Legislator Case Law & Legislation
135/2016 AI generated

135/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 135/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

135/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 330 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ιδίων προσώπων που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 135 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 135/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην…, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Θεόδωρο Ράπτη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Δ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., 2)Ν. Α. του Τ., κατοίκου ... 3)Σ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., 4)Γ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 5)Μ. Β. του Χ., κατοίκου ... 6)Ε. Ο. του Σ., κατοίκου ..., 7)Η. Λ. του Β., κατοίκου ..., 8)Χ. Π. του Κ., κατοίκου ... 9)Α. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 10)Ν. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 11)Χ. Μ. του Α., κατοίκου ... 12)Δ. Π. του Ν., κατοίκου ..., 13)Γ. Μ. του Π., κατοίκου ..., 14)Κ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 15)Κ. Λ. του Α., κατοίκου ..., 16) Μ. - Α. Α. του Γ., κατοίκου ..., 17)Γ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., 18)Σ. Δ. του Σ., κατοίκου ... 19)Ε. Μ. του Α., κατοίκου ... 20)Χ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 21)Χ. Ξ. του Σ., κατοίκου ... και 22)Δ. Σ. του Ν., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Ξανάλατο, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/11/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2307/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 5375/2009 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 288/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 3191/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 29/12/2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος ανέγνωσε την από 24/11/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του 1ου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την παραδοχή του 2ου λόγου αυτής. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 330 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ιδίων προσώπων που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία.

Ως ιστορική αιτία νοείται το σύνολο των περιστατικών που δέχθηκε το δικαστήριο ότι υπήρξαν ή ότι δεν υπήρξαν, ως ιστορικό συμβάν, και τα οποία είναι, σύμφωνα με το νόμο, αναγκαία για να θεμελιώσουν το διατακτικό της απόφασης, δηλαδή την έννομη συνέπεια που γίνεται δεκτή ως υπάρχουσα ή μη υπάρχουσα, με αποτέλεσμα να είναι απαράδεκτος λόγω δεδικασμένου κάθε μεταγενέστερος ισχυρισμός με τον οποίο επιδιώκεται διαφορετική ανάπλαση ή αξιολόγηση της κρίσιμης για την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού εμπειρικής πραγματικότητας.

Ως νομική αιτία που επίσης καλύπτεται από το δεδικασμένο νοείται ο νομικός κανόνας που διέπει την έννομη σχέση από την οποία απορρέει το προβαλλόμενο (και επιδικασθέν) δικαίωμα, υπάρχει δε ταυτότητα νομικής αιτίας όταν και η νέα αγωγή στηρίζεται στον ίδιο νομικό κανόνα, ενώ δεν υπάρχει τέτοια ταυτότητα στην αντίθετη περίπτωση, όταν δηλαδή η νέα αγωγή δεν στηρίζεται στον ίδιο νομικό κανόνα.

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει περαιτέρω ότι το δεδικασμένο καλύπτει και το προδικαστικό ζήτημα που κρίθηκε, το ζήτημα δηλαδή που κρίθηκε παρεμπιπτόντως και αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθύλην αρμόδιο να αποφασίσει για το παρεμπίπτον αυτό ζήτημα (ΑΠ 424/2015, 2168/2014 κλπ).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθ.559 αριθ.16 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 1ο λόγο της κρινόμενης αίτησης, κατ’ ορθή εκτίμηση αυτού μόνον από την παραπάνω διάταξη, το αναιρεσείον Ελλ. Δημόσιο προβάλλει ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε με την εδώ προσβαλλομένη 3191/2014 απόφασή του ότι από την προηγουμένη 677/2008 απόφαση αυτού παρήχθη δεσμευτικό για την κρινομένη υπόθεση δεδικασμένο για το δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων εναγόντων, ωρομισθίων καθηγητών στην Σχολή Τεχνικών Υπαξιωματικών Αεροπορίας (ΣΤΥΑ), προς λήψη του επιδόματος διδακτικών τριμήνων, στην συνέχεια δε (εσφαλμένα) επιδίκασε με βάση το δεδικασμένο αυτό τα εκεί ποσά για την ως άνω αιτία για το χρονικό διάστημα από 1-10-2003 έως 31-5-2004.

Με την ως άνω 677/2008 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, εκδοθείσα επί αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων (και άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην δίκη αυτήν) με αντικείμενο την καταβολή του ως άνω επιδόματος, το δικαστήριο εκείνο δέχθηκε, ότι οι ενάγοντες με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου παρείχαν τις υπηρεσίες τους ως ωρομίσθιοι καθηγητές της Σχολής Υπαξιωματικών Αεροπορίας (ΣΤΥΑ), διδάσκοντες στους σπουδαστές της Σχολής, δηλ.

στους Δόκιμους Υποψηφίους Υπαξιωματικούς, τα μαθήματα που προβλέπονται από τον κανονισμό αυτής, το πρόγραμμα εκπαίδευσης, που ορίζεται από τις οικείες υπουργικές αποφάσεις και από τις συμβάσεις εργασίας που καταρτίζονται μεταξύ των εναγόντων και της ΣΤΥΑ, ότι οι ενάγοντες δεν περιορίζονταν στην απλή διδασκαλία των μαθημάτων, αλλά προετοίμαζαν την παρουσίαση των μαθημάτων ετοιμάζοντας τον φάκελο παρουσίασης κάθε μαθήματος, συμμετείχαν στην επιλογή των βιβλίων, στην διαμόρφωση του αναλυτικού προγράμματος της Σχολής, καθώς και στην θεωρητική και πρακτική διδασκαλία του εκπαιδευτικού προγράμματος της Σχολής, φρόντιζαν για την διεξαγωγή πρόχειρων και έκτακτων διαγωνισμάτων κατά την διάρκεια του εκπαιδευτικού έτους, ήταν επιφορτισμένοι με την ετοιμασία, εκτέλεση και επίβλεψη εργαστηριακών ασκήσεων, την έρευνα αγοράς για αναλώσιμα εργαστηριακά υλικά και βιβλία, καθώς και για την βαθμονόμηση των εργαστηριακών οργάνων κατά την διάρκεια του χρόνου των εργαστηριακών ασκήσεων, περαιτέρω δε μέρος του διδακτικού και εκπαιδευτικού τους έργου ήταν και η εκπόνηση σημειώσεων και εγχειριδίων, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν στην βελτίωση της εκπαίδευσης των δοκίμων, η εκπόνηση εργασιών, όπου κρίνεται απαραίτητο, προκειμένου οι τελευταίοι να εμπλουτίζουν τις γνώσεις τους και να διευρύνουν το γνωστικό τους αντικείμενο, ότι από το έτος 1994 και μέχρι την 31-12-2001 καταβαλλόταν στους εκάστοτε ωρομίσθιους καθηγητές της ΣΤΥΑ, όπως οι ενάγοντες, η προβλεπομένη από το άρθ.1 ν.1824/1988 αποζημίωση (επίδομα) διδακτικών τριμήνων, μετά από απόφαση των αρμοδίων υπηρεσιών μισθοδοσίας, το εν λόγω επίδομα και στο ωρομίσθιο διδακτικό προσωπικό των στρατιωτικών σχολών ΣΤΥΑ και ΣΥΔ, εφαρμόζοντας αναλογικά την 666/1993 Γν/μση του Νομικού Συμβουλίου και επί του ωρομισθίου προσωπικού των ως άνω στρατιωτικών σχολών, το επίδομα δε αυτό καταβαλλόταν στους ως άνω ωρομίσθιους καθηγητές που παρείχαν τις υπηρεσίες τους ολόκληρο το διδακτικό έτος ως αντάλλαγμα για την πρόσθετη απασχόληση για την αξιολόγηση των μαθητών και την διαπίστωση του βαθμού επίδοσης στα διδασκόμενα μαθήματα κάθε διδακτικό τρίμηνο με την υποβολή τους σε γραπτές και προφορικές εξετάσεις, ενόψει του ότι σε κάθε διδακτικό εξάμηνο οι καθηγητές όφειλαν να υποβάλλουν τους σπουδαστές σε δύο τουλάχιστον γραπτές και προφορικές εξετάσεις και έτσι για την εκτέλεση του ως άνω έργου δινόταν η αμοιβή αυτή στους εκάστοτε ωρομισθίους καθηγητές της ΣΤΥΑ, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ενάγοντες, ότι οι ενάγοντες ελάμβαναν μέχρι την 31-12-2001 τακτικά και ανελλιπώς ως αντάλλαγμα της παραπάνω πρόσθετης απασχόλησής τους την ως άνω αποζημίωση, ακόμη και μετά την κατάργηση του προαναφερομένου επιδόματος, προβλεπομένου από το άρθ.1 ν.1824/1988, από το άρθ.31 ν.2470/1997 και έτσι έχει καταστεί μέρος των συμβατικών μηνιαίων αποδοχών τους και το εναγόμενο, που δεν είχε επιφυλάξει στον εαυτό του το δικαίωμα μονομερούς ανάκλησης της παροχής αυτής που δεν είχε δοθεί από ελευθεριότητα, δεν μπορούσε να προβεί σε περικοπή της παροχής αυτής χωρίς την συγκατάθεση των εναγόντων, ούτε, εξάλλου, η καταβολή της ανωτέρω αποζημίωσης μετά την προεκτιθέμενη κατάργηση του επιδόματος διδακτικών τριμήνων ήταν παράνομη, διότι η κατάργηση και μόνο του επιδόματος αυτού δεν καθιστά απαγορευτέα την καταβολή της ένδικης αποζημίωσης, την οποία επί τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα οι αρμόδιες υπηρεσίες μισθοδοσίας του εναγομένου κατέβαλλαν ως αντάλλαγμα της προαναφερομένης πρόσθετης απασχόλησης των εναγόντων, αποτελούσα κατά την βούληση αμφοτέρων των συμβαλλομένων μισθό και εντεύθεν δεν ήταν παράνομη η καταβολή της, ώστε να μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε, ότι το εναγόμενο από 1-1-2002 διέκοψε την παροχή της αποζημίωσης αυτής στους ενάγοντες με την αιτιολογία ότι η εν λόγω αποζημίωση καταβαλλόταν στους ωρομίσθιους καθηγητές της ΣΤΥΑ με την ιδιότητά τους ως εκπαιδευτικών της δευτεροβάθμιας εκπαιδευτικής βαθμίδας, ενώ με το άρθ.19§5 ν.2913/2001 οι σχολές αυτές ορίσθηκε ότι ανήκουν στην ανώτερη βαθμίδα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και ως εκ τούτου δεν δικαιούνται πλέον την επίδικη αποζημίωση διδακτικών τριμήνων, ότι εφόσον η ένδικη αποζημίωση είχε καταστεί μέρος των συμβατικών μηνιαίων αποδοχών των εναγόντων, με την μη χορήγησή της σ’ αυτούς, που ανεξάρτητα από την υπαγωγή της ΣΤΥΑ στην δευτεροβάθμια ή τριτοβάθμια εκπαίδευση, επιτελούν το ίδιο εκπαιδευτικό και διδακτικό έργο, επήλθε μείωση στις αποδοχές τους χωρίς την συγκατάθεσή τους και βλαπτική μεταβολή των όρων των συμβάσεων εργασίας, γεγονός το οποίο δεν αποδέχθηκαν και εξακολουθούσαν να εμμένουν στην χορήγηση του ως άνω ποσού, ότι επομένως οι ενάγοντες, οι οποίοι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου παρείχαν τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο ως ωρομίσθιοι κατά το εκεί επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 30-6-2003, κατά τις αναφερόμενες εκεί αναλυτικά διδακτικές ώρες, διδάσκοντας τα εκεί μαθήματα, σύμφωνα με την ειδικότητα κάθε ενός απ’ αυτούς, δικαιούνται ως αποζημίωση διδακτικών τριμήνων τα παρατιθέμενα στην απόφαση εκείνη ποσά.

Στην συνέχεια, το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί μεταγενέστερης αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του τώρα αναιρεσείοντος Ελλ. Δημοσίου με αντικείμενο την καταβολή του επιδόματος αυτού για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, ερειδομένη δε στα αυτά κατά βάση πραγματικά περιστατικά, με την προσβαλλομένη 3191/2014 απόφασή του και όπως απ’ αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι οι ενάγοντες με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου παρείχαν τις υπηρεσίες τους ως ωρομίσθιοι καθηγητές της Σχολής Τεχνικών Υπαξιωματικών Αεροπορίας (ΣΤΥΑ), διδάσκοντας στους σπουδαστές της σχολής (δόκιμους υποψήφιους υπαξιωματικούς), τα μαθήματα που προβλέπονται από τον κανονισμό της σχολής, το πρόγραμμα ακαδημαϊκής εκπαίδευσης της σχολής, τις οικείες υπουργικές αποφάσεις και τις εκάστοτε καταρτιζόμενες μεταξύ αυτών και της ΣΤΥΑ συμβάσεις εργασίας, πέραν δε των άλλων καθηκόντων τους μεριμνούσαν για την διεξαγωγή διαγωνισμάτων κατά την διάρκεια των διδακτικών εξαμήνων και συμμετείχαν ως εξεταστές και βαθμολογητές στις τελικές ετήσιες εξετάσεις των δοκίμων επί των μαθημάτων που αυτοί είχαν διδαχθεί, ότι ως αντάλλαγμα της απασχόλησής τους αυτής τους καταβαλλόταν από την υπηρεσία μισθοδοσίας, στην οποία υπάγονταν, από το 1994 μέχρι την 31-12-2001 ανελλιπώς ανά τρίμηνο αποζημίωση, υπολογιζομένη με βάση τις διατάξεις των άρθ. 30§15 ν.2083/1992 και 1 ν.1824/1988 σε συνδυασμό με την 7922/666/1993 γνωμοδότηση του ΝΣΚ, εφαρμοζομένη ανάλογα, ότι το αντάλλαγμα αυτό σταμάτησε να χορηγείται στους ενάγοντες από 1-1-2002 και τους οφείλεται για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-10-2003 έως 31-5-2004, κατά το οποίο παρείχαν τις υπηρεσίες τους ως ωρομίσθιοι καθηγητές με τις από 22-9-2003 συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτών και του ΥΕΘΑ/ΓΕΑ, δεδομένου ότι αυτοί, όπως έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου που απορρέει από την 677/2008 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, το δικαιούνται, ότι η αποζημίωση αυτή, υπολογιζομένη με βάση τις ώρες διδασκαλίας κάθε ενάγοντος σε κάθε ένα από τα 3 διδακτικά τρίμηνα από (α) 1/10-31/12/2003 (β) 1/1-31/3/2004 και (γ) 1/4-31/5/2004 του επιδίκου χρονικού διαστήματος (1-10-2003 έως 31-5-2004), καθώς και η αναλογία επιδομάτων εορτών, ανέρχονται στα αναλυτικά αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση για κάθε αναιρεσίβλητο ενάγοντα ποσά, τα οποία και επεδίκασε, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεχθέν την ένδικη αγωγή κατά την κύρια βάση της περί μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων των εργασιακών τους συμβάσεων λόγω ανάκλησης (μη περαιτέρω καταβολής) της παραπάνω ένδικης οικειοθελούς παροχής.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ουδόλως παρά το νόμο δέχθηκε δεδικασμένο από τη προηγουμένη απόφασή του, αφού με αυτήν είχε κριθεί τελεσίδικα για προηγούμενοι διάστημα ότι οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες δικαιούνται το επίδικο επίδομα, το ζήτημα δε αυτό αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κρινομένου στην δίκη αυτήν δικαιώματος και ως τούτου ορθώς το Εφετείο το έθεσε ως βάση της προσβαλλομένης απόφασής του.

Επομένως, πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος ο 1ος λόγος αναίρεσης από τον αριθ.16 του άρθ.559 ΚΠολΔ, κατ’ ανάγκην δε και ο επικουρικά προβαλλόμενος υπό την αίρεση της παραδοχής του πρώτου λόγου, ο οποίος, όμως, απορρίπτεται, 2ος λόγος από τον αριθ.1 του ίδιου άρθρου, καθώς και η ένδικη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, μειωμένα σύμφωνα με το άρθ.22 ν.3693/1957 και την ΥΑ 124423/1993, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-12-2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 3191/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ