Legislator Case Law & Legislation
1359/2011 AI generated

1359/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1359/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1359/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): κεφάλαια". Με βάση, όμως, τα προεκτεθέντα, η ως άνω έφεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι αφορούσαν τα ίδια αγωγικά αιτήματα, δηλαδή τα αυτά κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης, ήτοι τα αιτήματα για επιδίκαση στην αναιρεσείουσα χρηματικών ποσών που της οφείλονταν από δανειστικές συμβάσεις και ήταν ασφαλισμένες με υποθήκη ή ενέχυρο επί απαιτήσεως.

Keywords

AI generated
credit insurance bank guarantee claim event mortgage insurance financial institutions outstanding insurance premiums insurance companies
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1359 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1359/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα ----

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Β.Ι.-Π.Α. ΟΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Απόστολο Γεροντίδη και Αντώνιο Πεπελάση.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν η πρώτη από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου και η δεύτερη από την πληρεξούσια δικηγόρο της Λουκία Βαρελά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2000 αγωγή της αναιρεσείουσας, την από 20-10-2000 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκε η 1977/2002 μη οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και αφού συνεκδικάσθηκε και η από 30-5-2002 κύρια παρέμβασή της ήδη 2η αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5370/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5250/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε η αναιρεσείουσα, και εκδόθηκε η 1543/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που ανήρεσε μερικώς την εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 3670/2009 απόφαση του την αναίρεση της οποίας ζητά η αναιρεσείουσα με την από 18-1-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιες των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επί της υποθέσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1543/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία, κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος, έχει, κατά λέξιν, ως εξής: "Με την από 10-3-2000 αγωγή της, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, ομόρρυθμη εταιρία, ζητούσε - πλην άλλων που δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης - να της επιδικασθεί χρηματικό ποσό 418.847.079 δραχμών, το οποίο της οφείλει η εναγομένη και ήδη δευτέρα των αναιρεσιβλήτων, ασφαλιστική εταιρία, ως ασφαλιστική αποζημίωση, επειδή η ασφαλισμένη επιχείρηση της (εργοστάσιο επίπλων στη ...) είχε καταστραφεί ολοσχερώς λόγω πυρκαϊάς την 1-10-1998. Στην ανοιγείσα δίκη παρενέβη κυρίως η πρώτη αναιρεσίβλητη (Εθνική Τράπεζα) και αξίωσε να καταβληθεί τμήμα του ασφαλίσματος στην ίδια, μερικώς μεν ως ενυπόθηκος δανείστρια, μερικώς δε ως έχουσα ενέχυρο επ' αυτού. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την 5370/2003 απόφαση του, δέχθηκε μερικώς την αγωγή και στο σύνολο της την παρέμβαση. Μετά την άσκηση εφέσεων εκδόθηκε η 5250/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που αφού εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, εξήτασε εκ νέου την υπόθεση και την μεν αγωγή δέχθηκε μερικώς, για το ποσό των 652.459 ευρώ, την δε παρέμβαση στο σύνολό της, επιδικάζοντας στην παρεμβαίνουσα τράπεζα συνολικώς 385.175 ευρώ. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται ήδη με την κρινόμενη αίτησή της η ενάγουσα και τώρα αναιρεσείουσα εμπορική εταιρία.

Κατά το άρθρο 520 παρ. 2 ΚΠολΔ: "Πρόσθετοι λόγοι έφεσης ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με την έφεση και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με τα κεφάλαια αυτά ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο... ". Ως "κεφάλαιο", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής (και εκείνης του άρθρου 523 παρ. 1 ΚΠολΔ) νοείται η οριστική διάταξη της πρωτοβάθμιας απόφασης με την οποία το δικαστήριο αποφάνθηκε για το ορισμένο και παραδεκτό (ή) και την βασιμότητα ενός αυτοτελούς αιτήματος για παροχή έννομης προστασίας και οποιασδήποτε κατά του αιτήματος αυτού ενστάσεως (ΑΠ 1124/1997, ΑΠ 238/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ως απαράδεκτους τους πρόσθετους λόγους εφέσεως, που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα εταιρία, με την αιτιολογία ότι "με την μεν έφεση πλήττεται η κρίση της - πρωτοβάθμιας -απόφασης αναφορικά (α) με το χαρακτήρα της ασκηθείσας...παρέμβασης ως κυρίας και (β) με το ορισμένο του δικογράφου αυτής, ενώ με τους πρόσθετους λόγους προσβάλλεται η κρίση αυτής αναφορικά με την ουσιαστική βασιμότητά της....ευχερώς εντεύθεν συναγομένου ότι οι ως άνω πρόσθετοι λόγοι δεν αναφέρονται ούτε στα εκκληθέντα με την έφεση, αλλά ούτε και σε αναγκαίως μ' αυτά συνεχόμενα...

κεφάλαια". Με βάση, όμως, τα προεκτεθέντα, η ως άνω έφεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι αφορούσαν τα ίδια αγωγικά αιτήματα, δηλαδή τα αυτά κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης, ήτοι τα αιτήματα για επιδίκαση στην αναιρεσείουσα χρηματικών ποσών που της οφείλονταν από δανειστικές συμβάσεις και ήταν ασφαλισμένες με υποθήκη ή ενέχυρο επί απαιτήσεως.

Κατά συνέπεια, οι πρόσθετοι λόγοι της εφέσεως είχαν ασκηθεί παραδεκτώς, το δε Εφετείο, που έκρινε διαφορετικά, υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Έτσι, πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός (πρώτος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η απόφαση για την αιτία αυτή.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 14, ιδρύεται, αντιστοίχως λόγος αναιρέσεως αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου και αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Σε κάθε όμως περίπτωση, η αοριστία του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας, για να δημιουργείται λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των οικείων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα: α) Δεν είχε προβάλει στο Εφετείο ένσταση αοριστίας του δικογράφου της κυρίας παρεμβάσεως, ερειδόμενη στο γεγονός, ότι δεν διαλαμβανόταν σ' αυτό χωριστά το ύψος κάθε απαιτήσεως, που ασφαλιζόταν με υποθήκη ή ενέχυρο επί του ασφαλίσματος και για την οποία είχε χωρήσει υποκατάσταση της παρεμβαίνουσας στη θέση της αρχικής δικαιούχου του ασφαλίσματος, κατά τους αντίστοιχους χρόνους (η πράγματι προταθείσα αοριστία της παρέμβασης στηριζόταν σε εντελώς άλλη βάση), (β) Δεν είχε διατυπώσει κατά της πρωτόδικης απόφασης παράπονο, σχετικό με την τοκοφορία της απαίτησης των 100.000.000 δραχμών που ήταν ασφαλισμένη με ενέχυρο επί του ασφαλίσματος, ούτε περί του παραδεκτού του αιτήματος της κυρίως παρεμβαίνουσας.

Κατά συνέπεια, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι οι λόγοι της αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι εκ των ανωτέρω διατάξεων πλημμέλειες, και δη ότι το Εφετείο δεν απέρριψε την παρέμβαση ως αόριστη και το δι' αυτής υποβληθέν αίτημα ως απαράδεκτο και ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 455, 462, 416, 417 και 345 ΑΚ (δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου και τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου του δικογράφου των προσθέτων λόγων)....".

Ενόψει τούτων προβάλλονται αλυσιτελώς και είναι γι' αυτό απορριπτέοι οι λοιποί αναιρετικοί λόγοι του προσθέτου δικογράφου, με τους οποίους - κατά την εκτίμηση του περιεχομένου τους - αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια και υποστηρίζεται ότι στερείται επαρκούς αιτιολογίας, επειδή είναι ασαφές αν τελικώς οι επίμαχες προσημειώσεις είχαν τραπεί σε υποθήκες (είτε πριν είτε μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, δηλαδή μετά την καταστροφή του υπεγγύου και ασφαλισμένου εργοστασίου)".

Στη συνέχεια εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, απόφαση του Εφετείου (υπ' αριθμ. 3670/2009), στην οποία, μεταξύ άλλων, διαλαμβάνονται και τα εξής: "Μετά την έκδοση της απόφασης του Αρείου Πάγου και την παραπομπή της υπόθεσης στο παρόν Δικαστήριο, η εκκαλούσα (σημ: δηλαδή η αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού τους από 10.12.2007 πρόσθετους λόγους....Οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, δεδομένου ότι η υπ' αρ. 5250/2004 εφετειακή απόφαση δεν αναιρέθηκε στο σύνολό της, αλλά μόνο κατά τη διάταξή της που απορρίφθηκαν οι από 14.4.2004 πρόσθετοι λόγοι ως απαράδεκτοι και, συνεπώς....δεν είναι επιτρεπτή η άσκησή τους". Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως της κρινόμενης αίτησης (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ) προβάλλονται τα ακόλουθα: "Το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 3670/2009 απόφασή του απέρριψε το δικόγραφο των προσθέτων λόγων έφεσης ως απαράδεκτο επειδή η απόφαση 5250/2004 του Εφετείου Αθηνών είχε αναιρεθεί μόνον κατά το κεφάλαιο της κύριας παρέμβασης και όχι στο σύνολό της....

Επειδή με το κύριο δικόγραφο της έφεσης η απόφαση είχε εκκληθεί και ως προς το κεφάλαιο της κύριας παρέμβασης, όπως αυτό διευκρινίσθηκε με τη με αριθμό 1543/2007 απόφαση του Α' Τμήματος του Αρείου Πάγου, οι πρόσθετοι λόγοι που άσκησα στο Δικαστήριο της παραπομπής ήταν παραδεκτοί και έπρεπε να εξετασθούν σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 520 παρ. 2 και 579 ΚΠολΔ....

Συνεπώς, με την κρίση του αυτή το Εφετείο κατέστησε αναιρετέα την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού παρά τον νόμο...κήρυξε απαράδεκτους τους πρόσθετους λόγους που άσκησα στο Δικαστήριο της παραπομπής....". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως ερειδόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι, με την ανωτέρω απόφαση του Αρείου Πάγου, η 5250/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών είχε αναιρεθεί "κατά το κεφάλαιο της κύριας παρέμβασης", ενώ, όπως εξ αυτής προκύπτει, η εφετειακή απόφαση ανηρέθη μόνο κατά το μέρος της, το οποίο αφορούσε το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, ενώ οι αναιρετικοί λόγοι, που επίσης αφορούσαν το κεφάλαιο της κύριας παρέμβασης και οι οποίοι είχαν προβληθεί με το κύριο δικόγραφο της έφεσης, απερρίφθησαν.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της κύριας παρέμβασης, που η δευτέρα των αναιρεσιβλήτων ("Εθνική Τράπεζα ΑΕ") είχε ασκήσει στο Πρωτοδικείο, το αίτημα, που αυτή υπέβαλλε, είχε, κατά λέξιν, ως εξής "αιτούμαι.....να υποχρεωθεί η πρώτη των καθών (σημ: η πρώτη αναιρεσίβλητος, ασφαλιστική εταιρία) για τους λόγους που αναφέρονται στο ιστορικό της παρούσας να καταβάλει σε εμένα (σημ:

στην Τράπεζα) εκ του δικαιουμένου υπό της δευτέρας των καθών (σημ: της εδώ αναιρεσείουσας) ποσού: α) ι)το ποσό των δραχμών 91.187.125 νομιμοτόκως με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων, από 12.3.99, πλέον ΕΦΤΕ 3% και ιι)ποσό δραχμών 2.861.620 νομιμοτόκως από 19.6.99, β) ποσό δραχμών 27.200.002 νομιμοτόκως με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων από 12.3.1999 πλέον ΕΦΤΕ 3%, καθώς και γ) ποσό δραχμών 10.000.000 νομιμοτόκως με εξάμηνο ανατοκισμό από 4.11.1999 πλέον ΕΦΤΕ 3% και τα ανωτέρω ποσά να μου τα καταβάλει μέχρις εξοφλήσεως".

Σχετικώς, το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, κατά λέξιν, τα ακόλουθα: "Επομένως, όπως προαναφέρθηκε, η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένη δανείστρια των ασφαλισθέντων με τα υπ' αριθμ. .../1997 και .../5/98 ασφαλιστήρια συμβόλαια και μέχρι του ποσού των [62.500.000 (ενυπόθηκος δανείστρια) + 100.000.000 (σύμβαση ενεχύρασης) + 50.000.000 (υποθήκη) + 26.000.000 (υποθήκη)] = 238.500.000 δραχμών, αντικειμένων, και επομένως δικαιούχος της ασφαλιστικής αποζημιώσεως, βάσει της υπ' αριθμ. 3049/86 συμβάσεως πιστώσεως μέχρι του ποσού των δραχμών 91.187.125 νομιμοτόκως με το ανώτατο επιτρεπόμενο τραπεζικό επιτόκιο υπερημερίας και εξάμηνο ανατοκισμό από 12/3/99, μέχρις εξοφλήσεως πλέον ΕΦΤΕ 3% και δραχμών 2.681.620 (εκ των οποίων 2350.000 για την δικαστική δαπάνη, 31.620 για τέλη απογράφου και 300.000 σύνταξη επιταγής) νομιμοτόκως από 19/6/99, δικαιούχος, βάσει της υπ' αριθμ. .../94 συμβάσεως πιστώσεως της ασφαλιστικής αποζημιώσεως μέχρι του ποσού των δραχμών 27.200.002 νομιμοτόκως με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων από 12/3/99 μέχρις εξοφλήσεως, πλέον ΕΦΤΕ 3%, και τέλος δικαιούχος βάσει της συνδεόμενης με την υπ' αριθμ. 8.109/94 σύμβαση και καταπεσούσης εγγυητικής επιστολής μέχρι του ποσού των δραχμών 10.000.000, νομιμοτόκως με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων μέχρις εξοφλήσεως, από 4/11/99, ημερομηνία που κατέπεσε η εγγυητική επιστολή και το ποσό αυτής μεταφέρθηκε στην οριστική καθυστέρηση, (λογ/σμός ...) σε κάθε περίπτωση, είναι η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος σύμφωνα με τα άρθρα 1223 και 1281, 1282, 1285, 1286 και 1287 ΑΚ και όχι η δεύτερη εναγομένη, "Β.

Ι. και Π. Α. Ο.Ε.", η οποία δεν έχει εκχωρήσει στην δεύτερη εναγομένη, "Β. Ι. και Π. Α. Ο.Ε.", τα νόμιμα ή τα συμβατικά δικαιώματα αξιώσεις και απαιτήσεις εκ των προαναφερθέντων ασφαλιστηρίων συμβολαίων....Η ενάγουσα και η κυρία παρεμβαίνουσα δυνάμει των πιο πάνω συμβάσεων πιστώσεως με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό (υπ' αριθμ. .../24-7-1986 και .../18-2-1994) προέβη υπέρ της κυρίως παρεμβαίνουσας (Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος) με ρητή δήλωση και συμφωνία που περιέχεται στα ως άνω αναφερόμενα ασφαλιστήρια συμβόλαια σύμφωνα με την οποία (δήλωση) δικαιούχος της ασφαλιστικής αποζημίωσης είναι ο ενυπόθηκος δανειστής έως την κάλυψη των απαιτήσεων του από τις δανειακές συμβάσεις.

Επομένως η ενάγουσα δε δικαιούται να ασκήσει την υπό κρίση αγωγή κατά των εναγομένων ασφαλιστικών εταιρειών να ζητήσει να της καταβάλουν αυτές το πιο πάνω ποσό της ασφαλιστικής αποζημίωσης 310.796.989 δραχμές ή 912.096,8 ευρώ έως το ποσό της ενυπόθηκης απαίτησης. Επί πλέον η ενάγουσα ενεχυρίασε την απαίτηση έως το ποσό των 10.000.000 δραχμών στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και επομένως δε δικαιούται να ζητήσει από τις εναγόμενες ασφαλιστικές εταιρείες να της καταβάλουν το πιο πάνω ποσό της ασφαλιστικής αποζημίωσης εφόσον το δικαίωμα αυτό ανήκει από το χρόνο αναγγελίας της πιο πάνω εκχώρησης στην κυρίως παρεμβαίνουσα η οποία ως εκδοχέας δικαιούται αποκλειστικά να την υπάρξει.

Επομένως θα πρέπει αφού συνεκδικαστούν, οι από 10-5-2000 αγωγή με αριθμό εκθ. καταθ. 57015/2000, η από 24-4-2002 με αριθμ. εκθ. καταθ. 58914/2000 προσεπίκληση και η από 30-5-2002 με αριθμό εκθ.καταθ. 74950/2002 κυρία παρέμβαση να απορριφθεί η υπό κρίση αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος έως το ποσό, το οποίο δικαιούται να εισπράξει η ενυπόθηκη ενεχυρούχος δανείστρια με βάσει τις ως άνω απαιτήσεις της από τη συμβάσεις πιστώσεως με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, ως προς το τυχόν υπόλοιπο ποσό της

ασφαλιστικής αποζημίωσης δικαιούχος είναι η ενάγουσα και να συμψηφιστεί κατά ένα μέρος η δικαστική δαπάνη και να καταδικαστεί η ενάγουσα στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων των εναγομένων κατά το μέρος που ηττήθηκαν στην παρούσα δίκη (άρθρο 176 του ΚΠολΔ) και να γίνει δεκτή η από 30-5-2002 κυρία παρέμβαση ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί η πρώτη των καθ' ων να καταβάλει προς την κυρίως παρεμβαίνουσα το ποσό των 91.187.123 δρχ.

ή 267.607,12 ευρώ νομιμοτόκως με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων από 12-3-99 πλέον ΕΦΤΕ 3% και το ποσό των 2.861.620 δραχμών ή 8.398 ευρώ νομιμοτόκως από 19-6-1999, το ποσό των 27.200.002 δραχμών ή 79.823,92 ευρώ νομιμοτόκως με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων από 12-3-1999 πλέον ΕΦΤΕ 3% και το ποσό των 10.000.000 δραχμών ή 29.347,03 ευρώ νομιμοτόκως με εξάμηνο ανατοκισμό από 4-11-1999 πλέον ΕΦΤΕ 3%>>.

Κατά των παραδοχών αυτών του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) εταιρία διατύπωσε τον δεύτερο πρόσθετο λόγο εφέσεως, με το από 14.4.2004 δικόγραφό της, ο οποίος έχει ως εξής: "Θα πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση που υπέπεσε στις εξής πλημμέλειες: (α) δεδομένου ότι η εκκαλούμενη απόφαση θεώρησε ότι η συνολική κατά το κεφάλαιο προνομιούχος απαίτηση [91.187.125+ 2.861.620 + 27.200.002 + 10.000.000 = 131.248.747] ήταν μικρότερη από το άθροισμα του ορίου υποθήκης και ενεχύρου [238.500.000 δραχμές], θα έπρεπε συγχρόνως να ορίσει τ ακριβές ποσόν της απαίτησης κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης αγωγής και κύριας παρέμβασης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δηλαδή να υπολογίσει τους τόκους και τις προσαυξήσεις μέχρι το χρόνο της συζήτησης ώστε να καθοριστεί επακριβώς το ποσόν κατά τ οποί υποκαταστάθηκε η παρεμβαίνουσα. (β) η εκκαλούμενη όχι μόνον δεν έπραξε τούτο αλλά διέταξε τις εναγόμενες ασφαλιστικές εταιρείες να παρακρατήσουν από ανήκον σε μένα ασφάλισμα τόκους υπερημερίας και άλλα συναφή βάρη πέραν του χρόνου της πρώτης συζήτησης της αγωγής.

Βεβαίως με τη διάταξη αυτή η εκκαλούμενη, που ενώ προηγουμένως είχε δεχθεί τη στερητική υποκατάσταση της παρεμβαίνουσας αντιδίκου στο αντίστοιχο μέρος του ασφαλίσματος, απάλλαξε τις εναγόμενες ασφαλιστικές εταιρείες από την καταβολή δικονομικών τόκων προς την παρεμβαίνουσα και με επιφόρτωσε με την καταβολή συμβατικών τόκων από τη δανειστική σύμβαση.

Έτσι, μετέβαλε το αντικείμενο της δίκης, που ήταν η καταψήφιση του ασφαλίσματος και η αντιποίηση μέρους του από την παρεμβαίνουσα, σε δίκη για την καταβολή του προϊόντος του δανείου, δικαίωμα το οποίο κατά το μείζον μέρος είχε επιδικαστεί με την έχουσα ισχύ δεδικασμένου υπ' αριθ. 176/1999 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας".

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφέρθηκε στον ρηθέντα λόγο εφέσεως ως εξής: "Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο κατ' εκτίμηση αυτού, η εκκαλούσα υποστηρίζει ότι στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε με το να μην καθορίσει επακριβώς το χρηματικό ποσό, κατά το οποίο υποκαταστάθηκε η παρεμβαίνουσα, μέχρι το χρόνο της συζήτησης, εφόσον σ' αυτό δεν υπολόγισε τους τόκους και τις προσαυξήσεις, με αποτέλεσμα να απαλλαγούν οι εναγόμενες ασφαλιστικές εταιρίες από την καταβολή δικονομικών τόκων προς την παρεμβαίνουσα και να επιβαρυνθεί η ίδια με την καταβολή προς αυτή συμβατικών τόκων από τις μεταξύ τους δανειακές συμβάσεις.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορρριφθεί ως άνευ αντικειμένου, δεδομένου ότι με την προαναφερόμενη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, υποχρεώθηκε πλέον προς καταβολή του ποσού των 385.175 ευρώ (αντίστοιχο των 131.248.745 δρχ.), στην παρεμβαίνουσα, μόνο η πρώτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ", ως προς τη διάταξη δε αυτή δεν αναιρέθηκε η εν λόγω απόφαση, και όχι και η ενάγουσα εκκαλούσα, όπως είχε υποχρεωθεί με την εκκαλουμένη απόφαση.

Επομένως, μετά από αυτό, δεν υφίσταται θέμα καταβολής συμβατικών τόκων από την ενάγουσα στην παρεμβαίνουσα". Την παραδοχή αυτή του Εφετείου πλήττει η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αίτησής της, ο οποίος έχει ως εξής: "Όμως οι αιτιολογίες με τις οποίες το Εφετείο έκρινε το λόγο έφεσης απορριπτέο ως άνευ αντικειμένου - άρα χωρίς ουσιαστική έρευνα - οφείλονται σε εσφαλμένη εκτίμηση τόσο του σχετικού λόγου της έφεσης, όσο και της σχετικής παραδοχής του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Συγκεκριμένα, η εκκληθείσα απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ουδέποτε με είχε υποχρεώσει να καταβάλω κάποιο χρηματικό ποσό στην παρεμβαίνουσα, ούτε άλλωστε ήταν αυτό το παράπονο που διατυπώθηκε με τον υπό κρίση λόγο έφεσης. Πέραν τούτου με τη με αριθμό 1543/2007 απόφαση του Α-2 Τμήματος του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η με αριθμό 5250/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών στο σύνολο του κεφαλαίου της κύριας παρέμβασης της δεύτερης αναιρεσίβλητης ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ.

Επομένως, το Εφετείο Αθηνών ως δικαστήριο της παραπομπής θα έπρεπε να ερευνήσει απαρχής το κεφάλαιο της παρέμβασης, στα πλαίσια της οποίας κυρίαρχη θέση είχε το ποσό για το οποίο η παρέμβαση ήταν βάσιμη. Με το συγκεκριμένο λόγο έφεσης επανέφερα στο Εφετείο ισχυρισμό που είχα προτείνει πρωτοδίκως κατά του αυτοτελούς ισχυρισμού της υποκατάστασης στο ασφάλισμα που είχε προβάλλει η ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ με την ένδικη κύρια παρέμβασή της υποστηρίζοντας ότι κατά το νόμο η υποκατάσταση της παρεμβαίνουσας ήταν σε πολύ μικρότερο ποσό από αυτό που τελικά επιδικάστηκε.

Συνεπώς, παρά το νόμο το Εφετείο αρνήθηκε να εξετάσει τον παραπάνω λόγο έφεσης του πρώτου προσθέτου δικογράφου, τον οποίο παρά το γεγονός ότι τον έκρινε παραδεκτό και νόμιμο, δεν τον εξέτασε ουσιαστικά αφού τον απέρριψε ως άνευ αντικειμένου. Δηλαδή το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη του "πράγμα" [ισχυρισμό] που προτάθηκε νομίμως και είχε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Με τις παραπάνω σκέψεις το Εφετείο κατέστησε την απόφαση του αναιρετέα για την πλημμέλεια που ιδρύει λόγο αναιρέσεως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ". Υπό όλα τα προεκτεθέντα ο δεύτερος αναιρετικός λόγος προβάλλεται αλυσιτελώς, διότι ο λόγος εφέσεως στον οποίο αυτός αφορά, έχοντας το ρηθέν περιεχόμενο (και ανεξάρτητα αν εκτιμήθηκε ή όχι ορθώς το περιεχόμενό του από το Εφετείο) είχε ασκηθεί απαραδέκτως λόγω της αοριστίας του.

Τούτο δε, διότι δεν είναι σαφής η νομική ή ουσιαστική αιτία για την οποία - κατά την εκκαλούσα - θα έπρεπε να μειωθεί (περιορισθεί) το εμπραγμάτων ασφαλισμένο μέρος των απαιτήσεων της Τράπεζας κατ' αυτής, κατά το ποσό των τόκων (και λοιπών προσαυξήσεων) επί των δανεισθέντων κεφαλαίων του χρονικού διαστήματος από την πρώτη συζήτηση της αγωγής μέχρι την εξόφληση των οφειλομένων,(εφόσον, βεβαίως, το συνολικό ποσό κεφαλαίων, τόκων και προσαυξήσεων δεν υπερέβαινε το εμπραγμάτως ασφαλισμένος μέρος των απαιτήσεων της Τράπεζας).

Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Απορρίπτει την από 18.1.2010 αίτηση της εταιρίας "Β.Ι. - Π.Α. ΟΕ" για αναίρεση της 3670/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. στην αναιρεσείουσα την δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Αυγούστου 2011.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ