135/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 135 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 135/2012
Legislator headnote
AI generated135/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 135 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 135/2012
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 135 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 135/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ζαφείρα.
Του αναιρεσίβλητου: Κ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Ζεμπίλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αγίας Άννας (Δήμου Νελέως Ευβοίας). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 144/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας (δικάσαντος ως Εφετείου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-5-2010 αίτησή του και με τους από 15-10-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 12-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της ένδικης αίτησης αναίρεσης για αναίρεση της 144/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που δίκασε ως Εφετείο.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ για τη διεκδικητική αγωγή προκύπτει, ότι ο κύριος ακινήτου δικαιούται από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητας του και την απόδοση του ακινήτου. Ο ενάγων μπορεί να αρκεστεί στο δεύτερο αίτημα ή στο πρώτο αίτημα, οπότε η αγωγή έχει το χαρακτήρα αναγνωριστικής. Η σημασία αναφέρεται στην έκταση του δεδικασμένου. Στη δίκη πάντως που αφορά διεκδικητική αγωγή κρίνεται παρεμπιπτόντως και το δικαίωμα της κυριότητας, γιατί στην αγωγή αυτή, κατά νομική αναγκαιότητα, εμπεριέχεται και αίτημα αναγνωριστικό της κυριότητας χωρίς να πρόκειται για σώρευση αγωγών. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 953, 954, 993 και 1001 ΑΚ προκύπτει, ότι επί συστατικού μέρους πράγματος ο νόμος δεν αναγνωρίζει χωριστή κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα, αλλά, από λόγους πρακτικής χρησιμότητας, αναγνωρίζεται ως δυνατή η χωριστή νομή επί συστατικού μέρους ακινήτου υπό την προϋπόθεση ότι αυτό είναι εξωτερικά διακριτό, όπως λ.χ επί δωματίου μιας οικίας. Η νομή δε επί συστατικού μέρους ακινήτου δεν μπορεί να οδηγήσει σε κτήση χωριστής κυριότητας με χρησικτησία επί του συστατικού αυτού μέρους του ακινήτου. Όμως, εάν είναι ανεπίληπτη, προστατεύεται, ανατρέπεται δε με την παραδοχή της αγωγής για την κυριότητα. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322 παρ. 1, 324, 330 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι από την απόρριψη αγωγής ως απαράδεκτης για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης- όπως το έννομο συμφέρον- προκαλείται δεδικασμένο μόνο για το δικονομικό αυτό ζήτημα που πράγματι κρίθηκε και όχι και περί του ουσιαστικού δικαιώματος, εκτός αν εξαρτάται από την ύπαρξη ή ανυπαρξία ουσιαστικής έννομης σχέσης, οπότε το δημιουργούμενο δεδικασμένο για το δικονομικό ζήτημα συμπεριλαμβάνει και την κρίση για την προδικαστική έννομη σχέση. Τέλος, από το άρθρο 560 αριθ.1α ΚΠολΔ προκύπτει, ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος άσκησε κατά του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος την από 30-8-2004 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 38/2004 αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αγίας Άννας, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί κύριος ενός οικοπέδου, επιφάνειας 97,40 τετραγωνικών μέτρων μετά της εντός αυτού ισόγειας οικίας, επιφάνειας 34,12 τετραγωνικών μέτρων και ολόκληρου του υπογείου της, επιφάνειας 34,12 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στην Αγία Άννα Εύβοιας, όπως ειδικότερα περιγραφόταν στην αγωγή εκείνη, διότι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή του "ο αντίδικος εκμεταλλευόμενος δόλια το γεγονός ότι (ενόψει της συγγένειας μας) του είχαμε παραχωρήσει άδεια να χρησιμοποιεί ένα μικρό μέρος του υπογείου ως αποθήκη-ισχυρίζεται για πρώτη φορά και δη σε αγωγή του κατά της γειτόνισσας μας Ξ. Μ., ότι δήθεν είναι συγκύριος του όλου οικοπέδου μου με ποσοστό 45,2% (αν και παραδέχεται ότι ολόκληρο το ισόγειο σπίτι ανήκει αποκλειστικά σε εμένα)". Για την αγωγή αυτή δημοσιεύθηκε η με αριθμό 15/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αγίας Άννας, η οποία επικυρώθηκε, μετά από την άσκηση έφεσης που απορρίφθηκε, με τη με αριθμό 222/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία (απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου) απέρριψε την αγωγή για έλλειψη έννομου συμφέροντος. Στη συνέχεια ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αγίας Άννας την από 7-3-2008 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 12/2008 αγωγή του, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί κύριος του ίδιου ακινήτου με αυτό που περιγράφεται την προηγούμενη αγωγή του, δηλαδή ενός οικοπέδου, επιφάνειας 97,40 τετραγωνικών μέτρων μετά της εντός αυτού ισόγειας οικίας, επιφάνειας 34,12 τετραγωνικών μέτρων και ολόκληρου του υπογείου της, επιφάνειας 34,12 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στην Αγία Άννα Εύβοιας, όπως ειδικότερα περιγράφεται στην αγωγή αυτή, διότι "ενώ έτσι είχαν τα πράγματα ο αντίδικος ισχυρίστηκε για πρώτη φορά το 2004 και δη με την υπ' αριθμ. 8/30-1-2004 αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αγίας Άννας (κατά της γειτόνισσας μας Ξ. Μ.) ότι δήθεν είναι συγκύριος του όλου οικοπέδου μου με ποσοστό 45,2%" και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και .ήδη εκκαλών να του αποδώσει-το χώρο του υπογείου, από τον οποίο τον έχει αποβάλει παράνομα. Όπως προκύπτει δηλαδή από την αντιπαραβολή του περιεχομένου των δύο αγωγών αναφορικά με το αναγνωριστικό της αίτημα και ειδικότερα ως προς το αμφισβητούμενο εμπράγματο δικαίωμα, η έννομη προστασία του οποίου κατάγεται στη δίκη αυτή, προσκρούει στο δεδικασμένο που παράγεται από τη με αριθμό 222/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, για έλλειψη έννομου συμφέροντος, καθώς στη δεύτερη αγωγή δεν προστίθενται νέα ή διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, με τα οποία ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος να εξειδικεύει τον ειδικότερο άμεσο και επικείμενο κίνδυνο, ο οποίος αποτελεί βλάβη για τα συμφέροντα του και την αποτροπή του οποίου ζητεί ως πρόσφορο μέσο για την άρση της αμφισβήτησης της έννομης σχέσης που έχει αναφύει. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι το επίδικο οικόπεδο ανήκε κατά αποκλειστική κυριότητα στον κοινό δικαιοπάροχο και παππού των διαδίκων Κ. Κ. από το έτος 1900, στο οποίο ο τελευταίος είχε ανεγείρει οικία, αποτελούμενη από πρώτο όροφο, επιφάνειας 65 τετραγωνικών μέτρων και ισόγειο, το οποίο χρησιμοποιούνταν ως αποθηκευτικός χώρος και είχε τη μορφή κατωγείου, με είσοδο στην ανατολική πλευρά του οικοπέδου που συνορεύει με κοινοτικό δρόμο. Περί τα τέλη του έτους 1949 ο κοινός δικαιοπάροχος των διαδίκων παραχώρησε δια λόγου στον πατέρα του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου Μ. Κ. του Κ. το ανατολικό τμήμα του πρώτου ορόφου του οικήματος, επιφάνειας 34 τετραγωνικών μέτρων και στον πατέρα του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος το δυτικό τμήμα του πρώτου ορόφου, επιφάνειας 31 τετραγωνικών μέτρων. Μάλιστα διαμόρφωσε και ξεχωριστές εισόδους για κάθε τμήμα, η πρόσβαση των οποίων γινόταν από κοινή κλίμακα κατασκευασμένη στο ανατολικό σημείο του οικοπέδου. Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι κάτω από τον πρώτο όροφο υπήρχε διαμορφωμένος ισόγειος χώρος, με τη μορφή ισογείου στην ανατολική πλευρά και ημιυπόγειου στη δυτική πλευρά λόγω του επικλινούς εδάφους, το οποίο καταλάμβανε όλο το κάτω μέρος του πρώτου ορόφου που παραχωρήθηκε στον πατέρα του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου, καθώς επίσης (καταλάμβανε) και τμήμα του κάτω μέρους του πρώτου ορόφου που παραχωρήθηκε στον πατέρα του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος, με μοναδική είσοδο αυτού στην ανατολική πλευρά του ενιαίου ως άνω οικοδομήματος, καθώς το δυτικό μέρος αυτού βρίσκεται κάτω από τη στάθμη του εδάφους και στερείται οποιασδήποτε πρόσβασης. Ο χώρος αυτός, αφού χωρίστηκε με ξύλινες διαχωριστικές σανίδες (τάβλες) σε βόρειο και νότιο τμήμα, ίσης επιφάνειας και αφού τοποθετήθηκε δίφυλλη σιδερένια πόρτα, με ξεχωριστές κλειδαριές για το κάθε τμήμα, παραχωρήθηκε από τον παππού των διαδίκων το μεν βόρειο τμήμα αυτού στον πατέρα του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος και το νότιο μέρος αυτού στον πατέρα του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου. Έκτοτε οι δικαιοπάροχοι των διαδίκων ασκούσαν από κοινού εμφανείς υλικές πράξεις στο οικόπεδο αυτό (και στην οικία που είχε ανεγερθεί μέσα σε αυτό), οι οποίες προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του και ήταν δηλωτικές της φυσικής εξουσίασής του με διάνοια συγκυρίου, έχοντας διαμορφώσει την πεποίθηση ότι η σύννομη τους (την οποία είχαν αποκτήσει με παραχώρηση - μεταβίβαση από τον πατέρα τους) είναι δίκαιη και ανεπίληπτη και ότι δεν προσβάλλει άλλο, επικρατέστερο, δικαίωμα τρίτου στο ακίνητο αυτό, χρησιμοποιούσαν τους χώρους του ισογείου - ημιυπόγειου για να σταβλίζουν τα ζώα τους, ενώ ο πατέρας του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος από το έτος 1970 χρησιμοποιούσε το βόρειο τμήμα αυτού ως αποθήκη, στην οποία εναπόθετε πιθάρια με λάδι, βαρέλια με κρασί και διάφορα γεωργικά εργαλεία. Για το σκοπό αυτό μάλιστα είχε κατασκευάσει από το έτος αυτό τσιμεντένια βάση κατά μήκος του βόρειου τοίχου, πλάτους ενός μέτρου περίπου, η οποία στην κατάληξη της στο βάθος της αποθήκης στη δυτική πλευρά κάλυπτε όλο το βόρειο τμήμα σε πλάτος, δηλαδή το ήμισυ της αποθήκης. Με το πέρασμα των χρόνων ατόνησε ο διαχωρισμός αυτού του ισόγειου -ημιυπόγειου χώρου με τις ξύλινες σανίδες, οι οποίες σάπισαν και δεν αντικαταστάθηκαν με καινούργιες, εξαιτίας και της χρήσης πλέον του ισογείου ως αποθήκης, με διακριτά όμως νοητά όρια μεταξύ των δύο αυτών τμημάτων. Στη συνέχεια το ακίνητο αυτό, με τις διακρίσεις που περιγράφηκαν ως άνω, μεταβιβάστηκε στον μεν ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο κατά το χρόνο θανάτου του πατέρα του το έτος 1979, με βάση τη με αριθμό .../23-8-1974 δημόσια διαθήκη του αποβιώσαντος Μ. Κ. του Κ. στο συμβολαιογράφο Αγίας Άννας, Νικόλαο Παπατριανταφύλλου, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα με το με αριθμό 229/22-9-1983 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας και την οποία -κληρονομιά- αποδέχθηκε ο ενάγων με τη με αριθμό .../2004 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του ίδιου συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγίας Άννας στον τόμο 157 και με αριθμό …, στο δε εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα με άτυπη δωρεά από το δικό του πατέρα περί το έτος 1980. Έκτοτε και οι δύο χρησιμοποιούν το κάθε τμήμα του ισογείου - ημιυπόγειου με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, ασκώντας σ' αυτό τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής, όπως αυτές ειδικότερα περιγράφηκαν ως άνω. Στις κρίσεις του αυτές το Δικαστήριο τούτο κατέληξε .. Συνεπώς, δεν αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών απέβαλε τον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο από τη νομή του ισόγειου χώρου, στον οποίο ο εναγόμενος είχε μόνο δικαίωμα χρήσης, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο ενάγων με την κρινόμενη αγωγή του, αλλά αντίθετα αποδεικνύεται ότι ο χώρος αυτός ήταν διαχωρισμένος εξαρχής σε βόρειο και νότιο τμήμα, σε καθένα απ' τα οποία οι διάδικοι ασκούσαν ξεχωριστά πράξεις νομής με καλή πίστη και διάνοια κυρίου από το χρόνο μεταβίβασης αυτών από τους δικαιοπαρόχους τους, όπως ειδικότερα αναλύθηκε ως άνω". Ακολούθως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, έκανε δεκτή την έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου εναγομένου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε, εν τέλει, την αγωγή. Με αυτά που δέχτηκε και, έτσι, που έκρινε το Δικαστήριο της ουσίας, παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1094, 953, 954, 993 και 1001 ΑΚ, γιατί, με το να απορρίψει, εν τέλει, την αγωγή, προκριματικό ζήτημα της οποίας είναι η κυριότητα του επίδικου οικοπέδου εντός του οποίου κείται η ως άνω οικία, με μόνη ουσιαστική παραδοχή, ότι " δεν αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών απέβαλε τον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο από τη νομή του ισόγειου χώρου ... αλλά αντίθετα αποδεικνύεται ότι ο χώρος αυτός ήταν διαχωρισμένος εξαρχής σε βόρειο και νότιο τμήμα, σε καθένα από τα οποία οι διάδικοι ασκούσαν ξεχωριστά πράξεις νομής με καλή πίστη και διάνοια κυρίου", δηλαδή, γιατί ο ήδη αναιρεσίβλητος εναγόμενος ήταν νομέας του τμήματος του χώρου που κατά τα άνω κατείχε, αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που οι διατάξεις αυτές απαιτούν για την εφαρμογή τους, αφού ουδέν διαλαμβάνει για την κυριότητα του επιδίκου οικοπέδου η οποία αν ανήκει-όπως ο ήδη αναιρεσείων ενάγων επικαλείται- αποκλειστικά σ' αυτόν, έπρεπε η αγωγή να γίνει δεκτή και στην περίπτωση που υπάρχει συγκυριότητα - όπως κατά τον ενάγοντα προβάλλει ο εναγόμενος- έπρεπε να απορριφθεί, δεδομένου, μάλιστα, ότι το δεδικασμένο που δημιουργήθηκε από την απόρριψη της προηγούμενης από 30.8.2004 αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής για έλλειψη έννομου συμφέροντος αφορά μόνο το δικονομικό αυτό ζήτημα που κρίθηκε. Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης, πρώτου του κύριου δικογράφου και πρώτος των προσθέτων, από το άρθρο 560 αριθ. 1α ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 144/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που δίκασε ως Εφετείο.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011.Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ