Legislator Case Law & Legislation
1359/2023 AI generated

Supreme Court annuls lower court for failing to determine final compensation unit price in expropriation case.

Case Number 1359/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Third Instance Court's decision regarding the determination of the final compensation unit price for expropriated properties. The appellants argued that the lower court incorrectly dismissed their request as vague and procedurally improper, violating the substantive requirements of the relevant expropriation law. The Court held that the request was admissible and properly filed within the expropriation proceedings, mandating a new determination of the compensation unit price.

Legislator headnote

AI generated

Articles 19 and 25 of Law 2882/2001; A request for the determination of the final compensation unit price in an expropriation proceeding is admissible and must be examined substantively if it contains the necessary elements, and a lower court's dismissal of such a request as vague constitutes a violation of the substantive law governing the expropriation process.

Keywords

AI generated
expropriation compensation unit price determination final compensation unit expropriation law 2882 annulment of judgment procedural admissibility expropriation proceedings

Cited Legislation

AI generated
Article 19 of Law 2882/2001
Article 25 of Law 2882/2001
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraph 2 letter b of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1359 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1359/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Α. Π. ΑΒΕΕ" και δ.τ. "Ο. ΑΒΕΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα (ΚΠ ...), 2. Α. Θ. του Τ., κατοίκου ... (ΚΠ ...), 3. Η. Κ. του Χ., κατοίκου ... (ΚΠ ... κατά 50%), 4. Ι. Κ. του Χ., κατοίκου ... (ΚΠ ... κατά 50%), 5. Α. Σ. του Σ. (ΚΠ ... κατά 60%), 6. Χ. Σ. του Α., κατοίκου ... (ΚΠ ... κατά 20%), 7. Σ. Σ. του Α., κατοίκου ... (ΚΠ ... κατά 20%), 8. Π. Κ. του Ζ., κατοίκου ... (ΚΠ ...), 9. Ι. Ρ. του Π., κατοίκου ... (ΚΠ ...), 10. Ά. Π. του Γ., κατοίκου ... (ΚΠ ...), 11. Μ. Λ. του Κ., κατοίκου ... (ΚΠ ... κατά 50% εξ αδιαιρέτου), 12. Κ. Ρ. του Π., κατοίκου ... (ΚΠ ... - επικαρπώτριας) και 13. Ν. Φ. του Γ., κατοίκου ... (ΚΠ ... - ψιλού κυρίου). Οι 1η, 2ος, 3ος, 4ος, 6ος, 7ος, 8ος, 9ος, 10ος και 11ος των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γκεσούλη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο Α. Σ. του Σ. (5ος) απεβίωσε στις 14-2-2019 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Χ. Σ. του Α. (6ος) και Σ. Σ. του Α. (7ος), εκπροσωπούμενοι από τον ίδιο.

Οι 12η και 13ος των αναιρεσειόντων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και το Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου - Δυτικής Ελλάδος και Ιονίου, που κατοικοεδρεύει στην Πάτρα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Βασιλείου - Τρύφων, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-10-2017 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 38/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος και συνεκδικάστηκε με την από 9-8-2017 αίτηση και την από 21-6-2018 διά των προτάσεων ανταίτηση των ήδη αναιρεσειόντων και του Γ. Σ. του Λ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, με τις αιτήσεις άλλων προσώπων, επίσης μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.

Εκδόθηκε η 86/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-11-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., "Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο", κατά το άρθρο 96 παρ. 3, εδάφ. α' του ιδίου Κώδικα, "Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα Πρακτικά ή στην έκθεση", ενώ κατά το άρθρο 104 του ιδίου Κώδικα, "Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για την συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της". Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 576 του Κ,Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη| συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από τον επισπεύδοντα τη| συζήτηση.

Στην περίπτωση κατά την οποία δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1205/2022, ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 1753/2017). Περαιτέρω, από την παράγραφο 3, εδάφιο δεύτερο του ιδίου άρθρου 576, όπως το εν λόγω εδάφιο προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013 και ισχύει από τις 23-3-2013, σύμφωνα δε με το άρθρο 98 του αυτού νόμου, καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, ορίζεται "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς".

Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων συνάγεται ότι σε περίπτωση, κατά την οποία είναι απών ο φερόμενος ως ασκήσας την αναίρεση διάδικος, χωρίς να αποδεικνύεται η χορήγηση πληρεξουσιότητας για την άσκησή της, αυτή απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, υπό την προϋπόθεση ότι αυτός έχει κλητευθεί νομίμως από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση, ώστε να είναι έγκυρη η συζήτηση της αναιρέσεως, ενώ χωρίζεται η υπόθεση για όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (Α.

Π. 113/2023, Α. Π. 681/2022, Α Π. 120/2022, Α.Π. 95/2022, Α.Π. 209/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της υποθέσεως προκύπτει ότι η συζήτηση για την κρινομένη, από 8-11-2019, αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 86/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, μετά από επίσπευση των αναιρεσειόντων, ορίστηκε για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στη αρχή της παρούσας, με αριθμό πινακίου 46.

Κατά τη δικάσιμο αυτή, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του οικείου πινακίου, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 του Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείοντες με αύξοντα αριθμό 12 (Κ.

Ρ. του Π.) και 13 (Ν. Φ. του Γ.). Περαιτέρω, από το φάκελο της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται η χορήγηση πληρεξουσιότητας από τους άνω απολειπομένους αναιρεσείοντες προς τον υπογράψαντα την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και παραστάντα για λογαριασμό των λοιπών κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης Γεώργιο Γκεσούλη.

Ενόψει των ανωτέρω και σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, πρέπει δοθέντος ότι, οι αναιρεσείοντες συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας, να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τους ως άνω αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης ως προς αυτούς. Περαιτέρω, οι από τους αναιρεσείοντες Α.

Θ. του Τ. (α.α. αιτήσεως 2), Ι. Κ. του Χ. (α.α. αιτήσεως 4) και Μ. Λ. του Κ. (α.α. αιτήσεως 11) εκπροσωπήθηκαν στο Δικαστήριο από τον ίδιο, ως άνω, πληρεξούσιο δικηγόρο, χωρίς, όμως, να αποδεικνύεται χορήγηση σ' αυτόν πληρεξουσιότητας με συμβολαιογραφική πράξη. Επομένως, αυτοί δεν παρέστησαν με νόμιμο τρόπο και, συνεπώς, εφόσον δεν προκύπτει κλήτευσή τους, πρέπει να κηρυχθεί ως προς αυτούς απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως (Α.Π. 681/2022, Α.Π. 95/2022, Α.Π. 552/2021, Α.Π. 1144/2019), ενώ ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, που εκπροσωπούνται από τον προαναφερθέντα πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι οι Χ.

Σ. του Α. και Σ. Σ. του Α., 6ος και 7ος των αναιρεσειόντων, αντιστοίχως, συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη, ως εξ' αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος, στις 14-2-2019, Α. Σ. του Σ. (5ου αρχικώς αναιρεσείοντος), μη αμφισβητηθείσης της ιδιότητος αυτών εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, πρέπει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως να προχωρήσει νομίμως.

Η κρινομένη, από 8-11-2019 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 50/12-11-2019), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 86/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την υπ' αριθμ. 33/2019 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, που εκδόθηκαν με την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 - Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως, κατ' άρθρον 22 του νόμου αυτού (ΚΑΑΑ), ήτοι εντός ενός έτους από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως του Εφετείου, που έλαβε χώρα στις 12.11.2018 δεδομένου ότι, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, ότι έλαβε χώρα επίδοση της ανωτέρω αποφάσεως.

Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11, περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έτσι, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψιν του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νομίμως προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 344/2020, Α.Π. 620/2019, Α.Π. 1169/2019, Α.Π. 70/2008, Α.Π. 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

Α.Π. 42/2002, Α Π. 781/2022), διαμορφώνοντας το διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 781/2020, Α.Π. 1169/2019, Α.Π. 1/2018, Α.Π. 1874/2008), εφόσον, βεβαίως, προτάθηκαν παραδεκτώς στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020). Ωστόσο, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους.

Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός (Ολ.

Α.Π. 2/2008, Α.Π. 781/2022) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020, Α.Π. 1167/2019). Μη λήψη υπ' όψιν, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1167/2019, Α.Π. 798/2010 Α.Π. 22/2005), όχι, όμως και τα επίδικα (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 781/2020, Α.Π. 427/2020, Α.Π. 345/2020, Α.Π. 1167/2019).

Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος, αναφορά στα αποδεικτικά μέσα καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς να παραληφθεί κανένα (Ολ.

Α.Π. 8/2016, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπ' όψιν και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.

Α.Π. 2/2008, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020, Α.Π. 1034/2020, Α.Π. 705/2019, Α.Π. 412/2019). Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα, από εκείνο που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ή ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1110/2020, Α.Π. 75/2016, Α.Π. 100/2007).

Περαιτέρω, κατά τη| διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 8/2018, Ολ. Α.Π. 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 85/2020, Α.Π. 38/2020).

Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού λόγου αυτού, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 78/2020, Α.Π. 59/2020).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικώς με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμον αναγκαία για την στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.

Α.Π. 15/2006, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 78/2020, Α.Π. 38/2020, Α.Π. 638/2019, Α.Π. 98/2017).

Συνεπώς, ως αιτιολογία, που συγκροτεί τη$ νόμιμη βάση της αποφάσεως, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή η άρνηση των περιστατικών, που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διατάξεως ουσιαστικού δικαίου και όχι οι σκέψεις, οι κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη| συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.

Δεν υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσεως και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, μάλιστα, στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρον 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.

Α.Π. 1/2020), ούτε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικώς τα επιχειρήματα, των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1112/2020, Α.Π. 797/2020, Α.Π. 882/2019, Α.Π. 565/2018, Α.Π. 813/2017). Δηλαδή, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.

Α.Π. 1/1999, Ολ. Α.Π. 24/1992, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1053/2017, Α.Π. 9/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως υποστηρίζει ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπ' όψιν του το έγγραφο, που προσκόμισε και επικαλέστηκε νομίμως ως συγκριτικό στοιχείο και, ειδικότερα, την υπ' αριθμ. 3/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Ελλάδος, με αποτέλεσμα η προσβαλλομένη απόφαση να περιέχει ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την αιτιολόγηση μη λήψεως υπ' όψιν του ανωτέρω αποδεικτικού μέσου. Επιπλέον, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψιν του το προσκομισθέν από το Ελληνικό Δημόσιο 3064/16-11-2016 έγγραφο του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, το οποίο είναι δημόσιο έγγραφο και περιέχει μόνον κρίσεις και όχι βεβαίωση πραγμάτων.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλομένης, υπ' αριθμ. 86/2018, αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την υπ' αριθμ. 33/2019 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, αναφορικώς με τον ως άνω αναιρετικό λόγο προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.): "Με την απόφαση 3/2015 ΤριμΕφΔυτΣτερΕλλάδας καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας για ακίνητα στην περιοχή των Δήμων Αιτωλικού και Μεσολογγίου σε 8,4 - 70 ευρώ/τ.μ.

με κρίσιμο χρόνο την 3.4.2014 ...Οι αιτούντες ζητούν πολλαπλάσιες των τελευταίων τιμές, κυμαινόμενες από 50 έως 180 ευρώ/τ.μ., επικαλούνται και προσκομίζουν ως συγκριτικά στοιχεία μερικές εκ των ως άνω μνημονευόμενων αποφάσεων, στοιχεία όμως που δεν επιστηρίζουν πειστικά το άνω αίτημά τους, καθώς αναφέρονται σε άλλης μορφολογίας και χαρακτηριστικών ακίνητα, με κρίσιμο χρόνο εκτίμησης που απέχει ικανό χρονικό διάστημα από την παρούσα και έχουν εκδοθεί υπό καθεστώς οικονομικής ευμάρειας και συχνής συναλλακτικής πρακτικής".

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος και ως προς τα δύο σκέλη του, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπου ρητώς αναφέρει ότι λήφθηκαν υπ' όψιν και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενο της, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, αλλά αντιθέτως καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το ως άνω έγγραφο ελήφθη υπ' όψιν και συνεκτιμήθηκε με τις λοιπές αποδείξεις για τη· στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος του Δικαστηρίου, χωρίς να υποχρεούται το Εφετείο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτού.

Η άποψη των αναιρεσειόντων ότι η διαφορετική εκτίμηση του επίμαχου αποδεικτικού μέσου θα οδηγούσε το Δικαστήριο σε πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν και, συγκεκριμένα, σε μεγαλύτερη τιμή της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, οδηγεί απαραδέκτως σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και, συνακολούθως, σε επανεκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιταγή του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ,Πολ.Δ.

Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 17 του Κ.Πολ.Δ., δημιουργείται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Προκειμένου να ιδρυθεί ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης αποφάσεως να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται, εξαιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου (Α.Π. 1291/2019, Α.Π. 14/2016, Α.Π. 49/2016) και όχι όταν η αντίφαση υπάρχει στις αιτιολογίες της αποφάσεως, εκτός αν αυτές επέχουν θέση διατακτικού ή όταν η αντίφαση υπάρχει μεταξύ του διατακτικού και του αιτιολογικού της αποφάσεως (Ολ. Α.Π. 13/1995, Α.Π. 781/2020, Α.Π. 185/2020).

Με το δεύτερο αναιρετικό λόγο προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 17 και 19 του Κ.Πολ.Δ., ότι το εφετείο, αν και με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ότι τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα δεν ωφελήθηκαν από την απαλλοτρίωση και ήρε το τεκμήριο ωφελείας ως προς αυτά, εν τούτοις, αντιφατικώς δέχθηκε ότι δεν υφίστανται ζημία, με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται νομίμου βάσεως, επειδή στην ελάσσονα πρότασή της αναφέρονται ανεπαρκώς και αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά της υπάρξεως ή ωφελείας ή ζημίας, στα οποία το Εφετείο στήριξε την κρίση του για την ιδιαίτερη αποζημίωση.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλομένης, αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, ως προς το κεφάλαιο της μη ωφελείας των απαλλοτριωθέντων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) τα ακόλουθα: "Σύμφωνα με το άρθρο 33 παρ. 1 του ν. 2971/2001 (κατά το άρθρο 37 του οποίου ισχύει από 19.1.2002 και εφαρμόζεται και στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν είχαν μέχρι τότε συντελεσθεί), το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του ν. 653/1977 είναι μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού ...Για να είναι όμως ορισμένος ο ισχυρισμός αυτός και το σχετικό αίτημα πρέπει στην αίτηση να εκτίθενται σαφώς και συγκεκριμένως τα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων το απομένον τμήμα δεν ωφελείται, αλλά αντίθετα, ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, ώστε ο αντίδικος αυτού που προβάλλει τον άνω ισχυρισμό να αμυνθεί και το δικαστήριο να τάξει τη δέουσα απόδειξη ως προς το αντίθετο της τεκμαιρόμενης ωφέλειας των ακινήτων από την διάνοιξη του αυτοκινητόδρομου, η οποία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), μεταβάλλει εκ βάθρων την οικονομική φυσιογνωμία της περιοχής και πολλαπλασιάζει την αξία τους, ...

ήτοι τη ζημία που υφίστανται αυτά με τη δυνατότητα πρόσβασής τους στο έργο ή στα έργα, που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης και την, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αρτιότητα και οικοδομήσιμότητά τους ... Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προεκτέθηκε, οι αυτοτελώς αιτούντες - καθών η αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου με τη νόμιμα κατατεθείσα υπό στ.

Γ' αυτοτελή αίτησή τους, ισχυριζόμενοι ότι παρά το νόμο ορίσθηκε για ένα μέρος των ιδιοκτησιών τους ότι αυτοαποζημιώνονται με την αιτιολογία ότι, ως παρόδιοι ωφελούνται από την απόκτηση προσώπου στην εθνική οδό, επιδιώκοντας έτσι να ανατραπεί το τεκμήριο αυτό και να αναγνωρισθεί, ότι δεν έχουν καμία ωφέλεια και ως εκ τούτου δεν είναι υποχρεωμένοι να συμμετέχουν στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης, ζητούν την άρση της επιβληθείσας στα ακίνητα τους αυτοαποζημίωσης καθώς και της υποχρέωσης αποζημίωσης τρίτων λόγω παροδιότητας, ώστε να λάβουν πλήρη την αποζημίωση.

Η ως άνω αίτηση είναι ορισμένη, παραδεκτή και νόμιμη, και ερευνητέα περαιτέρω κατ' ουσίαν καθίσταται. Ως προς το αίτημα αυτό πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε, ότι ο υπό κατασκευή διεθνών προδιαγραφών αυτοκινητόδρομος θα είναι κλειστός και κατά τα κύρια τμήματά του υπερυψωμένος έως και εννέα μέτρα για κάποια ακίνητα σε σχέση με το επίπεδο των απαλλοτριούμενων ακινήτων, θα φέρει κιγκλιδώματα ασφαλείας στα ερείσματά του και από τις δύο πλευρές του, τα οποία θα εμποδίζουν την ελεύθερη είσοδο και έξοδο από και προς αυτόν.

Πρόκειται δηλαδή για έναν κλειστού τύπου σύγχρονο αυτοκινητόδρομο, όπου δεν θα είναι εφικτή η επικοινωνία με τα παρόδια ακίνητα ώστε να μπορεί να θεωρηθεί, ότι προσαυξάνεται η αξία τους λόγω της γειτνίασής τους με τον αυτοκινητόδρομο. Η πρόσβαση και η είσοδος σε αυτόν θα γίνεται μέσω παράπλευρου δικτύου σε νέο ανισόπεδο υπό κατασκευή κόμβο, ώστε οι παρόδιοι ιδιοκτήτες που θα επιθυμούν να χρησιμοποιήσουν τον αυτοκινητόδρομο θα είναι υποχρεωμένοι να διανύουν μεγάλες αποστάσεις.

Οι ως άνω αιτούντες δηλαδή δεν αποκτούν ουσιαστικά και με άμεσο τρόπο πρόσβαση σε αυτόν, καθώς δεν προβλέπεται κόμβος πρόσβασης στην συγκεκριμένη περιοχή στο νέο αυτοκινητόδρομο και συνεπώς οι εναπομείνασες ιδιοκτησίες τους δεν θα επικοινωνούν απευθείας με αυτόν. Πλέον τούτων, ο νέος οδικός άξονας θα είναι επιβαρυμένος κυκλοφοριακά, αλλά και από περιβαλλοντικής άποψης λόγω της αυξημένης ηχητικής ρύπανσης και της εκπομπής καυσαερίων, εντεύθεν νοούμενου ότι μειώνεται η αγοραστική αξία των παρόδιων ιδιοκτησιών από τις επιπτώσεις στις δυνατές, γεωργικές κυρίως χρήσεις των απομενόντων ακινήτων τους.

Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι για όσα ακίνητα υπήρχε ως δευτερεύουσα δυνατότητα οικοπεδικής αξιοποίησης λόγω εμβαδού, μετά την απαλλοτρίωση εφάπτονται της υπό κατασκευή οδού και ως τέτοια επηρεάζεται αρνητικά η δυνατότητα οικοπεδικής τους αξιοποίησης λόγω της πρόβλεψης των ελάχιστων ορίων οικοδόμησης από τον άξονα της οδού, το όριο της απαλλοτρίωσης αλλά και της απόστασης από τα όμορα ακίνητα.

Ενόψει αυτών το Δικαστήριο κρίνει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ένδικες ιδιοκτησίες των αιτούντων της Γ' αίτησης δεν έχουν καμιά ωφέλεια από την κατασκευή του έργου και ως εκ τούτου δεν υπέχουν υποχρέωση αυτοαποζημίωσης ούτε αποζημίωσης τρίτων ιδιοκτησιών, δικαιούνται δε να λάβουν ακέραιο και πλήρη την αποζημίωση, όπως καθορίστηκε πιο πάνω, για το σύνολο της έκτασης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους...".

Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε, αναφορικώς με την αιτηθείσα ιδιαίτερη αποζημίωση των τμημάτων των απαλλοτριωθέντων, που απέμεναν μετά την απαλλοτρίωση, τα ακόλουθα: "4) Η με ΑΚΠ ... ιδιοκτησία, κείμενη εκτός του οικισμού Αντιρρίου και σε απόσταση 1,5 χλμ απ' αυτόν, είχε εμβαδόν 2670,35 μ2, εκ της οποίας αποτμήθηκε έκταση 407,31 μ2 και απέμεινε εκτός έκταση 2263,04 μ2.

Φέρει χαρακτηριστικά καλλιεργούμενου ελαιώνα μη αρδευομένου, η αρτιότητα και οικοδομήσιμοτητά του έχουν απωλεσθεί με την αρχική απαλλοτρίωση, διατηρεί πρόσβαση σε κοινοτική οδό συνδεόμενη με τον ανισόπεδο κόμβο Αντιρρίου, ενώ λόγω της απότμησης μικρού τμήματος δεν δυσχεραίνεται η γεωργική του εκμετάλλευση.

Συνεπώς, ουδεμία απομείωση της αξίας του υφίσταται και το σχετικό αίτημα είναι απορριπτέο. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι εντός του απομένοντος εδαφικού τμήματος υφίσταται κατοικία, ανεγερθείσα κατά το έτος 1996, δυνάμει της με αριθμ. ... οικοδομικής άδειας του πολεοδομικού γραφείου Ναυπάκτου, αποτελούμενη από κύριους χώρους 78,58 μ2 και βοηθητικούς 21,80 μ2 με προσθήκες κύριων και βοηθητικών χώρων, εμβαδού 74,11 μ2 (βλ.

από 26.8.2017 τεχνική έκθεση Πολιτικού Μηχανικού Ι.. Α.). Η άνω κατοικία, μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος με την υπόψη απαλλοτρίωση, εφάπτεται πλέον του αυτοκινητόδρομου, απέχοντας μόλις 1,5 μέτρο (βλ. ανωτέρω τεχνική έκθεση και από 25.9.2017 έγγραφο της ΕΤΔΕ/Ε.Π & Δ.Ε). Λόγω δε της εγγύτητάς της προς το έργο της απαλλοτρίωσης θα είναι εκτεθειμένη σε ηχητικούς κυρίως ρύπους, λόγω της μεγάλης ταχύτητας των διερχόμενων αυτοκινήτων, δυσχεραίνοντας τη διαβίωση εντός αυτής.

Επομένως, εκ του λόγου αυτού και του περιορισμού της θέας προς την πλευρά του νέου αυτοκινητόδρομου και της ηχορύπανσης απομειώνεται η αξία της οικίας αυτής, συνολικής επιφάνειας 89,43 μ2 (όχι και των βοηθητικών χώρων, μη διευκρινιζομένου του είδους αυτών πχ χώροι στάθμευσης, αποθήκες κλπ) σε ποσοστό 30% της ανερχόμενης σε 700 €/μ2, όπως εκτιμάται, λαμβανομένης υπόψη της παλαιότητάς της και των υλικών κατασκευής, εμπορικής της αξίας, γενομένου εν μέρει δεκτού και ως ουσία βάσιμου του σχετικού αιτήματος. 6) Η με ΑΚΠ ...

ιδιοκτησία, είχε επιφάνεια 3.360,86 μ2, εκ της οποίας αποτιμήθηκε έκταση 1161,92 μ2 και απέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 2198,94 μ2. Κατά κύριο προορισμό είχε την γεωργική εκμετάλλευση (ελαιώνας), ενώ η οικοπεδική του αξιοποίηση δεν ήταν δυνατή ελλείψει αρτιότητας και οικοδομησιμότητας. Η γεωργική του εκμετάλλευση δεν δυσχεραίνεται, ενώ δεν αποδεικνύεται ότι τούτο περιορίζεται στη θέα λόγω εγκλωβισμού του από αερογέφυρα του αυτοκινητόδρομου.

Συνεπώς, το σχετικό αίτημα είναι απορριπτέο. 8) Η με ΑΚΠ ... ιδιοκτησία, είχε αρχικό εμβαδόν 3301,62 μ2, εκ της οποίας αποτμήθηκε έκταση 1746,84 μ2 και απέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 15555,14 μ2. Αποτελεί πεδινή καλλιεργούμενη και μη αρδευόμενη έκταση με κύριο προορισμό τη γεωργική εκμετάλλευση, καθώς πολεοδομικά στερούνταν αρτιότητας και οικοδομησιμότητας. Αποκτά πρόσβαση σε παράπλευρο οδικό δίκτυο (SR) και η εκμετάλλευση του δεν δυσχεραίνεται εξαιτίας της απότμησης του απαλλοτριωθέντος τμήματος.

Συνεπώς, το σχετικό αίτημα είναι απορριπτέο. 9). Η με ΑΚΠ ... ιδιοκτησία βρίσκεται εκτός οικισμού στην περιοχή Αντιρρίου, έχει εμβαδόν 27.106,49 μ2, είναι άρτια και οικοδομήσιμη, έχει πρόσωπο στην επαρχιακή οδό Αντιρρίου - Μολυκρείου, έχει κύρια χρήση την οικοπεδική και από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση, εμβαδού 2.634,85 μ2, απομένει δε εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα εμβαδού 24.471,64 μ2, το οποίο παραμένει άρτιο, ενώ το δικαίωμα κάλυψης της δόμησης έχει καλυφθεί από τα υφιστάμενα κτήρια και δεν ήταν επιτρεπτό πριν την επίδικη απαλλοτρίωση να επεκταθεί οριζόντια, αφού η κάλυψη είχε υπερκαλυφθεί από την αρχική απαλλοτρίωση (βλ.

το 3064/16-11-2016 έγγραφο του Υπουργείου Υποδομών & Μεταφορών, το οποίο δεν αντικρούεται από την από 12.11.2016 τεχνική έκθεση του πολ. Μηχανικού Κ. Γ., η οποία αναφέρεται στις πολεοδομικές επιπτώσεις στο ακίνητο από την αρχική ακόμη απαλλοτρίωση, αφού λαμβάνει ως βάση για τους υπολογισμούς της την προ της αρχικής απαλλοτρίωσης επιφάνεια (37.670 τ.μ.) του ακινήτου και τις με βάση αυτή δυνατότητες κάλυψης, χωρίς να διευκρινίζει αν υπάρχουν και ποιες είναι οι επιπτώσεις της επίδικης απαλλοτρίωσης στο απομένον από την αρχική απαλλοτρίωση τμήμα του ακινήτου εμβαδού 27.106,49τ.μ.).

Περαιτέρω το εναπομείναν αυτό τμήμα θα έχει πρόσβαση από το παράπλευρο δίκτυο της νέας οδού και την κάτω διάβαση στη χ.θ. 1+500, η οποία καταλήγει στην είσοδο δυτικά της εν λόγω ιδιοκτησίας, ώστε να μη δυσχεραίνεται η λειτουργία του ξυλουργικού εργοστασίου, που λειτουργεί εντός αυτού, ενώ δεν αποδείχθηκε από την παραπάνω τεχνική έκθεση ότι μειώνεται η αξία της ανωτέρω επιχείρησης εξαιτίας απώλειας αύλειου χώρου.

Εξάλλου λόγω της φύσης του ακινήτου και των κτιρίων του ως βιομηχανικών δεν επηρεάζεται η λειτουργία τους λόγω των ρύπων των αυτοκινήτων ή των όποιων άλλων τυχόν περιβαλλοντικών επιπτώσεων και συνεπώς δεν μειώνεται η αξία των εν λόγω κτιρίων. Με τα δεδομένα αυτά εκτιμάται ότι η αξία του απομένοντος εδαφικού τμήματος δεν μειώνεται, απορριπτομένου ως ουσία αβάσιμου του σχετικού αιτήματος. 10.

Η με ΑΚΠ ... ιδιοκτησία, είχε αρχικό εμβαδόν 1999,26 μ2, εκ της οποίας αποτμήθηκε έκταση 115,52 μ2 και απέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 1883,74 μ2. Αποτελεί πεδινή καλλιεργούμενη και μη αρδευόμενη έκταση με κύριο προορισμό τη γεωργική εκμετάλλευση, καθώς πολεοδομικά στερούνταν αρτιότητας και οικοδομησιμότητας.

Αποκτά πρόσβαση σε παράπλευρο οδικό δίκτυο (SR) και η εκμετάλλευση του δεν δυσχεραίνεται εξαιτίας της απότμησης του απαλλοτριωθέντος τμήματος.

Συνεπώς, τα σχετικό αίτημα είναι απορριπτέο. 11. Η με ΑΚΠ 033230 ιδιοκτησία, είχε αρχικό εμβαδόν 3222,38 μ2, εκ της οποίας αποτμήθηκε έκταση 408,48 μ2 και απέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 2813,90 μ2. Αποτελεί πεδινή καλλιεργούμενη και μη αρδευόμενη έκταση με κύριο προορισμό τη γεωργική εκμετάλλευση, καθώς πολεοδομικά στερούνταν αρτιότητας και οικοδομησιμότητας. Διατηρεί την αρχική του πρόσβαση σε ασφαλτοστρωμένη κοινοτική οδό, ενώ αποκτά πρόφαση και σε παράπλευρο οδικό δίκτυο (SR) και η εκμετάλλευση του δεν δυσχεραίνεται εξαιτίας της απότμησης του απαλλοτριωθέντος τμήματος.

Συνεπώς, τα σχετικό αίτημα είναι απορριπτέο". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο ήρε το τεκμήριο ωφελείας για τις απαλλοτριωθείσες ιδιοκτησίες, ενώ επιδίκασε ιδιαίτερη αποζημίωση για εναπομείναντα τμήματα αυτών. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 17 και 19 του Κ.Πολ.Δ., ο σχετικός δε αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι προβάλλεται αλυσιτελώς, καθόσον το Εφετείο έκρινε, ότι τα αναφερόμενα απαλλοτριωθέντα ακίνητα δεν είχαν καμία ωφέλεια απο την κηρυχθείσα απαλλοτρίωση, για δε τα εναπομείναντα τμήματα ορισμένων εξ αυτών επιδίκασε ιδιαίτερη αποζημίωση.

Σύμφωνα με το άρθρο 25 ΚΑΑΑ "Σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης καλλιεργούμενων αγροτικών ακινήτων ή προσοδοφόρων, ιδιωτικών δασών ή προσοδοφόρων αστικών ακινήτων, που κατελήφθησαν νομίμως μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, όποιος έχει εμπράγματο δικαίωμα επί τούτων δύναται να ζητήσει αποζημίωση από το βαρυνόμενο με τη δαπάνη της απαλλοτρίωσης για την απωλεσθείσα πρόσοδο του ακινήτου, από την κατάληψή του μέχρι την είσπραξη της προκατατεθείσας αποζημίωσης, εφόσον η καθυστέρηση της είσπραξης δεν οφείλεται σε λόγους που ανάγονται στον ίδιο ή σε υπαιτιότητα τρίτου.

Η σχετική αγωγή ασκείται ενώπιον του εφετείου κατά τη διαδικασία του άρθρου 19, χωρίς όμως να αποκλείεται η έκδοση προδικαστικής απόφασης. Στην περίπτωση υπαιτιότητας τρίτου, η κατ' αυτού αγωγή του δικαιούχου της αποζημίωσης ασκείται κατά την αυτή διαδικασία". Περαιτέρω, το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ως προς έκθεση πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάσης της εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας, με την νομική παραδοχή ότι κατά την έννοια του άρθρου 216 παρ. 1 του Κ,Πολ.Δ., ο νομικός χαρακτηρισμός των επικαλούμενων περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται το αγωγικό αίτημα, δεν είναι δεσμευτικός για το δικαστήριο, το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των εκτιθέμενων, κατά τρόπο σαφή πραγματικών περιστατικών, έστω και διαφορετική από εκείνη, στην οποία προβαίνει ο ενάγων, χωρίς τούτο να αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής, αφού η βάση της αγωγής συγκροτείται από τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το αίτημα, ενώ δεν υπόκειται, κατά τούτο, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξαίρεση, ισχύει στην περίπτωση, που το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παράβαση κανόνα δικαίου, κατά τη διάταξη του αριθμ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ.

Α.Π. 4/2005).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και, κατ' επέκτασιν, σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως.

Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, ο οποίος για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Η ανεπάρκεια λοιπόν, των πραγματικών περιστατικών, που επικαλείται με την αγωγή του ο ενάγων για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο της προαναφερομένης διατάξεως, ως παράβαση κανόνα δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα να κρίνει ως αόριστη την αγωγή αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος (Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020). Επομένως, νομική είναι η αοριστία, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής.

Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικώς με τους λόγους του άρθρου 559 αριθμ. 8 ή 14 του Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216 του Κ,Πολ.Δ., η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βασίμου κατά νόμο της αγωγής.

Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διορθώσεως ή συμπληρώσεως από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις δια-τάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 του Κ.Πολ.Δ., των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Η ποσοτική δε αοριστία της αγωγής (δηλ. η έλλειψη εξειδικεύσεως με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα) ή η ποιοτική αοριστία αυτής (δηλ. η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών) ελέγχεται κατά τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ενώ οι δικονομικές ελλείψεις που καθιστούν άκυρο ή απαράδεκτο το δικόγραφο της ελέγχονται κατά το ίδιο άρθρο 559 αριθμ. 14 του αυτού Κώδικα.

Αν, λοιπόν, το δικαστήριο δεχτεί την αγωγή ως ορισμένη, μολονότι το δικόγραφο της σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι αόριστο και προβαίνει στην κατ' ουσίαν εξέτασή της, κατά παράβαση της ως άνω δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. και δεν κηρύσσει ακυρότητα του δικογράφου, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

και όχι από τον αριθμό 1 του ιδίου άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1330/2022, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 382/2021, Α.Π. 74/2021, Α.Π. 671/2020, Α.Π. 458/2017).

Με τον τρίτο και τελευταίο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1, 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ., επειδή το Εφετείο απέρριψε, το μεν, ως αόριστη, το δε, ως απαραδέκτως σωρευθείσα με την αίτηση για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος απαλλοτριώσεως, την αίτησή τους εκ του άρθρου 25 του Ν. 2882/2001, με την οποία ζήτησαν αποζημίωση λόγω στερήσεως χρήσεως των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο ως προς το κεφάλαιο της ανωτέρω αιτήσεως των αναιρεσειόντων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "0ι αιτούντες της υπό στ. 3Γ'αίτησης,, σωρεύουν στην ένδικη αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας και αίτημα περί επιδίκασης πρόσθετης αποζημίωσης, ποσού 30% επί της καθορισθησόμενης αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως, ποσού 4% επ' αυτής, που υπέστησαν συνεπεία των αναφερόμενων σε αυτή παράνομων πράξεων των οργάνων του υπέρ ού η απαλλοτρίωση κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους στα πλαίσια της διαδικασίας της απαλλοτριώσεως, λόγω στέρησης της χρήσης και κάρπωσης των απαλλοτριούμενων προσοδοφόρων ακινήτων για μια πενταετία (1.11.2012 - 1.11.2017) και μη καταβολής της προσδιορισθείσας τιμής μονάδας, που έχει κατά λέξη ως ακολούθως: "Στην ένδικη υπόθεση από την κήρυξη της κύριας και της ένδικης απαλλοτρίωσης και την κατάληψη των επίδικων ακινήτων (της) αίτησης έχουν επέλθει μεταβολές στις ιδιοκτησίες μας και έχουν εξαιτίας αυτών επέλθει οι κάτωθι ζημίες μας, τις οποίες ως παρεμπίπτουσες έχουμε δικαίωμα να ζητήσουμε κατά το άρθρο 283 ΚΠολΔ, στην ανοιγείσα δίκη.

Τα ακίνητά μας κηρύχθηκαν απαλλοτριωτέα με τις Κοινές Υπουργικές αποφάσεις 1112062/8397/Δ0010/9.1.2007 και 1003858/336 /Δ0010/23.1.2009 των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., με τις οποίες κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση ευρύτερης έκτασης 469.984,82 τ.μ., στο τμήμα της Εθνικής Οδού Αντιρρίου - Ιωαννίνων από Χ.Ο. 0+005 έως και 10+248, για την κατασκευή του αυτοκινητοδρόμου της Ιόνιας Οδού.

Έκτοτε είναι δεσμευμένα, και μετά την κατάληψή τους, το έτος 2012, μετά την έκδοση της απόφασης 240/2012 Εφετείου Πατρών, απωλέσαμε κάθε δικαίωμά σε αυτά. Στην ένδικη περίπτωση όλα τα επίδικα είναι προσοδοφόρα αστικά ακίνητα, εκτός σχεδίου, για τα οποία υφιστάμεθα πολύ πριν την κήρυξη της ένδικης απαλλοτρίωσης ουσιώδη δέσμευση αυτών, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η χρήση τους, έως την καταβολή ης πλήρους αποζημίωσης της ένδικης απαλλοτρίωσης, καθώς η επιβολή επάλληλων και συνεχόμενων απαλλοτριώσεων σε ένα ακίνητο πρέπει να αντιμετωπίζεται ενιαίως, και στην προκειμένη περίπτωση είμαστε σε αβεβαιότητα ως προς τα ακίνητά μας επί 4 έτη και δεν μας επιτράπηκε να απολαύσουμε τις επίδικες ιδιοκτησίες, καθώς παρά την αρχική απαλλοτρίωση επιβλήθηκε και 2η, η οποία είναι η ένδικη.

Συνεπώς μας οφείλεται αποζημίωση στέρησης χρήσης και χρηματική ικανοποίηση της ηθικής μας βλάβης, ήτοι μας οφείλεται αποζημίωση στέρησης χρήσης, κατά το άρθρο 25 ΚΑΑΑ, και ως προς το ύψος της, αναφερόμαστε στην απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Χ. κατά Τουρκίας ....". Έτσι διατυπωμένο το σχετικό αίτημα, είναι απορριπτέο προεχόντως λόγω αοριστίας, καθώς δεν διευκρινίζεται στην αίτηση αν η κατάληψη των ακινήτων τους έλαβε χώρα πριν ή μετά την συντέλεση της απαλλοτριώσεως, αν συντελέστηκε και πότε η απαλλοτρίωση με καταβολή της δικαστικώς καθορισθείσας αποζημιώσεως στο δικαιούχο ή νόμιμης παρακατάθεσης αυτής (άρθρ. 7 και 8 ν. 2882/2001), και ο λόγος της μη είσπραξης της τυχόν παρακατατεθείσας αποζημιώσεως, καθώς η μέχρι την συντέλεση της απαλλοτριώσεως κατάληψη είναι παράνομη και γεννά υποχρέωση αποζημίωσης, κατά τα άρθρ. 914, 987β', 298 ΑΚ, η οποία περιλαμβάνει τη θετική ζημία και το διαφυγόν κέρδος ..., που εν προκειμένω ουδόλως αναφέρονται, μετά όμως την συντέλεση της απαλλοτριώσεως η κατάληψη των ακινήτων είναι νόμιμη, πλην όμως ο έχων εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτών μπορεί να ζητήσει αποζημίωση για απωλεσθείσα πρόσοδο από την κατάληψη μέχρι την είσπραξη της αποζημίωσης, εφόσον όμως η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε λόγους που ανάγονται στον ίδιο (δικαιούχο) ή σε υπαιτιότητα τρίτου ...Σε κάθε περίπτωση, το εν λόγω αίτημα απαραδέκτως σωρεύεται στο ίδιο δικόγραφο με την αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως και πρέπει να διαταχθεί ο χωρισμός αυτών, κατ' άρθρο 218 §2 ΚΠολΔ, διότι πρόκειται περί διαφοράς που υπάγεται σε διαφορετικό είδος διαδικασίας, ήτοι στην τακτική, από εκείνο της σωρευόμενης στο ίδιο δικόγραφο ως ανωτέρω αίτησης και περαιτέρω, να παραπεμφθεί κατά τα αιτήματά της αυτά ενώπιον του αρμοδίου καθύλην και κατά τόπο Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, προκειμένου να ερευνηθεί και το θέμα της δικαιοδοσίας, καθώς δεν μπορεί να εισαχθεί προς συζήτηση κατά παράκαμψη του πρώτου βαθμού στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και να θεμελιωθεί αρμοδιότητα αυτού στις επικαλούμενες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, διότι το τελευταίο, δεν υποκαθιστά τον Εθνικό νομοθέτη στη θέσπιση του εφαρμοστέου δικονομικού συστήματος, που δεν προβλέπει ενιαία καθ' ύλη αρμοδιότητα του Εφετείου προς εκδίκαση κάθε διαφοράς που σχετίζεται άμεσα ή έμμεσα με την απαλλοτρίωση ή ανακύπτει επ' ευκαιρία αυτής ή συνεπεία παρανομίας των οργάνων της διοίκησης στα πλαίσια της απαλλοτριώσεως ή έχει ως γενεσιουργό αιτία αυτή, ενώ εξ άλλου η ρύθμιση αυτή δεν πλήττει την αρχή της εκδικάσεως των συνεπειών της απαλλοτριώσεως εντός ευλόγου χρόνου στο πλαίσιο ενιαίας διαδικασίας και δίκης, διότι πρωτίστως δεν πρόκειται για αποζημίωση λόγω απαλλοτριώσεως...".

Με το να κρίνει την αίτηση αυτή ως αόριστη και ότι απαραδέκτως σωρεύθηκε με την αίτηση των αναιρεσειόντων για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος απαλλοτριώσεως, το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 2882/2001 - ΚΑΑΑ, διότι από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτό απαίτησε περισσότερα στοιχεία για το ορισμένο της, δεδομένου ότι οι αιτούντες ανέφεραν στην αίτησή τους ότι τα ακίνητά τους καταλήφθηκαν από το υπερ ού η απαλλοτρίωση Ελληνικό Δημόσιο το 2012, ήτοι πριν την ένδικη απαλλοτρίωση, η οποία κηρύχθηκε στις 22-7-2014, ενώ το Εφετείο γνωρίζει ότι η οριστική αποζημίωση δε είχε καθορισθεί ακόμη.

Περαιτέρω, η σχετική αίτηση, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη, νομίμως, σωρεύθηκε στην αίτηση για τον καθορισμό της οριστικής μονάδος αποζημιώσεως, για να εκδικασθεί με τη διαδικασία του άρθρου 19 του Ν. 2.882/2001.

Συνεπώς, ο τρίτος αναιρετικό λόγος είναι βάσιμος. Μετά από αυτά, αφού η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως γίνει εν μέρει δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμου του τρίτου αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο ως προς τους διαδίκους της δίκης αυτής και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ανωτέρω αναιρούμενο κεφάλαιο της, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ,Πολ.Δ.). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολο τους λόγω της μερικής νίκης και ήττας καθενός των διαδίκων, κατ' άρθρον 22 παρ. 2, εδάφιο β' του Ν. 3693/1957, που εφαρμόζεται στην παρούσα αναιρετική δίκη (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 388/2018, Α.Π. 162/2016), κατά τα, ειδικότερα, αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση ως προς τους με α.α. 2 (Α. Θ. του Τ.), 4 (Ι. Κ. του Χ.), 11 (Μ. Λ. του Κ.), 12 (Κ. Ρ. του Π.) και 13 (Ν. Φ. του Γ.) των αναιρεσειόντων.

Διατάσσει το χωρισμό της υποθέσεως ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες.

Αναιρεί ως προς τους τελευταίους αυτούς αναιρεσείοντες την υπ' αριθμ. 86/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την υπ' αριθμ. 33/2019 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001, κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαια.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, πλην εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες αυτό αναιρεσείοντες. Και Συμψηφίζει στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Σεπτεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ