Supreme Court dismisses appeal on labor contract validity and procedural errors in labor dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Athens Court of First Instance's decision rejecting their labor dispute claim. The appellants argued their contracts were indefinite-term employment agreements, while the Court of First Instance found them invalid under specific statutory requirements for such contracts. The Court upheld the lower court's ruling, confirming the contracts did not meet the legal criteria for indefinite-term employment and rejecting the procedural arguments regarding the employer's inaction.
Legislator headnote
AI generatedΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1, 577 παρ.1, 577 παρ.3, 648 ΑΚ, 23 παρ.2 Ν. 1264/1982, 103 παρ.2 Συντάγματος, 3, 5, 6, 7 π.δ. 164/2004: An appeal is admissible if filed timely and properly, but a claim for indefinite-term employment contracts is invalid unless specific statutory conditions regarding unforeseen and urgent needs are met.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 135 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 135/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2α Απριλίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ Β, 2) Χ Ν, 3) Π Τ, 4) Ε Δ, 5) Α K, 6) Π Α, 7) Α Γ, 8) Α Γ, 9) Γ Χ, 10) ΓΜ 11) Α Κ και 12) Κ Α που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Άγγελου Σιδερή που ανακάλεσε την διά δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Γαλατσίου", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Γ... και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Πετρούλας Παπαγεωργίου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο. Εκδόθηκαν η 3228/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5470/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-5-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η από 10-5-2018 και με αριθμό κατάθεσης 4856/2018 αίτηση αναίρεσης κατά της 5470/17 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από τους ενάγοντες έφεσης κατά της 3228/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 15-3-2011 (με αριθμό κατάθεσης 49380/1518/2011) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3). 2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του α.ν.765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Εξάλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλον τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.
Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.
Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παράλληλα την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.
Συνεπώς, επί της σύμβασης αυτής εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος, σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 918/2017, ΑΠ 780/2017). 3.Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του ν.2190/1994), το προσωπικό που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση έργου), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί"), ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου).
Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ' επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί.
Εξάλλου, με το π.δ. 164/2004, που αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.
Με το άρθρο 5 του εν λόγω διατάγματος απαγορεύθηκε κατ' αρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 του ως άνω π.δ. 164/2004, που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους, προβλέφθηκε μοναδική εξαίρεση από την προαναφερόμενη απόλυτη απαγόρευση για περιπτώσεις απασχολουμένων στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήταν ενεργείς κατά την έναρξη ισχύος του (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στις διατάξεις αυτές, μεταξύ των οποίων και η πραγματική εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών.
Παρά ταύτα, στο άρθρο 2 παρ.2 του π.δ. 164/2004 ορίσθηκε ρητώς ότι το εν λόγω διάταγμα δεν εφαρμόζεται α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τη σύμβαση ή σχέση μαθητείας, β) στις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ και γ) στις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης των άρθρων 20 έως 26 του ν. 2956/2001 (τα τελευταία καταργήθηκαν με το άρθρο 133 παρ.2 του ν. 4052/2012).
Την ίδια εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της προβλέπει για τα προγράμματα αυτά και η 1999/70/ΕΚ Οδηγία στην παρ.2 της ρήτρας 2 του Παραρτήματος αυτής. Ειδικότερα, με το άρθρο 20 παρ.4 του ν. 2738/1999 είχε εισαχθεί συγκεκριμένη ρύθμιση και δη είχε προστεθεί ως περίπτωση και στο άρθρο 14 παρ.2 του ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού (η εν λόγω εξαίρεση καταργήθηκε μετά την αντικατάσταση των παρ.1 και 2 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009 (ΦΕΚ Α' 234/28-12-2009), ήτοι σε μεταγενέστερο χρόνο που δεν καταλαμβάνει την ένδικη περίπτωση), η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, η οποία έχει συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας.
Ειδικότερα ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού, που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά (ΑΠ 918/2017, ΑΠ 780/2017). Πράγμα που σημαίνει ότι οι συμβάσεις μαθητείας, ακόμη και αν κατά την εκτέλεσή τους παρέχεται εξαρτημένη εργασία που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, στον οποίο τοποθετήθηκαν οι μαθητευόμενοι, δεν μπορούν ούτε κατ' εξαίρεση να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Σύμφωνα με την εξαίρεση και με τους ορισμούς του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ν. 3320/2005, που εκδόθηκε προς συμπλήρωση των μεταβατικού περιεχομένου διατάξεων του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, οι εργαζόμενοι, που πληρούν τις προϋποθέσεις αυτών, κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες κενές είτε σε προς τούτο συνιστώμενες νέες οργανικές θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς εκείνη, με την οποία είχαν προσληφθεί.
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ.4 του ν. 3320/2005, ορίσθηκε ότι "οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους". Εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι για την παροχή εργασίας πριν από την κατάταξη, οι εργαζόμενοι αυτοί, ακόμη και αν στην πραγματικότητα προσέφεραν εξαρτημένη εργασία για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών (διότι, όπως αναφέρθηκε, αυτό συνιστά προϋπόθεση της κατάταξης), οφείλουν να περιορισθούν στις αποδοχές της σύμβασης, με την οποία προσλήφθηκαν (ΟλΑΠ 16/2017).
Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της ισονομίας και της ίσης αμοιβής για την παροχή της ίδιας εργασίας (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. β' του Συντάγματος), διότι η εφαρμογή των αρχών αυτών προϋποθέτει εργαζομένους της ίδιας κατηγορίας. Στις περιπτώσεις, όμως, που ρυθμίζονται από τις ως άνω διατάξεις, πρόκειται για εργαζομένους που είχαν προσληφθεί με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την πρόσληψη προσωπικού, είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 103 παρ.7 του Συντάγματος) και με γνώση του περιστατικού ότι, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στις ατομικές συμβάσεις, δεν επρόκειτο να καλύψουν πρόσκαιρες ή επείγουσες, αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα που τους προσέλαβε.
Ως εκ τούτου, οι εργαζόμενοι αυτοί συνιστούν διακριτή κατηγορία από το λοιπό προσωπικό, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση (άρθρο 4 παρ.1 του π.δ. 164/2004) και δικαιολογεί τη διαφορετική μισθολογική μεταχείριση. Έτσι, καθ' όλο το χρονικό διάστημα που οι εργαζόμενοι αυτοί απασχολήθηκαν βάσει άκυρης σύμβασης εργασίας, δεν δικαιούνται τις διαφορές των νομίμων αποδοχών του χρονικού αυτού διαστήματος ούτε με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος), ούτε με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ), καθόσον ο φορέας απασχόλησης δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης εργαζομένου στη θέση, στην οποία απασχόλησε ακύρως κάποιο συμβασιούχο (ΑΠ 110/2017).
Κατά μείζονα λόγο αυτό ισχύει στις περιπτώσεις των συμβάσεων επαγγελματικής κατάρτισης ή μαθητείας. Παρά ταύτα, μετά την τυχόν παραδοχή ότι υπήρξε παροχή εξαρτημένης εργασίας, έστω και ακύρως, οι εργαζόμενοι αυτοί δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου τις αποδοχές για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και για επίδομα άδειας (άρθρα 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966), διότι τις παροχές αυτές δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, που απασχολούνται σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ακόμη και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 1805/2017, ΑΠ 260/2012).
6.Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).
7. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την ένδικη, από 15-3-2011 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) εξέθεσαν, μεταξύ άλλων, ότι δυνάμει συμβάσεων δεκαοκτάμηνης διάρκειας, που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτών και του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού- ΟΑΕΔ) και Ελληνικού Δημοσίου (ήδη αναιρεσείοντος- αναιρεσιβλήτου), απασχολήθηκαν σε υπηρεσίες του Δήμου Γαλατσίου, στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, χρηματοδοτούμενου από τον ΟΑΕΔ, με τις ειδικότητες και κατά τα χρονικά διαστήματα που ειδικότερα αναφέρονται στην αγωγή.
Ότι, στην πραγματικότητα, δεν προσλήφθηκαν για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, ούτε οι συμβάσεις τους ήσαν συμβάσεις μαθητείας, αλλά προσέφεραν εξαρτημένη εργασία και εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του Δήμου. Οι ανωτέρω συμβάσεις έληξαν για καθένα από τους ενάγοντες αντίστοιχα: 1) Για τους με αριθμ. 1 έως 6, 12 και 13 από αυτούς, την 22.4.2009. (18μηνης διάρκειας πρόγραμμα εργασιακής εμπειρίας).
Ακολούθως σε ότι αφορά τους με αριθμ. 1 έως 4, 12 και 13 από αυτούς η ως άνω σύμβασή τους παρατάθηκε για δώδεκα ακόμη μήνες και έληξε στις 31.5.2010. Οι με αριθμ. 5 και 6 από αυτούς, συνάψανε την 30.10.2009 σύμβαση μίσθωσης έργου δωδεκάμηνης διάρκειας με το νόμιμο εκπρόσωπο του εναγομένου, η οποία έληξε την 29.10.2010. 2) Για την με αριθμ. 7 από αυτούς, η σύμβασή της έληξε την 15.9.2010. 3)Για τον με αριθμ. 8 από αυτούς, την 2.6.2009.
Ακολούθως η ως άνω σύμβασή του παρατάθηκε για ακόμα ένα χρόνο και έληξε την 8.6.2010. 4) Για την με αριθμ. 9 από αυτούς, την 14.7.2008. Η ως άνω σύμβασή του εν συνεχεία ανανεώθηκε για ένα ακόμη χρόνο έως την 21.6.2010. 5) Για την με αριθμ. 10 από αυτούς, την 13.5.2009. Ακολούθως η σύμβασή του αυτή ανανεώθηκε και έληξε την 17.5.2010. 6) Για την με αριθμ. 11 από αυτούς, την 16.7.2009.
Ακολούθως, συνήψε με το νόμιμο εκπρόσωπο του εναγομένου άλλη μία ετήσια σύμβαση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας της οποίας η ισχύς έληξε την 16.7.2010. Μετά την ως άνω λήξη κάθε σύμβασης ο εναγόμενος Δήμος έπαυσε να αποδέχεται την εργασία τους. Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες ζήτησαν α) να αναγνωρισθεί ότι ο καθένας από αυτούς συνδέεται με τον εναγομένο Δήμο με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της σιωπηρής καταγγελίας και β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους στις θέσεις που απασχολήθηκαν μέχρι την άκυρη απόλυσή τους, με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής τους, καταβάλλοντας σ'αυτούς τις προβλεπόμενες νόμιμες αποδοχές.
8. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 3228/2013 απόφασή του, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε την αγωγή, ως απαράδεκτη και τούτο διότι: 1. Ως προς το αγωγικό αίτημα να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους απασχολεί έκρινε ότι αυτό συνέχεται και αποτελεί αξίωση των εναγόντων από την άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους και ως εκ τούτου η αγωγή έπρεπε να ασκηθεί εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 6 παρ.1 του ν.3198/1955 τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας και 2.Ως προς το αγωγικό αίτημα να αναγνωρισθεί ότι οι διαδοχικές συμβάσεις τους αποτελούσαν ενιαία σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έκρινε ότι οι ενάγοντες δεν έχουν έννομο συμφέρον, καθόσον δεν υφίστανται ενεργείς συμβάσεις εργασίας.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από τους ενάγοντες η από 16-1-2014 έφεση και με την 5470/2017 προσβαλλόμενη απόφαση όπως από αυτήν προκύπτει, έκρινε μη νόμιμη την αγωγή, στην έκταση που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, με το ακόλουθο σκεπτικό: Κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι ενάγοντες απασχολήθηκαν στον εναγόμενο ΟΤΑ είτε με μία (1) είτε με δύο (2) συμβάσεις, εκ των οποίων η πρώτη διήρκεσε από τις 22.10.2007 έως την 22.4.2009 για τους έξι πρώτους ενάγοντες και για τους 11o και 12η των εναγόντων, από τις 18.2.2008 έως την 15.9.2010 για την 7η των εναγόντων, από τις 15.11.2007 έως την 2.6.2009 για την 8η των εναγόντων, από τις 17.11.2007 έως την 14-7-2008 για την 9η των εναγόντων και από τις 17.1.2008 έως την 13-5-2009 για την 10η των εναγόντων, και η δεύτερη (σύμβαση διάρκειας 12 μηνών) για τους 1η, 2°, 3η, 4η, 8η, 9η, 10η, 11° και 12η των εναγόντων διήρκεσε έως την 31.5.2010 για τους 1η, 2°, 3η, 4η και 12η των εναγόντων, έως την 8.6.2010 για την 8η των εναγόντων, έως την 21.6.2010 για την 9η των εναγόντων, έως την 1.5.2010 για την 10η των εναγόντων και έως την 16.7.2010 για την 11η των εναγόντων, δηλαδή συμβάσεις, που, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό τους, καταρτίσθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος (18.4.2001) και μετά την έναρξη ισχύος του ΠΔ 164/2004, που στο άρθρο 11 του οποίου περιέλαβε ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την προσαρμογή στην Κοινοτική Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999, με την κατ' εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου σε σύμβαση αορίστου χρόνου και συνεπώς αυτές (συμβάσεις) δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ακόμα και αν οι ενάγοντες με την εργασία τους καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, αφού, έστω και αν αυτό συμβαίνει, το εναγόμενο ν.π.δ.δ.
δεν έχει την ευχέρεια για την σύναψη έγκυρης σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου με τους ενάγοντες, μη εφαρμοζόμενης, όπως προαναφέρθηκε, της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ ως μη έχουσας άμεση ισχύ στην ημεδαπή έννομη τάξη, ούτε είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων των εναγόντων, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσεως, ως ενιαίας συμβάσεως εργασίας αορίστου, αφού τα εναγόμενα (ν.π.δ.δ.), βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχουν πλέον ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον οι συμβάσεις που επικαλούνται οι ενάγοντες, συνήφθησαν μετά τις 19.7.2004, ημερομηνία δημοσίευσης του προαναφερομένου Π.Δ στην ΕτΚ, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη.
Εξάλλου, ενόψει των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε., η οποία δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω κι αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 του ν.2112/1920, ούτε κατ'επιταγή της ως άνω Οδηγίας έχει εφαρμογή μετά την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004.
Άλλωστε, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι στην υπό κρίση περίπτωση τα προγράμματα απασχόλησης ανέργων στις υπηρεσίες του εναγομένου, στα οποία συμμετείχαν οι ενάγοντες, αφορούσαν σε πανελλαδική κλίμακα όλους τους παραπάνω φορείς απασχόλησης και όχι μόνο στον ως άνω φορέα υλοποίησης και του ότι η αρχική διάρκεια τους (18μηνο), παρατάθηκε για ακόμη ένα 12μηνο, στα πλαίσια υλοποίησης της με αριθμό 17948/540/8.7.2009 Κ.Υ.Α.
των Υπουργών Οικονομίας- Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, με την οποία ορίστηκε ότι προϋπόθεση συνέχισης συμμετοχής στο πρόγραμμα stage από κάθε ασκούμενο είναι η θετική αξιολόγησή του από τον προϊστάμενο του, δεν μπορεί να γίνει λόγος για διαδοχικές συμβάσεις εργασίας, αλλά, όπως άλλωστε προαναφέρθηκε, για ανεξάρτητες συμβάσεις μαθητείας, στις οποίες οι ενάγοντες συμμετείχαν με βάση τους όρους συμμετοχής και τις προϋποθέσεις που όριζε η με αριθμό 57808/899/30.10.2008 (ΦΕΚ 2288/Β/11.11.2008) Κ.Υ.Α των Υπουργών Οικονομίας- Οικονομικών και Απασχόλησης-Κοινωνικής Προστασίας, που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 20 παρ. 15 του Ν. 2639/1998 για τη δυνατότητα υλοποίησης από τον Ο.Α.Ε.Δ προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage) και οι οποίες μετά το πέρας των χρονικών ορίων των ως άνω προγραμμάτων λύθηκαν.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο απέρριψε τα αγωγικά αιτήματα ως απαράδεκτα έσφαλε μεν ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου καθόσον η αγωγή είναι μη νόμιμη, πλην όμως η πρωτοβάθμια απόφαση δεν δύναται να εξαφανισθεί και τούτο διότι το δικαστήριο δεν δύναται να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τους εκκαλούντες καθόσον με την απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης η θέση των τελευταίων καθίσταται επιβλαβέστερη.
Μετά από τα παραπάνω, η έφεση απορρίφτηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη.
9. Σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου οι ένδικες συμβάσεις καταρτίσθηκαν στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας υπό την ισχύ των διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 21 του ν. 2190/1994 και δεν μπορούν να θεωρηθούν, υπό την επίκληση κάλυψης παγίων και διαρκών αναγκών λειτουργίας των υπηρεσιών του εναγομένου, ούτε και κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό αυτών, ως συμβάσεις ή σχέσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για το έγκυρο αυτών, που προβλέπονται από τα άρθρα 3, 5, 6 και 7 του π.δ. 164/2004.
Με την ανωτέρω κρίση, το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ.2 και 3 του Συντάγματος, 14 παρ.2 περ. κα' και 21 του ν. 2190/1994, 20 παρ. 15 του ν. 2639/1998, 648 ΑΚ και του π.δ. 164/2004, καθόσον υπό τα αναφερόμενα στην αγωγή, ήτοι το ότι οι ένδικες συμβάσεις είχαν συναφθεί στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος χρηματοδοτούμενου από τον ΟΑΕΔ, το ότι κατά τη διάρκεια αυτών οι αναιρεσείοντες προσέφεραν εξαρτημένη εργασία και το ότι εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του εναγομένου, δεν μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, διότι τούτο μόνο κατ' εξαίρεση επιτρέπεται κατά το άρθρο 103 παρ.2 του Συντάγματος, εφόσον προβλέπεται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των άρθρων 3, 5, 6, 7 του π.δ. 164/2004.
Τέλος, δεν παραβίασε ούτε τη ρήτρα 4 της κοινοτικής οδηγίας 1999/1970, που δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης των εναγόντων, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
10 Οι αναιρεσείοντες με τον 2ο λόγο της αίτησής τους αιτιώνται το Εφετείο για την αναιρετική πλημμέλεια από το αρθ 559 αριθ 1 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα ισχυρίζονται ότι το Εφετείο έπρεπε να εξαφανίσει την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που εσφαλμένα έκρινε ότι η αγωγή ήταν απορριπτέα ως απαραδέκτως ασκηθείσα (βλ ανωτέρω) και ακολούθως να θεωρήσει ότι παραδεκτώς ασκήθηκε και να την θεωρήσει ως νόμιμη, αφού δεν χρειαζόταν η καταγγελία των ενδίκων συμβάσεων, που κατά τους ισχυρισμούς τους, ήσαν συμβάσεις αορίστου χρόνου, γιατί το δικαίωμά τους να συνεχίσει το εναγόμενο να τους απασχολεί στηριζόταν στην υπερημερία του, μετά την άρνησή του να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες τους, ήτοι εσφαλμένα ερμήνευσε το αρθ 656 ΑΚ και 23 παρ 2 Ν 1264/1982. Ο λόγος αυτός αλυσιτελώς προτείνεται, γιατί εν προκειμένω, κατά τα προαναφερθέντα, η αγωγή είναι μη νόμιμη, οπότε δεν τίθεται θέμα υπερημερίας του εργοδότη εναγομένου, ενώ το 23 παρ 2 Ν 1264/1982, δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω, γιατί αφορά την ποινική μεταχείριση των εργοδοτών, που αρνούνται αδικαιολόγητα την πραγματική απασχόληση των εργαζομένων, λόγω ακυρότητας των απολύσεών τους.
Συνεπώς ο 2ος λόγος είναι αβάσιμος.
11. Μετά ταύτα πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να υποχρεωθούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου Δήμου, ο οποίος κατέθεσε και προτάσεις (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένης, όμως, κατ' άρθρα 276 παρ. 1 και 281 παρ. 2 του Ν. 3963/2006 σε συνδυασμό με άρθρα 285 του Ν. 3852/2010 και 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-5-2018 (και με αριθμό κατάθεσης 4856/2018) αίτηση για αναίρεση της 5470/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Νοεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Φεβρουαρίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Σελίδα 16 της 135/2020 πολιτικής απόφασης του Αρείου Πάγου Π.Π.