Legislator Case Law & Legislation
1359/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to cite specific grounds and substantive lack of merit under Civil Procedure Code.

Case Number 1359/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by Kion Development S.A. and others against the First Instance Court of Kalamata. The appellants argued that the lower court failed to consider specific claims regarding property acquisition and ownership, but the court found these arguments inadmissible as they did not cite specific grounds or facts as required by law. Consequently, the court ruled that the appeal was procedurally defective and substantively unfounded, ordering the dismissal and the payment of legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 566(1) and 577(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal must cite specific grounds and facts; failure to do so renders it inadmissible, and if no other grounds exist, the appeal is dismissed as unfounded.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Appeal Admissibility Specific Grounds Requirement Substantive Merit Legal Costs Allocation Property Ownership Claims Dismissal of Appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 577(1)-(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 2072/2022
Supreme Court Case 1287/2020
Supreme Court Case 1192/2020

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1359 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1359/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Χριστίνα-Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Μερόπη Τζουγκαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΙΟΝ DEVELOPMΕΝΤ ΑΝΩΝΥΜΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με τον διακριτικό τίτλο "ΚΙON DEVELOPMΕΝΤ S.Α.", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής, Λεωφόρος Κηφισίας, αρ. 326 και με Α.Φ.Μ. 998430870 - Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Γ. Δ. του Θ., 3) Ε. συζύγου Γ. Δ., το γένος Η. και Α. Τ., 4) Α. Δ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσώνη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Α. του Δ. και της Δ., 2) Π., χήρας Π. Μ. το γένος Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κονταξή, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Κοινοποιούμενη στους: 1) Ν. Χ. του Ε., κάτοικο ..., 2) Δ. Χ. του Ε., κάτοικο ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 5-4-2018 ανταγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και των ήδη προς ους η κοινοποίηση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 95/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 89/2020 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-8-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. [1] Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 566 παρ.1 ΚΠολΔ "Το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120, να αναφέρει την προσβαλλόμενη απόφαση, τους λόγους της αναίρεσης, αίτηση για την αναίρεση, ολική ή εν μέρει, της προσβαλλόμενης απόφασης και αίτηση για την ουσία της υπόθεσης".

Εξάλλου κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 577 ΚΠολΔ "Το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως". Επομένως, για να είναι ορισμένο και παραδεκτό το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης πρέπει να αναφέρει, εκτός των άλλων και τα παράπονα κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

Διαφορετικά, αν η αίτηση δεν περιλαμβάνει έστω και έναν λόγο αναίρεσης, ακόμη και απαράδεκτο ή αόριστο ή και αβάσιμο, απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 2072/2022, ΑΠ 1287/2020, ΑΠ 1192/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ` επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των εγγράφων της υπόθεσης έχει ως εξής: i).

Με την από 10-10-2011 αγωγή τους, οι αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες, στρεφόμενοι κατά των αναιρεσειόντων - εναγόμενων και τρίτων ήδη προς ους η κοινοποίηση η αίτηση αναίρεσης, αφού εξέθεταν ότι είναι συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, του αναφερόμενου ακινήτου, με παράγωγο τρόπο, και δη με το μεταγραφέν νόμιμα, με αριθμ. ...-1995 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβ/φου Πλαταμώδους Δ.

Γ., και με τον πρωτότυπο τρόπο της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, με άσκηση επ' αυτού πράξεων νομής διανοία κυρίου (με καλλιέργεια, όργωση, λίπανση, καθαρισμό, οριοθέτηση, περίφραξη, εποπτεία, προστασία από επεμβάσεις τρίτων), από τη μεταγραφή του ανωτέρω νόμιμου τίτλου, και με καλή πίστη (για την τακτική), προσμετρώντας και το χρόνο χρησικτησίας των άμεσων δικαιοπαρόχων τους (πωλητών), Μ.

συζ. Τ. Τ., Π. συζ. Γ. Π., Μ. χας Γ. Κ. και Τ. Λ. Κ., και των απώτερων δικαιοπαρόχων τους, Γ. Κ. του Π. και της κληρονομούμενης μητέρας τους, Δ. χας Π. Κ. και του απώτατου δικαιοπαρόχου τους Π. Κ., με άσκηση των αυτών παραπάνω πράξεων νομής διανοία κυρίου, για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας, και ότι οι εναγόμενοι αμφισβήτησαν την κυριότητά τους στο αναφερόμενο τμήμα, εμβαδού 565 τ.μ., της ιδιοκτησίας τους, ζήτησαν :1) να αναγνωριστεί η συγκυριότητά τους επ' αυτού, επειδή όλοι οι εναγόμενοι - αναιρεσείοντες την αμφισβητούν, 2) να αναγνωριστεί ότι οι πέμπτος και έκτος των εναγομένων και ήδη τρίτος προς ους η κοινοποίηση η αίτηση αναίρεσης (Ν.

Χ. και Δ. Χ.) οφείλουν να καταβάλουν καθένας εις ολόκληρον, σε καθένα ενάγοντα ήδη αναιρεσίβλητο, το ποσό των 50.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, που προκάλεσε στους ενάγοντες η περιγραφόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά, όπως με ψευδή στοιχεία, να περιλάβουν το ανωτέρω τμήμα της ιδιοκτησίας των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, στην μεταβιβασθείσα, λόγω πώλησης, στην άμεσο δικαιοπάροχο της πρώτης αναιρεσείουσας - εναγόμενης α.ε., Α.

Δ., η οποία, στη συνέχεια, μεταβίβασε, λόγω πώλησης, αυτό, στην πρώτη αναιρεσείουσα - εναγόμενη α.ε.. Παράλληλα, οι αναιρεσείοντες - εναγόμενοι και οι τρίτοι - εναγόμενοι ήδη προς τους η κοινοποίηση, άσκησαν, στο αυτό παραπάνω δικαστήριο, την ανταγωγή τους, με την οποία αφού εξέθεταν ότι η πρώτη είναι κυρία του αναφερόμενου ακινήτου, με παράγωγο τρόπο, με το αναφερόμενο μεταγραφέν νόμιμα αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, και με τον πρωτότυπο τρόπο της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, με άσκηση πράξεων νομής διανοία κυρίου (καθαρισμός, περίφραξη, οριοθέτηση, επίβλεψη, εποπτεία) προσμετρώντας και τη νομή των άμεσων και απώτερων, με τον αναφερόμενο νόμιμο τίτλο και καλή πίστη για την τακτική χρησικτησία, ζήτησαν : 1) να αναγνωριστεί η πρώτη εξ αυτών κυρία των αναφερόμενων τμημάτων του ακινήτου της, έκτασης 353,69 τ.μ.

και 565,00 τ.μ., τα οποία οι αντενάγοντες, περί το έτος 2011, κατέλαβαν και να υποχρεωθούν οι αντεναγόμενοι να της αποδώσουν τα ανωτέρω τμήματα, και 2) να υποχρεωθούν οι αντεναγόμενοι να καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρον και σε καθένα αντενάγοντα, το ποσό των 51.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, από την αναφερόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των αντεναγόμενων, με την ανωτέρω κατάληψη και αμφισβήτηση της κυριότητας της πρώτης αντενάγουσας α.ε.

επ' αυτών. Επί των συνεκδικασθέντων αγωγής και ανταγωγής εκδόθηκε η με αριθμ. 95/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, με την οποία απορρίφθηκε η αναγνωριστική κυριότητας αγωγή ως απαράδεκτη ως προς τους δεύτερο, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσειόντων - εναγόμενων και τους προς ους η κοινοποίηση - εναγόμενους, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, και ως κατ'ουσίαν αβάσιμη ως προς το σκέλος της περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, έγινε δεκτή η αναγνωριστική κυριότητας αγωγή ως προς την πρώτη των αναιρεσειόντων - εναγόμενη, και αναγνωρίστηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες κατέστησαν (συγ)κύριοι του επίδικου τμήματος 565 τ.μ., με παράγωγο τρόπο και πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας και απορρίφθηκε η ανταγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Επί της έφεσης των αναιρεσειόντων - 1ης, 2ου, 3ης και 4ης των εναγόμενων - αντεναγόντων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση των 2ου, 3ης και 4ης των εναγόμενων - αντεναγόντων- εκκαλούντων ως απαράδεκτη, με το αιτιολογικό ότι το δικόγραφο της έφεσης αυτών δεν διαλαμβάνονταν λόγος έφεσης για την απόρριψη της αγωγής λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης και της ανταγωγής αυτών για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, και της πρώτης εναγομένης - αντενάγουσας - εκκαλούσας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-08-2022 αίτησή τους. Όπως, όμως, προκύπτει από την λεπτομερή επισκόπηση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι σε αυτήν διαλαμβανόμενοι λόγοι αναίρεσης αφορούν αποκλειστικά την πρώτη αναιρεσείουσα ενώ δεν περιέχεται στην αίτηση αναίρεσης κανένας λόγος που να αφορά τους 2ο, 3η, και 4η των αναιρεσειόντων, κατά το μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση αυτών ως απαράδεκτη (επειδή ως εκκαλούντες - εναγόμενοι - αντενάγοντες δεν παραπονέθηκαν με το δικόγραφο της έφεσης αυτών για την απόρριψη της κύριας αγωγής, ως απαράδεκτης, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης αυτών και έννομο συμφέρον αυτών, και για την απόρριψη της ανταγωγής αυτών καταβολής χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, ως κατ' ουσίαν αβάσιμης).

Επομένως, η αίτηση αναίρεσης του 2ου, 3ης και 4ης των αναιρεσειόντων πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Περαιτέρω, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι οι προς ους η κοινοποίηση της αίτησης αναίρεσης δεν ήταν διάδικοι στη δευτεροβάθμιο δικαστήριο ούτε συμμετείχαν σ' αυτήν.

Η παραπάνω αίτηση της πρώτης αναιρεσείουσας ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, διότι από την από 23-11-2022 επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στον αναιρεσείοντα μέχρι την κατάθεση, στις 19-12-2022, της αίτησης αναίρεσης στη γραμματεία του Εφετείου Καλαμάτας δεν παρήλθε η 30νθήμερη προθεσμία, και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. [1] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192, 1194 και 1198 ΑΚ, προκύπτει ότι, αποκτά κάποιος κυριότητα ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ύστερα από συμφωνία με τον κύριο του ακινήτου ότι μετατίθεται σε αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, εφόσον η σχετική συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, επίσης, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε. Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

Με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, κατ' άρθρο 1051 ΑΚ (ΑΠ 571/2023, ΑΠ 515/2023, ΑΠ 138/2021). [2] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019). [3] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021). [4] Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αρ. 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου και έλλειψης νόμιμης βάσης, αντίστοιχα, (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1419/2023, ΑΠ 1444/2022), ενώ δεν αρκούν μεμονωμένες, κατ' επιλογήν από τον αναιρεσείοντες, αποσπασματικές παραδοχές ούτε μόνο η αναφορά του καταληκτικού πορίσματος αυτής (ΑΠ 1036/2023, ΑΠ 69/2023, ΑΠ 1554/2022).

Οι από τους αρ. 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης δεν ιδρύονται όταν, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης αυτών, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 1117/2023, ΑΠ 617/2023). [5] Στην προκείμενη περίπτωση, η πρώτη αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των άρθρων 1033, 1041, 1045, 1046 ΑΚ, επικαλούμενη ότι : 1) η προσβαλλόμενη απόφαση απέτυχε να εξετάσει επαρκώς τα εκ μέρους της προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι η πρώτη αναιρεσείουσα είναι κυρία των επίδικων τμημάτων του ακινήτου της, έκτασης, κατόπιν ακριβούς μέτρησης 8.663,99 τ.μ., όπως προκύπτει από το από Νοέμβριο 2016 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου Δ.

Γ., 2) με τις παραδοχές της η προσβαλλόμενη απόφαση αποδέχεται την ιστορική αλληλουχία νόμιμων τίτλων του παράγωγου τρόπου απόκτησης κυριότητας από την πρώτη αναιρεσείουσα και αμφισβητεί, κατά τη διαμόρφωση της δικανικής κρίσης, το ιδιοκτησιακό καθεστώς, με βάση αναξιόπιστους και αμφίβολης ακρίβειας μαρτυρικές καταθέσεις, και προβαίνει σε αυθαίρετες υποθέσεις, 3) το συμπέρασμα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης γεννάται όλως αυθαιρέτως και παρανόμως, όπως αποδεικνύεται από το σύνολο των αποδεικτικών εγγράφων, 4) η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα δέχθηκε τα όρια της ιδιοκτησίας που ανήκουν στους αντεναγόμενους - αναιρεσιβλήτους, επικαλούμενη η αναιρεσείουσα ότι παρόλο που στο τοπογραφικό του τίτλου κτήσης κυριότητας των αναιρεσιβλήτων έχει έκταση 4.280 τ.μ., αυθαιρέτως δέχθηκε τον ισχυρισμό αυτών ότι η ιδιοκτησία τους έχει έκταση 4.534,98 τ.μ., όπως προέκυψε από τοπογραφικό διάγραμμα που δεν προσκομίστηκε σε νόμιμη συναλλαγή ή άλλους είδους δικαιοπραξία, και αγνόησε ότι ένα από τα προσκομισθέντα τοπογραφικά των αναιρεσιβλήτων εμφανίζει το ακίνητο των αναιρεσιβλήτων 4.861,53 τ.μ., παρουσιάζοντας κατά το δοκούν διαφορετικά όρια και διαστάσεις, εγκολπώνοντας παράνομα και αυθαίρετα 353 τ.μ.

που ανήκει στην ιδιοκτησία της αναιρεσείουσας και επικαλούμενοι, κατά περίπτωση διάφορα τοπογραφικά διαγράμματα και 5) η επιλεκτική επίκληση αποδεικτικών στοιχείων αποδεικνύει ότι αυτά δεν ήταν αρκετά για την εξαγωγή ασφαλούς δικαστικού συμπεράσματος. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος διότι υπό την επίφαση θεμελίωσης της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ανεξαρτήτως της αοριστίας του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, επειδή στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφαση, ενώ δεν αρκούν οι διαλαμβανόμενες στο δικόγραφο μεμονωμένες, επιλεκτικές από την πρώτη αναιρεσείουσα, αποσπασματικές παραδοχές, ούτε το καταληκτικό της προσβαλλόμενης απόφασης πόρισμα.

Περαιτέρω, η πρώτη αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη : 1) ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται ανεπαρκής, ενδοιαστική και αυθαίρετη αιτιολογία ως προς την οριοθεσία των ακριβών ορίων μεταξύ των ιδιοκτησιών των αντιδίκων, επειδή είναι αδύνατη η εξαγωγή συμπεράσματος με μόνη την ανάγνωση εγγράφων, και από τη μελέτη των μαρτυρικών καταθέσεων που έλαβε υπόψη για την υποστήριξη της παραδοχής ότι ο υπάρχων όχθος και η υψομετρική διαφορά ανέκαθεν λειτουργούσε ως οριογραμμή των ιδιοκτησιών Χ. (απώτερων δικαιοπαρόχων της αναιρεσείουσας), και των αναιρεσιβλήτων και προκύπτουν εύλογα ερωτήματα για την αξιοπιστία τους, επειδή είναι πρακτικά αδύνατο η εναγομένη και παλαιότερα οι προκάτοχοί της να ασκούσαν πράξεις νομής πέραν και κυρίως πάνω του προπεριγραφέντος φυσικού ορίου, 2) ότι διαλαμβάνεται στην απόφαση ενδοιαστική αιτιολογία, με χρήση από την προσβαλλόμενη απόφαση αόριστων εκφράσεων στην προσπάθεια προσδιορισμού των ορθών ορίων και αληθών διαστάσεων με τη θέση των σιδηροπασάλων περίφραξης, 3) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αποδέχεται τις συνεχείς μεταβολές των ορίων των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων - αντεναγόμενων και κρίνει ως προβληματική τη διαφοροποίηση της έκτασης που ανήκει στην πρώτη αναιρεσείουσα, 4) ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται ανεπαρκής αιτιολογία ως προς την απόκλιση της έκτασης της ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων κατά 581,53 τ.μ.

μεταξύ των νόμιμων τίτλων ιδιοκτησίας αυτών και της αξίωσης αυτών, 5) ότι είναι εσφαλμένο και αναξιόπιστο το δικανικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, 6) ότι παραβιάζονται πλαγίως, με ανεπαρκή αιτιολογία, οι διατάξεις : α) του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, με το οποίο κατοχυρώνεται το δικαίωμα του ατόμου για δίκαιη δίκη, και β) του άρθρου 305 αρ. 5 του ΚΠολΔ, με το οποίο ορίζεται ως αναγκαίο περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης και το αιτιολογικό αυτής.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, κατά τα στοιχεία ... αυτού, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφαση, ενώ δεν αρκούν οι περιλαμβανόμενες στο δικόγραφο μεμονωμένες και επιλεκτικές από την πρώτη αναιρεσείουσα αποσπασματικές παραδοχές, ούτε το καταληκτικό της προσβαλλόμενης απόφασης πόρισμα, και, ως προς τα με στοιχεία ...

αυτού, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια αναγκαία περιστατικά θα έπρεπε να διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 667/2023, ΑΠ 1576/2022) και κατά καθ' όλα τα ανωτέρω στοιχεία, διότι υπό την επίφαση του επικαλούμενου αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που είναι, κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη αναιρετικά.

Ο λόγος αναίρεσης κατά το με στοιχείο ... είναι απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται η επικαλούμενη πλημμέλεια στην περίπτωση παράβασης διάταξης δικονομικού δικαίου (ΑΠ 1553/2023, ΑΠ 1226/2022), όπως είναι αυτή του άρθρου 305 ΚΠολΔ (ΑΠ 138/2021, ΑΠ 6/2010).

[6] Με τη διάταξη του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδρασή στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται, με την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1032/2023).

Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνήσεις (αιτιολογημένοι ή μη) ή οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 558/2023), ούτε τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 883/2021, ΑΠ 514/2021, ΑΠ 989/2018), τα έγγραφα και το περιεχόμενό τους (ΑΠ 1036/2023, ΑΠ 834/2022).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος είναι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, ο οποίος δεν λήφθηκε υπόψη, ότι το απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ποια είναι η ουσιώδης επιρροή του ισχυρισμού αυτού στην έκβαση της δίκης καθώς και οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου επί του ισχυρισμού (ΑΠ 258/2023, ΑΠ 1147/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση, η πρώτη αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη : 1) το συνυποβαλλόμενο στο με αριθμ. ...-1995 συμβόλαιο αγοραπωλησίας, με το οποίο οι αναιρεσίβλητοι φέρονται ότι απέκτησαν την κυριότητα των επίδικων τμημάτων, τοπογραφικό διάγραμμα, από το οποίο αποδεικνύεται ότι η πραγματική έκταση της ιδιοκτησίας τους είναι 4.280 τ.μ.

και όχι 4.534,98 τ.μ. 2) κάθε νόμιμο έγγραφο θεμελιωτικό του δικαιώματος κυριότητας της πρώτης αναιρεσείουσας - αντενάγουσας στα επίδικα, με την ανταγωγή, τμήματα, 3) το από το έτος 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Λ., προσκομισθέν από την αντενάγουσα, με βάση το οποίο η ιδιοκτησία των αναιρεσιβλήτων από 4.280 τ.μ.

που αναγράφεται στον από το έτος 1995 τίτλο κτήσης μεγεθύνεται σε 4.861,53 τ.μ. 4) τον διαλαμβανόμενο στην ανταγωγή της πρώτης αναιρεσείουσας ισχυρισμό ότι τα επίδικα τμήματα ανήκουν στην κυριότητά της, 5) το ισχυρισμό της ότι απέκτησε το επίδικο τμήμα των 565 τ.μ. με το μεταγραφέν νόμιμα με αριθμ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβ/φου Δ.

Γ., και 6) τους αρνητικούς ισχυρισμούς της πρώτης αναιρεσείουσας ως προς την κτήση της κυριότητας των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ήταν ουσιώδη για την παραδοχή της ανταγωγής της και την απόρριψη της κύριας αγωγής. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι απαράδεκτος, κατά τα με στοιχεία -1-, -2- και -3- μέρη αυτού διότι τα επικαλούμενα με αυτά αποδεικτικά μέσα, τα έγγραφα και το περιεχόμενό τους, δεν αποτελούν "πράγματα" με την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, - και κατά το με στοιχείο -6- μέρος αυτού, διότι ομοίως και η άρνηση της αγωγής δεν αποτελεί "πράγμα" κατά τα εκτιθέμενα στην ως άνω μείζοντα σκέψη και κατά τα με στοιχεία ...

μέρη αυτού, επειδή είναι αόριστος διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης επί των συγκεκριμένων ισχυρισμών της πρώτης αναιρεσείουσας, αλλά αναφέρονται μόνο επιλεκτικές, από αυτήν, μεμονωμένες παραδοχές επί των ισχυρισμών της. Σε κάθε περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της πρώτης αναιρεσείουσας για την κτήση της κυριότητας επί των αναφερόμενων στην ανταγωγή τμημάτων, με τον παράγωγο τρόπο της αγοράς, δυνάμει των μεταγραφέντων νόμιμα τίτλων αγοράς (...-2009 και ...-2009 συμβόλαια του συμβ/φου Πλαταμώδους Δ.

Γ.) και τον πρωτότυπο τρόπο τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, με προσμέτρηση και της νομής των δικαιοπαρόχων της και τους απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμους. Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, κατά τα στοιχεία ... μέρη αυτού είναι και αβάσιμος.

IV. Κατ' ακολουθίαν τούτων, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείου του προκαταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), και τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του αιτήματός τους, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 29-08-2022 αίτηση της 1) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΚΙΟΝ DEVELOPMENT ΑΝΩΝΥΜΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με το διακριτικό τίτλο "KION DEVELOPMENT S.A.", 2) Γ. Δ. του Θ., 3) Ε. συζ. Γ. Δ., το γένος Η. και Α. Τ., και 4) Α. Δ. του Γ., για αναίρεση της με αριθμ. 89/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Αυγούστου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ