1359/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1359/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 Κ.Πολ.Δ..
Full text
Απόφαση 1359 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1359/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Μ. χήρας Π., κατοίκου ..., 2) Α. Μ. του Π., κατοίκου ... και 3) Α. Μ. του Π., κατοίκου ... . Η 2η παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητας της ως δικηγόρου και οι 1η και 3ος εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο τους.
Της αναιρεσίβλητης: Σ. χας Χ. Κ., το γένος Α. Μ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Σταυροπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/3/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 8/10/2009 παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Θέρμου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 89/2012 του Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12/7/2012 αίτηση και τους από 13/3/2013 προσθέτους λόγους τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 5/4/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής.
Η αναιρεσείουσα ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 89/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, που δίκασε ως Εφετείο, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της 17/2010 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θέρμου. Ειδικότερα ενώπιον του τελευταίου δικαστηρίου άσκησε η ήδη αναιρεσίβλητη αγωγή κατά τω αναιρεσειόντων, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, οικοπέδου με διώροφη ημιτελή οικία, με έκτακτη χρησικτησία, καθ' όσον νέμεται τούτο με διάνοια κυρίας με τις διακατοχικές πράξεις που εξέθετε, πλέον της εικοσαετίας συνέχεια από το 1966, όταν παραχωρήθηκε τούτο άτυπα σ' αυτήν από τους προηγούμενους αληθείς κυρίους του, την αδελφή της Α.
Σ. και το γαμπρό της Γ. Σ., στους οποίους είχε περιέλθει με βάση προικοσυμβόλαιο του 1960, που μεταγράφηκε νόμιμα από τον προικοδότη πατέρα τους, ο οποίος απέκτησε την κυριότητα αυτού παραγώγως λόγω αγοράς το 1950 με συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε. Ότι οι εναγόμενοι, σύζυγος και τέκνα ου αποβιώσαντος αδελφού της, αποδέχθηκαν την κληρονομιαία περιουσία του και στη σχετική δήλωση αποδοχής για την οποία συντάχθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο περιέλαβαν ως ανήκον σ' αυτήν (κληρονομιαία περιουσία) και το 1/4 εξ αδιαιρέτου του ισογείου ορόφου της επίδικης διώροφης οικοδομής.
Ζήτησε δε επικαλούμενη, ως προσβολή της κυριότητας της, το τελευταίο αυτό γεγονός δηλαδή της αποδοχής ιδανικού μεριδίου του ισογείου ορόφου από τους αναιρεσείοντες, ως ανήκον στην κληρονομιαία περιουσία του προαναφερόμενου, αδελφού της, να αναγνωρισθεί η κυριότητά της στο μείζον παραπάνω ακίνητο δηλαδή στο οικόπεδο με τη διώροφη ημιτελή οικία και στο 1/4 εξ αδιαιρέτου του ισογείου ορόφου αυτής, την άρση της προσβολής της κυριότητάς της με τη διόρθωση της συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής των αναιρεσειόντων της πατρικής κληρονομίας και την παράλειψη της προσβολής της κυριότητάς της αυτής στο μέλλον.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή ως προς όλα τα αιτήματά της. Κατά ης αποφάσεως αυτής άσκησαν έφεση οι αναιρεσείοντες ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, το οποίο μ την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ειδικότερα ότι η αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων ότι κατέστησαν συγκύριοι του ισογείου ορόφου αυτού, ως κληρονόμοι του συζύγου και πατέρα τους ο οποίος ήταν συγκύριος αυτού κατά το θάνατό του και ανήκε τούτο κατά ιδανικό μερίδιο στην κληρονομιαία περιουσία του, ως συγκληρονόμου του δικού του πατέρα, προαναφερόμενου προικοδότη, αποκλειστικού κυρίου αυτού (ισογείου) ο οποίος με το σχετικό παραπάνω προικοσυμβόλαιο προέβη σε σύσταση οροφοκτησίας, στην επίδικη διώροφη οικοδομή και με βάση αυτό μεταβίβασε λόγω προίκας μόνο τον πρώτο όροφο αυτής, ενώ το ισόγειο παρέμεινε στην κυριότητά του και περιήλθε μετά το θάνατό του στους κληρονόμους του, μεταξύ των οποίων και ο δικαιοπάροχος τους, επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε κρίνει ομοίως.
Περαιτέρω δέχθηκε ως μη νόμιμο το αίτημα της αγωγής, την οποία έκρινε ως αναγνωριστική κυριότητας του ενιαίου μείζονος επιδίκου ακινήτου (οικοπέδου με διώροφη οικοδομή) θεμελιούμενη στην έκτακτη χρησικτησία και όχι ως αρνητική κυριότητας όπως είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, για την αναγνώριση ως κυρίας της ενάγουσας και στο 1/4 εξ αδιαιρέτου του ισογείου ορόφου με την αιτιολογία ότι δεν είχε συσταθεί στην επίδικη οικοδομή οροφοκτησία, καθώς και τα συναρτώμενα με αυτό αιτήματα άρσης της προσβολής της κυριότητας της ενάγουσας με τη διόρθωση της ίδιας πράξης αποδοχής της κληρονομίας και της παράλειψης προσβολής της κυριότητάς της στο μέλλον, τα οποία είχε δεχθεί ως νόμιμα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, περιλαμβάνοντας ειδικώς περί τούτων διατάξεις στο διατακτικό της απόφασής του και δεχόμενο κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση κατά το τελευταίο αυτό μέρος.
Επειδή τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (άρθρο 336 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΟλΑΠ 8/2005).
Κατά δε το άρθρο 560 αρ.1β Κ.Πολ.Δ. η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, που για να είναι ορισμένος, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1β του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., στην οποία υπέπεσε το δικαστήριο της ουσία κατά την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1041-1051, και 1108 ΑΚ διότι, με το να δεχθεί κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της ένστασης των αναιρεσειόντων περί ιδίας κυριότητας ιδανικού μεριδίου του επιδίκου ακινήτου και της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής ότι "οι εναγόμενοι προέβαλαν ίδια δικαιώματα επί του επιδίκου το πρώτον μετά το θάνατο του πατέρα τους και αδελφού της ενάγουσας Π.
Μ., ενώ θα μπορούσαν, αν υπήρχαν, να τα προβάλλουν αυτοί η ο θανών πατέρας τους πολύ νωρίτερα. Περαιτέρω η δήλωση εκ μέρους των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας Α. Σ. και Γ. Σ., του επιδίκου ακινήτου στα στοιχεία ακινήτων τους (Ε9) στην αρμόδια ΔΟΥ, δεν συνεπάγεται ότι εξακολουθούν να διατηρούν την κυριότητα αυτού, αλλά έγινε τύποις προφανώς, κατόπιν σχετικής υπόδειξης, καθ' ότι δεν έχει ακόμα συνταχθεί το σχετικό συμβόλαιο μεταβίβασης του ακινήτου αυτού", παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας σύμφωνα με τα οποία "ένα πρόσωπο δεν απαιτείται να προβάλει το ίδιο δικαίωμα κυριότητας επί ακινήτου, προτού αυτό προσβληθεί από άλλο πρόσωπο" καθώς και ότι "ουδείς δηλώνει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
ακίνητο, ως ανήκον σε αυτόν κατά πλήρη κυριότητα εν γνώσει της επ' αυτού κυριότητας τρίτου προσώπου". Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, καθ' όσον τα παρατιθέμενα συμπεράσματα δεν έχουν χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας με την προεκτεθείσα έννοια, αλλά αποτελούν απλά πραγματικά επιχειρήματα για τη στήριξη των απόψεων των αναιρεσειόντων ότι είναι συγκύριοι του ισογείου ορόφου της επίδικης οικοδομής και δε χρησιμοποιήθηκαν κατά την υπαγωγή στους παραπάνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου πραγματικών περιστατικών, αλλά όπως προκύπτει από το περιεχόμενό τους, η μη χρησιμοποίησή τους ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση της βασιμότητας των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 Κ.Πολ.Δ..
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ρητώς εξαιρείται του αναιρετικού ελέγχου η εκτίμηση του δικαστηρίου επί πραγματικών γεγονότων. Με τους πρώτο και δεύτερο πρόσθετους λόγους της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αρ. 1α του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. και 1β του ίδιου άρθρου αντίστοιχα προβάλλουν την αιτίαση 1) ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου και εσφαλμένα δέχθηκε ότι δε συστήθηκε από τον προικοδότη οροφοκτησία με το προαναφερόμενο προικοσυμβόλαιο στην επίδικη διώροφη οικοδομή και ότι δε μεταβιβάσθηκε με το ίδιο συμβολαιογραφικό έγγραφο μόνο ο ανώγειος όροφος της ίδιας οικοδομής, αλλά ολόκληρο το επίδικο (με τον πρώτο πρόσθετο λόγο) και 2) ότι εσφαλμένα δέχθηκε παραβιάζοντας τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι μεταβιβάσθηκε με άτυπη δωρεά στην ενάγουσα-αναιρεσίβλητη, από τον γαμπρό της και την αδελφή της το επίδικο ακίνητο, στους οποίους είχε περιέλθει με το προαναφερόμενο προικοσυμβόλαιο από τον προικοδότη, πατέρα της, ενώ από το ίδιο συμβολαιογραφικό έγγραφο προκύπτει ότι μεταβιβάσθηκε λόγω προίκας στον προικολήπτη ο ανώγειος όροφος του ίδιου ακινήτου, ο οποίος και μόνον ήταν κύριος αυτού (με το δεύτερο πρόσθετο λόγο).
Οι αιτιάσεις αυτές αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, οι οποίες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, Συνεπώς οι παραπάνω λόγοι είναι απαράδεκτοι.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ... 2) αν το δικαστήριο δε συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ... 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ή δεν έχει καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.
Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους, που αναφέρονται περιοριστικώς στο νόμο. Η διάταξη αυτή είναι ειδική ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερόμενων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεων των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων.
Εξάλλου μόνον η νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου συνιστά παραβίαση αυτού, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του σχετικά με τη νομική επάρκεια της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αν αντιθέτως αρκέσθηκε σε λιγότερα προβάλλεται ως λόγος αναίρεσης σύμφωνα με το άρθρο 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων καθώς και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, όχι δε και η ποσοτική και ποιοτική αοριστία αυτής, που συνίσταται η μεν στο ότι το δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν των προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αγωγικό αίτημα μεταξύ των οποίων και τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση του ενάγοντος και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008), η δε στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του διότι η μεν ποσοτική αοριστία ελέγχεται με βάση τον αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
η δε ποιοτική με βάση τον αρ. 14 του ίδιου άρθρου, οι οποίες όμως δεν περιλαμβάνονται στους λόγους αναίρεσης κατά των προαναφερομένων αποφάσεων που προβλέπονται περιοριστικώς στο άρθρο 560 του ίδιου κώδικα. Περαιτέρω και οι δικονομικές ελλείψεις που καθιστούν άκυρο ή απαράδεκτο το δικόγραφο της αγωγής και οι οποίες ελέγχονται επίσης από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
δεν ιδρύουν λόγο αναιρέσεως κατά τω ίδιων παραπάνω αποφάσεων. Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, κατ' ορθή υπαγωγή του διαλαμβανομένου νομικού σφάλματος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.) ότι δηλαδή το Πολυμελές Πρωτοδικείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή, επειδή δεν αναφέρεται στο δικόγραφο αυτής η αξία του αντικειμένου της ένδικης διαφοράς των διαδίκων δηλαδή η αξία του συνόλου της επίδικης οικοδομής ανώγειου και ισόγειου πλέον της αξίας του οικοπέδου και τα θεμελιωτικά στοιχεία του εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας για την άσκηση αυτής, καθώς και ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή επειδή δεν είχε μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Θέρμου Αιτωλοακαρνανίας.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος καθ' όσον σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων δεν ιδρύεται ο παραπάνω αναιρετικός λόγος. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-7-2012 αίτηση και τους από 13-3-2013 πρόσθετους λόγους αυτής περί αναιρέσεως της 89/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6η Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 18η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ