Legislator Case Law & Legislation
135/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on insurance liability, ruling lower court applied proportionality correctly.

Case Number 135/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeals filed by parents against an insurance company's liability judgment. The appellants argued the awarded amounts were disproportionately low compared to similar cases, violating the principle of proportionality. The court rejected this claim, finding the lower court correctly applied legal standards without exceeding discretionary limits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 25(1) of the Constitution and 932 of the Civil Code; The Supreme Court holds that the principle of proportionality does not require identical awards in analogous cases, and the lower court's assessment of liability was within its discretionary bounds.

Keywords

AI generated
principle of proportionality insurance liability civil appeal discretionary power parental guardianship judicial review civil code

Cited Legislation

AI generated
Article 25(1) of the Constitution
Article 932 of the Civil Code
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 1(1)(9) of Law 4335/2015
Articles 176, 180, 183(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 135 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 135/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Θ. του Γ., 2) Α. συζ. Κ. Θ., το γένος Π. Β., 3) Γ. Θ. του Κ., 4) Λ. Θ. του Κ., 5) Π. Θ. του Κ., κατοίκων ..., 6) Ε. Θ. του Γ., 7) Λ. συζ. Ε. Θ., το γένος Κ. Β., 8) Γ. Θ. του Ε., 9) Α. Θ. του Ε., κατοίκων ..., 10) Α. Θ. του Γ., συζ. Ν. Κ., 11) Ν. Κ. του Γ., 12) Λ. Κ. του Ν., 13) Α. Κ. του Ν., κατοίκων ..., 14) Ν. Θ. του Γ., 15) Χ. συζ. Ν. Θ., το γένος Α. Σ., κατοίκων ..., 16) Ν. Θ. του Γ. και Χ. συζ. Ν. Θ., το γένος Α. Σ., κατοίκων ..., ως ασκούντων από κοινού τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους Α. Θ. και Α. Θ., 17) Σ. Θ. του Γ., κατοίκου ..., 18) Α. Θ. του Κ., κατοίκου ... και 19) Γ. Θ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αδάμ Αγγελόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 9-1-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Β. του Α., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕRGO ΑΑΕΖ" και ήδη "ΕRGO Ασφαλιστική Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στη Ν. Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Καραβαργιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕRGO Ασφαλιστική Ανώνυμη Εταιρεία" και ήδη "ΕRGO Ασφαλιστική Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στη Ν. Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Καραβαργιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Θ. του Γ., 2) Α. συζ. Κ. Θ., το γένος Π. Β., 3) Γ. Θ. του Κ., 4) Λ. Θ. του Κ., 5) Π. Θ. του Κ., κατοίκων ..., 6) Ε. Θ. του Γ., 7) Λ. συζ. Ε. Θ., το γένος Κ. Β., 8) Γ. Θ. του Ε., 9) Α. Θ. του Ε., κατοίκων ..., 10) Α. Θ. του Γ., συζ. Ν. Κ., 11) Ν. Κ. του Γ., 12) Λ. Κ. του Ν., 13) Α. Κ. του Ν., κατοίκων ..., 14) Ν. Θ. του Γ., 15) Χ. συζ. Ν. Θ., το γένος Α. Σ., κατοίκων ..., 16) Ν. Θ. του Γ. και Χ. συζ. Ν. Θ., το γένος Α. Σ., κατοίκων ..., ως ασκούντων από κοινού τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους Α. Θ. και Α. Θ., 17) Σ. Θ. του Γ., κατοίκου ..., 18) Α. Θ. του Κ., κατοίκου ... και 19) Γ. Θ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αδάμ Αγγελόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 9-1-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-9-2019 αγωγή των ήδη υπό στοιχ. Α αναιρεσειόντων-υπό στοιχ. Β αναιρεσιβλήτων (του 19ου, ανηλίκου τότε, εκπροσωπουμένου από τους γονείς του Ν. Θ. του Γ. και Χ. συζ. Ν. Θ.), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2062/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1442/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντες με την από 15-6-2022 αίτησή τους και η υπό στοιχ. Β αναιρεσείουσα με την από 14-12-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σπυριδούλα Λιάτη, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των υπό στοιχ. Α αναιρεσειόντων - υπό στοιχ. Β αναιρεσιβλήτων ζήτησε την παραδοχή της αντίστοιχης αίτησης αναίρεσής του, την απόρριψη της αντίθετης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες: α) από 15-6-2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. 4848/538/21-6-2022) και β) από 14-12-2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. 10117/1155/16-12-2022) αιτήσεις, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1442/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημιώσεως για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρα 591επ., 614 παρ. 6 Κ.Πολ.Δ., όπως τα άρθρα αυτά αντικαταστάθηκαν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015), στρεφόμενες κατά της ιδίας απόφασης, πρέπει να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 του Κ.Πολ.Δ., που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν αυτός (απολειπόμενος διάδικος) κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.

Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 708/2024, ΑΠ 1205/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η ένδικη από 15-6-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4848/538/21-6-2022 αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε, κατ' άρθρo 568 παρ. 2, 3 και 4 του Κ.Πολ.Δ., να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (1...-2024). Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την ως άνω δικάσιμο από τη σειρά του πινακίου, ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, Θ. Β., δεν παρέστη, ούτε κατατέθηκε γι' αυτόν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης. Από την υπ' αριθμ. ...-2021 έκθεση επιδόσεως, της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας Ε. Σ., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ως άνω αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στον προαναφερόμενο πρώτο των αναιρεσίβλητων.

Συνεπώς, ο τελευταίος, πρέπει να δικαστεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση, σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Περαιτέρω, οι ως άνω αιτήσεις αναίρεσης έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι, επομένως, παραδεκτές (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτών (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.1442/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκήθηκε η από 2-9-2019 (αρ.

κατ. 81882/3774/2019), αγωγή με την οποία οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες-αναιρεσίβλητοι ισχυρίστηκαν ότι, ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος Θ. Β. οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο της ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του, στην δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα- δεύτερη αναιρεσίβλητη, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "ERGO Ασφαλιστική Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία", προκάλεσε από αποκλειστική υπαιτιότητά του το θανάσιμο τραυματισμό του πεζού Γ.

Θ., πατέρα των πρώτου, έκτου, δεκάτης, δεκάτου τετάρτου και δεκάτου εβδόμου των εναγόντων, πεθερού των δεύτερης, έβδομης, ενδέκατου, δεκάτης πέμπτης εξ αυτών, αδελφού του δεκάτου ογδόου εξ αυτών και παππού των λοιπών, κατά το περιγραφόμενο ατύχημα. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν, μετά τον παραδεκτό μερικό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, Α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν σε έκαστο από τους πρώτο, έκτο, δεκάτη, δέκατο τέταρτο και δέκατο έβδομο των εναγόντων το ποσό των 20.000 ευρώ, σε έκαστο από τους δεύτερη, έβδομη, ενδέκατο και δεκάτη πέμπτη εξ αυτών το ποσό των 6.000 ευρώ, στον δέκατο όγδοο το ποσό των 14.000 ευρώ και σε έκαστο των λοιπών το ποσό των 8.000 ευρώ και Β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, σε έκαστο από τους πρώτο, έκτο, δεκάτη, δέκατο τέταρτο και δέκατο έβδομο των εναγόντων το ποσό των 80.000 ευρώ, σε έκαστο από τους δεύτερη, έβδομη, ενδέκατο και δεκάτη πέμπτη εξ αυτών το ποσό των 24.000 ευρώ, στον δέκατο όγδοο το ποσό των 56.000 ευρώ και σε έκαστο των λοιπών το ποσό των 32.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν από το θάνατο του οικείου τους Γ.

Θ., όλα τα ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2062 /2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αφού έκρινε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και 1) υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν, έκαστος εις ολόκληρον, στους ενάγοντες τα αναφερόμενα σε αυτήν ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και 2) αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν, έκαστος εις ολόκληρον, στους ενάγοντες τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά για την ίδια αιτία, όλα δε τα ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Κατά της εν λόγω απόφασης ασκήθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών: α) η από 6-11-2020 (αρ. κατ. 89085/7149/2020) έφεση της δεύτερης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας (ήδη αναιρεσείουσα-δεύτερη αναιρεσίβλητη), β)η από 10-12-2020 (αρ. κατ.3136/247/ 2021) έφεση του δεύτερου εναγόμενου (ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου) και γ) η από 10-5-2021 (αρ.κατ. 3330/361/2021) αντέφεση των εναγόντων-εφεσίβλητων.

Επ' αυτών, μετά συνεκδίκαση, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1442/2022 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αντέφεση, έγιναν δεκτές ως βάσιμες κατ'ουσίαν οι εφέσεις των εναγομένων, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, σε έκαστο των πρώτου, έκτου, δεκάτης, δεκάτου τετάρτου και δεκάτου εβδόμου των εναγόντων το ποσό των 20.000 ευρώ, σε έκαστο των δεύτερης, έβδομης, ενδέκατου και δεκάτης πέμπτης εξ αυτών το ποσό των 5.000 ευρώ, σε έκαστο των τρίτου, τέταρτης, πέμπτης, όγδοου, ενάτης, δωδεκάτης και δεκάτης τρίτης εξ αυτών το ποσό των 7.000 ευρώ, στους δέκατο τέταρτο και δέκατη πέμπτη εξ αυτών, ως ασκούντων από κοινού τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους Α.

και Α., το ποσό των 14.000 ευρώ συνολικά, στον ενηλικιωθέντα Γ. Θ. το ποσό των 7.000 ευρώ και στον δέκατο όγδοο το ποσό των 14.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επίσης, αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν, έκαστος εις ολόκληρον, σε έκαστο των πρώτου, έκτου, δεκάτης, δεκάτου τετάρτου και δεκάτου εβδόμου των εναγόντων το ποσό των 5.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφιο β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού αυτής, κατά το ανωτέρω άρθρο 300 του Α.Κ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού (Α.Π.821/2023,Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 605/2020, Α.Π. 551/2020).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (Α.Π. 1348/2021, Α.Π. 186/2021, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 252/2020). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό-τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 1204/2021, Α.Π. 521/2021, Α.Π. 301/2021, Α.Π. 551/2020). Επίσης, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ δεν θεμελιώνει, αυτή καθαυτή, υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 1673/2023, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 736/2021).

Περαιτέρω, στα άρθρα 1, 4 παρ.3, 12 παρ. 1, 16 παρ. 4, 19 παρ. 1, 2 και 3 και 26 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ. (ν. 2696/1999), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες, προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα με πεζούς και οχήματα. Ειδικότερα, κατά το άρθρο1. "Ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας εφαρμόζεται σε οδούς και σε χώρους που χρησιμοποιούνται για δημόσια κυκλοφορία οχημάτων, πεζών και ζώων".

Στο άρθρο 4 παρ.3 ότι οι ρυθμιστικές της κυκλοφορίας πινακίδες (Ρ1 μέχρι Ρ-75) τοποθετούνται για να πληροφορούν αυτούς που χρησιμοποιούν τις οδούς, για τις ειδικές υποχρεώσεις, περιορισμούς ή απαγορεύσεις, προς τις οποίες πρέπει αυτοί να συμμορφώνονται. Η σημασία των πινακίδων αυτών είναι: (...) Ρ-2 υποχρεωτική διακοπή πορείας...

Επίσης, στην παράγραφο 1 του άρθρου 12 ορίζεται ότι αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, που είναι ενδεχόμενο, μεταξύ άλλων, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα και ότι οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους, ενώ στο άρθρο 16 παρ. 4 ότι ο οδηγός δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί σε οδόστρωμα που προορίζεται για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία, καθώς και σε πλατείες, πεζόδρομους, πεζοδρόμια, νησίδες ασφαλείας και διαχωριστικές νησίδες ή ειδικά ερείσματα, τα οποία προορίζονται για την κυκλοφορία των πεζών, εκτός από περιπτώσεις απολύτου ανάγκης ή όταν ειδικές ρυθμίσεις το επιτρέπουν.

Επιπλέον, στο άρθρο 19 ορίζεται ότι ο οδηγός επιβάλλεται α) να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς (παρ. 1), β) να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν (παρ.2) και γ) να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, πλησίον των σχολείων, των ισόπεδων οδικών κόμβων...και σε κάθε άλλη περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας (παρ. 3), ενώ στις παρ. 1 και 4 του άρθρου 26 ορίζεται ότι "1.

ο οδηγός που πλησιάζει σε ισόπεδο οδικό κόμβο υποχρεούται να καταβάλλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματός του, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία αυτού, για να διέλθουν τα οχήματα που έχουν προτεραιότητα. 4.

Στους κόμβους η προτεραιότητα ορίζεται με κατάλληλη σήμανση...".

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ. "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία, υπό ευρεία έννοια, αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, συνεπεία αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, στη συνέχεια, καθορίζει το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπ' όψιν, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών (Ολ.

Α.Π. 10/2017, Ολ. Α.Π. 19/2011, Α.Π. 736/2021), πλην της περιουσιακής καταστάσεως της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 838/2017, Α.Π. 405/2015), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (Α.Π. 1201/2023, Α.Π.821/2023, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 838/2017). Ο προσδιορισμός του ποσού της ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νομίμου βάσεως.

Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του ευλόγου αυτού χρηματικού ποσού είναι ο χρόνος της συζητήσεως της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπ' όψιν η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (Α.Π.1201/2023,Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 989/2018, Α.Π. 213/2017).

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και, μάλιστα, αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα το οποίο, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 10/2017, Ολ. Α.Π. 9/2015, Α.Π. 1201/2023, Α.Π. 821/2023, Α.Π. 1547/2021, Α.Π. 931/2021, Α.Π. 736/2021). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπερμέτρως μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π.1201/2023, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 929/2020, Α.Π. 265/2020, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 747/2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020).

Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 1673/2022). ).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 736/2021).

Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 317/2022, Α.Π. 263/2022, Α.Π. 163/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021, Α.Π. 162/2020).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης ,από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), όσον αφορά το ζήτημα των συνθηκών πρόκλησης του επίδικου τροχαίου ατυχήματος, τα ακόλουθα: "Την 9-12-2018 και περί ώρα 07.10 ο πρώτος εναγόμενος (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος), οδηγούσε το με αριθ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τους τρίτους προκαλούμενες ζημιές και βλάβες στην δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία (ήδη αναιρεσείουσα - δεύτερη αναιρεσίβλητη), επί ανώνυμης δημοτικής οδού στο Δ.Δ. Λυγιά του Δήμου Ναυπακτίας στην Αιτωλοακαρνανία με κατεύθυνση από βορρά προς νότο.

Η ως άνω ανώνυμη οδός είναι διπλής κατεύθυνσης με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση χωρίς διαγράμμιση συνολικού πλάτους 4,40 μ και χωρίς οριοθετημένο πεζοδρόμιο τόσο αριστερά όσο και δεξιά του οδοστρώματος. Επίσης η ως άνω ανώνυμη οδός διασταυρώνεται με την οδό Αυστραλίας, η οποία είναι διπλής κατεύθυνσης με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση χωρίς διαγράμμιση, συνολικού πλάτους 7,80 μ.

και χωρίς οριοθετημένο πεζοδρόμιο τόσο αριστερά όσο και δεξιά του οδοστρώματος. Στο ύψος της διασταύρωσης της ανώνυμης δημοτικής οδού με την οδό Αυστραλίας και ειδικότερα στο δεξιό άκρο της διασταύρωσης ως προς την πορεία του πρώτου εναγομένου υπάρχει μία εμφανής σήμανση υποχρεωτικής διακοπής πορείας "STOP" (Ρ-2).

Στο αριστερό άκρο αυτής υπάρχει περίφραξη παρακείμενης οικίας που περιορίζει την ορατότητα των οχημάτων, που κινούνται στην ανώνυμη δημοτική οδό σε σχέση με τους πεζούς που κινούνται στην οδό Αυστραλίας και για το λόγο αυτό στο δεξιό άκρο της συμβολής της οδού Νεοκάστρου με την οδό Αυστραλίας υπάρχει παραβολικός καθρέπτης για τον έλεγχο της κυκλοφορίας και την αποφυγή ατυχημάτων λόγω περιορισμού της ορατότητας, ο οποίος είναι στραμμένος προς τα αριστερά ως προς την πορεία του ως άνω οχήματος.

Η κατάσταση των οδών κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο ήταν υγρή λόγω προηγηθείσας βροχόπτωσης, ήταν χαραυγή, επικρατούσε αραιή συννεφιά σε συνδυασμό με λίγη υγρασία, η κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών ήταν μικρή, ενώ το ανώτατο όριο επιτρεπόμενης ταχύτητας προσδιορίζεται σε 50 χιλιόμετρα/ωριαίως (κατοικημένη περιοχή).

Κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο ο πεζός Γ. Θ., ηλικίας 82 ετών πατέρας του πρώτου, έκτου, δεκάτης, δεκάτου τετάρτου και δεκάτου εβδόμου των εναγόντων, πεθερός της δεύτερης, έβδομης ενδέκατου, δέκατης πέμπτης εξ αυτών, αδελφός του δεκάτου ογδόου και παππούς των υπολοίπων, εκ των οποίων ο Γ. Θ. του Ν. και της Χ. (εγγονός) έχει ήδη ενηλικιωθεί και συνεχίζει τη δίκη στο όνομά του κινούνταν στο δεξιό άκρο της οδού με κατεύθυνση από ανατολή προς δύση (από αριστερά προς τα δεξιά ως προς την πορεία του αυτοκινήτου).

Φθάνοντας όμως ο πρώτος εναγόμενος στη διασταύρωση της ανώνυμης δημοτικής οδού με την οδό Αυστραλίας δεν ενήργησε, όπως όφειλε και μπορούσε να πράξει ως μέσος συνετός οδηγός και συγκεκριμένα δεν ακινητοποιήθηκε προ της επί της ανώνυμης οδού πινακίδας υποχρεωτικής διακοπής πορείας "STOP" (Ρ-2), προκειμένου να ελέγξει την κίνηση των επί της οδού Αυστραλίας οχημάτων, αλλά και των πεζών, αλλά ούτε και ήλεγξε από αριστερά για τυχόν διερχόμενα οχήματα και διερχόμενους πεζούς μέσω του κοίλου κατόπτρου και εισήλθε αιφνιδίως με αριστερή κλειστή στροφή στην οδό Αυστραλίας και μάλιστα στο αντίθετο ρεύμα αυτής με αποτέλεσμα να παρασύρει δια του εμπρόσθιου αριστερού μέρους του αυτοκινήτου του, τον πεζό Γ.

Θ. ο οποίος κινούνταν προς το μέρος του στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, να τον επιρρίψει στο οδόστρωμα και ακολούθως να τον σύρει με το κάτω μέρος του εμπρόσθιου πλαγίου αριστερού τμήματος του οχήματος του με συνέπεια τον θανάσιμο τραυματισμό του. Υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το ένδικο τούτο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, οδηγού του ασφαλισμένου στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, καθόσον από αμέλειά του και συγκεκριμένα από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε κατά τις περιστάσεις να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός (άρθρο 330 εδ.

β' Α.Κ.) δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή και δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία επί του οχήματος που οδηγούσε, ώστε να δύναται ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους για την αποφυγή ατυχήματος χειρισμούς, λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ότι δηλ.

η κατάσταση των οδών κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο ήταν υγρή λόγω προηγηθείσας βροχόπτωσης, ότι ήταν χάραμα, ότι στο αριστερό άκρο της συμβολής των ως άνω οδών υπήρχε πέτρινο τοιχίο παρακείμενης οικίας που περιόριζε το πεδίο της ορατότητάς του αναφορικά με την κίνηση των πεζών στην οδό Αυστραλίας και έτσι όταν έφθασε στη συμβολή της ανώνυμης δημοτικής οδού με την οδό Αυστραλίας δεν σταμάτησε πριν από αυτήν, προκειμένου να ελέγξει την κίνηση των κινούμενων επί της οδού Αυστραλίας οχημάτων καθώς και των πεζών και να τους παραχωρήσει προτεραιότητα, όπως εξάλλου τον υποχρέωνε η υπάρχουσα επί της πορείας του πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας Ρ-2 (STOP), ούτε και ήλεγξε από αριστερά για τυχόν διερχόμενα οχήματα και πεζούς μέσω του κοίλου κατόπτρου που είναι τοποθετημένο στο δεξιό άκρο της συμβολής της οδού Νεοκάστρου με την οδό Αυστραλίας, αλλά εισήλθε στην εν λόγω συμβολή και μάλιστα στο αντίθετο ρεύμα αυτής στο οποίο βάδιζε ο πεζός αιφνίδια και απρόβλεπτα με αποτέλεσμα την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, δηλαδή αυτός ενήργησε κατά παράβαση (συνδεόμενη αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα) των διατάξεων των άρθρων4 παρ. 3, 12 παρ. 1,16 παρ. 4, 19 παρ. 1, 2, 3, 26 παρ.1, 4 του ΚΟΚ.

Το γεγονός δε της ύπαρξης στην αριστερή πλευρά της πορείας του αυτοκινήτου και ειδικότερα στο αριστερό άκρο της συμβολής των ως άνω οδών πέτρινου τοιχίου παρακείμενης οικίας καθώς και παραβολικού καθρέπτη στο δεξιό άκρο της συμβολής της οδού Νεοκάστρου με την οδό Αυστραλίας για τον έλεγχο της κυκλοφορίας λόγω περιορισμού της ορατότητας επιτείνει το βαθμό αμέλειας του πρώτου εναγομένου, καθόσον έπρεπε να εισέλθει ιδιαίτερα προσεκτικά στην διασταύρωση, αφού ελέγξει τόσο την κίνηση των οχημάτων σ' αυτή όσο και των πεζών.

Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ευρεθείσα τιμή στην αλκοολομέτρηση του πρώτου εναγομένου ανερχόμενη σε 0,61 mg/lit περιεκτικότητα σε αλκοόλ στον εκπνεόμενο αέρα κατά την πρώτη μέτρηση και σε 0,50 mg/lit περιεκτικότητα σε αλκοόλ στον εκπνεόμενο αέρα κατά την δεύτερη μέτρηση δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα, δεδομένου ότι από το ως άνω αποδεικτικό υλικό δεν προέκυψε ότι ο πρώτος εναγόμενος λόγω της ύπαρξης της προαναφερόμενης ποσότητας αλκοόλ στο αίμα δεν ήταν σε θέση να ελέγχει τις κινήσεις του σώματός του ή ότι είχε μειωμένα αντανακλαστικά.

Ως εκ τούτου στην πρόκληση του ως άνω ατυχήματος ουδεμία συνέβαλε αμελής συμπεριφορά του πεζού και τα αντίθετα υπό των εναγομένων υποστηριζόμενα περί συνυπαιτιότητος αυτού λόγω του ότι αυτός κινείτο σε απόσταση τουλάχιστον 2 μέτρων από άκρο δεξιό μέρος της οδού Αυστραλίας πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα κατ' ουσίαν.

Το Δικαστήριο οδηγείται στην εν λόγω κρίση από την προσήκουσα αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού και κυρίως από την έκθεση αυτοψίας και το συνοδεύον αυτή σχεδιάγραμμα της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, όπου αποτυπώνονται οι συνθήκες του ατυχήματος, όπως αυτές αναφέρονται ανωτέρω καθώς και από τις από 27-12-2018, 23-1-2019, 23-1-2019, 26-1-2019 και 8-3-2019 προανακριτικές καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων Γ.

Φ., Σ. Κ., Β. Δ., Α. Β. και Α. Θ. αντίστοιχα, οι οποίες κατέθεσαν ότι ο πεζός Γ. Θ. βάδιζε στο άκρο δεξιό της οδού Αυστραλίας και ότι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου όταν έφθασε στη συμβολή της ανώνυμης δημοτικής οδού με την οδό Αυστραλίας δεν σταμάτησε πριν από αυτήν, όπως τον υποχρέωνε η υπάρχουσα επί της πορείας του πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας Ρ-2 (STOP), αλλά εισήλθε αιφνίδια με αριστερή στροφή στο αντίθετο ρεύμα πορείας αυτής στο οποίο κινούνταν ο πεζός με αποτέλεσμα να τον παρασύρει.

Τα παραπάνω δεν αναιρούνται ούτε από την από 30-1-2020 έρευνα και τεχνική έκθεση συνθηκών τροχαίου ατυχήματος, που διενεργήθηκε κατόπιν εντολής της δεύτερης εναγομένης από τον Σ. Α. πραγματογνώμονα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, ο οποίος αναφέρει ότι ο πρώτος εναγόμενος όταν έφθασε στο ύψος της διασταύρωσης συνέχισε την κίνησή του χωρίς να σταματήσει λόγω του ΣΤΟΠ, ούτε και από την από 9-12-2028 προανακριτική κατάθεση του πρώτου εναγομένου, που λήφθηκε μία ώρα περίπου μετά το θανατηφόρο ατύχημα, ο οποίος κατέθεσε ότι όταν έφθασε στο ύψος της ως άνω διασταύρωσης ελάττωσε λίγο μόνο την ταχύτητά του, προτιθέμενος να στρίψει αριστερά, ενώ δεν έκανε καθόλου λόγο για ακινητοποίηση του οχήματός του προ της επί της ανώνυμης οδού πινακίδας υποχρεωτικής διακοπής πορείας "STOP" (Ρ-2), επιπλέον δεν κατέθεσε κάτι σχετικό με την θέση του πεζού στο οδόστρωμα ότι δηλ.

αυτός ήταν στη άκρη ή στο μέσον της οδού, ούτε ότι τον επηρέαζε η κίνησή του. Η ως άνω κατάθεσή του έρχεται σε αντίθεση με την από 6-8- 2019 εξέτασή του χωρίς όρκο, η οποία έλαβε χώρα οκτώ μήνες μετά το ένδικο συμβάν, καθόσον σε αυτή καταθέτει επί λέξει "Για άλλη μία φορά θέλω να δηλώσω ότι σταμάτησα στο ΣΤΟΠ" ενώ αναφορικά με τη θέση του πεζού στο οδόστρωμα αναφέρει ότι αυτός κινείτο τουλάχιστον 3 μέτρα από την άκρη του δρόμου.

Περαιτέρω ο ισχυρισμός των εναγομένων τον οποίο είχαν προβάλει ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και τον οποίο επαναφέρουν με τον πρώτο λόγο των εφέσεών τους ότι ο πρώτος των εναγομένων αντιλήφθηκε τον πεζό όταν επιχείρησε να εισέλθει στην οδό Αυστραλίας πραγματοποιώντας ελιγμό προς τα αριστερά, οπότε εκτέλεσε πέδηση, χωρίς όμως να μπορέσει να αποφύγει την επαφή με τον πεζό είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ούτε από την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος προκύπτουν ίχνη τροχοπέδησης, αλλά ούτε και ο ίδιος ο πρώτος εναγόμενος καταθέτει προανακριτικά κάτι τέτοιο.

Επίσης ο ισχυρισμός των εναγομένων τον οποίο είχαν προβάλει ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και τον οποίο επαναφέρουν με τον πρώτο λόγο των εφέσεών τους ότι το ένδικο ατύχημα θα είχε αποφευχθεί εάν ο πεζός είχε επιλέξει να κινηθεί στο αντίθετο άκρο της οδού Αυστραλίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το γεγονός ότι ο πεζός δεν εκινείτο προς την αντίθετη κατεύθυνση των οχημάτων της οδού Αυστραλίας δεν συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση του ενδίκου ατυχήματος, αφού ο πεζός δεν παρασύρθηκε από ομόρροπο όχημα κινούμενο επί της ανωτέρω οδού, οπότε θα είχε εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 38 παρ. 3 του ΚΟΚ, αλλά από όχημα που κινείτο σε ανώνυμη οδό και το οποίο εισήλθε αριστερά στην οδό Αυστραλίας και μάλιστα στο αντίθετο ρεύμα αυτής, όπου εκινείτο κανονικά ο πεζός. Με βάση τα ανωτέρω το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχτηκε ότι το ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, και απέρριψε σιωπηρώς ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την εκ μέρους των εναγομένων, εγκαίρως προβληθείσαν ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, επιστηριζομένην στη διάταξη του άρθρου 300 Α.Κ., ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με τους πρώτους λόγους των εφέσεων των εναγομένων είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμα".

Περαιτέρω, το Εφετείο όσον αφορά το ζήτημα της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης συνεπεία του θανάτου του οικείου των εναγόντων δέχθηκε τα ακόλουθα: "...αποδείχθηκε ότι αμέσως μετά το ατύχημα ο Γ. Θ. μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Κέντρο Υγείας Ναυπάκτου, όπου του παρεσχέθησαν οι πρώτες βοήθειες και λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης της υγείας του μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πατρών "Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ" και εκ των γενομένων ιατρικών - ακτινολογικών εξετάσεων διεπιστώθη ότι είχε υποστεί "κατάγματα λεκάνης (ΔΕ), (λαγωνίου - υβοσχιακών κλάδων - κοτύλης) και τραυματική ρήξη κλάδου έσω λαγωνίου ΔΕ".

Ακολούθως, ο παθών εισήχθη στην ΜΕΘ του ανωτέρω Νοσοκομείου και περί ώρα 20.00 της ίδιας ημέρας (9.12.2018) απεβίωσε, ο θάνατος του οποίου επήλθε, συνεπεία κακώσεων θώρακος και πυέλου και ως μόνου ενεργού αιτίας, όπως τούτο προκύπτει από την υπ' αριθ. ....2019 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομίας της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Πατρών.

Ο θάνατος του παθόντος ήταν αποτέλεσμα της βαρύτατης κατάστασης της υγείας του στην οποία περιήλθε λόγω του ατυχήματος και ένεκα τούτου. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι κατά το χρόνο του θανάτου του ο Γ. Θ. ο οποίος είχε γεννηθεί την ...-1936 κατέλιπε εν ζωή τα τέκνα του Κ. Θ. που γεννήθηκε στις ...-1962, Ε. Θ. που γεννήθηκε στις ...-1963, Α.

Θ. που γεννήθηκε στις ...-1965, Ν. Θ. που γεννήθηκε στις ...-1968 και Σ. Θ. που γεννήθηκε στις ...-1971, πρώτο, έκτο, δέκατη, δέκατο τέταρτο και δέκατο έβδομο των εναγόντων αντίστοιχα, τις νύφες του και τον γαμπρό του Α. Β. συζ. Κ. Θ. που γεννήθηκε την ...-1968, Λ. Β. συζ. Ε. Θ. που γεννήθηκε στις ...-1966, Ν. Κ. που γεννήθηκε στις ...-1965 και Χ.

Σ. συζ. Ν. Θ. που γεννήθηκε στις ...-1972, δεύτερη, έβδομη, ενδέκατο, δέκατη πέμπτη των εναγόντων αντίστοιχα, τον αδελφό του Α. Θ. που γεννήθηκε στις ...-1930, δέκατο όγδοο των εναγόντων και τα εγγόνια του Γ. Κ. Θ. που γεννήθηκε στις ...1990, Λ. Κ. Θ. που γεννήθηκε στις ...-1993, Π. Κ. Θ. που γεννήθηκε στις ...-2001, Γ. Ε. Θ. που γεννήθηκε στις ...1991, Α.

Ε. Θ. που γεννήθηκε στις ...-1993, Λ. Ν. Κ. που γεννήθηκε στις ...-1988, Α. Κ. που γεννήθηκε στις ...1990, τρίτο, τέταρτη, πέμπτη, όγδοο, ένατη, δωδέκατη και δέκατη τρίτη των εναγόντων, τους ανήλικους Α. Ν. Θ. και Α. Ν. Θ. που γεννήθηκαν στις ...-2006 και ...-2008 αντιστοίχως, των οποίων τη γονική μέριμνα ασκούν από κοινού και για λογαριασμό των ως άνω ανηλίκων οι Ν.

Θ. και Χ. Θ., δέκατος τέταρτος και δέκατη πέμπτη των εναγόντων αντίστοιχα και τέλος τον Γ. Ν. Θ. που γεννήθηκε στις ...-2003, ο οποίος έχει ήδη ενηλικιωθεί και συνεχίζει τη δίκη στο όνομά του. Ο θανών είχε άριστες σχέσεις με τα τέκνα του, τα εγγόνια του, τις νύφες του, τον γαμπρό του και τον αδελφό του. Ειδικότερα όλοι τους συνδέονταν με τον θανόντα με αμοιβαίους και στενούς οικογενειακούς δεσμούς στοργής και αγάπης.

Ο βίαιος, απροσδόκητος και αιφνίδιος θάνατός του, ο οποίος επήλθε εξ αιτίας του ενδίκου ατυχήματος, προξένησε στους προαναφερθέντες, βαθύ πένθος, αβάσταχτο πόνο και θλίψη και δημιούργησε έντονα αισθήματα λύπης και απογοήτευσης, καθόσον έχασαν τον πατέρα τους, τον πεθερό τους, τον αδελφό τους, τον παππού τους και στερήθηκαν τη συντροφιά και την αγάπη που τους χάριζε.

Ενόψει τούτων, ο θάνατος του Γ. Κ. Θ. προξένησε στους ενάγοντες, μη περιουσιακή ζημία στα έννομα αγαθά τους, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται, για την αιτία αυτή, εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, προς άμβλυνση της ψυχικής οδύνης, που υπέστησαν και για ηθική παρηγοριά και ψυχική τους ανακούφιση.

Η έκταση αυτής, ενόψει όλων των προαναφερθέντων περιστάσεων και αφού ληφθούν υπ' όψιν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η βίαιη και αιφνίδια θανάτωση του συγγενούς τους, η αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, η ηλικία αυτού κατά το χρόνο του θανάτου του (82 ετών) και η ηλικία και η ευαισθησία των άνω δικαιούχων, σε συνδυασμό με το βαθμό του συναισθηματικού συνδέσμου καθενός με τον θανόντα που ήταν ανάλογος και με τη συγγένειά τους, ο πόνος και η οδύνη που δοκίμασε ο καθένας από αυτούς, η μέχρι το ατύχημα καλή κατάσταση της υγείας του, η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, πλην της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, καθόσον η ευθύνη αυτής είναι εγγυητική (...) πρέπει να καθορισθεί, σταθμίζοντας το είδος της προσβολής και της βλάβης που επήλθε και εκτιμώντας τα προαναφερθέντα στοιχεία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (...), τον ορθό λόγο και τους κανόνες της λογικής, για καθένα από τα τέκνα του σε 25.000 ευρώ, για καθεμία από τις νύφες του και τον γαμπρό του σε 5.000 ευρώ, για καθένα από τα εγγόνια του σε 7.000 ευρώ, και για τον αδελφό του σε 14.000 ευρώ, τα οποία κρίνονται εύλογα και δίκαια ενόψει των ανωτέρω κριτηρίων.

Με την επιδίκαση των ποσών αυτών δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, αφού τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν είναι υπερμέτρως υψηλά και ασυνήθιστα αυξημένα σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις(...). Η εκκαλουμένη επομένως, η οποία έκρινε ότι τα ποσά της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης πρέπει να καθοριστούν σε 100.000 ευρώ για καθένα από τα τέκνα του, σε 20.000 ευρώ για καθεμιά από τις νύφες και το γαμπρό του, σε 30.000 ευρώ για καθένα από τα εγγόνια του και σε 60.000 ευρώ για τον αδελφό του, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου αμφοτέρων των εφέσεων των εναγομένων ως και ουσιαστικά βασίμων, απορριπτομένης της αντέφεσης με την οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα ως κατ'ουσίαν αβάσιμης...".

Με βάση τα ανωτέρω το Εφετείο απέρριψε την αντέφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, δέχθηκε τις εφέσεις ως κατ'ουσίαν βάσιμες, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως κατ' ουσίαν βάσιμη και α) υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, σε έκαστο των τέκνων του θανόντος, πρώτο, έκτο, δεκάτη, δέκατο τέταρτο και δέκατο έβδομο των εναγόντων το ποσό των 20.000 ευρώ, σε εκάστη από τις νύφες και τον γαμπρό του θανόντος, δεύτερη, έβδομη, ενδέκατο, δεκάτη πέμπτη εξ αυτών το ποσό των 5.000 ευρώ, σε έκαστο των εγγονών του, τρίτο, τέταρτη, πέμπτη, όγδοο, ενάτη, δωδεκάτη και δεκάτη τρίτη εξ αυτών το ποσό των 7.000 ευρώ, στον ενηλικιωθέντα εγγονό του Γ.

Θ. το ποσό των 7.000 ευρώ, στους δέκατο τέταρτο και δέκατη πέμπτη εξ αυτών, ως ασκούντων από κοινού τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους Α. και Α. το ποσό των 14.000 ευρώ συνολικά και στον δέκατο όγδοο των εναγόντων το ποσό των 14.000 ευρώ, όλα τα ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και β) αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν, έκαστος εις ολόκληρον, σε έκαστο των τέκνων του θανόντος, πρώτο, έκτο, δεκάτη, δέκατο τέταρτο και δέκατο έβδομο των εναγόντων για την ίδια αιτία το ποσό των 5.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, όσον αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 Α.Κ., 4 παρ.3, 12 παρ. 1, 16 παρ. 4, 19 παρ. 1, 2 και 3 και 26 παρ.1 και 4 του Κ.Ο.Κ., καθόσον, τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό των εννοιών της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκινήτου Θ. Β., το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για τις προς τρίτους αστική ευθύνη, στην ήδη αναιρεσείουσα-δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, για την πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και της έλλειψης οποιασδήποτε υπαιτιότητας του θανόντος πεζού. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα.

Επίσης, το Δικαστήριο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ., καθόσον διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφορικά με τα ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ζητήματα και ειδικότερα αναφορικά με την υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού του ως άνω ασφαλισμένου στην ήδη αναιρεσείουσα-δεύτερη αναιρεσίβλητη οχήματος και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και του επελθόντος επιζήμιου αποτελέσματος (θανάσιμου τραυματισμού του πεζού), οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως.

Ειδικότερα: 1) αναφέρονται με επάρκεια και σαφήνεια ο τόπος, ο χρόνος και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα και εντεύθεν ο θανάσιμος τραυματισμός του πεζού, 2) περιγράφεται η πορεία και η κατεύθυνση του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα- δεύτερη αναιρεσίβλητη υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκινήτου και ειδικότερα ότι αυτός κινείτο επί της ανωνύμου οδού, επί της οποίας και στη συμβολή της με την οδό Αυστραλίας υπάρχει ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας "STOP" (Ρ-2), προκειμένου να εισέλθει στην οδό Αυστραλίας, 3) περιγράφεται επίσης, η οδηγική συμπεριφορά του άνω οδηγού, ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία επί του οχήματός του, ώστε να δύναται, ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους για την αποφυγή ατυχήματος χειρισμούς, λαμβάνοντας συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, και δη ότι η κατάσταση των οδών στον ανωτέρω τόπο και χρόνο ήταν υγρή λόγω προηγηθείσας βροχόπτωσης, ότι ήταν ξημέρωμα, ότι στο αριστερό άκρο της συμβολής των ως άνω οδών υπήρχε πέτρινο τοιχίο παρακείμενης οικίας που περιόριζε το πεδίο της ορατότητάς του, όσον αφορά την κίνηση των πεζών επί της οδού Αυστραλίας, έτσι φθάνοντας στη συμβολή της ανώνυμης δημοτικής οδού με την οδό Αυστραλίας, έχοντας πρόθεση να εισέλθει στον κόμβο, ενώ στην πορεία του, επί της ανωνύμου οδού, επί της οποίας κινείτο, υπήρχε ρυθμιστική πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας "STOP" (Ρ-2), δεν συμμορφώθηκε με την υποχρέωση αυτή και δεν διέκοψε υποχρεωτικά την πορεία του οχήματός του, πριν από την είσοδό του στον κόμβο, προκειμένου να ελέγξει την κίνηση των κινούμενων επί της οδού Αυστραλίας οχημάτων και πεζών, ώστε να τους παραχωρήσει προτεραιότητα, ούτε κατέβαλε ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, ούτε και ήλεγξε προς τα αριστερά για τυχόν διερχόμενα οχήματα και πεζούς μέσω του παραβολικού καθρέπτη, που είναι τοποθετημένος στο δεξιό άκρο της συμβολής της οδού Νεοκάστρου με την οδό Αυστραλίας, αλλά εισήλθε αιφνίδια με αριστερή κλειστή στροφή στην εν λόγω συμβολή και μάλιστα στο αντίθετο ρεύμα αυτής, όπου στο άκρο δεξιό τμήμα του οδοστρώματος βάδιζε ο πεζός Γ.

Θ., με κατεύθυνση από ανατολή προς δύση (από αριστερά προς τα δεξιά ως προς την πορεία του αυτοκινήτου), με αποτέλεσμα να παρασύρει αυτόν (πεζό) με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου του ρίχνοντάς στο οδόστρωμα σύροντάς τον με το κάτω μέρος του εμπροσθίου πλαγίου αριστερού τμήματος του οχήματός του, με συνέπεια τον θανάσιμο τραυματισμό του, 4) αιτιολογείται η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του οδηγού Γ.

Θ. και ειδικότερα των μνημονευόμενων πράξεων και παραλείψεων αυτού, προς το επελθόν επιζήμιο αποτέλεσμα και 5) μνημονεύεται, επίσης, ότι το γεγονός της ύπαρξης στην αριστερή πλευρά της πορείας του αυτοκινήτου και ειδικότερα στο αριστερό άκρο της συμβολής της ανώνυμης δημοτικής οδού και της οδού Αυστραλίας πέτρινου τοιχίου παρακείμενης οικίας καθώς και παραβολικού καθρέπτη στο δεξιό άκρο της συμβολής της οδού Νεοκάστρου με την οδό Αυστραλίας για τον έλεγχο της κυκλοφορίας, λόγω περιορισμού της ορατότητας, επιτείνει το βαθμό αμέλειας του πρώτου εναγομένου, καθόσον έπρεπε να εισέλθει ιδιαίτερα προσεκτικά στη διασταύρωση, αφού ελέγξει τόσο την κίνηση των οχημάτων σ' αυτή όσο και των πεζών.

Επομένως, το Εφετείο διέλαβε σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα-δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρεία και του ζημιογόνου αποτελέσματος, κρίνοντας αποκλειστικά υπαίτιο τον ίδιο (οδηγό), διαλαμβάνοντας ειδικότερα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε ο τελευταίος ως προς την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις μνημονευόμενες παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, ήτοι των άρθρων 4 παρ. 3, 12 παρ. 1, 16 παρ. 4, 19 παρ. 1, 2 και 3 και 26 παρ.1 και 4 του Κ.Ο.Κ..

Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας ότι εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις του Κ.Ο.Κ. (ν.2696/1999), δεδομένου ότι αυτές αφορούν μόνο την κίνηση και την κυκλοφορία των οχημάτων και όχι των πεζών, είναι αβάσιμες, καθόσον σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην μείζονα σκέψη της παρούσας, ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας, θεσπίστηκε για την οδική ασφάλεια και τη μείωση τροχαίων ατυχημάτων και δη για την προστασία της ζωής, της υγείας και της σωματικής ακεραιότητας των χρηστών του οδικού δικτύου, χωρίς κανένα διαχωρισμό μεταξύ οχημάτων και πεζών (άρθρα 1 και 2 του Κ.Ο.Κ.).

Οι προβαλλόμενες με το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναίρεσης αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 38 παρ. 2α και παρ. 3 του ν. 2696/1999, μη καταλογίζοντας συνυπαιτιότητα στον πεζό για την πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος, παρότι ο τελευταίος εκινείτο κατά παράβαση των διατάξεων του άνω άρθρου επί του οδοστρώματος και όχι αντίθετα με την κατεύθυνση των οχημάτων, είναι αβάσιμες, διότι οι άνω διατάξεις δεν ήταν εφαρμοστέες, διότι το γεγονός ότι ο πεζός δεν εκινείτο προς την αντίθετη κατεύθυνση των οχημάτων της οδού Αυστραλίας, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση του επιδίκου ατυχήματος, αφού αυτός (πεζός) δεν παρασύρθηκε από ομόρροπο όχημα, κινούμενο επί της οδού Αυστραλίας, οπότε θα είχε εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 38 παρ.3 του Κ.Ο.Κ., αλλά από όχημα που εκινείτο σε ανώνυμη οδό, το οποίο εισήλθε αριστερά στην οδό Αυστραλίας και μάλιστα στο αντίθετο ρεύμα αυτής, όπου εκινείτο ο πεζός.

Επίσης, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι το Εφετείο: α) δεν προσδιορίζει το ακριβές σημείο πρόσκρουσης του ασφαλισμένου σ' αυτήν οχήματος επί του πεζού και την απόσταση του πεζού από το άκρο του οδοστρώματος, β) ενώ δέχεται ότι ο πεζός κινούνταν στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος της οδού Αυστραλίας, στη συνέχεια δέχεται ότι το ασφαλισμένο σ' αυτήν αυτοκίνητο εισήλθε αιφνίδια με αριστερή στροφή στο αντίθετο ρεύμα πορείας αυτής, στο οποίο κινούνταν ο πεζός, γ) δεν αναφέρει και δεν έλαβε υπόψη ότι ο πεζός φορούσε σκουρόχρωμα ρούχα, ούτε εάν ο πεζός αντελήφθη την κίνηση του ασφαλισμένου σ' αυτήν αυτοκινήτου και αν ηδύνατο να αποφύγει το ατύχημα ο πεζός και δ) ενώ δέχεται ότι η ορατότητα περιορίζεται για τους κινούμενους σε αμφότερες τις οδούς οδηγούς και πεζούς δεν καταλογίζει συνυπαιτιότητα στον πεζό, καθόσον ο περιορισμός ορατότητας είναι αμφίπλευρος, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον οι φερόμενες ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ανάγονται σε επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτήν εκδοχής, περί των συνθηκών του ατυχήματος και της έλλειψης υπαιτιότητας του οδηγού του ασφαλισμένου σ' αυτήν οχήματος, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, σε κάθε δε περίπτωση, είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του εμπλακέντος στο ένδικο ατύχημα οδηγού.

Τέλος, οι προβαλλόμενες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις, περί έλλειψης επαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι το Εφετείο, παρότι δέχθηκε ότι στον επίδικο κόμβο και ως προς την πορεία του οδηγού του ασφαλισμένου σ'αυτήν οχήματος υπήρχε αριστερή κλειστή στροφή, ότι η υπάρχουσα περίφραξη της παρακείμενης οικίας απέκλειε την ορατότητα και ότι γι' αυτό το λόγο υπήρχε παραβολικός καθρέπτης για τον έλεγχο της κυκλοφορίας, καταλόγισε αποκλειστική υπαιτιότητα στον ασφαλισμένο οδηγό της, για την παράσυρση του πεζού που κινούνταν στο δεξιό άκρο της οδού, χωρίς να αιτιολογεί πως είναι δυνατόν ένα Ι.Χ.Φ.

αυτοκίνητο που δεν ακινητοποιήθηκε στο "STOP", να ενεργεί κλειστή αριστερή στροφή και να παρασύρει τον πεζό, χωρίς να προσκρούει το όχημα ή ο πεζός στην περίφραξη, αβασίμως προβάλλονται ενόψει του σαφώς εκτιθέμενου, κατά τα ανωτέρω, αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η ένδικη σύγκρουση προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου και ότι αντιθέτως ουδεμία αμελής συμπεριφορά του πεζού αποδείχθηκε.

Κατά συνέπεια, οι σχετικές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες και σε κάθε περίπτωση απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., επιχειρεί (η αναιρεσείουσα) να πλήξει την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 αριθμ.1 Κ.ΠολΔ.).

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθμ.1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της από 14-12-2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. 10117/1155/16-12-2022) αίτησης αναίρεσης της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας και, συνακόλουθα, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.

Περαιτέρω, το Εφετείο, καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων-αναιρεσιβλήτων στα προαναφερθέντα ποσά, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπονται και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης.

Επομένως, είναι αβάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγοι της από 15-6-2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. 4848/538/21-6-2022) αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 932 του Α.Κ., αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε στους προαναφερθέντες αναιρεσείοντες, για την προεκτεθείσα αιτία, τα παραπάνω ποσά, τα οποία, όμως, είναι, κατ' αυτούς (αναιρεσείοντες), δυσαναλόγως μικρά σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις.

Κατόπιν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι των συνεκδικαζόμενων αιτήσεων αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις, να διαταχθεί η εισαγωγή των παραβόλων που κατατέθηκαν από τους αναιρεσείοντες για την άσκησή τους στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016) και να καταδικαστούν, οι αναιρεσείοντες της από 15-6-2022 αίτησης, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), σημειουμένου ότι υπέρ του απολειπομένου πρώτου αναιρεσιβλήτου δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται, διότι λόγω της ερημοδικίας του δεν έχει επιβαρυνθεί με τέτοια έξοδα και η αναιρεσείουσα της από 14-12-2022 αίτησης, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις: α) από 15-6-2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. 4848/538/21-6-2022) και β) από 14-12-2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. 10117/1155/16-12-2022) αιτήσεις, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1442/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει την από 15-6-2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. 4848/538/21-6-2022) αίτηση αναίρεσης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Απορρίπτει την από 14-12-2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. 10117/1155/16-12-2022) αίτηση αναίρεσης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από τη Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ