Legislator Case Law & Legislation
135/2017 AI generated

135/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 135/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου,Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

135/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 26-1-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Keywords

AI generated
family members right to know one's parentage determination of legal heir matrimonial domicile family migration descendant
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 135 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 135/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου,Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Δημήτρη Ψαρά.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Π. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σταμάτιο Παπαγγελή, που ανακάλεσε την από 4-10-2016 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-10-2006 αγωγή του δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 164/2008 του ιδίου Δικαστηρίου, που παρέπεμψε την υπόθεση στο καθ’ ύλην αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας.

Μετά τη συζήτηση εκδόθηκε η 24/2010 του ως άνω δικαστηρίου και 438/2013 του Εφετείου Λάρισας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-5-2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 26-1-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση, προσβάλλεται η 438/2013 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις εφέσεις των διαδίκων κατά της 24/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Με την τελευταία απόφαση είχε γίνει δεκτή κατά ένα μέρος , ως ουσιαστικά βάσιμη, η από 9-10-2006 αγωγή του αναιρεσιβλήτου .

Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558. 564, 566 παρ. 1). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3). Κατά το άρθρο 1831 παρ. 2 ΑΚ για τον υπολογισμό της νομίμου μοίρας, προστίθενται στην κληρονομιά, με την αξία που είχαν κατά τον χρόνο της παροχής, ο,τιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα σε μεριδούχο είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο και επίσης οποιαδήποτε δωρεά που ο κληρονομούμενος έκανε στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από τον θάνατο του, εκτός εάν την επέβαλαν λόγοι ευπρεπείας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον.

Στο δε άρθρο 1833 του ίδιου κώδικος ορίζεται, ότι στην νόμιμη μοίρα καταλογίζονται οι παροχές προς μεριδούχο, με την αξία που είχαν όταν έγιναν, εφόσον προστίθενται στην κληρονομιά, σύμφωνα με το άρθρο 1831, εκτός εάν ο κληρονομούμενος όρισε διαφορετικά όταν έδωσε την παροχή. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι στην νόμιμη μοίρα κάθε μεριδούχου καταλογίζεται κάθε παροχή από ελευθεριότητα, όπως και εκείνη που έγινε στα πλαίσια των γονικών παροχών, κατά το άρθρο 1509 ΑΚ.

από τον κληρονομούμενο στον μεριδούχο, αφού αυτή, μετά τον ν. 1329/1983, είναι κατά νόμο καταλογιστέα, εκτός εάν ο κληρονομούμενος όρισε διαφορετικά. Η εξαίρεση δηλαδή του μη καταλογισμού προβλέπεται για τις καταλογιστέες στην νόμιμη μοίρα (άρθρο 1833 & 1 ΑΚ) και όχι για τις συνυπολογιστέες στην κληρονομιά προς σχηματισμό της ιδανικής κληρονομικής ομάδος, με βάση την οποία θα υπολογισθεί η νόμιμη μοίρα (άρθρο 1831 & 2 ΑΚ), που περιέχει διάταξη αναγκαστικού δικαίου, υπό την έννοια ότι ο κληρονομούμενος δεν μπορεί να ορίσει διαφορετικά.

Ενόψει αυτών στις προστιθέμενες κατά το άρθρο 1831 & 2 ΑΚ παροχές του κληρονομουμένου προς τον μεριδούχο, περιλαμβάνονται οι χωρίς αντάλλαγμα γενόμενες προς αυτόν παροχές, έστω και εάν έγιναν από λόγους ευπρεπείας ή από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και ανεξαρτήτως του χρόνου που έγιναν, μη υφισταμένου για τις παροχές αυτές του χρονικού περιορισμού της δεκαετίας προ του θανάτου του κληρονομουμένου, - όπως οι δωρεές προς τρίτους, εφόσον οι τελευταίες έγιναν στα τελευταία δέκα χρόνια προ της αποβίωσης του κληρονομουμένου, εάν δεν αποδείξει ο τρίτος δωρεοδόχος ότι αυτές έγιναν από λόγους ευπρεπείας ή από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον.

Η έννοια της φράσης του άρθρου 1831 εδ 2 ΑΚ "στην κληρονομία προσθέτονται" οι αναφερόμενες στο άρθρο αυτό παροχές δεν έχει την έννοια ότι αυτές ανήκουν πραγματικά στην κληρονομία, αλλά ότι η αξία τους υπολογιζόμενη κατά το χρόνο της παροχής θεωρείται λογιστικώς υπάρχουσα στην κληρονομία, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας.

Όταν η πραγματική ομάδα της κληρονομίας, που υπάρχει κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, δεν επαρκεί για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα του ενάγοντος μεριδούχου, κάθε δωρεά εν ζωή του κληρονομουμένου, που υπολογίζεται κατ’ άρθρο 1831 ΑΚ στην κληρονομία, υπόκειται σε ανατροπή (μέμψη) κατά τους όρους του άρθρου 1835 ΑΚ.

Σε περίπτωση που δεν υπάρχει κανένα περιουσιακό στοιχείο στην κληρονομία, τότε η αξία της κληρονομίας θα προσδιορισθεί από την αξία που είχε η άστοργη δωρεά κατά το χρόνο που έγινε και το ποσοστό της νόμιμης μοίρας θα υπολογισθεί στην παραπάνω αξία δηλαδή στην αξία που είχε η δωρεά κατά το χρόνο που έγινε.

Περαιτέρω ως προς τη γονική παροχή του κληρονομουμένου, αυτή υπολογίζεται μεν λογιστικά στην κληρονομία για τον προσδιορισμό της νόμιμης μοίρας, ως αποτελούσα παραχώρηση του κληρονομουμένου όσο ζούσε προς μεριδούχο χωρίς αντάλλαγμα, για να ανατραπεί όμως κατ’ άρθρο 1835 ΑΚ η παραχώρηση αυτή λόγω ανεπάρκειας της κληρονομίας για την κάλυψη της νόμιμης μοίρας άλλου μεριδούχου πρέπει να αποτελεί δωρεά, μόνον ως προς το ποσόν που υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις (ΑΚ 1509).

Το γεγονός ότι η παροχή του γονέα προς το τέκνο κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 1509 εδ. α ΑΚ δεν αποτελεί δωρεά, όταν είναι μέσα στα όρια που επιβάλλουν οι περιστάσεις, έχει ως συνέπεια ότι η τελευταία δεν προσβάλλεται ως άστοργη έστω και αν θίγει τη νόμιμη μοίρα αφού κατά τη διάταξη του άρθρου 1835 ΑΚ σε μέμψη υπόκεινται μόνον οι δωρεές.

Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο κατά παραβίαση των προαναφερθεισών διατάξεων του 1831 παρ. 2 και 1835 ΑΚ απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος-εναγομένου, κατά την οποία η ένδικη γονική παροχή προς αυτόν από την μητέρα του με το .../2001 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Βόλου Ελένης Αγορίτση , έγινε από ιδιαίτερο καθήκον και λόγους ευπρεπείας και ότι γι’ αυτό δεν υπολογίζεται στη νόμιμη μοίρα και δεν υπόκεινται σε μέμψη άστοργης δωρεάς, με την αιτιολογία «....ο εκκαλών με τον δεύτερο λόγο έφεσης ισχυρίζεται ότι έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας έκρινε ότι προστίθεται στην κληρονομία κατά το άρθρο 1831 ΑΚ η γονική παροχή [αριθμ.

Συμβολαίου .../2001] την οποία έκανε η κληρονόμος προς τον ίδιο [εναγόμενο]. Ενόψει όμως του ότι κατά την προεκτεθείσα μείζονα σκέψη για τον προσδιορισμό της κληρονομιάς και κατ’ επέκταση για την ανεύρεση της νόμιμης μοίρας, προστίθενται στην κληρονομιά, εκτός των άλλων, ο,τιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα στο μεριδούχο, είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο και, επομένως, κάθε άλλη παροχή από ελευθεριότητα γονέα προς τέκνο, όπως είναι αυτή , που προβλέπεται από το άρθρο 1509 εδ.

α’ , ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος». Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις εν λόγω διατάξεις, καθώς και την αυτεπαγγέλτως προστιθέμενη διάταξη του άρθρου 1833 ΑΚ (άρθρ. 562 παρ. 4 ΚΠολΔικ) τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε ως προς το νόμω βάσιμο της επίμαχης ένστασης και ο υποστηρίζων τα αντίθετα πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1825, 1827, 1831 και 1834 του ΑΚ συνάγεται ότι για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας οποιουδήποτε μεριδιούχου, η οποία συνίσταται στο ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας, λαμβάνεται ως βάση η κατάσταση και η αξία της κληρονομιάς κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, δηλαδή όλα τα υπάρχοντα στην κληρονομιά, κατά το χρόνο αυτόν, περιουσιακά στοιχεία (πραγματική κληρονομική ομάδα), από την οποία αφαιρούνται τα χρέη της κληρονομιάς, οι δαπάνες κηδείας του κληρονομουμένου, ως και οι δαπάνες απογραφής, προστίθενται δε ακολούθως σε αυτά και θεωρούνται, ως υπάρχουσες στην κληρονομιά (πλασματική κληρονομική ομάδα) κατά την αξία του χρόνου της πραγματοποιήσεώς τους, οι παροχές των άρθρων 1831 παρ. 2 και 1833 του ΑΚ, που έγιναν από τον κληρονομούμενο, όσο ζούσε, προς τους μεριδούχους ή τρίτους, επί της δε προσδιοριζόμενης κατά τον τρόπο αυτόν αυξημένης (πλασματικής) κληρονομικής ομάδας, εξευρίσκεται η νόμιμη μοίρα του κληρονόμου.

Ειδικότερα, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας του μεριδούχου: α) εκτιμάται η αξία όλων των αντικειμένων της κληρονομιάς κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, β) αφαιρούνται από την αξία αυτή της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς τα χρέη της και οι δαπάνες κηδείας του κληρονομουμένου και απογραφής της κληρονομιάς, γ) στο ποσό που απομένει μετά την αφαίρεση των παραπάνω χρεών, προσθέτονται με την αξία που είχαν κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκαν οι πιο πάνω παροχές του κληρονομουμένου προς τους μεριδούχους ή τρίτους, δ) με βάση την αυξημένη (πλασματική) κληρονομική ομάδα, που προσδιορίζεται κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, εξευρίσκεται η νόμιμη μοίρα του μεριδούχου, ε) από το ποσό αυτής (νόμιμης μοίρας) αφαιρείται η αξία των πραγμάτων, στα οποία τυχόν έχει εγκατασταθεί ο μεριδιούχος, καθώς και η αξία της παροχής που τυχόν είχε λάβει και υπόκειται σε συνεισφορά και στ) σχηματίζεται ένα κλάσμα με αριθμητή το ποσό της εξευρισκόμενης με τον πιο πάνω τρόπο νόμιμης μοίρας του και παρονομαστή την αξία εκείνων των στοιχείων της πραγματικής ομάδας, από τα οποία, χωρίς αφαίρεση χρεών και δαπανών, θα λάβει ο μεριδούχος το απαιτούμενο ποσοστό για τη νόμιμη μοίρα του.

Το κλάσμα αυτό ή δεκαδικός αριθμός που προκύπτει από τη διαίρεση του αριθμητή με τον παρονομαστή παριστά το ποσοστό που πρέπει να πάρει ο μεριδούχος αυτούσιο σε κάθε αντικείμενο της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς, για να λάβει έτσι τη νόμιμη μοίρα του . Όπως προαναφέρθηκε, στη νόμιμη μοίρα κάθε μεριδούχου καταλογίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1831 παρ. 2 και 1833 του ΑΚ, κάθε παροχή από ελευθεριότητα που έγινε από τον κληρονομούμενο στο μεριδούχο, αφού, μετά το ν. 1329/1983, αυτή είναι κατά νόμο καταλογιστέα, εκτός αν ο κληρονομούμενος όρισε διαφορετικά.

Συνεπώς, όταν δεν υπάρχει διαφορετική βούληση του κληρονομουμένου, στη νόμιμη μοίρα καταλογίζεται και η δωρεά προς το μεριδούχο που έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας, αφού και αυτή δεν παύει να είναι παροχή από ελευθεριότητα, που δόθηκε, δηλαδή, από τον κληρονομούμενο χωρίς νόμιμη υποχρέωση .

Ενόψει αυτών, στις προστιθέμενες, κατά το άρθρο 1831 παρ.2 ΑΚ, στην κληρονομιά παροχές του κληρονομουμένου προς τους μεριδούχους, περιλαμβάνονται οι χωρίς αντάλλαγμα γενόμενες προς αυτούς παροχές, έστω και αν έγιναν από λόγους ευπρέπειας ή από ιδιαίτερο ηθικόν καθήκον. Στις παροχές χωρίς αντάλλαγμα υπάγονται και οι γονικές παροχές, οι οποίες συνυπολογίζονται στην κληρονομιά σε όλη τους την έκταση με την αξία που είχαν κατά το χρόνο της παροχής, οποτεδήποτε και αν έγιναν, ενώ η δωρεά (προς μεριδούχο ή προς τρίτο) μπορεί να καλύπτεται και υπό εικονική σύμβαση πώλησης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων , που με επίκληση νομίμως προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

«Στις 18 Σεπτεμβρίου 2005, απεβίωσε στη Λάρισα, η Ε., χήρα K. Π., το γένος Γ. και Α. Γ., μητέρα των διαδίκων, η οποία κατέλειπε την με αριθμό .../10-11-1998 δημόσια διαθήκη, που συντάχθηκε από το συμβολαιογράφο Λάρισας Δημήτριο Ζάγουρα, δυνάμει των διατάξεων της οποίας, εγκαθιστούσε αμφότερους τους υιούς της κληρονόμους της.

Πιο συγκεκριμένα στο μεν ενάγοντα κατέλιπε τα ακόλουθα ακίνητα και ιδανικά μερίδια επί ακινήτων: α) ένα ελαιοπερίβολο, εκτάσεως 2 στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας κοινότητας ..., τέως Δήμου ..., β) το 1/8 εξ αδιαιρέτου επί των ακινήτων, που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια της κοινότητας ...

και ειδικότερα 1) ενός ελαιοπεριβόλου, εκτάσεως 4 στρεμμάτων στη θέση "...", 2) ενός αγρού, εκτάσεως 3 στρεμμάτων, στη θέση "Μορφή", 3) ενός οικοπέδου, εκτάσεως 1 στρέμματος εντός του οικισμού του χωριού της ..., 4) ενός αγρού, εκτάσεως 250 τ.μ στη θέση "...", 5) ενός αγρού, εκτάσεως 150 τ.μ στη θέση "..." και 6) ενός αγρού, εκτάσεως 1.500 τ.μ στη θέση "...", ενώ τον εναγόμενο εγκαθιστούσε κληρονόμο της στα εξής κληρονομιαία ακίνητα: 1) σε έναν αγρό 7.500 τ.μ.

στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας κοινότητας ..., τέως Δήμου ..., 2) σε ένα ελαιοπερίβολο, εκτάσεως 2 στρεμμάτων περίπου, στη θέση "..." της ίδιας κτηματικής περιφέρειας, 3) στα 2/8 εξ αδιαιρέτου επί ενός αγρού, εκτάσεως 2.500 τ.μ. στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας ..., με την επ’ αυτού κτισμένη παλαιά διώροφη οικία, επιφάνειας 50 τ.μ.

και αποθήκη, επιφάνειας 20 τ.μ. 4) στα 2/8 εξ αδιαιρέτου επί ενός οικοπέδου, εκτάσεως 170 τ.μ., που βρίσκεται μέσα στην κοινότητα ... του τέως Δήμου ... με την επ’ αυτού κτισμένη διώροφη οικία, αποτελούμενη από δύο διαμερίσματα στο ισόγειο και δύο στον πρώτο όροφο, συνολικής επιφάνειας 230 τ.μ., 5) στο 1/8 εξ αδιαιρέτου επί των ακινήτων, που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια της κοινότητας ...

και ειδικότερα α) ενός ελαιοπεριβόλου, εκτάσεως 4 στρεμμάτων στη θέση "...", β) ενός αγρού, εκτάσεως 3 στρεμμάτων, στη θέση "Μορφή", γ) ενός οικοπέδου, εκτάσεως 1 στρέμματος εντός του οικισμού του χωριού της ..., δ) ενός αγρού, εκτάσεως 250 τ.μ. στη θέση "...", ε) ενός αγρού, εκτάσεως 150 τ. μ στη θέση "..." και στ) ενός αγρού, εκτάσεως 1.500 τ.μ.

στη θέση "...". Η προαναφερόμενη διαθήκη δημοσιεύθηκε νομίμως με το υπ’ αρίθμ. 111/2006 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, ο δε εναγόμενος αποδέχθηκε αυτή, δυνάμει της με αριθμό .../2-9-2009 δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Λάρισας, Θ. Ζ.-Δ., που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ....

Η άνω διαθέτης μετά τη σύνταξη της άνω διαθήκης και συγκεκριμένα το έτος 2001, δυνάμει του υπ’ αρίθμ. .../18-7-2001 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Βόλου, Ελένης Αγορίτση, που μεταγράφηκε νομίμως στον τόμο … και στον αριθμό … του βιβλίου μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, στον εναγόμενο-υιό της, κατά ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας για τον εαυτό της την εφ’ όρου ζωής επικαρπία, τον προαναφερθέντα αγρό στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας κοινότητας ..., τέως Δήμου ..., εκτάσεως 7.071 τ.μ., εντός του οποίου βρίσκεται ισόγεια αποθήκη, εμβαδού 48,30 τ.μ και ο οποίος συνορεύει βορειοανατολικά με ιδιοκτησία Γ.

Π. και αρδευτικό αυλάκι και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Απ. Λαλιά, βορειοδυτικά με ιδιοκτησία Γ. Π., νοτιοανατολικά με αρδευτικό αυλάκι και πέραν αυτού εν μέρει με ιδιοκτησία Ν. Ε., εν μέρει με ιδιοκτησία Κ. Β., καθώς και με αγροτικό δρόμο και πέραν αυτού με θάλασσα και βορειοδυτικά με δίοδο και πέραν αυτής με οπωροπερίβολο ιδιοκτησίας κληρονόμων Γ.

Μ.. Ως εκ τούτων, ο αγρός αυτός από και δια της ανωτέρω μεταβιβάσεως και της μεταγραφής του συμβολαίου γονικής* παροχής, περιήλθε στην κυριότητα του εναγομένου και δεν αποτελούσε κληρονομιαία περιουσία της κληρονομουμένης Ε. Π.. Όλα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά συνομολογούνται από αμφότερες τις διάδικες πλευρές.

Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, σχετικά με την αξία της κληρονομιαίας περιουσίας της Ε., χήρας Κ. Π., αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

α) όσον αφορά στο ελαιοπερίβολο, που βρίσκεται στη θέση "...", ενόψει τού ότι: 1ον) η έκταση αυτού δεν είναι 2 στρέμματα, όπως αναφέρεται στη διαθήκη, αλλά, σύμφωνα με το συνημμένο στην προμνησθείσα αποδοχή κληρονομιάς από "Ιούλιο 2006" τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου- τοπογράφου- μηχανικού, Ν. Κ., το εμβαδό αυτού καταμετρήθηκε σε 6.484 τ.μ, 2ον) αυτό είναι χωρισμένο σε δύο τμήματα, εμβαδού 6.198 τ.μ.

και 286 τ.μ, εκ των οποίων το μεν πρώτο είναι κατά κανόνα άρτιο και οικοδομήσιμο και το δεύτερο μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο και 3ον) ότι τα εντός αυτού φυτευθέντα ελαιόδενδρα καταστράφηκαν ολοσχερώς, λόγω πυρκαγιάς, κατά έτος 2001, κρίνεται, με συνεκτίμηση της κατάθεσης του εξετασθέντος μάρτυρος αποδείξεως, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι η αξία αυτού, κατά το χρόνο θανάτου της κληρονομουμένης, ανερχόταν στο ποσό των 4,00 ευρώ/τ.μ για το άρτιο και οικοδομήσιμο εδαφικό τμήμα και στο ποσό των 2,00 ευρώ/τ.μ.

για το μη άρτιο και οικοδομήσιμο εδαφικό τμήμα, ήτοι στο συνολικό ποσό των [(6.198 X 4) + (286 X 2)] 25.364,00 ευρώ, β) ο αγρός στη θέση "...", ο οποίος, σύμφωνα με την προαναφερθείσα συμβολαιογραφική δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, τυγχάνει οικόπεδο, κείμενο εντός των ορίων του οικισμού ..., άρτιο και οικοδομήσιμο, με εμβαδό, κατά νεώτερη καταμέτρηση, σύμφωνα με το από "Αύγουστο 2006" τοπογραφικό διάγραμμα του ίδιου ως άνω τοπογράφου, 3.036 τ.μ και όχι 2.500 τ.μ., όπως αναγράφεται στη διαθήκη και εντός του οποίου υφίσταται παλαιά διώροφη οικία, εμβαδού 100 τ.μ.

και παλαιά ισόγεια αποθήκη, εμβαδού 50 τ.μ, η αξία του οποίου ανερχόταν, κατά το ως άνω χρονικό σημείο, με συνεκτίμηση της κατάθεσης του εξετασθέντος μάρτυρος αποδείξεως, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στο ποσό των 100.000,00 ευρώ και του ιδανικού μεριδίου, που καταλείφθηκε στον εναγόμενο εκ 2/8 εξ αδιαιρέτου, στο ποσό των (100.000 X 2/8) 25.000,00 ευρώ, γ) το οικόπεδο στα ..., με την επ’ αυτού διώροφη οικία, και το οποίο αποδεικνύεται από την προαναφερθείσα δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, ότι πρόκειται για οικόπεδο, συνολικής εκτάσεως 209 τ.

μ επί της οδού ... (πρώην ...) εντός των ορίων του οικισμού ..., επί του οποίου υφίσταται παλαιά διώροφη οικία, συνολικής επιφάνειας 190 τ.μ. και αποθήκες συνολικής επιφάνειας 63 τ.μ, η δε αξία αυτού, κατά το χρόνο θανάτου της κληρονομουμένης, ανερχόταν κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στο ποσό των 100.000,00 ευρώ και του ιδανικού μεριδίου εκ 2/8 εξ αδιαιρέτου, που καταλείφθηκε στον εναγόμενο, στο ποσό των 25.000,00 ευρώ, δ) το ελαιοπερίβολο στη θέση "..." της κοινότητας ..., για το οποίο από την προαναφερθείσα δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, αποδείχθηκε ότι η έκταση του είναι 3.000 τ.μ.

και όχι 4.000 τ.μ, όπως αναγράφεται στη διαθήκη, εντός του οποίου υφίστανται 50 ελαιόδενδρα και τυγχάνει, κατά παρέκκλιση, άρτιο και οικοδομήσιμο, λόγω γειτνίασης με σιδηροδρομική γραμμή, η δε αξία του ανερχόταν, κατά το χρόνο της προς τους διαδίκους επαγωγής, στο ποσό των 24.000,00 ευρώ και του ιδανικού μεριδίου, εξ 1/8 εξ αδιαιρέτου, που καταλείφθηκε σε έκαστο των διαδίκων, στο ποσό των 3.000,00 ευρώ, ε) οι αγροί στη θέση "..." της περιφέρειας της κοινότητας ..., έκτασης 250 και 150 τ.μ.

η αξία των οποίων δεν υπερέβαινε, κατά το χρόνο θανάτου της Ε. Π., το ποσό των 1.000,00 και 500,00 ευρώ αντιστοίχως και των καταλειφθέντων σε έκαστο των διαδίκων ιδανικών μεριδίων, εξ 1/8 εξ αδιαιρέτου, στο ποσό των 125,00 και 62,50 ευρώ αντιστοίχως, στ) ο αγρός στη θέση "Μορφή" της κοινότητας ..., ο οποίος από την προαναφερθείσα δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, αποδείχθηκε ότι πρόκειται για χερσότοπο, πρώην οπωροπερίβολο, η έκταση του οποίου είναι 3.000 τ.μ και η αξία του ανερχόταν, κατά το χρόνο της προς τους διαδίκους επαγωγής, στο ποσό των 9.000,00 ευρώ και του ιδανικού μεριδίου, εξ 1/8 εξ αδιαιρέτου, που καταλείφθηκε σε έκαστο των διαδίκων, στο ποσό των 1.125,00 ευρώ, ζ) ο αγρός στη θέση «...» της περιφέρειας της κοινότητας ..., ο οποίος έχει έκταση 1.500 τ.μ, σύμφωνα με την προαναφερθείσα δήλωση αποδοχής κληρονομιάς και η αξία του οποίου δεν υπερέβαινε, κατά το χρόνο θανάτου της Ε.

Π., το ποσό των 2.500,00 ευρώ και των καταλειφθέντων σε έκαστο των διαδίκων ιδανικών μεριδίων, εξ 1/8 εξ αδιαιρέτου, στο ποσό των 312,50 ευρω αντιστοίχως, η) το οικόπεδο, που βρίσκεται στη ..., η έκταση του οποίου καταμετρήθηκε στα 1.000 τ.μ. είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, κατά κανόνα, ως κείμενο εντός των ορίων του οικισμού του δημοτικού διαμερίσματος της ..., η δε επ’ αυτού ανεγερθείσα ανώγεια οικία κατεδαφίσθηκε, λόγω κατάπτωσής της ένεκα σεισμού.

Η αξία αυτού, κατά το χρόνο θανάτου της κληρονομουμένης, ανερχόταν, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η ... τυγχάνει παραδοσιακός οικισμός, με τουριστική ανάπτυξη και έντονο ενδιαφέρον αναφορικά με την αγορά ακινήτων, στο ποσό των 100.000,0 ευρώ, του δε ιδανικού μεριδίου εξ 1/8 εξ αδιαιρέτου, που κατ αλείφθηκε σε έκαστο των διαδίκων, στο ποσό των 12.500,00 ευρώ και, τέλος, θ) το ελαιοπερίβολο, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της ..., πρώην Δήμου ..., αποδείχθηκε, από το μιζόμενο με επίκληση από τον εναγόμενο ακριβές αντίγραφο του Δεκέμβριο 2003 εγγράφου του Υπουργείου Γεωργίας (ελαιοκομικό μητρώο), ότι το εμβαδόν αυτού είναι 5.100 τ.

μ. και όχι 2 στρέμματα, όπως αναγράφεται στη διαθήκη της Ε. Π., επ’ αυτού έχουν φυτευθεί 100 ελαιόδενδρα, είναι δε κατά κανόνα άρτιο και οικοδομήσιμο και σύμφωνα με την κατάθεση της μάρτυρος του εναγομένου, εφάπτεται σε αγροτικό δρόμο και έχει θέα προς τη θάλασσα. Η αξία αυτού, κατά το χρόνο θανάτου της μητέρας των διαδίκων, ανερχόταν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, λαμβανομένων υπόψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, στο ποσό των 15.000,00 ευρώ.

Κατά συνέπεια, η συνολική αξία της κληρονομιάς της Ε. Π., κατά το χρόνο του θανάτου της, ανερχόταν στο ποσό των [25.364 + 25.000 + 25.000 + (3.000 X 2) + (125 X 2) +(62,50 X 2) + (312,50 X 2) + (1.125 X 2) + (12.500 X 2) + 15.000)] 124.614,00 ευρώ. Από το ποσό αυτό πρέπει, ωστόσο, να αφαιρεθούν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1831 §1 ΑΚ, οι δαπάνες κηδείας αυτής (έξοδα γραφείου τελετών και δικαιώματα τριετούς ταφής), που σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες από τον εναγόμενο υπ’ αριθμ. ...19-9-2005, ...19-2005 αποδείξεις παροχής υπηρεσιών του γραφείου κοινωνικής εξυπηρέτησης "Ζ.", καθώς και .../ 19-9-2005 τριπλότυπα είσπραξης του Δήμου ... (νέο κοιμητήριο), ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των (1.433,11 + 143,95 + 25 + 137) 1.739,06 ευρώ, ποσό.

Συνεπώς, η αξία της πραγματικής κληρονομιάς της κληρονομουμένης ανερχόταν, μετά την αφαίρεση των ως άνω εξόδων κηδείας και εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι αυτή βαρυνόταν με χρέη, στο ποσό των (124.614 - 1.739,06) 122.874,94 ευρώ, περιστατικά τα οποία δεν αμφισβητούν ειδικώς οι εκκαλούντες. Περαιτέρω, για την εξεύρεση του ποσοστού της νόμιμης μοίρας του ενάγοντος, πρέπει, για τον υπολογισμό της αξίας της πλασματικής κληρονομιάς, να προστεθεί, κατ’ άρθρο 1831 §2 ΑΚ, στο ανωτέρω ποσό το ποσό, στο οποίο ανερχόταν, στις 18-7-2001, η ψιλή κυριότητα του αγροτεμαχίου στη θέση "...", το οποίο μεταβιβάσθηκε εν ζωή από την κληρονομούμενη στον εναγόμενο η αξία του οποίου κατά τον ενάγοντα -εκκαλούντα ανέρχονταν στο ποσό των 380.000 ευρώ κατά δε τον εναγόμενο εκκαλούντα στο ποσό των 50.000 ευρώ πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα: 1) η αντικειμενική αξία του ως άνω περιουσιακού στοιχείου, σύμφωνα με το προσκομιζόμενο με επίκληση υπ1 αρίθμ. .../18-7-2001 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Βόλου Ελένης Αγορίτση, ανερχόταν στο ποσό των 20.966.081 δραχμών και ήδη 61.529,22 ευρώ. 2) ο ενάγων, προς απόδειξη της υπέρτερης αγοραίας αξίας της ψιλής κυριότητας του ως άνω δωρηθέντος ακινήτου, προσκομίζει τέσσερις (4) τεχνικές εκθέσεις και πιο συγκεκριμένα την από 28-8-2009 έκθεση εκτίμησης του πολιτικού μηχανικού, Θ.

Τ., όπου η αξία αυτού, κατά την 26-8-2009, υπολογίσθηκε στο ποσό των 475.000,00 ευρώ, την από 29-1-2008 εκτίμηση ακινήτου του μηχανικού, Γ. Μ., ο οποίος, με βάση αυτοψία, που διενήργησε στις 22-1-2008, εκτίμησε την αξία αυτού στο ποσό των 431.544,00 ευρώ, την από 10-8-2009 εκτίμηση του πολιτικού μηχανικού, Γ. Β., που υπολογίζει την αξία κατά το χρόνο συντάξεως αυτής, στο ποσό των 466.902,00 ευρώ, την από 28-8-2009 εκτίμηση ακινήτου του μεσίτη, Λ.

Τ., όπου η αξία υπολογίζεται στο ποσό των 530.000-565.000 ευρώ. Ωστόσο, από τις ανωτέρω εκθέσεις εκτίμησης, που αφορούν στην αξία, όχι κατά το χρόνο της μεταβίβασης, αλλά σε χρονικό σημείο, που απέχει οκτώ (8) έτη από αυτή, δεν δύναται το Δικαστήριο να εξάγει σαφές συμπέρασμα, ενόψει του ότι κατά το διαδραμόντα χρόνο μεταβλήθηκαν ουσιωδώς τόσο τα οικονομικά μεγέθη, όσο και άλλοι παράγοντες, που επηρεάζουν την αξία ενός ακινήτου, όπως επί παραδείγματι η τουριστική και οικιστική ανάπτυξη της περιοχής. 3), από τις καταθέσεις αμφοτέρων των μαρτύρων αποδείχθηκε ότι πρόκειται για άρτιο και οικοδομήσιμο οικόπεδο, στο οποίο μπορεί να ανεγερθεί κατοικία επιφάνειας 262 τ.μ, σύμφωνα δε με την κατάθεση του μάρτυρος του ενάγοντος, σε περίπτωση ανέγερσης ξενοδοχειακού καταλύματος, κατά το 2001, ήταν δυνατή η ανέγερση οικοδομήματος εμβαδού 1.400 τ.μ.

Η παραδοχή αυτή δεν αναιρείται από τον ισχυρισμό του εναγομένου ότι, με βάση κοινή υπουργική απόφαση, που εκδόθηκε κατά το έτος 2009 (υπ’ αρίθμ. .../4-6-2009) το όριο αρτιότητας στις ανεπτυγμένες τουριστικά περιοχές για τη δόμηση κύριων τουριστικών καταλυμάτων εκτός σχεδίου και ορίων οικισμού αυξάνεται από τα 4 στα 15 στρέμματα, καθόσον, όπως ήδη αναφέρθηκε, κρίσιμο χρονικό σημείο για τον υπολογισμό της αξίας της ψιλής κυριότητας του επιδίκου αγροτεμαχίου είναι ο χρόνος κατάρτισης της μεταβίβασης, χωρίς να ασκεί επιρροή η επιγενόμενη αύξηση ή μείωση αυτής. 4) από τις προσκομιζόμενες με επίκληση αεροφωτογραφίες του επιδίκου αγροτεμαχίου, αλλά και της ευρύτερης περιοχής, αποδεικνύεται ότι πρόκειται για ακίνητο κείμενο σε περιοχή ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, με πρόσοψη σε αμμώδη παραλία, πλην, όμως, η περιοχή, κατά το έτος 2001, δεν ήταν ανεπτυγμένη ιδιαίτερα τουριστικά και οικιστικά.

Με εκτίμηση, όλων των ανωτέρω και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, κρίνεται ότι η αξία της ψιλής κυριότητας του ως άνω αγροτεμαχίου ανερχόταν, κατά το χρόνο της μεταβίβασης, στο ποσό των 250.000,00 ευρώ, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η αξία της παρακρατηθείσας επικαρπίας, ενόψει δε του γεγονότος ότι από το χρόνο της μεταβιβάσεως μέχρι το χρόνο θανάτου της κληρονομουμένης δεν έχει μεσολαβήσει νομισματική έκπτωση, υποτίμηση ή σοβαρή διακύμανση, δεν απαιτείται, κατά την αρχή της καλής πίστεως, που καθιερώνεται από το άρθρο 288 ΑΚ, η ανωτέρω αξία να αναχθεί στο ισάξιο της κατά το χρόνο του θανάτου.

Κατά συνέπεια η συνολική αξία της πλασματικής κληρονομικής ομάδας, με πρόσθεση στην πραγματική κληρονομική ομάδα της ανωτέρω αξίας του εν ζωή δωρηθέντος από την κληρονομουμένη περιουσιακού στοιχείου, ανέρχεται στο ποσό των [122.874,94 και 250.000] 372.874,94 ευρώ και, ως εκ τούτων, η νόμιμη μοίρα του ενάγοντος, που ισούται με το 1/2 της εξ αδιαθέτου κληρονομικής του μερίδας, ανέρχεται, ενόψει του ότι η μητέρα των διαδίκων κατέλιπε μόνους πλησιέστερους συγγενείς της, τα τέκνα της, ήτοι τον ενάγοντα και τον εναγόμενο, που, κατ’ άρθρο 1813 ΑΚ, θα κληρονομούσαν, σε περίπτωση μη υπάρξεως διαθήκης, αυτή κατ’ ισομοιρία , στο ποσό των [(372.874,94:2): 2)] 93.218,74 ευρώ, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί η αξία των καταλειφθέντων σε αυτόν δια της προαναφερθείσας δημόσιας διαθήκης κληρονομιαίων ακινήτων και ιδανικών μεριδίων επί ακινήτων, που ανέρχεται στο ποσό των (3.000 και 125 και 62,50 και 312,50 και 1.125 και 12.500 και 15.000) 32.069,00 ευρώ.

Επομένως, το καταλειφθέν στον ενάγοντα κληρονομικό μερίδιο υπολείπεται του ποσοστού της νόμιμης μοίρας αυτού κατά το ποσό των [93.218,74 πλην 32.069] 61.149,74 ευρώ και, ως εκ τούτων, οι διατάξεις της με αριθμό .../10-11-1998 δημόσιας διαθήκης της Ε. Π. είναι αυτοδικαίως άκυρες στο μέτρο , που θίγουν το δικαίωμα αυτού στη νόμιμη μοίρα.

Συνακόλουθα, ο ενάγων, του οποίου το δικαίωμα στη νόμιμη μοίρα ανέρχεται στο ποσοστό 93.214,74/372.874,94 ή σε εκατοστιαία κλίμακα 25%, δεδομένου ότι η καταληφθείσα στον ίδιο κληρονομική μερίδα υπολείπεται του ανωτέρω ποσοστού, έχει δικαίωμα να αξιώνει από τον εναγόμενο, που, από την προς αυτόν επαγωγή της εκ διαθήκης κληρονομιάς της μητρός του, νέμεται, ως κληρονόμος, τα κληρονομιαία ακίνητα, στα οποία εγκαταστάθηκε και των οποίων η αξία ανέρχεται στο ποσό των 90.805,94 ευρώ, να του αποδοθεί ποσοστό ίσο προς 61.149,74/90.805,94 ή σε εκατοστιαία κλίμακα 67,34%.

Ωστόσο, ο ίδιος με την κρινόμενη περί κλήρου αγωγή του ζητεί να του αποδοθεί από τον εναγόμενο ποσοστό 22,22% επί των κληρονομιαίων ακινήτων του, με συνέπεια το Δικαστήριο, που δεσμεύεται από την αρχή της διαθέσεως [άρθρο 106 ΚΠολΔ], να μη δύναται να επιδικάσει σε αυτόν υπέρτερο του αιτηθέντος ποσοστού , ούτε βεβαίως το αιτούμενο με το δικόγραφο της έφεσης ποσοστό 19,90% δεδομένου ότι ο περιορισμός του αιτήματος της αγωγής είναι απαράδεκτος ενώπιον του Εφετείου [άρθρο 526 ΚΠολΔ].

Τέλος και δεδομένου ότι η αξία της καταλειφθείσας στον εναγόμενο κληρονομικής μερίδας ανέρχεται, σύμφωνα με όσα ήδη αναφέρθηκαν, στο ποσό των [122.874,94 πλην 32.069] 90.805,94 ευρώ, ήτοι σε ποσό , που υπερκαλύπτει το ανωτέρω υπολειπόμενο ποσό της νόμιμης μοίρας του ενάγοντος και επαρκεί για την κάλυψη αυτής, δε συντρέχει λόγος για την ανατροπή της προς τον εναγόμενο γονικής παροχής, χωρίς να χρειάζεται να ερευνηθεί, εάν αυτή αποτελούσε στην πραγματικότητα δωρεά, που δε δικαιολογούνταν από λόγους ευπρέπειας και ιδιαίτερο ηθικό καθήκον».

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1509, 1831 , 1833 και 1835 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε ως προς τα ουσιώδη ζητήματα α) της αναγνώρισης του δικαιώματος της νόμιμης μοίρας του αναιρεσίβλητου στην κληρονομία της μητέρας του, β) του υπολογισμού της αξίας της γονικής παροχής στην πλασματική κληρονομία, γ) της μη ανατροπής της γονικής παροχής, γιατί η αξία της κληρονομίας επαρκεί για την κάλυψη της νόμιμης μοίρας του αναιρεσιβλήτου και δ) της υποχρέωσης του αναιρεσείοντος να αποδώσει στον αναιρεσίβλητο τα ακίνητα της κληρονομίας κατά το αναφερόμενο ποσοστό της νόμιμης μοίρας του εξ αδιαιρέτου.

Επομένως ο τρίτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ο ίδιος δε λόγος κατά το μέρος αυτού , κατά το οποίο δεν αιτιάται παραβίαση των παραπάνω διατάξεων για το ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά εσφαλμένα δεν υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, αλλά για το ότι θα έπρεπε να γίνουν δεκτά άλλα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ο αναιρεσείων πρότεινε και πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών, είναι απαράδεκτος και πρέπει, επίσης, να απορριφθεί, γιατί υπό την επίφαση της παραβίασης των παραπάνω διατάξεων πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική, περί την εκτίμηση των πραγμάτων, κρίση του Δικαστηρίου.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτωση γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη . Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά ένα μέρος, λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτωση γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την αξία του ακινήτου που περιήλθε σε εκείνον με γονική παροχή της μητέρας του δεν έλαβε υπόψη του α) την από 28-5-2013 εκτιμητική έκθεση του μεσίτη αστικών συμβάσεων Δ.

Σ., β) την από 20-5-2013 εκτιμητική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Κ. Χ., με τις οποίες εκτιμάται η αξία του ακινήτου αυτού από 50.000 έως 60.000 ευρώ, γ) το από Νοεμβρίου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα νεότερης καταμέτρησης του ακινήτου, με μικρότερο εμβαδό [6.224 τμ.] αυτού που αναφέρεται στο συμβόλαιο γονικής παροχής [7.071 τμ.] και δ) το .../2012 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Σουζάνας Ψαρογιώργου πώλησης όμορου ακινήτου 5.516,77 τμ.

αντί ποσού 97.817,15 ευρώ, που με επίκληση είχε προσκομίσει. Ο ερευνώμενος αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από τη βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση , κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν «από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, όλων των εγγράφων, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι τελευταίοι, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται αφενός μεν η προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα-εκκαλούντα με αριθμό …2008 ένορκη βεβαίωση της Φ.

Π. του Ε. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Βόλου Α. Σ. και αφετέρου η προσκομιζόμενη από τον εναγόμενο-εφεσίβλητο υπ’ αριθ. .../2008 ένορκη βεβαίωση της Φ. χήρας Χ. Α., ενώπιον της συμβολαιογράφου Βόλου Ελένης Αγορίτση, οι οποίες ελήφθησαν στα πλαίσια της δίκης, που διεξήχθη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας και τα οποία λαμβάνονται υπόψη όλα ανεξαιρέτως είτε προς άμεσο απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς, όμως, η ρητή αναφορά ορισμένων εξ αυτών να προσδίδει σ’ αυτά αυξημένη δύναμη εν σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και, όπως προεκτέθηκε, όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται προς σχηματισμό δικανικής κρίσεως και σε συνδυασμό και με τα διδάγματα κοινής πείρας και λογικής που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο [άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔικ] .....», δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα, χωρίς να είναι απαραίτητο να τα μνημονεύσει χωριστά το καθένα από αυτά.

O λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Δεν αποτελούν "πράγματα", με την παραπάνω έννοια, τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔικ αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων είναι και τα έγγραφα, η μη λήψη υπόψη των οποίων δεν ιδρύει τον ερευνώμενο από τη διάταξη του αριθμού 8 εδ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγο. Ενόψει τούτων ο κρινόμενος δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος που αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που με επίκληση προσκόμισε και αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη, ως λόγος από την παραπάνω διάταξη 559 αριθμός 8 εδ.

β είναι απαράδεκτος, αφού αυτά είναι αποδεικτικά μέσα και δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια που προεκτέθηκε. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί , κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου κατά το νόμιμο αίτημα αυτού [ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ. 2].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7-5-2015 αίτηση για αναίρεση της 438/2013 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλίων επτακοσίων [2.700] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ