογράφηκε απ' αυτήν, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, "τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και περιέχονται στις προσκομιζόμενες εισηγητικές εκθέσεις, τις ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν σε άλλη δίκη και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν".
Από την ως άνω βεβαίωση, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολο ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τόσον τις καταθέσεις των μαρτύρων Χ3 και ....... καθώς και τις ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν σε άλλη δίκη, που ειδικώς τις μνημονεύει, όσον και τα λοιπά αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, παρόλο που δεν τα μνημονεύει ειδικώς και δεν τα αξιολογεί χωριστά.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Επειδή, κατά την έννοια της ΚΠολΔ 559 αριθ. 19, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Εξάλλου, ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1718, 1721 και 1723 του ΑΚ σαφώς προκύπτει α) ότι για το κύρος της διαθήκης, η οποία συντάσσεται από ενήλικο, που γνωρίζει γραφή και ανάγνωση, απαιτείται το όλο περιεχόμενο της διαθήκης να έχει γραφεί με το χέρι του διαθέτη, χωρίς τούτο να αναιρείται από τυχόν υποστήριξη της χείρας του διαθέτη από τρίτον για την πιο άνετη γραφή, εφόσον βεβαίως η γραφίδα δεν διευθύνεται από τον τρίτο και β) ότι ως μη ικανοί να διαβάζουν χειρόγραφα νοούνται εκείνοι οι οποίοι, μπορούν να γράψουν, αλλά εξαιτίας παθήσεως ή αδυναμίας των οφθαλμών ή εξ άλλης αιτίας δεν μπορούν να διαβάσουν τα γραφόμενα.
Στην κρινόμενη υπόθεση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα εξής: "Η Χα, κάτοικος εν ζωή ..... Ηλείας, απεβίωσε την 9-7-1994 στην Αθήνα. Αυτή ήταν άγαμος, απόφοιτος Σχολαρχείου και τον Δεκέμβριο του 1993 χειρουργήθηκε στην Αθήνα, επειδή έπασχε από καρκίνο του μαστού, παρέμεινε δε στην Αθήνα μέχρι τις αρχές Μαρτίου 1994 προς ακτινοθεραπεία.
Στη συνέχεια επέστρεψε στο χωριό της και επανήλθε στην Αθήνα τον Απρίλιο του 1994 για ιατρικές εξετάσεις. Στις 28-4-1994 ενώ βρισκόταν στην οικία του εξαδέλφου της Γ1 υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Πατησίων. Στη συνέχεια, και αφού η υγεία της παρουσίασε σημαντική βελτίωση, μεταφέρθηκε στις 17-5-1994 στο ογκολογικό νοσοκομείο των Αγίων Αναργύρων για θεραπεία της βασικής νόσου της, ήτοι του καρκίνου, ο οποίος είχε ήδη κάνει μεταστάσεις στον εγκέφαλο και σε άλλα σημεία του σώματός της.
Στις ..... συνέταξε δημόσια διαθήκη ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Μητρέλη. Σύμφωνα με τη διαθήκη αυτή εγκαθιστούσε κληρονόμους της τον ενάγοντα, τον πατέρα της εναγομένης Γ1 και τον Χ1, τέκνο του πρώτου εξαδέλφου της ......., που είχε προαποβιώσει. Λίγες ημέρες αργότερα και συγκεκριμένα στις ....
συνέταξε την επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη με την οποία εγκατέστησε ως κληρονόμο της την εναγόμενη, η οποία είναι θυγατέρα του εξαδέλφου της Γ1. Την ως άνω ημέρα της συντάξεως της επίμαχης διαθήκης η διαθέτης ήταν μεν σε βαρεία κατάσταση, αλλά ήταν σε καλή πνευματική κατάσταση, είχε διαύγεια πνεύματος και μπορούσε να διαβάσει και να έχει αντίληψη των ενεργειών της, καθώς και να αντιλαμβάνεται αυτά που διαβάζει.
Η ως άνω ιδιόγραφη διαθήκη της Χα γράφηκε από το χέρι της ιδίας με τη βοήθεια τρίτου προσώπου σε ορισμένα σημεία της, το οποίο (τρίτο πρόσωπο) υποβάσταζε και δεν έσυρε το χέρι της διαθέτιδος. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω η επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη της Χα γράφηκε και υπογράφηκε από την διαθέτιδα". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι η προαναφερόμενη διαθέτις ήταν ικανή να διαβάζει χειρόγραφα και ότι η ως άνω ιδιόγραφη διαθήκη γράφηκε ιδιοχείρως από τη διαθέτιδα και υπογράφηκε από αυτήν.
Εξαφανίζοντας δε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, την ένδικη από 2-9-1996 αγωγή του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων κατά της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της προαναφερόμενης ιδιόγραφης διαθήκης αφενός μεν διότι η συντάξασα αυτήν δεν ήταν ικανή να διαβάζει χειρόγραφα, αφετέρου δε διότι η εν λόγω διαθήκη δεν είχε γραφεί ολόκληρη με το χέρι της διαθέτιδος ούτε είχε υπογραφεί απ' αυτήν.
Έτσι, όμως, που αποφάσισε το Εφετείο παραβίασε ευθέως την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 1723 ΑΚ και συγχρόνως στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ζήτημα της ικανότητας της διαθέτιδος να διαβάζει χειρόγραφα, που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι αρνήθηκε την εφαρμογή της παραπάνω διατάξεως αρκούμενο μόνο στο στοιχείο της ικανότητας της διαθέτιδος να διαβάζει, χωρίς την αναφορά χειρογράφων, δηλαδή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτούνται για τη μη εφαρμογή της, ενώ συγχρόνως έκρινε ότι η διαθέτις ήταν ικανή να διαβάζει με ανεπαρκή αιτιολογία, ήτοι χωρίς να διαλαμβάνει και τη λέξη χειρόγραφα.
Συνεπώς, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί οι από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος, κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος αυτού, κύριος, πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, πρόσθετος και δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος αυτού, πρόσθετος λόγος αναίρεσης. Αντίθετα, ο δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, πρόσθετος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ζήτημα της ιδιόχειρης γραφής και υπογραφής της επίμαχης διαθήκης από την διαθέτιδα, που συνίσταται στο ότι "ενώ όπως γνωματεύει ο πραγματογνώμονας .....
τρίτο χέρι επενέβη υποβαστάζοντας το χέρι της διαθέτιδος" και χωρίς την επέμβαση αυτή είναι σαφές ότι δεν ήταν δυνατή η γραφή από τη διαθέτιδα ιδιοχείρως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα του ως άνω αναιρετικού λόγου, πλήττει την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δε υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο (ΚΠολΔ 561 §1).
Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προβαλλόμενη απόφαση κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο της ακυρότητας της διαθήκης λόγω ανικανότητας της διαθέτιδος να διαβάζει χειρόγραφα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται εν μέρει την από 11-10-2006 αίτηση και τους από 30-1-2008 προσθέτους λόγους αναίρεσης των Χ1 κ.λ.π.
Αναιρεί εν μέρει την 24/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαιο.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος που αναιρέθηκε η απόφαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1 Απριλίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ