Legislator Case Law & Legislation
135/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling regarding employee status and costs.

Case Number 135/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by Brink's Security Services against the First Instance Court's finding that the individual was an employee. The court held that the appellant failed to prove the absence of a subordination relationship, noting the driver's autonomous route planning and full responsibility for security checks. Consequently, the court rejected the arguments regarding the nature of the work and ordered the appellant to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 of Law 2658/1953; Art. 559 of the Code of Civil Procedure: The court must examine whether the lower court's reasoning sufficiently establishes the existence of a subordination relationship to classify a worker as an employee under the relevant law, rejecting appeals based on alleged lack of proof for facts already established.

Keywords

AI generated
employee status determination subordination relationship labor law classification autonomous work duties appeal dismissal legal costs award security services employment

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 of Law 2658/1953
Art. 552 of the Code of Civil Procedure
Art. 553 of the Code of Civil Procedure
Art. 556 of the Code of Civil Procedure
Art. 558 of the Code of Civil Procedure
Art. 564 of the Code of Civil Procedure
Art. 566 of the Code of Civil Procedure
Art. 577 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 135 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 135/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3η Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «BRINK'S HERMES SECURITY SERVICES ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ-ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ» και το διακριτικό τίτλο BRINK'S SECURITY SERVICES SA, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Γαβριέλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Δ. Χ. του Ν., κατοίκου ... Αττικής, που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Αναγνωστόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19.04.2012 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2702/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1455/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17.07.2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[1] Με την από 17.07.2019 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 646/18-7-2019) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 1455/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την ως άνω απόφαση απορρίφθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη η από 17.05.2016 (υπ'αριθμ. εκθ. καταθ. 1405/18-5-2016) έφεση της εναγομένης εταιρείας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 2702/2015 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη η από 19.04.2012 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 76554/1708/2012) αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα.552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σ' αυτή λόγων αναίρεσης (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

[2] Κατά τη διάταξη του άρθρου 10 του ν. 3514/1928, ο οποίος κωδικοποιήθηκε με το από 8/13.12.1928 π.δ., όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του ν. 4558/1930 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 2658/1953, «ιδιωτικός υπάλληλος κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου θεωρείται παν πρόσωπον κατά κύριον επάγγελμα ασχολούμενον επ' αντιμισθία, ανεξαρτήτως τρόπου πληρωμής, εις υπηρεσίαν ιδιωτικού καταστήματος, γραφείου ή εν γένει επιχειρήσεως ή οιασδήποτε εργασίας και παρέχον εργασίαν αποκλειστικής ή κατά κύριον χαρακτήρα μη σωματικήν. Δεν εξαιρούνται ιδιωτικοί υπάλληλοι και υπηρέται πάσης κατηγορίας, καθώς και παν εν γένει πρόσωπον, το οποίον χρησιμοποιείται εν τη παραγωγή αμέσως ως βιομηχανικός, βιοτεχνικός, μεταλλευτικός ή γεωργικός εργάτης ή ως βοηθός ή μαθητευόμενος των εν λόγω κατηγοριών ή παρέχει υπηρετικός εν γένει υπηρεσίας».

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η διάκριση του μισθωτού ως εργάτη ή υπαλλήλου εξαρτάται από το είδος της παρεχόμενης εργασίας και όχι από τον περιεχόμενο στη σύμβαση χαρακτηρισμό αυτού ή τον τρόπο της αμοιβής του. Εργασία δε εργάτη θεωρείται εκείνη που προέρχεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την καταβολή σωματικής ενέργειας, ενώ όταν η εργασία είναι προϊόν πνευματικής καταβολής, τότε και εφόσον ο εργαζόμενος έχει την κατάρτιση και εμπειρία που απαιτείται γι' αυτήν και την εκτελεί με υπευθυνότητα, θεωρείται εργασία υπαλλήλου και εκείνοι που την ασκούν ανήκουν στην κατηγορία των ιδιωτικών υπαλλήλων. Έτσι, για τον χαρακτηρισμό προσώπου ως υπαλλήλου, απαιτείται και εξειδικευμένη εμπειρία, θεωρητική μόρφωση και ιδίως η ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας, διότι μόνο όταν συντρέχουν αυτά τα στοιχεία κατά την εκτέλεση της εργασίας το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού (ΟλΑΠ 295/1969, ΑΠ 1391/2018, 1266/2017, 1405/2014, 90/2009).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117, πρέπει να περιέχει (α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, (β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και (γ) ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου, διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης (ΑΠ 8/2017). Η νομική αοριστία της αγωγής συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί δε παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή, αξίωσε στοιχεία περισσότερα από τα απαιτούμενα από τον νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία (ΟλΑΠ 18/1998).

Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).

Στις περιπτώσεις αυτές, η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 108/2020). Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντος υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτήν, ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή παραγνωρίζοντας αναγκαία για τη θεμελίωσή της γεγονότα, που εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 §2 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό, όμως, και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (ΑΠ 874/2018, 18/2018, 86/2016, 1561/2011).

[3] Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (συνδυαστικά) αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή, δεδομένου ότι η ιστορική της βάση παρουσίαζε ποσοτική και ποιοτική αοριστία ως προς την περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς (άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ) και συγκεκριμένα, ότι απέρριψε τον (προβληθέντα παραδεκτά στον πρώτο βαθμό και παραδεκτώς επαναφερθέντα στο εφετείο με λόγο έφεσης) ισχυρισμό της, ότι η αγωγή ήταν αόριστη, λόγω της ελλείψεως αναφοράς, αφενός των επιμέρους εργασιακών καθηκόντων του ενάγοντος και αφετέρου των συγκεκριμένων στοιχείων από τα οποία θα προέκυπτε η ιδιότητά του ως υπαλλήλου κατά την παροχή των υπηρεσιών του, ώστε να αποδειχθεί το κρίσιμο στοιχείο της υπεροχής του πνευματικού στοιχείου έναντι του σωματικού.

[4] Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 19.04.2012 αγωγής (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος επικαλέστηκε τα ακόλουθα:

Ότι, όντας κάτοχος άδειας εργασίας προσωπικού ασφαλείας ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και κάτοχος διπλώματος οδήγησης επιβατικού αυτοκινήτου, δυνάμει προφορικής συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας που κατήρτισε την 01.07.2006 με την εναγομένη εταιρεία, αντικείμενο της οποίας είναι η παροχή υπηρεσιών ασφαλείας, προσελήφθη από αυτή, προκειμένου να της παρέχει τις υπηρεσίες του, ως οδηγός φύλακας εποχούμενων περιπολιών φυλάξεων (υπάλληλος) στις οικίες των διπλωματικών ακολούθων και στελεχών της Αμερικανικής Πρεσβείας στην Αθήνα, με πενθήμερη παρεχόμενη εργασία επί 40 ώρες εβδομαδιαίως.

Ότι αποκλειστικό αντικείμενο της απασχόλησής του ήταν η οδήγηση περιπολικού οχήματος ιδιοκτησίας της εναγομένης και η εκτέλεση περιπολιών (φύλακα εποχούμενης περιπόλου-"patrol", κατά την ορολογία των επιχειρήσεων υπηρεσιών ασφαλείας), στις οικίες των διπλωματικών ακολούθων και στελεχών της Αμερικανικής Πρεσβείας.

Ότι στις 31.01.2012 η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, χωρίς την τήρηση οποιασδήποτε προθεσμίας και χωρίς αυτή να του καταβάλει την αποζημίωση απολύσεως του υπαλλήλου, αλλά του εργάτη, παρόλο που ο ίδιος παρείχε την εργασία του σ' αυτή υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου, αφού κατά την προαναφερόμενη εργασία του υπερείχε το πνευματικό στοιχείο.

Με βάση τα παραπάνω και διαλαμβάνοντας επιπλέον στην αγωγή του, και αναλύοντας τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 1 του ν.δ. 2655/1953, για την έννοια του ιδιωτικού υπαλλήλου, καθώς και τα κριτήρια του νόμου για το χαρακτηρισμό ενός εργαζόμενου ως υπαλλήλου (με προέχον το πνευματικό στοιχείο), μετά από την παραδεκτή παραίτησή του από την κύρια βάση της αγωγής (αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας), ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 5.533,70 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ του ποσού της δικαιούμενης νόμιμης αποζημιώσεως και εκείνου που πράγματι του κατεβλήθη.

Με το περιεχόμενο αυτό και αίτημα η ένδικη αγωγή κρίνεται ορισμένη, καθόσον τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της περιστατικά και ειδικότερα, η υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σύμβαση, η ιδιότητα του ενάγοντος ως υπαλλήλου - οδηγού φύλακα εποχούμενων περιπολουσών φυλάξεων, η κατοχή από τον ενάγοντα άδειας εργασίας προσωπικού ασφαλείας ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και η κατοχή διπλώματος οδήγησης επιβατικού αυτοκινήτου, καθώς και το αντικείμενο της απασχόλησής του, δηλαδή τα καθήκοντα του, που ήταν η οδήγηση περιπολικού οχήματος, ιδιοκτησίας της εναγομένης και η εκτέλεση περιπολιών στις οικίες των διπλωματών ακολούθων και στελεχών της Αμερικάνικης Πρεσβείας, την οποία κάλυπτε η εναγομένη ως προς τις υπηρεσίες παροχής ασφάλειας, αληθή υποτιθέμενα, αρκούν για να θεμελιώσουν τη σχετική αξίωση του αναιρεσιβλήτου.

Τούτο δε διότι τα επιμέρους συγκεκριμένα στοιχεία, από τα οποία θα προέκυπτε η ιδιότητα του αναιρεσιβλήτου ως υπαλλήλου και η διαπίστωση του κρίσιμου (για τη διατύπωση του διατακτικού της απόφασης) γεγονότος της υπεροχής του πνευματικού στοιχείου έναντι του σωματικού, μπορούσε να συμπληρωθεί από τις αποδείξεις, όπως και συμπληρώθηκε.

Επομένως, το εφετείο, το οποίο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε το σχετικό λόγο αοριστίας της έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο υποβαλλόταν παράπονο για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του προβληθέντος από την αναιρεσείουσα ισχυρισμού αοριστίας της αγωγής, δεν ενήργησε παρά το νόμο και ορθά δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή.

Ούτε πάλι έλαβε υπόψη -για τη διατύπωση του διατακτικού του-πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα τα αναφερόμενα για το αντικείμενο της απασχόλησης του αναιρεσιβλήτου στοιχεία. Επομένως ο ως άνω λόγος αναίρεσης από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και ως προς τα δύο σκέλη του.

[5] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 316/2017, ΑΠ 120/2016, ΑΠ 1420/2013).

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή ή η ένσταση ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 3/2020, 4/2014, 7/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 9/2016, 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 316/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή (μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε, εξ άλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).

Συνακόλουθα, η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθρο 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).

[6] Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, που έχουν σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους:

Ότι ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη, η οποία έχει ως αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών ασφαλείας, την 01.07.2006, προκειμένου να παρέχει σ'αυτή τις υπηρεσίες του ως οδηγός εποχούμενων περιπολιών φύλαξης, η εργασία του δε θα παρείχετο επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και επί οκτάωρο, κυλιόμενο, ημερησίως.

Ότι εργάστηκε κανονικά στην εναγομένη μέχρι τις 31.01.2012, οπότε η τελευταία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, καταβάλλοντάς του αποζημίωση ποσού 1.804,81 ευρώ, που αντιστοιχούσε στην αποζημίωση εργαζομένου με την ιδιότητα του εργάτη και όχι αυτήν του υπαλλήλου.

Ότι, περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, κατά το χρονικό διάστημα που παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη, είχε αναλάβει την οδήγηση ιδιωτικού περιπολικού οχήματος ιδιοκτησίας της τελευταίας (εναγομένης), με σκοπό την εκτέλεση περιπολιών στις οικίες των διπλωματικών ακολούθων και στελεχών της Αμερικάνικης Πρεσβείας, οι οποίοι διέμεναν στην Αθήνα.

Ότι η περιπολία του ενάγοντος, με όχημα που αυτός οδηγούσε, τελούταν έξω από τις κατοικίες των αξιωματούχων της ανωτέρω Πρεσβείας στην Αθήνα, σε προκαθορισμένα μεν, από την εναγόμενη εταιρεία, είκοσι σημεία, πλην όμως, η πορεία και η διαδρομή καθοριζόταν από τον ίδιο. Ότι συγκεκριμένα, ο ενάγων και οδηγός του ιδιωτικού οχήματος ασφαλείας αποφάσιζε, σε κάθε βάρδια για τη διαδρομή που θα ακολουθούσε για την ασφαλή φύλαξη των σημείων, που είχε αναλάβει η εναγομένη εταιρεία, δεδομένου ότι είχε την ευθύνη να ορίζει, συνεχώς, διαφορετικές πορείες, ώστε να μη γίνεται αντιληπτή η περιπολία.

Ότι, περαιτέρω, στα αναληφθέντα από τον ενάγοντα καθήκοντα ήταν, πλην των περιπολιών έξω από κάθε οικία, ο εντοπισμός ενδείξεων διάρρηξης ή υπόπτων ατόμων ή οχημάτων ή δεμάτων, καθώς και η ανεύρεση εγκαταλελειμμένων ή κατεστραμμένων οχημάτων ή οχημάτων χωρίς αριθμούς κυκλοφορίας, οχημάτων, των οποίων οι αριθμοί κυκλοφορίας διέφεραν από το εμπρός μέρος τους και γενικότερα είχε την ευθύνη για τον έλεγχο οιουδήποτε ύποπτου περιστατικού.

Ότι ο πιθανός εντοπισμός ενός εκ των ανωτέρω καταγραφόταν και γινόταν σχετική αναφορά του, στον προϊστάμενο βάρδιας, ο οποίος, με τη σειρά του, προέβαινε σε περαιτέρω ενέργειες.

Ότι εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ο ενάγων ανέπτυσσε πρωτοβουλία και επεδείκνυε υπευθυνότητα για τον εντοπισμό και αποφυγή οιουδήποτε κινδύνου που, ενδεχομένως, θα διέτρεχαν τα πρόσωπα, των οποίων τη φύλαξη είχε αναλάβει η εναγομένη.

Ότι ο ενάγων δεν υπόκειτο ανά πάσα στιγμή στις υποδείξεις και δεν εκτελούσε συγκεκριμένες εντολές άλλου προσώπου, αλλά ο ίδιος έπρεπε να βρίσκεται σε εγρήγορση και να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και πλήρη αυτοσυγκέντωση, ώστε να επιτελέσει τα καθήκοντα που του είχαν ανατεθεί, με τον καλύτερο δυνατό, ασφαλή τρόπο. Επομένως, για την εκτέλεση των καθηκόντων του ενάγοντος απαιτείτο έντονη χρησιμοποίηση των πνευματικών λειτουργιών, στοιχείο το οποίο υπερείχε του σωματικού στοιχείου και ως εκ τούτου αυτός έφερε, κατά το χρόνο που παρείχε την εργασία του στην εναγομένη, την ιδιότητα του υπαλλήλου και όχι του εργάτη. Ότι και η ίδια η εναγομένη-εργοδότρια εταιρεία, τόσο στο από 31.01.2012 έγγραφο της καταγγελίας συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, όσο και στο από 01.07.2006 έγγραφο γνωστοποίησης της πρόσληψης του ενάγοντος, χαρακτηρίζει αυτόν ως υπάλληλο. Και ότι, ναι μεν δεν είναι καθοριστικό για το χαρακτηρισμό ενός εργαζόμενου το πώς αναφέρεται αυτός στη σύμβαση πρόσληψης ή σε άλλο έγγραφο, πλην όμως, εν προκειμένω, ο χαρακτηρισμός του ως υπαλλήλου στα ως άνω έγγραφα ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου ότι εργαζόταν στην εναγομένη με την ιδιότητα του υπαλλήλου.

Ότι, παρά ταύτα, η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 1.804,81 ευρώ, που αντιστοιχεί σε αποζημίωση απόλυσης εργατοτεχνίτη κι όχι σ’ αυτή του υπαλλήλου.

[7] Μετά τις παραδοχές αυτές, το εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε κρίνει ομοίως. Η αναιρεσείουσα, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 και 3 του ν. 2112/1920, 5 του ν. 3198/1955 και 10 του ν.3514/1928, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 2658/1953 και επιπλέον για έλλειψη νόμιμης βάσης, επικαλούμενη ότι περιλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ιδιότητας του αναιρεσιβλήτου ως υπαλλήλου ή εργάτη, καθόσον δεν αναφέρει σε τι συνίστατο συγκεκριμένα η εργασία του, ποιες ήταν οι θεωρητικές γνώσεις που απαιτούνταν γι' αυτή, σε τι συνίστατο η συνεχής πρωτοβουλία του, η ανάληψη ευθύνης εκ μέρους του και η αυτόνομη δράση του, δηλαδή αν οι εργασίες που εκτελούσε προσδιορίζονταν από τον ίδιο.

Επίσης, επικαλείται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει και αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον, ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος ανέπτυσσε πρωτοβουλίες σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης των ζητημάτων που προέκυπταν κατά την άσκηση των καθηκόντων του, στη συνέχεια δέχεται ότι ο πιθανός εντοπισμός ενός εκ των θεμάτων που προέκυπταν κατά τις περιπολίες του, καταγραφόταν από τον ίδιο και γινόταν σχετική αναφορά του στον προϊστάμενο βάρδιας, ο οποίος και προέβαινε σε περαιτέρω ενέργειες.

Όμως, με αυτά που κατά τα παραπάνω δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ότι δηλαδή ο αναιρεσίβλητος είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου και επομένως δικαιούταν αποζημίωση απόλυσης που αντιστοιχούσε σε αποζημίωση υπαλλήλου, ουδόλως παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του ν.2112/1920, 5 του ν.3198/1955 και 10 του ν.3514/1928, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 2658/1953 κατά την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών ως άνω περιστατικών που δέχθηκε, ενώ περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφασή του περιέχει επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα των υπηρεσιών που παρείχε ο αναιρεσίβλητος και οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό λόγο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των προαναφερόμενων διατάξεων.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται αναλυτικά οι επί μέρους εργασίες που εκτελούσε ο αναιρεσίβλητος και από τις οποίες προέκυπτε ότι η εργασία του( ως οδηγός περιπολούμενων περιπολιών, ήταν κατά κύριο λόγο μη σωματική και προείχε το πνευματικό στοιχείο, αφού αυτός τελούσε περιπολίες, με όχημα που ο ίδιος οδηγούσε, έξω από τις κατοικίες των αξιωματούχων της Αμερικάνικης Πρεσβείας στην Αθήνα, σε προκαθορισμένα μεν, από την εναγόμενη εταιρεία, είκοσι σημεία, καθορίζοντας όμως ο ίδιος την πορεία και διαδρομή που θα ακολουθούσε, έχοντας τις απαραίτητες θεωρητικές γνώσεις και εξειδικευμένη πολυετή εμπειρία από την απασχόλησή του στο ίδιο αντικείμενο, επιδεικνύοντας πρωτοβουλία και υπευθυνότητα στο αντικείμενο της εργασίας του ως προς στον εντοπισμό των ενδείξεων διάρρηξης ή υπόπτων ατόμων ή οχημάτων ή δεμάτων, καθώς και την ανεύρεση εγκαταλελειμμένων ή κατεστραμμένων οχημάτων ή οχημάτων χωρίς αριθμούς κυκλοφορίας, οχημάτων, των οποίων οι αριθμοί κυκλοφορίας διέφεραν από το εμπρός μέρος τους και γενικότερα έχοντας την πλήρη ευθύνη για τον έλεγχο οιουδήποτε ύποπτου περιστατικού, χωρίς να υπόκειται στην εποπτεία ή υποδείξεις κάποιου προϊσταμένου και επιπλέον καταγράφοντας τον πιθανό εντοπισμό ενός εκ των ανωτέρω και υποβάλλοντας σχετική αναφορά στον προϊστάμενο βάρδιας, στοιχεία που αρκούσαν για να του προσδώσουν το χαρακτηρισμό της ιδιότητας του υπαλλήλου.

Οι αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας που προαναφέρθηκαν, είναι αβάσιμες, διότι μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση και όχι γιατί δεν αποδείχθηκε, οι δε ελλείψεις που ανάγονται μόνο στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν αποτελούν ανεπάρκεια αιτιολογιών, ούτε υπάρχει αντίφαση στις αιτιολογίες από την παραδοχή ότι ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος ανέπτυσσε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του πρωτοβουλίες, ενημέρωσε για τα υποπίπτοντα στην αντίληψή του περιστατικά τον προϊστάμενο βάρδιας. Επομένως οι ως άνω δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αναίρεση στο σύνολο της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17.07.2019 (υπ'αριθμ. εκθ. καταθ. 646/18-7-2019) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ. 1455/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα να πληρώσει στον αναιρεσίβλητο, για τα δικαστικά του έξοδα, το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ