Supreme Court partially allows appeal against civil liability judgment for entrusted party's misconduct in securities fraud case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a lower court judgment regarding civil liability for securities fraud. The appellants argued that the lower court erred in finding the defendants liable for damages caused by the entrusted party's illegal activities. The court held that while the lower court's findings on the fraud itself were unreviewable, its application of the law regarding the principal's liability was flawed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914, 297, 298, 330, 922 of the Civil Code; The principal is liable for the wrongful acts of the entrusted person only if a principal-entrusted relationship exists and the principal was at fault or negligent in selecting or supervising the entrusted person.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1359 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1359/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Κυριάκο Οικονόμου και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 2) Χ. Κ. του Ι., κατοίκου ... και 3) Ε. Μ. του Ε., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σταυρούλα Τζαβάρα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ….. και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ….. και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Αλεξίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπούρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-3-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 258/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 1566/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-4-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., κατά την οποία "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 του ιδίου Κώδικος, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της υποχρεώσεως προς αποζημίωση από αδικοπραξία απαιτείται παράνομη συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) προσώπου, που ενέχει προσβολή δικαιώματος ή προστατευομένου από το νόμο συμφέροντος άλλου προσώπου, η παράνομη αυτή συμπεριφορά να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια και να προκλήθηκε από αυτήν θετική ή αποθετική ζημία άλλου προσώπου, η οποία τελεί σε αιτιώδη με αυτή συνάφεια.
Τέτοια συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή παράλειψη, κατά το χρόνο και υπό τους όρους που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει και επέφερε πράγματι τη ζημία. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 922 του Α.Κ., που ορίζει ότι: "Ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του", συνάγεται ότι η ίδρυση ευθύνης του προστήσαντος από αδικοπραξία του προστηθέντος προϋποθέτει, 1) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίνει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια που να καλύπτει τους όρους του άρθρου 914 του Α.Κ.
και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, ακόμη δε και κατά κατάχρηση αυτής, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε μεν εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενεργείας του προστηθέντος και της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας.
Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παρανόμως και υπαιτίως προεκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 του ΑΚ. Σχέση προστήσεως υπάρχει και μεταξύ της εταιρείας διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων και της αντιπροσώπου αυτής τραπεζικής (ή ασφαλιστικής) εταιρείας αφενός και του συνεργάτη της τελευταίας (ασφαλιστικού συμβούλου ή πράκτορος αφετέρου), εφόσον αυτές διατηρούν το δικαίωμα να δίνουν οδηγίες στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του και να προβαίνουν σε έλεγχο αυτού.
Και ναι μεν από τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 4 του ν.1969/1991, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ.3 του π.δ. 433/1993 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 113 παρ. 5 του v. 2533/1997, συνάγεται, ότι ως αντιπρόσωποι των εταιρειών διαχειρίσεως χαρτοφυλακίου κινητών αξιών κατά τη διάθεση τίτλων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων μπορούν να ενεργούν μόνον τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες και επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ), όχι δε και φυσικά πρόσωπα, τούτο όμως δεν σημαίνει ότι τα πρόσωπα αυτά αποκλείονται οπωσδήποτε από το δίκτυο διαθέσεως των τίτλων.
Απλώς η ανάμειξή τους δεν επιτρέπεται να γίνει κατ' εκπροσώπηση της εταιρείας διαχειρίσεως, αφού τούτο αντίκειται στην ανωτέρω δημοσίας τάξεως διάταξη του άρθρου 20 παρ. 4 του ν.1969/1991 και, συνεπώς, η τελευταία δεν ευθύνεται συμβατικώς έναντι του τρίτου, που συνήψε σύμβαση αγοράς τέτοιων τίτλων με φυσικό πρόσωπο, ευθύνεται όμως κατά το άρθρο 922 Α.Κ., εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω αναφερόμενες προϋποθέσεις (AΠ 188/2015, ΑΠ 1440/2014, ΑΠ 1671/2013).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ 1, 17 και 18 του Ν. 1969/1991, συνάγεται ότι, μεταξύ των κινητών αξιών, οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαχειρίσεως χαρτοφυλακίου από εταιρείες επενδύσεων, είναι και οι τίτλοι μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων. Το συνιστώμενο δε αμοιβαίο κεφάλαιο, δεν αποτελεί νομικό πρόσωπο, αλλά ομάδα περιουσίας, η οποία αποτελείται από κινητές αξίες και μετρητά, που ανήκουν, εξ αδιαιρέτου, σε περισσότερα πρόσωπα και καθίστανται, ύστερα από απόφαση της επιτροπής κεφαλαιαγοράς, αντικείμενο διαχειρίσεως από ανώνυμη εταιρεία, που συνιστάται για το σκοπό αυτό.
Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ 1, 2 και 20 παρ. 1 και 5 του ιδίου νόμου, προκύπτει, ότι η περιουσία του αμοιβαίου κεφαλαίου, διαιρείται σε ισάξια μερίδια ή κλασματικά μερίδια, η δε συμμετοχή αποδεικνύεται με ονομαστικό τίτλο, ο οποίος εκδίδεται από τη διαχειρίστρια ΑΕ και προσυπογράφεται από το θεματοφύλακα, που στην περίπτωση αυτή, είναι η τράπεζα.
Για την πώληση και την, εντεύθεν, απόκτηση μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου απαιτείται: 1) γραπτή αίτηση προς τη διαχειρίστρια ΑΕ, 2) αποδοχή του κανονισμού του αμοιβαίου κεφαλαίου και 3) ολοσχερής καταβολή στο θεματοφύλακα (τράπεζα) της τιμής διάθεσης των μεριδίων (ΑΠ 418/2016, ΑΠ 1396/2011, 331/2010). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 334 ΑΚ, όπως αυτό ίσχυε πριν από την αντικατάσταση της παρ. 2 αυτού με το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 3043/2002, το οποίο εφαρμόζεται αναλογικά και για την ευθύνη του προστήσαντος από πράξεις του προστηθέντος κατά τα άρθρα 914 και 922 ΑΚ, ο οφειλέτης ευθύνεται για το πταίσμα των προσώπων που χρησιμοποιεί για να εκπληρώσει την παροχή, όπως για δικό του πταίσμα (παρ. 1).
Η ευθύνη μπορεί από πριν να περιοριστεί ή να αποκλειστεί, εκτός αν ο δανειστής βρίσκεται στην υπηρεσία του οφειλέτη ή η ευθύνη προέρχεται από την άσκηση επιχείρησης για την οποία προηγήθηκε παραχώρηση της αρχής (παρ. 2). Στην περίπτωση κατά την οποία οι όροι που καθιερώνουν τον περιορισμό ή τον αποκλεισμό της εν λόγω ευθύνης (απαλλακτικές ρήτρες), που μπορεί να αφορούν και σε ευθύνη από πρόστηση, αποτελούν περιεχόμενο εγγράφου, αυτοί είναι έγκυροι εφόσον το έγγραφο υπογράφηκε από τον αντισυμβαλλόμενο εκείνου υπέρ του οποίου έχουν τεθεί (ΑΠ 924/2007).
Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 300, 334 και 922 του ΑΚ προκύπτει ότι ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε κάποια υπηρεσία, που ευθύνεται για της ζημίες που προξενήθηκαν από τον προστηθέντα παρανόμως σε τρίτο κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ` αυτόν υπηρεσίας, απαλλάσσεται της ευθύνης, όταν ο προστηθείς έδρασε κατά κατάχρηση της ανατεθείσας σ` αυτόν υπηρεσίας και ο εντεύθεν ζημιωθείς γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την κατάχρηση αυτή, περιστατικά που πρέπει να προτείνει και ν' αποδείξει για την απαλλαγή του ο εναγόμενος προστήσας, έναντι της αγωγής του ζημιωθέντος (ΑΠ 2259/2014, ΑΠ 355/2013, ΑΠ 838/2011).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 1/1999). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, ως προς την πρώτη αγωγική βάση της ευθύνης των αναιρεισιβλήτων λόγω αδικοπραξίας του προστηθέντος, δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η αρχικώς δεύτερη των εναγομένων (δεύτερη αναιρεσίβλητη) "..." ("..."), ήταν αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρία...
με κύριο αντικείμενο των δραστηριοτήτων της τη διενέργεια ασφαλίσεων ζωής και προσωπικών ατυχημάτων. Η πρώτη εναγομένη (πρώτη αναιρεσίβλητη), εξάλλου, ανώνυμη εταιρία..., προγενεστέρως,... "...", προγενεστέρως, και δη κατά το χρόνο κατάθεσης της υπό κρίση αγωγής, "..." και έτι προγενεστέρως "...", είναι εταιρία διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων, η οποία έχει ως αποκλειστικό σκοπό τη διαχείριση αμοιβαίων κεφαλαίων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1969/1991.
Τα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, τα οποία διαχειρίζεται η πρώτη των εναγομένων, μέτοχος της οποίας, και δη κατά ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%), ήταν η αρχικώς δεύτερη των εναγομένων, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, διατίθεντο στο κοινό είτε απευθείας από αυτήν... είτε μέσω του δικτύου και των καταστημάτων της αρχικώς δεύτερης εναγομένης, η οποία ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της εταιρίας διαχείρισης.
Μεταξύ των συνεργατών της δεύτερης εναγομένης συμπεριλαμβανόταν και o Γ. Β., με τον οποίο αυτή είχε συνάψει την από 21-10-1983 σύμβαση πρακτόρευσης. Δυνάμει της σύμβασης αυτής, και δη τον 8ο όρο των συνημμένων σ' αυτή εντύπων γενικών όρων της, ο Γ. Β., ως πράκτορας της ως άνω εναγομένης, ενεργούσε ως ελεύθερος επαγγελματίας....
Έτσι, από το χρόνο της κατάρτισης της παραπάνω σύμβασης, ο Γ. Β. μεσολαβούσε στην κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης και ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα. Στο πλαίσιο αυτής της δραστηριότητάς του είχε συστήσει ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "....", διατηρούσε με δαπάνες του γραφείο ασφαλιστικών και χρηματοοικονομικών εργασιών στην ..., επί της ..., αρ. , αλλά και στον ....
Απέκτησε δε μεγάλη φήμη ως ασφαλιστικός πράκτορας - παραγωγός ασφαλίσεων, είχε ευρύ κύκλο πελατών και είχε γίνει γνωστός ως επιτυχημένος επαγγελματίας στο χώρο ασφαλίσεων, έχοντας βραβευθεί επανειλημμένως από τη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία για την αποδοτικότητά του. Υπό τις περιστάσεις αυτές, ο Γ.
Β. δεν ήταν διευθυντής της δεύτερης των εναγομένων, όπως ο ίδιος αναληθώς ισχυριζόταν κυρίως ενώπιον υποψηφίων επενδυτών, ενώ το ότι στο ως άνω γραφείο της εταιρίας του είχε αναρτήσει πινακίδα με τον διακριτικό τίτλο "...", καθώς και το ότι η εν λόγω εταιρία ενίοτε τον αποκαλούσε με την ιδιότητα αυτή και στο τεύχος Νοεμβρίου 1999 σε περιοδικό με αντικείμενο θέματα της ασφαλιστικής αγοράς αποκαλείτο από τον συντάκτη ως διευθυντής της "...", δεν οδηγούν σε διαφορετική κρίση, δεδομένου, άλλωστε, ότι η μορφή συνεργασίας του με την εν λόγω εναγομένη εταιρία καθοριζόταν σαφώς από την πιο πάνω σύμβαση, με την οποία αποκλείσθηκε σχέση εξαρτημένης εργασίας.
Τα υποστηριζόμενα από τους ενάγοντες (αναιρεσείοντες), τόσο πρωτοδίκως όσο και με την έφεσή τους, ότι o Γ. Β. είχε την ιδιότητα του Διευθυντή των εναγομένων εταιριών, με εν λευκώ εξουσία αντιπροσώπευσής τους, και ότι το προσωπικό που απασχολούνταν στα παραπάνω γραφεία, τα οποία ο ίδιος διηύθυνε, πληρωνόταν και ελεγχόταν από τις εναγόμενες, στις οποίες τα γραφεία ανήκαν, δεν ευσταθούν....
Ευρισκόμενος στο πλέγμα του ασφαλιστικού δικτύου της δεύτερης των εναγομένων,... ο Γ. Β. παρακολούθησε ειδικό κύκλο εκπαίδευσης για τη διάθεση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, με αποτέλεσμα η πρώτη των εναγομένων να του χορηγήσει πιστοποιητικό εκπαίδευσης, στο οποίο βεβαιώθηκε η παρακολούθηση από αυτόν ολοκληρωμένου κύκλου εκπαίδευσης καθώς και η επάρκειά του για να ενημερώνει και να διαθέτει τα αμοιβαία κεφάλαια της εταιρίας αυτής.
Η δεύτερη εναγομένη, επίσης, του χορήγησε την υπ' αριθμ. ... βεβαίωση, στην οποία αναγράφεται ότι ο ανωτέρω είναι "συνεργάτης παραγωγός ασφαλίσεων της εταιρίας μας και είναι ειδικά εκπαιδευμένος να ενημερώνει, προωθεί και διαθέτει, βάσει των σχετικών όρων και κανονισμών, Αμοιβαία Κεφάλαια που παρέχει η ...
και οι συμβαλλόμενες με αυτήν εταιρίες". Έτσι, ο Γ. Β., δραστηριοποιούμενος ως πράκτορας και ήδη ως παραγωγός ασφαλίσεων και ασφαλιστικός σύμβουλος αυτής, ανέλαβε, έναντι προμήθειας, να προσελκύει πελάτες για την αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, τα οποία διαχειριζόταν η πρώτη εναγομένη εταιρία, που χρησιμοποιούσε ως αντιπρόσωπό της, για τη διάθεση των μεριδίων, τη δεύτερη εναγομένη και το δίκτυο αυτής.
Η σχέση, δε, που συνέδεε αυτόν με την ασφαλιστική επιχείρηση, ήταν σύμβαση έργου, χωρίς ο ίδιος να έχει δικαίωμα υπογραφής και εκπροσώπησης (άρθρ. 16 παρ. 1 ν. 1569/1985, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρ. 36 παρ. 24 του ν. 2496/1997). Η πρώτη των εναγομένων, εξάλλου, φρόντιζε να τον εφοδιάζει,... με το κατάλληλο έντυπο διαφημιστικό και ενημερωτικό υλικό για τα αμοιβαία κεφάλαια, τα οποία διέθετε, καθώς και με έντυπες αιτήσεις συμμετοχής σε αυτά, που παραδίδονταν σε στελέχη αριθμημένα, ώστε εκείνος (Γ.
Β.) να τα χρησιμοποιεί για να συμπληρώνονται, κατά περίπτωση, από τους επενδυτές που επιθυμούσαν να αγοράσουν μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων. Ο δε Γ. Β., κατά την άσκηση της ως άνω δραστηριότητάς του, καθό αφορούσε στην προώθηση και διάθεση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, τελούσε υπό τις εντολές και οδηγίες και των δύο εναγομένων εταιριών, ήτοι τόσο της δεύτερης εναγομένης, αντιπροσώπου της ….., στη διάθεση των μεριδίων αυτών, όσο και της πρώτης, ήτοι της εταιρίας διαχείρισης των εν λόγω αμοιβαίων κεφαλαίων.
Ασκώντας την πιο πάνω δραστηριότητα, περαιτέρω, και εκμεταλλευόμενος το κλίμα ενθουσιασμού, που επικρατούσε κατά την επίμαχη χρονική περίοδο στην ελληνική κοινωνία λόγω της συνεχούς και έντονης ανοδικής πορείας του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, έπεισε τους ενάγοντες (αναιρεσείοντες) ότι μπορούσαν να επενδύσουν τα χρήματά τους με πολύ υψηλές και συμφέρουσες για αυτούς αποδόσεις.
Κατόπιν τούτων, οι ενάγοντες, οι οποίοι πείστηκαν από τις διαβεβαιώσεις του Γ. Β., περί επενδύσεων με υψηλές αποδόσεις κατέβαλαν στον τελευταίο επ' ονόματί του για λογαριασμό του ποσά που κατωτέρω αναφέρονται, και συγκεκριμένα: α) Ο πρώτος των εναγόντων, Χ. Κ...., κατέβαλε στον Γ. Β., Ι) στις 22-10-1999 τριάντα εκατομμύρια (30.000.000) δραχμές και ίί) στις 12-11-1999 εβδομήντα εκατομμύρια (70.000.000) δραχμές, δηλαδή συνολικά εκατό εκατομμύρια (100.000.000) δραχμές... (293.470,28 ευρώ), υπογράφοντας σχετικώς, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, έντυπη αίτηση, που επιγραφόταν ως αίτηση συμμετοχής σε αμοιβαίο κεφάλαιο της "...
EUROBANK", και, ειδικότερα, στην πρώτη περίπτωση (που αφορούσε στην καταβολή των 30.000.000 δραχμών) έφερε τον αριθμό ... και επιγραφόταν ως αίτηση συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφάλαιο "ΔΙΑΘΕΣΙΜΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ", και στη δεύτερη (που αφορούσε στην καταβολή των 70.000.000 δραχμών) έφερε τον αριθμό ... και επιγραφόταν ως αίτηση συμμετοχής σε "...".
Και στις δύο περιπτώσεις αναγράφονταν επί των εντύπων αυτών αιτήσεων οι δυνατοί και εναλλακτικοί τρόποι καταβολής της εκάστοτε αξίας, και δη στην υπ' αριθμ. ... αίτηση αναγραφόταν ότι οι τρόποι αυτοί συνίσταντο είτε σε "Επιταγή εις διαταγήν ... EUROBANK Α.Ε.Δ.Α.Κ. παραδιδόμενη στον πωλητή" είτε σε "Κατάθεση στο λογαριασμό της ...
EUROBANK Α.Ε.Δ.Α.Κ. στην ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK....", στη δε υπ ' αριθμ. ... αίτηση ότι η καταβολή μπορούσε να γίνει είτε με όνομα ... EUROBANK Α.Ε.Δ.Α.Κ." είτε με "Κατάθεση σε λογαριασμό στο όνομα ... EUROBANK Α.Ε.Δ.Α.Κ." ή στην "ΕΥΡΩΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ Αρ. λογαρ...." ή στην "ΕΘΝΙΚΗ αρ. λογ...." ή "ΙΟΝΙΚΗ Αρ. λογ....". Στο κάτω δεξιό μέρος καθεμιάς από τις ανωτέρω έντυπες αιτήσεις, εξάλλου, και κάτωθι της ένδειξης "Αποδεχόμαστε την παραπάνω αίτηση συμμετοχής" ακολουθούσε υπογραφή του Γ.
Β. επί σφραγίδας με στοιχεία "Γ . Β. …..", που περιελάμβανε και τις διευθύνσεις των δύο πιο πάνω γραφείων του,... Σε αμφότερες τις άνω έντυπες αιτήσεις, εξάλλου, περιλαμβανόταν ρήτρα ότι η εταιρία δεν θα έφερε οποιαδήποτε ευθύνη για ποσό που θα καταβαλλόταν σε μετρητά στον πωλητή. Ειδικότερα, στην υπ' αριθμ. ...
έντυπη αίτηση, εξάλλου, περιλαμβανόταν, με διακριτά πιο έντονα, μαύρου χρώματος, στοιχεία, η φράση "Η ... EUROBANK δε φέρει καμιά ευθύνη για ποσό που θα καταβληθεί με μετρητά στον πωλητή", ενώ στην υπ' αριθμ. ... αίτηση η φράση "Η Εταιρία δεν φέρει καμία ευθύνη για ποσό που θα καταβληθεί σε μετρητά στον πωλητή". β) Ο δεύτερος των εναγόντων, Χ.
Κ...., κατέβαλε στον Γ. Β. στις 3-8-1999 τριάντα εκατομμύρια (30.000.000) δραχμές... (88.041,08 ευρώ), υπογράφοντας σχετικώς έντυπη αίτηση, που έφερε τον αριθμό ... και επιγραφόταν ως αίτηση συμμετοχής σε αμοιβαίο κεφάλαιο "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΔΙΑΘΕΣΙΜΩΝ" της "... EUROBANK". Επί του εντύπου δε αυτού αναγράφονταν, και εν προκειμένω, οι δυνατοί και εναλλακτικοί τρόποι καταβολής της εκάστοτε αξίας, και ειδικότερα ότι η καταβολή μπορούσε να γίνει είτε με "Επιταγή στον πωλητή στο όνομα ...
EUROBANK Α.Ε.Δ.Α.Κ." είτε με "Κατάθεση στο λογαριασμό στο όνομα ... EUROBANK Α.Ε.Δ.Α.Κ.", ενώ περιλαμβανόταν, ομοίως, και η φράση "Η Εταιρία δεν φέρει καμία ευθύνη για ποσό θα καταβληθεί σε μετρητά στον πωλητή". Στο κάτω δεξιό μέρος του ανωτέρω εντύπου, επίσης, και κάτωθι της ένδειξης "Αποδεχόμαστε την παραπάνω αίτηση συμμετοχής" ακολουθούσε, και στην περίπτωση αυτή, υπογραφή του Γ.
Β. επί σφραγίδας με στοιχεία "Γ. Β. Α. Ε.", που περιελάμβανε και τις διευθύνσεις του άνω γραφείου (...), καθώς και του υποκαταστήματός του. γ) Ο τρίτος των εναγόντων, Ε. Μ..., κατέβαλε στον Γ. Β., στις 20-10-1999, ογδόντα επτά εκατομμύρια (87.000.000) δραχμές, ήτοι... (255.319,14 ευρώ), παρέλαβε δε από τον τελευταίο την με ημερομηνία 20-10-1999 βεβαίωση, συντεταγμένη επί εντύπου που στο επάνω αριστερό μέρος του έφερε τον λογότυπο "...", η οποία είχε το εξής περιεχόμενο: "Διά της παρούσης βεβαιώ ότι, κατόπιν εντολής του κου Μ.
Ε... αναλαμβάνω την διαχείρισιν του ποσού των δραχμών 87.000.000... ΣΤΗΝ ΛΗΞΗ μέσω Αμοιβαίων Κεφαλαίων - Μετοχών. Η χρονική διάρκεια της διαχείρισης των χρημάτων θα είναι από σήμερα 20-10-1999 έως 15-12-1999. Μέση ετήσια απόδοση διαχείρισης ΣΥΜΦΩΝΗΘΕΙΣΑ .....". Κάτωθι, δε του κειμένου ακολουθούσε η ως άνω ημερομηνία (20-10-1991) και κατόπιν, η υπογραφή του Γ.
Β. επί σφραγίδας με τα στοιχεία "G. V. M. Γ. Β. Δ.", ενώ ακόμη παρακάτω οι διευθύνσεις της άνω επιχείρησης του τελευταίου στην ..... (...) και στον Μ.. Αργότερα, ωστόσο, οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν ότι ο Γ. Β. είχε εξαφανιστεί, έχοντας εισπράξει, εκτός από τα παραπάνω χρήματα, και άλλα σημαντικά χρηματικά ποσά από άλλους ανυποψίαστους επενδυτές.
Εναντίον του, δε, υποβλήθηκε πλήθος εγκλήσεων από διάφορους παθόντες, ενώ ο ίδιος, στη συνέχεια, καταδικάστηκε αμετακλήτως με την υπ' αριθμ. 2775/2005 απόφαση του Δ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για τα ποινικά αδικήματα της υπεξαίρεσης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση, της απάτης κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, και της έκδοσης ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής.
Ειδικώς όσον αφορά τους ενάγοντες, αυτοί ουδέποτε έλαβαν πίσω οποιοδήποτε χρηματικό ποσό είτε έναντι του κεφαλαίου, που οι ίδιοι κατά τα ανωτέρω κατέβαλαν, είτε έναντι της απόδοσης, που, κατά την κατά περίπτωση συμφωνία τους με τον Γ. Β., ανέμεναν να αποκομίσουν, τα δε χρήματα, τα οποία παρέδωσαν στον τελευταίο, αυτός, όπως έπραξε και με πολλούς άλλους επενδυτές, τα ιδιοποιήθηκε παρανόμως, ενσωματώνοντάς τα στην ατομική περιουσία του, με αποτέλεσμα οι ίδιοι να τα απωλέσουν οριστικώς.
Ο Γ. Β., δηλαδή, διέπραξε σε βάρος τους αδικοπραξία, αφού παρανόμως και υπαιτίως προκάλεσε αιτιωδώς σε βάρος καθενός από αυτούς θετική περιουσιακή ζημία, ισόποση με τα χρήματα που αντιστοίχως και σύμφωνα με τα παραπάνω του κατέβαλε. Για την πιο πάνω αδικοπρακτική συμπεριφορά του Γ. Β. σε βάρος των εναγόντων, ωστόσο, και δη για την αποκατάσταση, με αποζημίωση, της περιουσιακής ζημίας που καθένας από αυτούς υπέστη, δεν υπέχουν ευθύνη οι εναγόμενες.
Ειδικότερα: Μεταξύ αφενός της πρώτης των εναγομένων, εταιρίας διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίου (ΑΕΔΑΚ), και της αντιπροσώπου αυτής στη διάθεση αμοιβαίων κεφαλαίων, δεύτερης εναγομένης, και αφετέρου του συνεργάτη της τελευταίας, πράκτορα - ασφαλιστικού συμβούλου και παραγωγού ασφαλίσεων, Γ. Β., υπήρχε σχέση πρόστησης, κατά την έννοια της ΑΚ 922, διότι οι εταιρίες αυτές, ως προστήσασες, είχαν και διατηρούσαν το δικαίωμα να δίνουν οδηγίες και εντολές στον δεύτερο και ο τελευταίος, ως προστηθείς, τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές αμφοτέρων ως προς την προώθηση των εν λόγω κεφαλαίων και των ασφαλιστικών προγραμμάτων και την εκπλήρωση της οικείας υπηρεσίας του.
Επίσης, οι ενέργειες του Γ. Β. σε βάρος των εναγόντων έγιναν επ' ευκαιρία της υπηρεσίας του αυτής, που ήταν η προώθηση των αμοιβαίων κεφαλαίων, μέσω της ενημέρωσης του επενδυτικού κοινού για τα προϊόντα αυτά των εναγομένων εταιριών, η προσέλκυση πελατών και η διαβίβαση των εντύπων αιτήσεων αγοράς, και τούτο καταδεικνύεται, μεταξύ των άλλων, και από το ότι ο ίδιος είχε τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές του έντυπα, στα οποία αναγραφόταν η λέξη "...", η οποία περιλαμβανόταν στην επωνυμία, στο διακριτικό τίτλο των εναγομένων εταιριών.
Οι ίδιες αυτές ενέργειες, ακόμη, κατέστησαν δυνατές στον Γ. Β. ακριβώς λόγω της θέσης του και των ευκαιριών, τις οποίες η εν λόγω θέση τελικώς του παρείχε, ενώ η παραπάνω υπηρεσία του υπήρξε το αναγκαίο μέσο προς επιχείρηση των προαναφερόμενων ζημιογόνων πράξεών του, οι οποίες δεν θα προκαλούντο χωρίς την ύπαρξη αυτής της υπηρεσίας και της σχέσης πρόστησης, Εξάλλου,...
ο Γ. Β., ενήργησε κατά κατάχρηση της ως άνω υπηρεσίας που του είχαν αναθέσει οι εναγόμενες, αφού σκοπίμως και κατά παράβαση των οδηγιών και εντολών, που σχετικώς είχαν δοθεί σ' αυτόν από τις εναγόμενες εταιρίες, αλλά και των οικείων αρμοδιοτήτων του, δεν τήρησε την απαιτούμενη από το νόμο διαδικασία για την αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων.
Κατά τη διαδικασία αυτή, πιο συγκεκριμένα: (α) Η αίτηση του επενδυτή προς την εταιρία διαχείρισης για την αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων έπρεπε να γίνει με τον σχετικό τύπο. (β) Το τίμημα δεν έπρεπε να καταβληθεί στο χέρια του ιδίου (Γ. Β.) ή τρίτου προσώπου, αλλά να κατατεθεί από τον επενδυτή σε έναν από τους υποδεικνυόμενους τραπεζικούς λογαριασμούς στο όνομα της εταιρίας διαχείρισης. (γ) Επίσης, έπρεπε να χρησιμοποιηθεί οπωσδήποτε το έντυπο της αίτησης, όπου ρητά αναφέρονταν τα παραπάνω.
Και ναι μεν, ο Γ. Β. ήταν ελεύθερος να ενεργεί, κατά την κρίση του, ως προς τον χρόνο, τόπο και τρόπο ανεύρεσης πελατών, πλην όμως για την υλοποίηση της απόφασης αυτών να αγοράσουν μερίδια η απαιτούμενη προς τούτο διαδικασία όφειλε υποχρεωτικά να κινηθεί μέσα στα ανωτέρω πλαίσια. Η μη τήρηση δε από αυτόν των παραπάνω υποχρεώσεών του, που απέρρεαν από τη σχέση του με τις εναγόμενες και η είσπραξη των χρημάτων των εναγόντων για δικό του λογαριασμό, καθώς και η στη συνέχεια παράνομη ιδιοποίησή τους, έγινε κατά κατάχρηση της υπηρεσίας που οι εναγόμενες του είχαν εμπιστευθεί και αποτελεί παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εν λόγω προστηθέντος, που συνιστά αδικοπραξία σε βάρος των εναγόντων.
Η προπεριγραφείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτού αναπτύχθηκε, στο πλαίσιο της ως άνω επαγγελματικής δράσης στις εναγόμενες και ενεργήθηκε καθ' υπέρβαση των κανόνων δεοντολογίας που ισχύουν στον αντίστοιχο τομέα και με κατάχρηση των προνομίων που του εξασφάλιζε η συνεργασία με το δίκτυο διάθεσης των παραπάνω κεφαλαίων, αφού, μολονότι γνώριζε ότι δεν είχε δικαίωμα να λάβει ο ίδιος τα χρήματα την αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων, αλλά να γίνεται κατάθεση σε Τράπεζα, αυτός προέβη στην είσπραξη των ως άνω χρηματικών ποσών από τους ενάγοντες, χορηγώντας τους βεβαίωση με πλαστογραφημενο, όπως αποδείχθηκε, το λογότυπο ....
Μεταξύ δε της ζημιογόνου συμπεριφοράς του και της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί υπήρχε,... εσωτερική συνάφεια, διότι η ως άνω συμπεριφορά του δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την ανατεθείσα σε αυτόν υπηρεσία, η οποία και αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο για την τέλεσή της... Περαιτέρω, ωστόσο, αποδεικνύονται και τα εξής:
Όπως βασίμως οι εναγόμενες υποστήριξαν πρωτοδίκως και ισχυρίζονται ήδη και κατ' έφεση, προβάλλοντας την οικεία ένσταση, που είναι νόμιμη, στηριζόμενη,... στις διατάξεις των άρθρ. 300, 334 και 922 ΑΚ..., την κατάχρηση της εξουσίας εκ μέρους του Γ. Β. τη γνώριζαν οι ενάγοντες, ενώ σε κάθε περίπτωση όφειλαν να τη γνωρίζουν, αφού η όλη διαδικασία που εν προκειμένω ακολουθήθηκε για την κατά τα ανωτέρω επένδυση των χρημάτων τους, μέσω απόκτησης μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, δεν ήταν η κατά τα ανωτέρω προβλεπόμενη.
Ειδικότερα, οι δύο πρώτοι από τους ενάγοντες συμπλήρωσαν μεν, κατά τα βασικά στοιχεία τους, τις προαναφερόμενες, κατά περίπτωση (ήτοι αναφορικά με καθέναν από αυτούς) έντυπες αιτήσεις συμμετοχής, δηλώνοντας και ότι αποδέχονται τον κανονισμό του αμοιβαίου κεφαλαίου, όμως, παρά το ότι ρητώς αναφερόταν στις εν λόγω έντυπες αιτήσεις ο τρόπος καταβολής της επενδυόμενης αξίας, και δη ότι η καταβολή αυτή, δυνάμενη άλλωστε κατά νόμο να πραγματοποιηθεί στον θεματοφύλακα, μπορούσε να γίνει μόνο με επιταγή εις διαταγήν της ΑΕΔΑΚ ή με κατάθεση του οικείου χρηματικού ποσού σε τραπεζικό λογαριασμό της ΑΕΔΑΚ, και ακολουθούσε η ρήτρα ότι η "...
EUROBANK" δεν θα έφερε ευθύνη για ποσό που θα καταβαλλόταν με μετρητά στον πωλητή, δηλαδή εν προκειμένω στον Γ. Β., οι ίδιοι κατέβαλαν τα χρηματικά ποσά που παραπάνω αναφέρονται, προσωπικά στον Γ. Β., με μετρητά, και ο πρώτος εξ αυτών και εν μέρει με επιταγή εις διαταγήν του. Επίσης, ενώ βασική προϋπόθεση για την απόκτηση της ιδιότητας του μεριδούχου από τους ως άνω ενάγοντες, ήταν να γίνει δεκτή η αίτηση συμμετοχής τους από την εταιρία διαχείρισης, εν προκειμένω, κάτω από την ένδειξη "Αποδεχόμαστε την παραπάνω αίτηση συμμετοχής", στο κάτω δεξιό μέρος καθεμιάς από τις έντυπες αιτήσεις, που υπέγραψαν οι πρώτος και δεύτερος των εναγόντων, υπέγραψε ο Γ.
Β., θέτοντας την σφραγίδα της ατομικής επιχείρησής του, δηλαδή ως συμβαλλόμενος ο ίδιος. Η αίτηση αυτή, αντιθέτως, έχοντας γίνει "αποδεκτή" κατά τα αμέσως προαναφερόμενα, δηλαδή ατομικά από τον Γ. Β., δεν διαβιβάστηκε στην εταιρία διαχείρισης, ούτε, βεβαίως, έγινε αποδεκτή από την τελευταία, ενώ περί της συμμετοχής των εναγόντων δεν εκδόθηκε από την τελευταία, ούτε όμως και προκύπτει ότι οι ενάγοντες ζήτησαν, να εκδοθεί, κάποιος ονομαστικός τίτλος, προσυπογεγραμμένος, μάλιστα, όπως περαιτέρω απαιτείτο, από τον θεματοφύλακα.
Oι ενάγοντες, δε, εμπιστεύθηκαν στον Γ. Β. ατομικώς τα προαναφερόμενα ποσά, κατά τον τρόπο που ανωτέρω περιγράφεται και μη ακολουθώντας την διαδικασία που προβλεπόταν στο νόμο και ανταποκρινόταν στις υποδείξεις που ευκρινώς στις ίδιες τις ως άνω έντυπες αιτήσεις περιλαμβάνονταν, ελπίζοντας ότι θα αποκομίσουν υψηλές αποδόσεις με την από μέρους του τελευταίου προσωπική διαχείριση των χρημάτων που του παρέδωσαν.
Των υποδείξεων αυτών, επίσης, οι ενάγοντες, που άλλωστε ήταν ποδοσφαιριστές εγνωσμένης αξίας και διέθεταν συναλλακτική εμπειρία τουλάχιστον εξαιτίας της κατάρτισης συμβάσεων που αφορούσαν τη δραστηριότητά τους αυτή, μπορούσαν και όφειλαν να λάβουν γνώση, απλώς αναγιγνώσκοντας τα παραπάνω έντυπα (αιτήσεις συμμετοχής), ενώ τη μη καταβολή μετρητών στον πωλητή, δηλαδή εν προκειμένω στον Γ.
Β., επιχειρούσε να αποτρέψει και η, περιλαμβανόμενη στις παραπάνω έντυπες αιτήσεις (στην υπ' αριθμ. ... αίτηση με ευδιάκριτα πιο έντονα μαύρα γράμματα), επισήμανση ότι "Η ... EUROBANK δεν φέρει καμία ευθύνη για ποσό που θα καταβληθεί με μετρητά στον πωλητή". Ειδικώς, δε, όσον αφορά τον πρώτο των εναγόντων, ο εκτιθέμενος πιο πάνω χαρακτήρας της συναλλαγής του με τον Γ.
Β. καταδεικνύεται και από το ότι..., ο τελευταίος, προς πρόσθετη εξασφάλιση του πρώτου ενάγοντος, εξέδωσε εις διαταγήν αυτού (πρώτου ενάγοντος) και του παρέδωσε, την υπ ' αριθμ. ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού ...70.000.000... δραχμών, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης την 30-4-2000. Την δε τραπεζική αυτή επιταγή ο Γ.
Β. ατομικώς, υπογράφοντας ο ίδιος επί σφραγίδας με τα στοιχεία "G. V. I. & I. Q. S.", ήτοι χωρίς οποιαδήποτε ανάμειξη ή αναφορά σε κάποια εκ των εναγομένων εταιριών. Σε ό,τι αφορά τον τρίτο των εναγόντων, εξάλλου, από το περιεχόμενο της παραπάνω βεβαίωσης, που του χορήγησε ο Γ. Β., σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικνύεται επίσης ότι ανέθεσε στον τελευταίο προσωπικά τη διαχείριση του ποσού που του εμπιστεύθηκε, χωρίς να τηρηθεί οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που, κατά νόμο..., προβλέπονταν για την απόκτηση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, ενώ από τη φράση "μέσω αμοιβαίων κεφαλαίων - μετοχών" ουδόλως διευκρινίζεται αν το ποσό που καταβλήθηκε επενδύθηκε εν τέλει σε τέτοια μερίδια ή σε μετοχές, δηλαδή σε επενδυτικό προϊόν άσχετο με αμοιβαία κεφάλαια, ή και στα δύο και, στην τελευταία περίπτωση με ποια αναλογία.
Επίσης, η, περιλαμβανόμενη στη βεβαίωση αυτή, αναφορά, ότι η μέση ετήσια απόδοση της διαχείρισης θα ήταν η "συμφωνηθείσα", καταδεικνύει προσωπική, και όχι σχετιζόμενη με επενδυτικά προϊόντα των εναγομένων εταιριών, συμφωνία του εν λόγω ενάγοντος με τον Γ. Β.. Η υπογραφή, δε, της βεβαίωσης αυτής από τον τελευταίο με την ιδιότητα του "διευθυντή" και η ύπαρξη στο πάνω δεξιό της βεβαίωσης του λογοτύπου "..." δεν οδηγεί σε διαφορετική κρίση, διότι, πέραν των ανωτέρω, κάτω από την υπογραφή αυτή ακολουθούσαν εμφανώς τα στοιχεία (διευθύνσεις, αριθμοί τηλεφώνων κλπ) της ατομικής επιχείρησης (κεντρικού γραφείου και υποκαταστήματος) του Γ.
Β.. Το ίδιο συμπέρασμα, επίσης, καταδεικνύεται και εν προκειμένω, ήτοι και αναφορικά με τον τρίτο ενάγοντα, από το ότι ο τελευταίος προς πρόσθετη εξασφάλισή του, έλαβε από τον Γ. Β. ισόποση με το ποσό της επένδυσής του τραπεζική επιταγή, και δη την υπ' αριθμ. ..., με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 15-12-1999, επιταγή της Ευρωπαϊκής Λαϊκής Τράπεζας Α.Ε., που εξέδωσε εις διαταγήν αυτού (τρίτου ενάγοντος) και του παρέδωσε ο Γ.
Β. υπογράφοντας στη θέση του εκδότη ατομικά, επί σφραγίδας με τα στοιχεία "G. V. M."... Και ναι μεν, περαιτέρω, οι ενάγοντες, υποστήριξαν πρωτοδίκως και ισχυρίζονται ήδη και με την έφεσή τους, ότι ο Γ. Β. ελάμβανε ο ίδιος, σε μετρητά, χρηματικά ποσά για την αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων από πελάτες επενδυτές, τη δε πρακτική αυτή γνώριζαν, αποδέχονταν και ενέκριναν οι εναγόμενες εταιρίες, καταργώντας, σε κάθε περίπτωση, σιωπηρώς την παραπάνω απαλλακτική ρήτρα....
Το ως άνω υποστηριζόμενα από τους ενάγοντες, ωστόσο, με βάση και τις προηγηθείσες παραδοχές, δεν κρίνονται βάσιμα,... Η πιο πάνω επικαλούμενη από τους ενάγοντες πρακτική, ήτοι να λαμβάνει προσωπικά ο ίδιος ο Γ. Β., εν γνώσει και με την αποδοχή των εναγομένων εταιριών, χρηματικά ποσά από πελάτες - επενδυτές για την αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, δεν αποδεικνύεται ότι υφίστατο....
Με βάση όλα τα παραπάνω, επομένως, δεν ευσταθούν όσα οι ενάγοντες υποστηρίζουν, όπως και πρωτοδίκως, συνδυαστικά με όσα εκθέτουν στην έφεσή τους, ισχυριζόμενοι ότι οι εναγόμενες ευθύνονται, ως προστήσασες, για την αδικοπραξία που τέλεσε σε βάρος καθενός από αυτούς ο Γ. Β., και αρνούμενοι, σε κάθε περίπτωση, την παραπάνω ένσταση των εναγομένων περί απαλλαγής τους από την οικεία ευθύνη τους, διατεινόμενοι στο πλαίσιο αυτό και ανάμεσα στα άλλα ότι η τηρηθείσα για καθέναν από αυτούς διαδικασία, για την επένδυση των ποσών που παραπάνω αναφέρονται, ήταν απολύτως νόμιμη και προβλεπόμενη και ουδεμία γνώση ή δυνατότητα γνώσης από μέρους τους υπήρχε σε σχέση με την εκ μέρους του Γ.
Β. κατάχρηση". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας με συμπλήρωση των αιτιολογιών την πρωτόδικη απόφαση, που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε απορρίψει την αγωγή τους κατά των αναιρεσιβλήτων ως προς τη βάση της ευθύνης τους λόγω αδικοπραξίας του προστηθέντος, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της προταθείσας από αυτές ένστασης, ότι ο ανωτέρω προστηθείς έδρασε κατά κατάχρηση της ανατεθείσας σε αυτόν υπηρεσίας και ότι οι ζημιωθέντες από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντες (ενάγοντες), γνώριζαν άλλως όφειλαν να γνωρίζουν την κατάχρηση της εξουσίας αυτού.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 300, 334 και 922 του ΑΚ, καθόσον διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες όσον αφορά το ανωτέρω ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, δηλαδή τη στοιχειοθέτηση της ένστασης των αναιρεσιβλήτων, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής πιο πάνω διατάξεων.
Ειδικότερα, το Εφετείο δεν αιτιολογεί επαρκώς την κρίσιμη παραδοχή του, ότι οι αναιρεσείοντες (ενάγοντες) γνώριζαν άλλως όφειλαν να γνωρίζουν την κατάχρηση της εξουσίας του ανωτέρω προστηθέντος από τις αναιρεσίβλητες εταιρείες, δεδομένου ότι, όσον αφορά μεν τους δύο πρώτους αναιρεσείοντες, στηρίζει την παραδοχή αυτή αποκλειστικά και μόνον στη δυνατότητα που αυτοί είχαν να διαβάσουν τις αιτήσεις συμμετοχής που υπέγραψαν, ενόψει του ότι "ήταν ποδοσφαιριστές εγνωσμένης αξίας και διέθεταν συναλλακτική εμπειρία τουλάχιστον εξαιτίας της κατάρτισης συμβάσεων που αφορούσαν τη δραστηριότητά τους αυτή", όσον δε αφορά τον τρίτο αναιρεσείοντα στη μη τήρηση ως προς αυτόν καθ' ολοκληρίαν της προβλεπόμενης στο νόμο διαδικασίας για την απόκτηση αμοιβαίων κεφαλαίων, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στους πρώτο και τρίτο αναιρεσείοντες ο ανωτέρω προστηθείς παρέδωσε, αντίστοιχα, προς εξασφάλισή τους, ισόποση επιταγή, με υπογραφή του ιδίου και ατομική σφραγίδα, στην οποία αναγράφονταν τα στοιχεία των γραφείων του, χωρίς, ωστόσο, να αναφέρεται στην προσβαλλόμενη, αν ο εν λόγω προστηθείς εξήγησε και επέστησε την προσοχή στους αναιρεσείοντες για την πιστή τήρηση της σχετικής διαδικασίας ή αν οι τελευταίοι γνώριζαν και με ποιο τρόπο (λόγω εμπειρίας, ειδικών γνώσεων κλπ) την προβλεπόμενη αυτή τυπική διαδικασία, και χωρίς επίσης να διαλαμβάνεται, με την παράθεση σχετικών περιστατικών, αν οι αναιρεσείοντες είχαν λόγους να αμφισβητήσουν την αξιοπιστία του προστηθέντος και να προβλέψουν, κατά το χρόνο της συναλλαγής τους, την εκ μέρους αυτού εκδηλωθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά, κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών που του είχαν δοθεί και καθ` υπέρβαση των καθηκόντων του, ενόψει και των λοιπών γενομένων δεκτών από την προσβαλλομένη παραδοχών, ότι στο γραφείο της εταιρίας του ο προστηθείς είχε αναρτήσει πινακίδα με τον διακριτικό τίτλο "...", ότι ο ίδιος ενώπιον υποψηφίων επενδυτών ισχυριζόταν αναληθώς ότι ήταν διευθυντής της δεύτερης αναιρεσίβλητης, η οποία και αυτή ενίοτε τον αποκαλούσε με την ιδιότητα του διευθυντή, ότι το Νοέμβριο 1999, σε περιοδικό με αντικείμενο θέματα της ασφαλιστικής αγοράς αποκαλείτο ως διευθυντής της "...", και ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη τον εφοδίαζε με το κατάλληλο έντυπο, διαφημιστικό και ενημερωτικό, υλικό για τα αμοιβαία κεφάλαια, καθώς και με έντυπες αιτήσεις συμμετοχής.
Δηλαδή, δεν εξηγείται επαρκώς, αν, συνεπεία των ανωτέρω περιστατικών, και ιδιαίτερα της φαινομένης ιδιότητας του προστηθέντος, της εν γένει συμπεριφοράς του και της εμπιστοσύνης, με την οποία, κατά τα ανωτέρω, τον περιέβαλαν οι δύο αναιρεσείβλητες εταιρείες, μπορούσε ή όχι να δημιουργηθεί ευλόγως στους αναιρεσείοντες, αλλά και σε τρίτους συναλλασσομένους, η πεποίθηση ότι ο προστηθείς ενεργούσε στις συγκεκριμένες συναλλαγές ως όργανο των αναιρεσιβλήτων και όχι ατομικώς, ότι μπορούσε να εισπράττει χρήματα για λογαριασμό των δύο αυτών εταιρειών, χωρίς την τήρηση της προβλεπόμενης τυπικής διαδικασίας, και ότι τα χρήματά τους θα διετίθεντο, πράγματι, για την αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων.
Επίσης, δημιουργείται ασάφεια ως προς το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα και από την παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι οι αναιρεσείοντες κατέβαλαν τα πιο πάνω χρηματικά ποσά στον προστηθέντα, αφού ο τελευταίος τους έπεισε ότι μπορούσαν να επενδύσουν τα χρήματά τους με πολύ υψηλές και συμφέρουσες γι' αυτούς αποδόσεις, καθόσον ουδόλως προσδιορίζεται, με ποιο τρόπο ο προστηθείς έπεισε τους αναιρεσείοντες, δηλαδή με την επίκληση αληθών ή αναληθών περιστατικών, στη δεύτερη δε αυτή περίπτωση, αν οι αναληθείς διαβεβαιώσεις αφορούσαν ή όχι και τη δυνατότητα καταβολής των χρημάτων προσωπικά στον ίδιο τον προστηθέντα, παρά τα αντιθέτως οριζόμενα στις αιτήσεις συμμετοχής, ως πλήρως εξουσιοδοτημένο για την ενέργεια των πράξεων αυτών, ενόψει μάλιστα και της έτερης παροδοχής ότι ο προστηθείς έχει καταδικαστεί αμετακλήτως, μεταξύ άλλων, και για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, σε βάρος πολλών επενδυτών.
Ακόμη, η αναιρεσιβαλλομένη, ενώ δέχεται ότι οι δύο πρώτοι αναιρεσείοντες συμπλήρωσαν και υπέγραψαν, κατά την προβλεπόμενη διαδικασία, τις αναφερόμενες αιτήσεις για την απόκτηση μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου, τα οποία διαχειριζόταν η πρώτη των αναιρεσιβλήτων, στη συνέχεια δέχεται, ότι αυτοί εμπιστεύθηκαν στον προστηθέντα ατομικώς τα προαναφερόμενα ποσά, με την προσδοκία να αποκομίσουν υψηλές αποδόσεις με την προσωπική εκ μέρους του διαχείριση των χρημάτων, με αποτέλεσμα να προκαλείται ασάφεια, για ποιο λόγο τελικά καταβλήθηκαν τα ένδικα χρηματικά ποσά στον παραπάνω προστηθέντα, δηλαδή καταβλήθηκαν σ' αυτόν αλλά για λογαριασμό των αναιρεσιβλήτων εταιριών, καλόπιστα, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης νόμιμης διαδικασίας προς απόκτηση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων ή ατομικά στον προστηθέντα "επ' ονόματί του και για λογαριασμό του", για προσωπική από αυτόν διαχείριση των χρημάτων, όπως ειδικότερα δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη, τελώντας αυτοί (αναιρεσείοντες) εν γνώσει της κατά κατάχρηση άσκησης της ανατεθείσας σε αυτόν υπηρεσίας.
Τέλος, δεν αιτιολογείται επαρκώς, γιατί μόνη η εμπειρία των δύο πρώτων αναιρεσειόντων από την υπογραφή επαγγελματικών συμβολαίων σχετικών με την αθλητική δραστηριότητά τους, καθιστούσε αυτούς συναλλακτικά έμπειρους και ως προς τη νόμιμη διαδικασία που έπρεπε να ακολουθήσουν σχετικά με τα αμοιβαία κεφάλαια, αφού δεν εξετάζονται και άλλα περιστατικά, όπως η ηλικία, η παιδεία και η κοινωνική και εν γένει συναλλακτική εμπειρία καθενός από τους ανωτέρω αναιρεσείοντες.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια είναι βάσιμος. Η αναιρετική δε εμβέλεια του ως άνω λόγου καταλαμβάνει και τους λοιπούς, πρώτο και δεύτερο, λόγους της αναίρεσης, με τους οποίους επίσης πλήττεται η πρώτη βάση της αγωγής, που στηρίζεται στην ευθύνη των αναιρεσιβλήτων λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του ανωτέρω προστηθέντος από αυτές συνεργάτη τους και, συνεπώς, παρέλκει η έρευνα αυτών.
Περαιτέρω, αναφορικά με τη σωρευόμενη δεύτερη βάση της αγωγής, που θεμελιώνεται σε ιδία αδικοπρακτική ευθύνη των αναιρεσιβλήτων εταιρειών, εκτίθενται τα ακόλουθα: Κατά το άρθρο 20 παρ. 4 του ν. 1969/1991, Η Α.Ε. Διαχειρίσεως μπορεί να διαθέτει τα μερίδια του αμοιβαίου κεφαλαίου και μέσω αντιπροσώπων της. "Δύνανται να ενεργούν ως αντιπρόσωποι, μόνον Τράπεζες, Ασφαλιστικές Εταιρείες και "επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών".
Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παραγράφου αυτής." Περαιτέρω, κατά το άρθρο 10 του Κώδικα Δεοντολογίας Εταιριών Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων, που θεσπίσθηκε με την εκδοθείσα, κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδότησης (άρθρο 78 του Ν. 1969/1991), απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 8422/18-6-1998 (ΦΕΚ Β' 615): 1.
Οι ΑΕΔΑΚ διασφαλίζουν την οργάνωση του δικτύου διάθεσης μεριδίων των ΑΚ που διαχειρίζονται κατά τρόπο ώστε να προστατεύονται πάντοτε τα συμφέροντα των μεριδιούχων. 2. Στο πλαίσιο των ανωτέρω οι ΑΕΔΑΚ έχουν ενδεικτικά τις παρακάτω ευθύνες και υποχρεώσεις: 2.1. Οι ΑΕΔΑΚ έχουν πλήρη ευθύνη: α)., β) ...γ) για τις πράξεις των αντιπροσώπων τους που αναλαμβάνουν τη διάθεση των μεριδίων των ΑΚ, με βάση το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν. 1969/1991 καθώς και των συνεργατών των αντιπροσώπων τους.
Η μη τήρηση, κατά την εκτέλεση των χρηματιστηριακών συναλλαγών, των αρχών που επιβάλλονται από τον Κώδικα Δεοντολογίας Εταιριών Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων και ειδικότερα η παράλειψη λήψεως μέτρων ελέγχου ή προστασίας των συμφερόντων των μεριδιούχων, συνεπεία της οποίας παρασχέθηκε η δυνατότητα σε τρίτα πρόσωπα, όπως σε εταιρεία αντιπρόσωπο της ΑΕΔΑΚ ή σε συνεργάτες αυτής, να προβούν δια των οργάνων ή υπαλλήλων τους σε υπεξαιρέσεις περιουσιακών στοιχείων πελατών της ΑΕΔΑΚ, αποτελεί παράνομη πράξη κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, οπότε γεννάται σε βάρος τόσο της τελευταίας όσο και των ανωτέρω προσώπων αδικοπρακτική ευθύνη, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της αδικοπραξίας (πρβλ.
ΑΠ 1029/2015, ΑΠ 1738/2013, ΑΠ 252/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τους τέταρτο και πέμπτο αναιρετικούς λόγους μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Μέχρι τα τέλη του μηνός Οκτωβρίου του έτους 1999 η συνεργασία μεταξύ των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων) και του Γ.
Β. ήταν ομαλή, χωρίς ποτέ να δημιουργηθεί υπόνοια για τον τελευταίο ότι ασκεί έκνομη δραστηριότητα, πολύ περισσότερο δε βεβαιότητα για παράνομη δράση του, στο πλαίσια της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Η επιχείρησή του, δε, κατά το μέρος της δραστηριότητας, που αφορούσε τις δύο εναγόμενες εταιρίες, υποβαλλόταν σε ελέγχους, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, χωρίς να διαπιστωθεί κάποιο πρόβλημα, το οποίο, εκ μέρους των αρμοδίων οργάνων των εναγομένων, να καλύφθηκε και να αποκρύφτηκε από το επενδυτικό κοινό.
Στις αρχές του μηνός Νοεμβρίου του έτους 1999, περαιτέρω, τα αρμόδια όργανα των εναγομένων πληροφορήθηκαν, κατόπιν ανώνυμων τηλεφωνικών καταγγελιών, ότι υπήρχαν υπόνοιες επενδυτών - πελατών της πρώτης εναγομένης περί υπεξαίρεσης των χρημάτων που εμπιστεύθηκαν στον Γ. Β., για να επενδύσει σε αμοιβαία κεφάλαια.
Οι εναγόμενες, στις 4-11-1999, ζήτησαν από τον Γ. Β. εξηγήσεις περί του τι συνέβαινε, τάσσοντάς του προς τούτο προθεσμία μίας εβδομάδας και γνωστοποιώντας του ότι, αν δεν παρείχε τις εξηγήσεις που του ζητήθηκαν, η δεύτερη των εναγομένων θα προέβαινε σε καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης συνεργασίας. Ο Γ. Β.
δεν ανταποκρίθηκε, ενώ αμέσως μετά ακολούθησε μία έγγραφη, πλέον, καταγγελία, και δη εκ μέρους της Ε. Κ., η οποία ωστόσο, στη συνέχεια ανακλήθηκε. Μετά ταύτα και υπό τα νέα ως άνω δεδομένα, οι εναγόμενες, αφού προέβησαν σε έλεγχο της δραστηριότητας του Γ. Β. και διαπίστωσαν ότι πράγματι αυτός, εκμεταλλευόμενος την καλή φήμη που είχε αποκτήσει στο πλαίσιο της επαγγελματικής του δραστηριότητας και το ξαφνικό ενδιαφέρον του κοινού για επενδύσεις σε αμοιβαία κεφάλαια και μετοχές ενόψει και της ανοδικής πορείας του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, έπεισε μεγάλο αριθμό πελατών τους να του εμπιστευθούν τα χρήματά προκειμένου να τα επενδύσει σε μετοχές και αμοιβαία κεφάλαια, χωρίς να έχει την πρόθεση αυτή, αλλά έχοντας την πρόθεση να τα υπεξαιρέσει και να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, προέβησαν σε όλες τις ενδεικνυόμενες για την προστασία των συναλλασσόμενων ενέργειες.
Συγκεκριμένα, η δεύτερη των εναγομένων, με εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στον Γ. Β. στις 3-12-1999, κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση πρακτόρευσης, επικαλούμενη σπουδαίο λόγο, και συγκεκριμένα παράβαση εκ μέρους του όρων της σύμβασης, του Κώδικα Δεοντολογίας και του νόμου, ενώ με το από 6-12-1999 έγγραφό της γνωστοποίησε την εν λόγω καταγγελία στο Υπουργείο Ανάπτυξης (αρ.
πρωτ. 1120/7-12-1999) και δημοσίευσε τη διακοπή της συνεργασίας τους με αυτόν σε δύο (2) ημερήσιες εφημερίδες [Η. (9-12-1999) και Κ. (10-12-1999)]. Επίσης, οι εναγόμενες απέστειλαν ενημερωτικές επιστολές σε πρόσωπα που, με βάση όσα πληροφορήθηκαν, είχαν, μέσω του Γ. Β., συνάψει συμφωνίες οι οποίες τις ενέπλεκαν. Σύμφωνα με τα παραπάνω, επομένως, λεκτέα, σε σχέση με την συγκεκριμένη αδικοπρακτική βάση τα εξής:
Κατά το χρόνο που ο πρώτος των εναγόντων κατέβαλε στον Γ. Β. το πρώτο από τα χρηματικά (ενν. ποσά) που ανωτέρω αναφέρονται, δηλαδή στις 22-10-1999, όπως και όταν οι δεύτερος και τρίτος ενάγοντες κατέβαλαν στο ίδιο πρόσωπο (Γ. Β.), τα χρηματικά ποσά που αναφορικά με αυτούς πιο πάνω αναφέρονται, οι εναγόμενες δεν είχαν πληροφορηθεί την έκνομη δραστηριότητα του Γ.
Β., ούτε είχε προκύψει σε βάρος του τελευταίου, από τους τακτικούς ελέγχους που διενεργούνταν στην επιχείρησή του, κάποιο στοιχείο, που να καταδεικνύει τέτοιου είδους δραστηριότητα. Αυτή τη δραστηριότητα δεν θα μπορούσαν οι εναγόμενες να διαπιστώσουν ελέγχοντας τις έντυπες αιτήσεις αγοράς μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, που είχαν παραδοθεί στην επιχείρησή του για την άσκηση της υπηρεσίας που του είχαν αναθέσει, και οι οποίες (αιτήσεις) ήταν αριθμημένες.
Και τούτο, διότι ένας τέτοιος έλεγχος, ενόψει τόσο του ικανού αριθμού των διατιθέμενων αιτήσεων όσο και των σημείων διάθεσής τους, καθώς και του ότι πολλές αιτήσεις καταστρέφονταν και δεν επιστρέφονταν από τους επενδυτές που τις προμηθεύονταν, καθίστατο εκ των πραγμάτων μη εφικτός. Όταν, δε, οι εναγόμενες, έλαβαν γνώση της έκνομης συμπεριφοράς του Γ.
Β., προέβησαν αμέσως στα αναγκαία μέτρα προκειμένου να ενημερωθούν οι συναλλασσόμενοι, ενώ η, μετά την διακοπή της συνεργασίας των εναγομένων μαζί του, ανάληψη της διεύθυνσης της επιχείρησής του από τη σύζυγό του, Β. Ζ., εν γνώσει των εναγομένων εταιριών, δεν σχετίζεται αιτιωδώς με τη ζημία που επήλθε σε βάρος των εναγόντων, προεχόντως διότι οι τελευταίοι είχαν ήδη συναλλαγεί με τον Γ.
Β. και είχαν καταβάλει σ' αυτόν τα παραπάνω χρηματικά ποσά. Εξάλλου, σύμφωνα με όσα ήδη πιο πάνω γίνονται δεκτά, οι ενάγοντες, καταβάλλοντας τα παραπάνω ποσά στον Γ. Β., γνώριζαν, άλλως όφειλαν να γνωρίζουν, ότι ο τελευταίος δρούσε με κατάχρηση της υπηρεσίας που είχε ανατεθεί σ' αυτόν.
Συνεπώς, για την ζημία που επήλθε σε βάρος των εναγόντων με την απώλεια των χρηματικών αυτών ποσών..., δεν θεμελιώνεται ευθύνη των εναγομένων εξαιτίας της μη λήψης μέτρων ελέγχου του παραπάνω προσώπου και εκείνων που συναλλάσσονταν μαζί του. Το ίδιο, όμως, ισχύει και σε σχέση με το χρηματικό ποσό που ο πρώτος των εναγόντων κατέβαλε στον Γ.
Β. στις 12-11-1999, καθώς τότε οι εναγόμενες είχαν λάβει μόνο ανώνυμες τηλεφωνικές καταγγελίες, οι οποίες διερευνώντο, η δε συγκεκριμένη καταβολή πραγματοποιήθηκε την επομένη της παρέλευσης της προθεσμίας που η δεύτερη εναγομένων έθεσε στον Γ. Β., δηλαδή σε ημέρα που εκ των πραγμάτων τα μέτρα ενημέρωσης των συναλλασσόμενων δεν είχαν ενεργοποιηθεί.
Σε κάθε περίπτωση,... ο πρώτος των εναγόντων, καταβάλλοντας και το ποσό αυτό στον Γ. Β., γνώριζε, άλλως όφειλε να γνωρίζει, την, κατά κατάχρηση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, δράση του τελευταίου, ενώ τα ίδια ισχύουν και αναφορικά με την μετέπειτα ανάληψη της διεύθυνσης της επιχείρησης του τελευταίου από τη σύζυγό του, Β.
Ζ.. Τέλος, δεν αποδείχθηκε ότι σε βάρος της πρώτης των εναγομένων, ως εταιρίας διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων επιβλήθηκε κάποια διοικητική κύρωση από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, σχετιζόμενη ειδικώς με την (μη) τήρηση κανόνων δεοντολογίας αναφορικά με τις περιστάσεις της προκείμενης ή παρόμοιας υπόθεσης, και δη εντός του κρίσιμου κατά τα ανωτέρω χρονικού διαστήματος, ενώ το ίδιο, αναλόγως, ισχύει και για την δεύτερη εναγομένη.
Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες διέπραξαν αυτοτελώς, δηλαδή οι ίδιες, μέσω των αρμοδίων οργάνων τους, αδικοπραξία σε βάρος των εναγόντων...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε, με επάλληλη αιτιολογία, την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και ως προς την έτερη σωρευόμενη βάση, που θεμελιώνεται σε ιδία και αυτοτελή αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι δεν υφίσταται παράνομη συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 330 ΑΚ, καθώς και αυτές των άρθρων 10 παρ. 2.1 β'και γ' του Κώδικα Δεοντολογίας των Εταιρειών Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων και 20 παρ.4 του Ν. 1969/1991, αφού υπό τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, η εκτιθέμενη ως άνω συμπεριφορά των εναγομένων δεν αποτελεί υπαίτια και παράνομη, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, πράξη.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα εσφαλμένη υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στις ανωτέρω διατάξεις, είναι αβάσιμος, ενώ ο ανωτέρω λόγος, καθό μέρος με αυτόν, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς το πραγματικό ζήτημα, είναι απαράδεκτος (ΑΠ 977/2017, ΑΠ 680/2016).
Εξάλλου, ο ίδιος ως άνω λόγος, κατά το μέρος που οι αναιρεσείοντες, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά την επάλληλη αιτιολογία αυτής, ότι δηλαδή οι αναιρεσείοντες γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι ο ανωτέρω συνεργάτης των αναιρεσιβλήτων εταιρειών δρούσε κατά κατάχρηση της υπηρεσίας που αυτές του είχαν αναθέσει, με αποτέλεσμα η ζημία του να οφείλεται σε δική τους αποκλειστικά συμπεριφορά, είναι αλυσιτελής, εφόσον, κατά τα ανωτέρω, η πρώτη από τις επάλληλες αιτιολογίες επλήγη ανεπιτυχώς, και ως εκ τούτου απαράδεκτος.
Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφαση του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της αποφάσεώς του, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της αποδιδομένης στις δύο αναιρεσίβλητες αδικοπρακτικής ευθύνης, δεχθείσα, ειδικότερα, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τη μη συνδρομή των απαιτουμένων για τη θεμελίωσή της προϋποθέσεων, με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή ορθή αιτιολογία, α) ότι η επιχείρηση του Γ.
Β., κατά το μέρος της δραστηριότητας, που αφορούσε τις δύο εναγόμενες εταιρίες, υποβαλλόταν σε ελέγχους, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, χωρίς να διαπιστωθεί κάποιο πρόβλημα, το οποίο, εκ μέρους των αρμοδίων οργάνων των εναγομένων, να καλύφθηκε και να αποκρύφτηκε από το επενδυτικό κοινό, β) ότι, όταν στις αρχές Νοεμβρίου 1999, περιήλθαν σε γνώση των αρμοδίων οργάνων των αναιρεσιβλήτων καταγγελίες πελατών αυτών - επενδυτών περί υπεξαίρεσης από τον Γ.
Β. χρημάτων, που είχαν εμπιστευθεί σε αυτόν για να επενδύσει σε αμοιβαία κεφάλαια, κάλεσαν τον τελευταίο αμέσως για εξηγήσεις και στη συνέχεια, αφού προέβησαν σε έλεγχο της δραστηριότητας του Γ. Β. και διαπίστωσαν τη βασιμότητα των καταγγελιών, αφενός μεν προέβησαν σε όλες τις ενδεικνυόμενες για την προστασία των συναλλασσόμενων ενέργειες, αφετέρου δε η δεύτερη των εναγομένων κατήγγειλε, στις 3-12-1999, τη μεταξύ τους σύμβαση πρακτόρευσης, γ) ότι κατά το χρόνο που κατέβαλαν στο Γ.
Β. ο πρώτος των αναιρεσειόντων το πρώτο χρηματικό ποσό (22-10-1999), και οι άλλοι δύο τα ως άνω χρηματικά ποσά, οι αναιρεσίβλητες δεν είχαν πληροφορηθεί την έκνομη δραστηριότητά του, ούτε είχε προκύψει σε βάρος του, από τους τακτικούς ελέγχους που διενεργούνταν στην επιχείρησή του, κάποιο στοιχείο, που να καταδεικνύει τέτοιου είδους δραστηριότητα, και δ) ότι εντός του κρίσιμου χρονικού διαστήματος, δεν επιβλήθηκε σε βάρος της πρώτης των εναγομένων κάποια διοικητική κύρωση από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, σχετιζόμενη ειδικώς με τη μη τήρηση κανόνων δεοντολογίας αναφορικά με τις περιστάσεις της προκείμενης ή παρόμοιας υπόθεσης, το ίδιο δε ισχύει για τη δεύτερη εναγομένη.
Υπό τις επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προβαλλόμενες, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, από το αρθ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις και, συνεπώς, ο λόγος αυτός, πλήττοντας παράλληλα, ανεπιτρέπτως, την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι αβάσιμος, καθόσον, ειδικότερα, η παραδοχή περί διενέργειας τακτικών ελέγχων χωρίς να διαπιστωθεί έκνομη δραστηριότητα του Γ.
Β., δεν είναι αντιφατική με την έτερη παραδοχή της αναιρεσιβαλλόμενης ότι ο τελευταίος υπεξαίρεσε τα χρήματα των αναιρεσειόντων αλλά και άλλων ανυποψίαστων επενδυτών. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο, που αφορά την πρώτη αγωγική βάση της ευθύνης των αναιρεισιβλήτων λόγω αδικοπραξίας του προστηθέντος, και να παραπεμφθεί κατά το μέρος αυτό η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή.
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος από αυτούς για το παραδεκτό της αίτησης παραβόλου. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που δεν κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1566/2016 απόφαση του Tριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος από αυτούς παραβόλου. Και
Επιβάλλει στις αναιρεσίβλητες τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου)