Legislator Case Law & Legislation
135/2011 AI generated

135/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 135/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 135 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 135/2011

Legislator headnote

AI generated

135/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 135 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 135/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 135 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 135/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 2) Κ. Λ. του Δ., κατοίκου ..., 3) Β. Μ. του Π., κατοίκου ..., 4) Γ. Χ. του Ν., κατοίκου ..., 5) Γ. Π. του Ν., κατοίκου ..., 6) Μ. Ν. του Θ., κατοίκου ..., 7) Ι. Φ. του Γ., κατοίκου ..., 8) Ε. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 9) Κ. Ν. του Ο., κατοίκου ..., 10) Β. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 11) Α. Σ. του Β., κατοίκου ..., 12) Β. Τ. του Κ., κατοίκου ..., 13) Ε. Α. του Δ., κατοίκου ..., 14) Γ. Τ. του Α., κατοίκου ..., 15) Π. Κ. του Π., κατοίκου ..., 16) Θ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 17) Γ. Δ. του Σ. - Α., κατοίκου ..., 18) Δ. Γ. του Ι., κατοίκου ... και 19) Β. Κ. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαριέττα Κουκά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Δημόπουλο, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 779/2006 του ίδιου Δικαστηρίου, 324/2007 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 501/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-12-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 29-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από την διάταξη του άρθ. 4§1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα καθιερώνει, όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός εάν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικοτέρου, κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (ΟλΑΠ 3/2006, 23/2004, 11/2003). Περαιτέρω, με το άρθ. 6§1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθ. 28§1 του Συντάγματος) ορίζεται ότι "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως...", ενώ με το άρθ. 1 του Πρώτου προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης που επίσης κυρώθηκε με το ν.δ 53/1974 και έχει την αυτή κατ' άρθ. 28§1 του Συντάγματος αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή διά λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέσει εν ισχύι νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Στην κατά τα ανωτέρω προστατευομένη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθ. 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική απόφαση, είτε απλά γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλΑΠ 6/2007, 40/1998). Οι προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθ. 6§1 της ΕΣΔΑ, που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, και του άρθ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, που επιβάλλει τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου, όταν συντρέχουν λόγοι γενικοτέρου, κοινωνικού ή δημοσίου, συμφέροντος, που να δικαιολογούν την σχετική ρύθμιση. Εξάλλου, κατά το άρθ. 90§3 ν. 2362/1995 η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες, κάθε είδους, απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από την γένεσή της, ενώ με το άρθ. 91 εδ. α' του ιδίου νόμου ορίζεται, ότι, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού, η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων του ν. 2362/1995 σαφώς προκύπτει, ότι με την πρώτη απ' αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, η οποία (παραγραφή) είναι σε κάθε περίπτωση διετής για τις ως άνω αξιώσεις, έστω και αν αυτές βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με την διάταξη του άρθ. 91 εδ. α' του ως άνω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης του χρόνου της παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου από το τέλος του έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από την περιεχομένη στο άρθ. 91 εδ. α' ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006). Η προβλεπομένη από την παραπάνω διάταξη του άρθ. 90§3 του ν. 2362/1995, για τις πιο πάνω αξιώσεις υπαλλήλων του Δημοσίου, βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που ισχύει, σύμφωνα με το άρθ. 250 αριθ. 6 και 17 του ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθ. 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία (πενταετία), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικοτέρου δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου, που είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων. Εξάλλου, με την καθιέρωση της διετούς αυτής παραγραφής δεν δημιουργείται άνιση δυσμενής μεταχείριση των υπαλλήλων του Δημοσίου έναντι αυτού σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, ως προς την διάρκεια της ισχύουσας έναντι των ιδιωτικών υπαλλήλων πενταετούς παραγραφής, αφού η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας του Δημοσίου, αλλά και από τις διαφορετικές συνθήκες, υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι αυτού σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από το διαφορετικό νομικού καθεστώς που διέπει, αντίστοιχα, τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους. Κατά συνέπεια η διάταξη αυτή του άρθ. 90§3 ν. 2362/1995 (που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις προαναφερθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου) δεν αντίκειται στην κατ' άρθ. 4§1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (πρβλ. ΑΕΔ 9/2009, ως προς την διάταξη του άρθ. 48§3 ν.δ. 496/1974 που προβλέπει διετή επίσης παραγραφή για τις αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων ΝΠΔΔ κατ' αυτών). Περαιτέρω, η ίδια ρύθμιση δεν αντίκειται : (Α) Στην προαναφερομένη διάταξη του άρθ. 6§1 της ΕΣΔΑ, αφού αυτή εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύει την θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων, καθόσον η καθιερουμένη ως άνω βραχυπρόθεσμη παραγραφή ουδόλως εμποδίζει τους διαδίκους να παρουσιάσουν, μέσα στα πλαίσια του ισχύοντος νομοθετικού καθεστώτος, όλους τους ισχυρισμούς που θεωρούν πρόσφορους για την υποστήριξη των απόψεων και των συμφερόντων τους, ούτε συνεπάγεται στέρηση ή αποκλεισμό δικονομικών δικαιωμάτων ( βλ. και απόφαση του ΕΔΔΑ της 25-6-2009 στην υπόθεση Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδος) (Β) Στις διατάξεις του άρθ. 1 του Πρώτου προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που επιβάλλουν τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα (ενδεχομένως και με την απόσβεση ή κατάργησή τους διά της αναδρομικής ισχύος νόμου) και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους. Άλλωστε, από την προαναφερθείσα διάταξη της §2 του άρθ. 1 του ως άνω Πρωτοκόλλου που ορίζει ότι "Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουση το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέσει εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων", προκύπτει ότι και το πρωτόκολλο αυτό ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε κράτους να θεσπίζει νόμους, αν το κρίνει αναγκαίο, για την διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτιθέμενα, και η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου (ΟλΑΠ 31/2007, ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθ. 48§3 ν.δ. 496/1974 που θεσπίζει διετή επίσης παραγραφή για αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ. κατ' αυτών). (Γ) Στις διατάξεις του Συντάγματος, άρθ. 2§1 που ορίζει ότι ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του προσώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας, και άρθ. 25§1, το οποίο αφορά την προστασία από το Κράτος των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και τους θεμιτούς περιορισμούς τους με σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας, διότι η καθιέρωση της ως άνω βραχυπρόθεσμης παραγραφής έγινε για την προστασία του προαναφερομένου γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και ουδόλως συνιστά, βέβαια, παραβίαση της αρχής της προστασίας του ατόμου και της αναλογικότητας (Δ) Στις διατάξεις της ΕΣΔΑ, άρθ. 13 που ορίζει ότι "παν πρόσωπον, του οποίου τα αναγνωριζόμενα εν τη παρούση Συμβάσει δικαιώματα και ελευθερίαι παρεβιάσθησαν, έχει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής, έστω και αν η παραβίασις διεπράχθη υπό προσώπων ενεργούντων εν τη εκτελέσει των δημοσίων καθηκόντων των", καθόσον η θέσπιση της παραγραφής αυτής ουδόλως αποκλείει, παρεμποδίζει ή περιορίζει την προσφυγή ενώπιον των εθνικών και δη δικαστικών αρχών, με την οποία δεν έχει σχέση, και άρθ. 14, σύμφωνα με το οποίο "η χρήσις των αναγνωριζομένων εν τη παρούση Συμβάσει δικαιωμάτων και ελευθεριών δέον να εξασφαλισθεί ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνικήν μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως", διότι η παραγραφή αυτή καθιερώθηκε για τους προαναφερθέντες λόγους γενικοτέρου δημοσίου συμφέροντος και όχι με βάση τα ως άνω κριτήρια δυσμενούς διακριτικής μεταχείρισης, με τα οποία, άλλωστε, ουδεμία έχει σχέση (Ε) Στις διατάξεις του κυρωθέντος με το ν. 2462/1997 Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (1) άρθ. 2§3 α και β που ορίζει (κατά τρόπο ουσιαστικά όμοιο με το άρθ. 13 της ΕΣΔΑ) ότι τα συμβαλλόμενα κράτη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να εγγυώνται ότι (α) κάθε άτομο, του οποίου τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που αναγνωρίζονται στο Σύμφωνο αυτό παραβιασθούν, θα έχει στην διάθεσή του μία πρόσφορη προσφυγή, ακόμη και εάν η παραβίαση θα έχει διαπραχθεί από πρόσωπα που ενεργούν υπό την επίσημη κρατική ιδιότητά τους, και (β) η αρμόδια δικαστική, διοικητική, νομοθετική ή οποιαδήποτε άλλη αρμόδια αρχή σύμφωνα με τη νομοθεσία του Κράτους θ' αποφαίνεται πράγματι σχετικά με τα δικαιώματα του προσφεύγοντος, και να προωθήσουν την δυνατότητα δικαστικής προσφυγής, καθόσον οι διατάξεις αυτές επιβάλλουν απλώς στα συμβαλλόμενα κράτη την υποχρέωση να εξασφαλίζουν (εγγυώνται) σε κάθε άτομο, του οποίου παραβιάζονται οι ελευθερίες και τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται με το Σύμφωνο αυτό, μία πρόσφορη προσφυγή και ότι η αρμόδια και δη δικαστική αρχή θ' αποφαίνεται πραγματικά σχετικά με τα δικαιώματα του προσφεύγοντος, δεν απαγορεύουν, όμως, στα κράτη να θέτουν διατάξεις για παραγραφή και δη βραχυπρόθεσμη με γνώμονα το γενικότερο συμφέρον, οι οποίες δεν αναιρούν την ύπαρξη σχετικής πρόσφορης προσφυγής και δεν αποκλείουν ούτε παρεμποδίζουν την δυνατότητα άσκησής της στην αρμόδια δικαστική αρχή για την προστασία των δικαιωμάτων του προσφεύγοντος, ούτε, βέβαια, την τελευταία ν' αποφανθεί επ' αυτής (2) άρθ. 14, το οποίο επαναλαμβάνει ουσιαστικά τις ρυθμίσεις του προαναφερθέντος άρθ. 6§1 της ΕΣΔΑ και αφορά κυρίως, όπως και εκείνο την εξασφάλιση δίκαιης δίκης από δικαστήριο ανεξάρτητο και αμερόληπτο κλπ. και για τους πιο πάνω αναφερομένους λόγους, ειδικότερα δε διότι η διάταξη αυτή εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα και ν' αντιμετωπίζεται από το δικαστήριο κατά τον ίδιο τρόπο, επί ομοίων περιπτώσεων, αλλά δεν απαγορεύει την θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων, εφόσον μάλιστα η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται και επιβάλλεται από λόγους γενικοτέρου δημοσίου συμφέροντος, όπως στην προκειμένη περίπτωση, και (3) άρθ. 26, το οποίο ορίζει, κατά τρόπο παρόμοιο με το άρθ. 14 της ΕΣΔΑ, ότι όλα τα πρόσωπα είναι ίσα ενώπιον του νόμου και έχουν δικαίωμα, χωρίς καμία διάκριση, σε ίση προστασία του νόμου, καθώς και ότι ως προς το ζήτημα αυτό ο νόμος πρέπει ν' απαγορεύει κάθε διάκριση και να εγγυάται σε όλα τα πρόσωπα ίση και αποτελεσματική προστασία έναντι κάθε διάκρισης, ιδίως λόγω φυλής, χρώματος, γένους, γλώσσας, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης, περιουσίας, γέννησης ή άλλης κατάστασης, διότι η διετής αυτή παραγραφή (α) θεσπίσθηκε για τους προαναφερθέντες λόγους δημοσίου συμφέροντος (β) ισχύει και εφαρμόζεται αδιακρίτως και χωρίς εξαιρέσεις ως προς όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου που έχουν παρόμοιες αξιώσεις κατ' αυτού για μισθούς, αποδοχές κλπ. και (γ) ουδεμία σχέση έχει με τα ως άνω κριτήρια δυσμενούς διακριτικής μεταχείρισης, ούτε βασίζεται σ' αυτά, καθόσον δεν εξαρτάται από οποιανδήποτε από τις προαναφερόμενες ιδιότητες, σχέσεις κλπ. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων, με την οποία αυτοί ως υπάλληλοι του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εργαζόμενοι στο Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, ζήτησαν ν' αναγνωρισθεί ότι δικαιούνται την ειδική παροχή του άρθ. 14 ν. 3016/2002, όπως επεκτάθηκε και στους υπαλλήλους του ως άνω Υπουργείου με την ΚΥΑ 2/34608/0022/2003, με την προσβαλλομένη 501/2009 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι οι ενάγοντες απασχολούνται ως υπάλληλοι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, από τα εκεί καθοριζόμενα για τον κάθε έναν απ' αυτούς χρονικά σημεία, και ότι ως υπαγόμενοι στο εκάστοτε ισχύον ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα δικαιούνται, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας, την ως άνω ειδική μισθολογική παροχή, έκρινε, όμως, κατά παραδοχή σχετικής ένστασης του εναγομένου (αυτεπάγγελτα, άλλωστε, εξεταζομένης) ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων που αφορούσαν τα χρονικά διαστήματα από 1-1-2002 έως 31-12-2002 και από 1-1-2003 μέχρι 31-12-2003 είχαν υποκύψει στην κατ' άρθ. 90§3 ν. 2362/1995 διετή παραγραφή, καθόσον, δέχθηκε περαιτέρω το δικαστήριο της ουσίας, από το τέλος του οικονομικού έτους, κατά το οποίο γεννήθηκαν αυτές και ήταν δυνατή η δικαστική τους επιδίωξη, δηλ. από το 2002 και 2003 αντίστοιχα, μέχρι την επίδοση της αγωγής την 30-12-2005 είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας, με βάση δε τις παραδοχές αυτές έκρινε ότι οι ενάγοντες δικαιούνται να λάβουν την ένδικη παροχή του υπολοίπου επιδίκου χρονικού διαστήματος, δηλ. από 1-1-2004 έως 31-12-2005. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο (το οποίο, σημειώνεται, εσφαλμένα μεν ερμήνευσε την διάταξη του άρθ. 90§ ν. 2362/1995 δεχθέν ότι σύμφωνα με αυτήν η διετής ως άνω παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκαν οι επίδικες αξιώσεις και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή τους, κατέληξε όμως σε ορθό αποτέλεσμα) ουδόλως παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, προς τις οποίες δεν αντιβαίνει, όπως προαναφέρθηκε, η διάταξη του άρθ. 90§3 ν. 2362/1995, και επομένως ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο ναι μεν από την γένεση των αξιώσεων των αναιρεσειόντων εναγόντων του χρονικού διαστήματος από 1-1-2002 έως 30-12-2003 μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής την 30-12-2005 είχε συμπληρωθεί διετία, πλην όμως αυτές δεν έχουν παραγραφεί, διότι η διάταξη του άρθ. 90§3 ν. 2362/1995 είναι αντίθετη προς τους παραπάνω υπερνομοθετικής ισχύος κανόνες, και κατά συνέπεια έπρεπε να θεωρηθεί ότι η παραγραφή είναι πενταετής κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθ. 250 και 937 ΑΚ, και με τον οποίο διώκεται η μερική αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης (κατά το μέρος που έκρινε ότι έχουν παραγραφεί οι επίδικες απαιτήσεις του χρονικού διαστήματος από 1-1-2002 έως 30-12-2003), πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου σύμφωνα με το άρθ. 22 ν. 3693/1957 σε συνδυασμό με την 134423/1993 ΥΑ, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-12-2009 αίτηση των Α. Μ. κλπ. για (μερική) αναίρεση της 501/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Ιανουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Φεβρουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ