Supreme Court dismisses appeal on easement servitude extinguishment due to owner's self-sufficiency and urban planning violations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's decision to extinguish a right of way easement. The court held that the servitude was extinguished because the dominant estate became self-sufficient via a public road, rendering the private easement unnecessary. Furthermore, the appeal regarding urban planning violations was rejected as an uncontrollable fact-finding matter by the lower court.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281, 1118, 1119, 1120, 1124, 1125, 1136 of the Civil Code; A right of way easement is extinguished when the dominant estate becomes self-sufficient, making the servitude superfluous, and the lower court's findings on urban planning constraints constitute an uncontrollable fact-finding matter not subject to appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1360 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1360/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλέξανδρο Κασιώλα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Φώσκολο, Βασίλειο Νικόπουλο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη και Γεώργιο Καπερώνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Χ1, κατοίκου ... νήσου ... και 2) Χ2, το γένος Νικολάου Μάλλη, κατοίκου ... νήσου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Λαβίδα.
Του αναιρεσίβλητου:Ψ1, κατοίκου ... νήσου .., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γκαβέρα.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, o δικηγόρος των αναιρεσειουσών ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως, διότι, όπως δήλωσε, οι αναιρεσείουσες θέλουν να αναθέσουν την υπόθεση τους σε άλλο δικηγόρο. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και o πληρεξούσιος του αντιδίκου ο οποίος δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.
Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-5-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Μήλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 101/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 11-11-2004 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Φώσκολος ανέγνωσε την από 19-4-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως
. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281, 1118, 1119, 1120, 1124, 1125 και 1136 ΑΚ συνάγεται ότι η πραγματική δουλεία, όπως είναι και η δουλεία οδού, αποσβήνεται αν η άσκηση αυτής έχει καταστεί απολύτως και διαρκώς αδύνατη από λόγους πραγματικούς ή νομικούς. Τέτοια αδυναμία υπάρχει όταν παύει η παροχή ωφέλειας ή χρησιμότητας από το δουλεύον ακίνητο υπέρ του δεσπόζοντος ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, όταν εκλείπει η ανάγκη εξυπηρέτησης του δεσπόζοντος ακινήτου από τη δουλεία, η οποία (ανάγκη) είχε αποτελέσει στοιχείο του περιεχομένου της δουλείας κατά τη σύστασή της.
Τούτο όμως μπορεί να συμβεί μόνο όταν η έκλειψη της πιο πάνω ανάγκης επέρχεται εξαιτίας αυτάρκειας του δεσπόζοντος ή κατ' άλλη έκφραση όταν η άσκηση της δουλείας καθίσταται περιττή και μάταιη, εφόσον όμως τη αυτάρκεια του δεσπόζοντος περιλαμβάνει όλο το περιεχόμενο του δικαιώματος της δουλείας. Η, παρά την αυτάρκεια του δεσπόζοντος ακινήτου, που εξασφαλίζεται με την ύπαρξη πρόσοψης αυτού και την άμεση πρόσβαση και εξυπηρέτησή του από κοινόχρηστο δημοτικό δρόμο, εξακολούθηση χρησιμοποίησης της διόδου επί του δουλεύοντος ακινήτου, συνιστά κατάχρηση δικαιώματος και συνεπώς αποτελεί και νομικό λόγο αδυναμίας άσκησης της πραγματικής δουλείας, διότι υπερβαίνει τα όρια τα οποία τάσσονται από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, εφόσον το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει να μην παρεμποδίζεται με άσκοπους περιορισμούς η οικονομική εκμετάλλευση των ακινήτων.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε κατ' ορθή εκτίμηση, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Οι ενάγουσες και τώρα αναιρεσείουσες, είναι η πρώτη επικαρπώτρια και η δεύτερη ψιλή κυρία οικοπέδου στον ..., εμβαδού 147,40 τ.μ., μετά της επ' αυτού οικοδομής, το οποίο κατά τη νότια πλευρά του έχει πρόσοψη μήκους 12,55 μ.
σε ασφαλτοστρωμένο δημοτικό δρόμο, πλάτους 6 μέτρων. Οι ενάγουσες και οι αναφερόμενοι δικαιοπάροχοί τους από το έτος 1966 μέχρι το έτος 1999 διέρχονταν από την επίδικη εδαφική λωρίδα (πεζοί ή με ζώα), που ξεκινά από το β.δ. όριο του οικοπέδου τους, διασχίζει διαγώνια την αυλή του σπιτιού του εναγόμενου (ήδη αναιρεσίβλητου), διατρέχει κάθετα το δυτικό όριο του οικοπέδου του τελευταίου και καταλήγει σε δημοτικό δρόμο πλάτους στο σημείο εκείνο 15,27 μ.
και συνεπώς απέκτησαν το δικαίωμα δουλείας διόδου με έκτακτη χρησικτησία. Ειδικότερα, η επίδικη εδαφική λωρίδα συνορεύει βόρεια σε πλευρά μήκους 1,54 μ. με το δημοτικό δρόμο, νότια σε πλευρά 1,50 μ. με το σπίτι του εναγόμενου, νοτιοανατολικά σε πλευρά 1,50 με σπίτι εναγουσών, δυτικά σε πλευρά 15,54 μ. με ιδιοκτησία ...
και ανατολικά σε πλευρά 16,70 μ. με το οικόπεδο του εναγόμενου. Αποδείχθηκε, ωστόσο, ότι η χρήση της παραπάνω διόδου δεν είναι πλέον αναγκαία, καθόσον η οικοδομή των εναγουσών εξυπηρετείται πλήρως από τον ασφαλτοστρωμένο δημοτικό δρόμο πλάτους 6 μ., στον οποίο έχει πρόσοψη (12,44 μ.). Ο δημοτικός αυτός δρόμος εξυπηρετεί πλήρως τόσο το ισόγειο όσο και το υπόγειο της οικοδομής των εναγουσών, παρά την ύπαρξη υψομετρικής διαφοράς μεταξύ της εισόδου του και του δημοτικού δρόμου.
Ειδικότερα, στο δημοτικό δρόμο υπάρχει ξεχωριστή πόρτα εισόδου σε στεγασμένο διάδρομο του ισογείου ορόφου που καταλήγει σε πλατύσκαλο. Από εκεί ξεκινά τσιμέντινη σκάλα η οποία καταλήγει στην αυλή, όπου υπάρχει η είσοδος του υπογείου. Με τον ίδιο τρόπο είναι εφικτός ο ανεφοδιασμός με νερό αλλά και η εκκένωση των βόθρων της οικοδομής, που βρίσκονται στη βόρεια πλευρά του οικοπέδου των εναγουσών.
Άλλωστε τα βυτιοφόρα και τα λυμματοφόρα μπορούν να προσεγγίσουν το οικόπεδο μόνο από το δημοτικό δρόμο και όχι από την επίδικη εδαφική λωρίδα, αφού είναι αδύνατη η διέλευση μεγάλων οχημάτων από αυτή, λόγω του περιορισμένου πλάτους της (1,50 μ.). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η επίδικη δίοδος δεν παρέχει πλέον καμία χρησιμότητα και δεν εξυπηρετεί καμία ανάγκη του δεσπόζοντος ακινήτου, με αποτέλεσμα την απόσβεση της επίδικης δουλείας. 'Αλλωστε η εμμονή των εναγουσών να χρησιμοποιούν τη συγκεκριμένη δίοδο, που διέρχεται μέσα από το προαύλιο του σπιτιού του εναγόμενου και έτσι δημιουργεί προσκόμματα στην ανοικοδόμηση, ενώ το ακίνητό τους δεν είναι περίκλειστο αλλ' έχει αυτάρκεια, αφού εξυπηρετείται πλήρως από το δημοτικό δρόμο, όπου έχει πρόσοψη η οικοδομή τους, ο οποίος μάλιστα είναι πλατύτερος σε σχέση με την επίδικη εδαφική λωρίδα, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.
Μετά τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή κατά παραδοχή των ενστάσεων του εναγόμενου περί απόσβεσης του δικαιώματος της επικαλούμενης από τις ενάγουσες δουλείας διόδου και καταχρηστικής άσκησης αυτού.
Με την κρίση του αυτή, το δικαστήριο εκείνο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες μάλιστα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του αναφέρει, αποδίδοντας στη συνέχεια την ορθή έννοιά τους και καταλήγοντας με βάση αυτή ότι εχώρησε στη συγκεκριμένη περίπτωση απόσβεση του δικαιώματος της ένδικης δουλείας διόδου διαμέσου του όμορου ακινήτου του εναγομένου, υπέρ του ακινήτου των εναγουσών, λόγω αυτάρκειας στην εξυπηρέτησή του από το δημοτικό δρόμο που καθιστά περιττή την άσκηση της δουλείας, και ότι η απαίτηση για εξακολούθηση χρησιμοποίησης της διόδου σε βάρος του δουλεύοντος ακινήτου υπερβαίνει τα όρια που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Πρέπει, επομένως, να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι συναφείς πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης που προβάλλουν αιτιάσεις από τον αριθμό 1 άρθρου 560 ΚΠολΔ για παραβίαση των εν λόγω διατάξεων. Ο πρώτος λόγος εξάλλου, κατά το μέρος που αποδίδει στην ίδια απόφαση πλημμέλεια και για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 178 και 200 ΑΚ, η πρώτη των οποίων ρυθμίζει την τύχη δικαιοπραξίας αντίθετης προς τα χρηστά ήθη και η δεύτερη την ερμηνεία των συμβάσεων, πρέπει να απορριφθεί διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω του αντικειμένου της δίκης δεν ασχολήθηκε με την ερμηνεία ή εφαρμογή τους.
ΙΙ. Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από την ίδια διάταξη (άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ) για παραβίαση των πολεοδομικών διατάξεων που ορίζουν τους όρους αρτιότητας των οικοπέδων της περιοχής όπου βρίσκονται τα όμορα ακίνητα των διαδίκων. Κατά το λόγο της αναίρεσης, η παραβίαση αυτή συντελέστηκε με την παραδοχή της απόφασης, κατά την οποία η εμμονή των εναγουσών να χρησιμοποιούν την επίδικη δίοδο, που διέρχεται μέσα από το προαύλιο του σπιτιού του εναγόμενου, δημιουργεί προσκόμματα στην ανέγερση οικοδομής στο δουλεύον οικόπεδό του. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η σχετική παραδοχή της απόφασης δεν εκφέρεται ύστερα από ερμηνεία ή εφαρμογή πολεοδομικών διατάξεων, αλλ' αποτελεί ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την οποία η εμμονή στην άσκηση της περιττής δουλείας, που διασχίζει διαγώνια την αυλή του σπιτιού του εναγόμενου, δημιουργεί προσκόμματα στην ανοικοδόμηση του ακάλυπτου αυτού χώρου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11 Νοεμβρίου 2004 αίτηση των Χ1 κ.τ.λ. για αναίρεση της 101/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου και ορίζει αυτά σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαϊου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ