Legislator Case Law & Legislation
135/2014 AI generated

135/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 135/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

135/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.

Keywords

AI generated
redundancy inflicted job loss abandonment of employment reduction of salary cessation of gainful employment reintegration into employment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 135 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 135/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Α. του Κ., κατοίκου ... , 2) Ε. Κ. του Κ., κατοίκου ... , 3) Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ... , 4) Μ. Σ. του Σ., κατοίκου ... και 5) Α. Τ. του Α., κατοίκου ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ρήγο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ELBISCO ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΠΙΣΚΟΤΩΝ ΑΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πετρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 146/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 40/2012 του Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-12-2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου διάβασε την από 4-10-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε: α) την απόρριψη όλων των λόγων της από 14-12-2012 αίτησης, για αναίρεση της 40/2012 απόφασης του Εφετείου Ευβοίας, καθόσον αφορά τους πρώτη, τρίτο, τέταρτη και πέμπτη αναιρεσείοντες, β) την απόρριψη του δεύτερου λόγου (εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ), την παραδοχή του πρώτου λόγου, κατά το πρώτο σκέλος του (εκ του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ) και του πέμπτου λόγου (εκ του άρθρου 559 1 και 19 ΚΠολΔ), καθόσον αφορά το δεύτερο αναιρεσείοντα.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.

Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά).

Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους -που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος- εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ.

Εξ άλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της, περί νομικής επάρκειας της αγωγής, κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη γέννηση και θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα.

Με τον αναιρετικό δε λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος (και όχι της μείζονος) πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε. Συνακόλουθα, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη ή αόριστη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν με την ένδικη αγωγή, παραδεκτώς επισκοπούμενη (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ότι με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτών και της εναγομένης, κατά τις αναφερόμενες ημερομηνίες, προσλήφθηκαν από την τελευταία που διατηρεί και εκμεταλλεύεται εργοστάσιο παραγωγής μπισκότων, για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στα τμήματα παραγωγής αυτού, ως εργάτες παραγωγής, στο οποίο απασχολήθηκαν μέχρι τις 31-1-2000, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τις ένδικες συμβάσεις και κατέβαλε σ' αυτούς την προβλεπόμενη αποζημίωση.

Ότι, με προγενέστερη από 15-4-2000 αγωγή τους ζήτησαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της εν λόγω καταγγελίας, ως καταχρηστικής και να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλλει μισθούς υπερημερίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, προς δε να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους, η οποία αγωγή έγινε τελεσίδικα δεκτή με απόφαση του Εφετείου, κατά της οποίας η εναγομένη άσκησε αίτηση αναίρεσης.

Ότι, μετά απ' αυτά, η εναγομένη κατήγγειλε εκ νέου τις ένδικες συμβάσεις την 10-7-2003, καθόσον αφορά την πρώτη ενάγουσα και την 30-6-2003 καθόσον αφορά τους λοιπούς, υπό την αίρεση μη ευδοκιμήσεως της ασκηθείσας αιτήσεως αναιρέσεως. Επιδιώκοντας δε οι ενάγοντες ν' αναγνωρισθεί η ακυρότητα της δεύτερης αυτής καταγγελίας, ως καταχρηστικής, με την ένδικη αγωγή, επικαλέσθηκαν ότι "Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η δήθεν ένταση και οξύτητα που δημιουργήθηκε μεταξύ τους εξαιτίας της συνεχιζόμενης αντιδικίας, έχει οριστικά διαταράξει το κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης και καλής συνεργασία ...

οφείλεται αποκλειστικά και μόνο σε δική της υπαιτιότητα ... αυτή επιδίωξε να εμφανίσει ως διαταραχθέν το κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης και καλής συνεργασίας μεταξύ τους ... Στην πραγματικότητα προσπαθεί να εμφανίσει κακόπιστα ως διαταραχθείσα τη σχέση για να το χρησιμοποιήσει προς όφελος της ... Η ίδια δίνει την εντύπωση ότι υπάρχει άσχημο μεταξύ τους κλίμα ... ".

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον αφορά τη νομική βασιμότητα του εν λόγω αιτήματος, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, που συνοψίζονται στο ότι η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας χωρίς να συντρέχει πράγματι ο επικαλούμενος απ' αυτήν προσχηματικός λόγος καταγγελίας, η τελευταία (καταγγελία) δεν υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλονται από το άρθρο 281 ΑΚ.

Εντεύθεν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη υπό τα στοιχεία Β, Γ και Δ αιτήματα της κρινόμενης αγωγής (σημ: Με το υπό στοιχ. Β αίτημα ζητείτο ν' αναγνωρισθεί η ακυρότητα της δεύτερης καταγγελίας) είναι μη νόμιμα και πρέπει ν' απορριφθούν". Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, που απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα αναγνωρίσεως ακυρότητας της δεύτερης καταγγελίας ως καταχρηστικής, δεν παραβίασε ευθέως τις αναφερθείσες στη μείζονα σκέψη και στην αρχή της παρούσας διατάξεις που εφάρμοσε, καθόσον με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά η εναγομένη κατήγγειλε (για δεύτερη φορά) τις ένδικες συμβάσεις εργασίας των εναγόντων, προσχηματικά και χωρίς να συντρέχει πράγματι ο επικαλούμενος λόγος.

Συνακόλουθα, με βάση τα περιστατικά αυτά, η καταγγελία δεν υπερέβαινε τα όρια που επιβάλλονται από το άρθρο 281 ΑΚ. Επομένως, το Εφετείο, για τη νομική αβασιμότητα του εν λόγω αιτήματος δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη γέννηση και θεμελίωση του δικαιώματος και ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο σκέλος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, την εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, για έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον για την ίδρυση αυτού, κατά τα εκτεθέντα στην αρχή, προσαπαιτείται αιτίαση θεμελιούμενη σε έλλειψη νόμιμης βάσης κατά την ουσιαστική έρευνα, προϋπόθεση που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία το εν λόγω αίτημα απορρίφθηκε ως μη νόμιμο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Εξ άλλου, σύμφωνα με την ΑΙΒ/8577/1983 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Προνοίας (ΦΕΚ Β' 526/8.9.1983) η οποία εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του Α.Ν. 2520/1940, άρθρο 1 παρ. 1 και άρθρο 2 "Υγειονομικός έλεγχος είναι η λεπτομερής εξέταση από τις αρμόδιες Υγειονομικές Υπηρεσίες των τροφίμων γενικής ή φυτικής προελεύσεως και των ποτών, καθώς και των αντικειμένων, των χώρων και των εγκαταστάσεων, που παρουσιάζουν υγειονομικό ενδιαφέρον, όπως αναλυτικά περιγράφονται στο άρθρο 2, για να διαπιστωθούν τυχόν δυσμενείς επιδράσεις στη δημόσια Υγεία και το περιβάλλον γενικότερα.

Σκοπός του Υγειονομικού ελέγχου είναι η προστασία της Δημόσιας Υγείας. Αναλυτικά ο Υγειονομικός έλεγχος ασκείται τακτικά ή έκτακτα, πλην των τροφίμων και ποτών και: Στους χώρους και στα μέσα παραγωγής, επεξεργασίας, βιομηχανοποιήσεως, εμπορίας, διακινήσεως, αποθηκεύσεως, συντηρήσεως, πωλήσεως και καταναλώσεως τροφίμων και ποτών.

Στα μαγειρεία, εστιατόρια και λοιπούς βοηθητικούς χώρους υγιεινής των εργοστασίων γενικά ... Στα υγειονομικού ενδιαφέροντος καταστήματα ... Στον τρόπο και στα μέσα συλλογής και αποκομιδής των απορριμάτων ... ". Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 της ίδιας αποφάσεως Α1Β/8577/1983, όπως αντικαταστάθηκε ήδη από 11-11-1992 με την 8405/29-10-1992 απόφαση των Υπουργών Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ 665Β'/ 11-11-92), "Όσοι ασκούν ή επιθυμούν να ασκήσουν το επάγγελμα του χειριστή τροφίμων ή ποτών, είτε ως ειδικοί επαγγελματίες, είτε ως υπάλληλοι ή εργάτες ή βοηθοί αυτών, ή απασχολούνται με οποιαδήποτε σχέση σε ξενοδοχεία, εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία, καφενεία και άλλες επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος, παρέχοντας τις υπηρεσίες τους στο κοινό, πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με βιβλιάριο υγείας, στο οποίο θα βεβαιώνεται ότι ο κάτοχός του, πέρασε από ιατρική εξέταση και δεν βρέθηκε να πάσχει από μεταδοτικό ή άλλο νόσημα μη συμβατό με την απασχόλησή του (παρ. 1).

Το ανωτέρω βιβλιάριο Υγείας εκδίδεται από την οικεία Υγειονομική Υπηρεσία (παρ. 2). Για την απόκτησή του οι εργαζόμενοι σε καταστήματα ή εργαστήρια ή εργοστάσια υγειονομικού ενδιαφέροντος υποβάλλονται υποχρεωτικά σε ιατρική κλινική εξέταση ... (παρ. 4). Το βιβλιάριο Υγείας θεωρείται αφού συμπληρωθούν πέντε έτη από την ημερομηνία εκδόσεώς του ή της τελευταίας θεωρήσεώς του (παρ. 6).

Η αρμόδια Υγειονομική Υπηρεσία τηρεί Ειδικό Μητρώο κατόχων βιβλιαρίων Υγείας στο οποίο καταχωρούνται πλην των άλλων απαραιτήτων στοιχείων και οι ημερομηνίες εκδόσεως και θεωρήσεως των βιβλιαρίων (παρ. 7). Το βιβλιάριο Υγείας κρατείται ενημερωμένο από τον κάτοχο και επιδεικνύεται, όταν ζητείται στα αρμόδια Όργανα Υγειονομικού και στη Διεύθυνση της επιχείρησης που απασχολείται ο εργαζόμενος (παρ. 10)".

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 3, 174, 180 του ΑΚ, συνάγεται ότι: 1) η έλλειψη βιβλιαρίου υγείας ή η μη θεώρησή του επιφέρει ακυρότητα της συμβάσεως εργασίας των εργαζομένων, 2) με βιβλιάρια υγείας πρέπει να είναι εφοδιασμένοι και οι απασχολούμενοι με οποιαδήποτε σχέση σε επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος και όχι μόνον οι εργαζόμενοι σ' αυτές με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και 3) με τα βιβλιάρια αυτά πρέπει να εφοδιάζονται όσοι ασκούν εργασία χειριστή τροφίμων ή ποτών είτε ως ειδικοί επαγγελματίες, είτε ως υπάλληλοι, είτε ως εργάτες, είτε ως βοηθοί, ή απασχολούμενοι σε επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος, παρέχουν τις υπηρεσίες προς το κοινό και έρχονται έτσι σε άμεση επαφή με τα τρόφιμα ή ποτά ή με τον καταναλωτή τούτων ή με τον χρήστη των υπηρεσιών, ώστε να υπάρχει κίνδυνος μεταδόσεως των νοσημάτων από τα οποία τυχόν πάσχουν ή των μικροβίων, των ιών και των παρασίτων, των οποίων είναι φορείς. 4) Για την απόκτησή του, οι εργαζόμενοι σε καταστήματα ή εργαστήρια ή εργοστάσια υγειονομικού ενδιαφέροντος υποβάλλονται υποχρεωτικά σε ιατρική κλινική εξέταση.

Περαιτέρω, από τα άρθρα 324 και 330 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δεδικασμένο καλύπτει ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσεως και συγκεκριμένως καλύπτει όχι μόνο το κριθέν δικαίωμα, δηλαδή την έννομη σχέση που έχει διαγνωσθεί, αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση υπό την έννοια των περιστατικών που ήσαν αναγκαία για την διάγνωση της έννομης σχέσης, καθώς και τη νομική αιτία, ήτοι το νομικό χαρακτηρισμό που το δικαστήριο έδωσε στα πραγματικά περιστατικά, υπάγοντάς τα στην οικεία διάταξη νόμου.

Ειδικότερα, όταν ζητούνται μισθοί υπερημερίας, η τελεσίδικη μεταξύ των αυτών διαδίκων απόφαση επί αγωγής με το ίδιο αντικείμενο για τον ίδιο ή προγενέστερο χρόνο παράγει δεδικασμένο ως προς τα διαγνωσθέντα ζητήματα που ήσαν αναγκαία για την στήριξη του διατακτικού της αρχικής αποφάσεως, καθώς και τις ενστάσεις που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν.

Επομένως, εν όψει της διατάξεως του άρθρ. 656 Α.Κ., κατά την έννοια της οποίας όσο διαρκεί η υπερημερία του εργοδότη έχει αυτός την υποχρέωση να καταβάλλει στον μισθωτό όλες τις απολαβές που θα έπρεπε να του καταβάλλει κατά το ίδιο διάστημα σύμφωνα με την εργατική νομοθεσία, συνάγεται ότι καλύπτονται από το δεδικασμένο το κύρος της συμβάσεως εργασίας, το είδος της συμφωνημένης και παρεχομένης εργασίας και τα πραγματικά περιστατικά που διαμορφώνουν εκάστοτε σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές το ύψος των αποδοχών, αφού και αυτά είναι αναγκαία για την στήριξη του διατακτικού της αρχικής αποφάσεως.

Εξάλλου, από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 656 Α.Κ. σαφώς προκύπτει ότι προϋπόθεση της άσκησης των αξιώσεων του μισθωτού, που πηγάζουν από την άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας, είναι η εγκυρότητα αυτής, διότι σε περίπτωση άκυρης συμβάσεως ο εργοδότης, αν παύσει να αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού, δεν καθίσταται υπερήμερος και δεν είναι υποχρεωμένος να καταβάλει μισθούς υπερημερίας.

Ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, η έλλειψη βιβλιαρίου υγείας καθ' όλη τη διάρκεια της εργασίας του εργαζομένου ή η μη θεώρησή του, κατ' αυτήν, επιφέρει ακυρότητα της συμβάσεως εργασίας του, το δεδικασμένο για την εγκυρότητα της σύμβασης, για το χρονικό διάστημα που κρίθηκε με προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, δεν καλύπτει την εγκυρότητα αυτής και για το μεταγενέστερο, που αναφέρεται στη νέα αγωγή, διότι η κτήση ή η θεώρηση του βιβλιαρίου κατά το επόμενο χρονικό διάστημα, η οποία αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για την εγκυρότητα της σύμβασης εργασίας, είναι μεταγενέστερο πραγματικό περιστατικό και δεν ήταν αναγκαίο ζήτημα για τη στήριξη του διατακτικού της αρχικής απόφασης (ΑΠ 569/1992, 391/2011).

Στην προκειμένη υπόθεση, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, δέχθηκε περαιτέρω τα ακόλουθα, καθόσον αφορά τους ερευνώμενος αναιρετικούς λόγους: "Η αρχικά εναγομένη ... υποκαθιστάμενη λόγω συγχώνευσης από την καθολική διάδοχο της "ELBISCO Ανώνυμος Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία" (σημ: εδώ αναιρεσίβλητη) που διατηρεί και εκμεταλλεύεται εργοστάσιο παραγωγής μπισκότων και συναφών ειδών, προσέλαβε τους ενάγοντες (σημ:

εδώ αναιρεσείοντες) με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστούν στα τμήματα παραγωγής του εργοστασίου της, ως εργάτες παραγωγής ... . Οι ενάγοντες εργάστηκαν χωρίς διακοπή στα τμήματα παραγωγής μπισκότων του εργοστασίου της εναγομένης έως τις 31-1-2000 η πρώτη, τρίτος και τέταρτη ...

και έως τις 9-2-2000 η πέμπτη ... ενώ ο δεύτερος εργαζόταν έως την 9-2-2000 στην καθαριότητα των χώρων του εργοστασίου ... οπότε η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τις συμβάσεις εργασίας τους και τους κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση ... διότι το μήνα Δεκέμβριο 1999 τοποθέτησε και λειτούργησε ... νέα γραμμή παραγωγής γεμιστών μπισκότων με σύγχρονα μηχανήματα ...

που είχε ως συνέπεια να μειωθούν, ως μη αναγκαίες θέσεις εργασίας, μεταξύ των οποίων και αυτές των εναγόντων. Ωστόσο η επιλογή των εναγόντων προς απόλυση δεν έγινε με αντικειμενικά κριτήρια ... Επομένως η καταγγελία των συμβάσεων ... ήταν άκυρη ως καταχρηστική ... η εναγομένη κατέστη υπερήμερη περί την αποδοχή των προσφερομένων υπηρεσιών των εναγόντων και τους οφείλει ...

μισθούς υπερημερίας. Όλα τα παραπάνω κρίθηκαν τελεσίδικα με ... απόφαση του Εφετείου ... η οποία επιδίκασε στους ήδη ενάγοντες ... μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την άκυρη απόλυσή τους έως και 15-10-2000 και υποχρέωσε την εναγομένη να δέχεται τις πραγματικά και προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους.

Μετά δε την έκδοση της 1854/2008 απόφασης του Αρείου Πάγου η ... εφετειακή απόφαση κατέστη αμετάκλητη. Κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ήτοι από 15-10-2000 έως 10-7-2003 για την πρώτη ενάγουσα και μέχρι 30-6-2003 για τους λοιπούς, οπότε καταγγέλθηκαν εκ νέου οι ως άνω συμβάσεις εργασίας, εξακολούθησε η εναγομένη (σημ: εδώ αναιρεσίβλητη) να μην αποδέχεται τις υπηρεσίες των ...

Εκ των εναγόντων η πρώτη, τρίτος, τέταρτη και πέμπτη προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο τμήμα παραγωγής της εναγομένης που συγκαταλέγεται στις επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος, ενώ ο δεύτερος απασχολείτο με την καθαριότητα των εσωτερικών και εξωτερικών χώρων της επιχειρήσεως ... Οι ενάγοντες ήσαν υποχρεωμένοι να είναι εφοδιασμένοι με βιβλιάριο υγείας λόγω του αντικειμένου της επιχειρήσεως ...

αλλά και του είδους της εργασίας που παρείχαν. Η υποχρέωση αυτή βάρυνε και τον δεύτερο ενάγοντα ο οποίος απασχολείτο με την καθαριότητα των εξωτερικών αλλά και εσωτερικών χώρων παραγωγής ... ερχόμενος κατ' ανάγκη σε επαφή με τα παραγόμενα προϊόντα. Ο τρίτος των εναγόντων ήταν εφοδιασμένος με βιβλιάριο υγείας που ήταν θεωρημένο μέχρι την 28-11-2000 και η πέμπτη ...

με βιβλιάριο, η θεώρηση του οποίου έληξε την 22-11-2000. Οι υπόλοιποι ενάγοντες δεν ήσαν εφοδιασμένοι με βιβλιάριο υγείας. Ο ισχυρισμός των ... ότι δεν είχαν πρόσβαση στα ως άνω βιβλιάρια και έτσι δεν μπορούσαν να τα θεωρήσουν διότι παρακρατούντο από την εναγομένη δεν κρίνεται πειστικός ... αφού είχαν άμεση πρόσβαση σε αυτά όποτε είναι αναγκαία η χρησιμοποίηση τους, όπως για να προβούν σε θεώρησή τους ...

Εντεύθεν ήταν άκυρες καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα, οι συμβάσεις των πρώτης, δεύτερου και τέταρτης, του τρίτου κατέστη άκυρη από 28/11 ... και της πέμπτης από 22/11 ... Η ακυρότητα δε την οποία δημιουργεί η ως άνω έλλειψη αφορά τη δημόσια τάξη και γι' αυτό λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο ...

Περί του ζητήματος της ακυρότητας της σύμβασης δεν υφίσταται δεδικασμένο από την ... απόφαση του Εφετείου ... αφού το ήδη κρίσιμο διάστημα είναι μεταγενέστερο του διαλαμβανομένου στην ... τελεσίδικη απόφαση ... και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός των εναγόντων τυγχάνει απορριπτέος. Η θεώρηση των βιβλιαρίων υγείας εκ των υστέρων δηλ.

μετά την μετατροπή αυτών (συμβάσεων εργασίας) σε άκυρες δεν αναιρεί την τελευταία (επελθούσα ήδη ακυρότητα). Επομένως ο τρίτος και η πέμπτη των εναγόντων δικαιούνται μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα που οι συμβάσεις ήσαν έγκυρες και εξακολούθησε η υπερημερία της εναγομένης ... από 16/10/2000 - 28/11/2000 για τον τρίτο ενάγοντα ...

και ... από 16/10/2000 - 22/11/2000 για την πέμπτη ενάγουσα ... Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε έγκυρες τις συμβάσεις όλων των εναγόντων και επεδίκασε σ' αυτούς μισθούς υπερημερίας για όλο το αιτούμενο διάστημα έσφαλε ... ". Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 14 παρ. 1 της Α1Β/8577/1983 αποφάσεως του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, όπως αντικαταστάθηκε από 11-11-1992 με την 8405/29-10-1992 απόφαση των Υπουργών Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ 665Β'/11-11-92), 3, 174, 180, 648 επ. 656 ΑΚ που εφάρμοσε, τις οποίες και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή.

Διέλαβε δε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών αυτών διατάξεων. Και τούτο διότι: Α) Κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 15-10-2000 έως 10-7-2003 για την πρώτη ενάγουσα, από 15-10-2000 μέχρι 30-6-2003 για τον δεύτερο και τέταρτη, από 28-11-2000 μέχρι 30-6-2003 για τον τρίτο και από 22-11-2000 μέχρι 30-6-2003 για την πέμπτη, οι ενάγοντες απασχολήθηκαν στη επιχείρηση υγειονομικού ενδιαφέροντος της εναγομένης ως εργάτες παραγωγής οι πρώτη, τρίτος, τέταρτη και πέμπτη και ως εργάτης ο δεύτερος, ο οποίος "καθάριζε και τους εσωτερικούς χώρους παραγωγής, της εν λόγω επιχείρησης, ερχόμενος κατ' ανάγκη σε επαφή με τα παραγόμενα προϊόντα" κατά τις περί αυτών σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης.

Συνεπεία αυτών, ήταν αναγκαίος ο εφοδιασμός τους με βιβλιάριο Υγείας, το οποίο σκοπεί στην προστασία της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο μεταδόσεως νοσημάτων, ή μικροβίων ή ιών ή παρασίτων, ενόψει του ότι, όλοι, κατά τις παραδοχές αυτές ερχόταν σε επαφή με τα παραγόμενα προϊόντα. Η έλλειψη δε και η μη θεώρηση, αντιστοίχως του βιβλιαρίου Υγείας που απαιτείτο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατέστησε άκυρες, κατά τους διαλαμβανόμενους στη προσβαλλόμενη χρονικούς διαχωρισμούς τις ένδικες συμβάσεις.

Προϋπόθεση δε της άσκησης της αξιώσεως των εναγόντων για μισθούς υπερημερίας, κατά το άνω μεταγενέστερο της 15-10-2000, χρονικό διάστημα, ήταν η διατήρηση της εγκυρότητας των συμβάσεων εργασίας και κατά το χρονικό αυτό διάστημα και η οποία (προϋπόθεση) δεν συνέτρεχε, κατ' αυτό, κατά το οποίο σε κάθε περίπτωση, εξακολουθούσαν να προσφέρουν προσηκόντως τις ίδιες υπηρεσίες τους στην εργοδότρια, τις οποίες δεν απεδέχετο η τελευταία.

Β) Η θεώρηση των βιβλιαρίων υγείας εκ των υστέρων, ως προς τους αναιρεσείοντες, δεν αναιρεί την επελθούσα ήδη ακυρότητα των συμβάσεων. Η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 183 ΑΚ προϋποθέτει ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν συνάγεται αντίθετη θέληση των συμβαλλομένων (ΑΠ 792/1995), τη συνδρομή της οποίας οι αναιρεσείοντες δεν επικαλέστηκαν, ούτε σε κάθε περίπτωση προσάπτουν στην προσβαλλόμενη, καθώς και επικύρωση της άκυρης σύμβασης κατά τη διάρκειά της, για την οποία, οι αναιρεσείοντες με το σχετικό 4ο αναιρετικό λόγο και τις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, είχαν επικαλεσθεί, αντιθέτως, ότι θεώρησαν τα βιβλιάριά τους, σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο αυτής (το έτος 2011 οι α', γ' και δ' των εναγόντων και 2010 η ε' ενάγουσα).

Συνακόλουθα, τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες με τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγο της αιτήσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικές πλημμέλειες, είναι αβάσιμα. Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στους λόγους αυτούς αιτιάσεις και υπό την επίφαση των λόγων αυτών πλήττεται απαραδέκτως η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.

Περαιτέρω, με το ν' αποφανθεί το Εφετείο, ότι, το δεδικασμένο για την εγκυρότητα των συμβάσεων των αναιρεσειόντων, που κρίθηκε με την προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, δεν καλύπτει την εγκυρότητα αυτών και για το ένδικο χρονικό διάστημα, ως μεταγενέστερο πραγματικό περιστατικό που δεν ήταν αναγκαίο ζήτημα για τη στήριξη του διατακτικού της αρχικής απόφασης, δεν παραβίασε τις περί δεδικασμένου διατάξεις, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αρχή της παρούσας.

Συνακόλουθα, ο περί του αντιθέτου πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η προβλεπόμενη από τον αριθμ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο "δεν εξειδικεύει για ποιους λόγους δεν κρίνεται πειστικός ο ισχυρισμός (των αναιρεσειόντων), ότι δεν είχαν πρόσβαση στα βιβλιάρια υγείας και από πού προκύπτει ότι είχαν άμεση πρόσβαση σ' αυτά και αν τα είχαν στην κατοχή τους" είναι απορριπτέος, διότι υπό την επίφαση του λόγου αυτού, πλήττονται απαραδέκτως οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου.

Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση ν' απορριφθεί και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-12-2012 αίτηση των Α. Μ., Κ. Ε., Κ. Ι., Σ. Μ. και Τ. Α. για αναίρεση της 40/2012 αποφάσεως του Εφετείου Ευβοίας. Και

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ