Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague arguments and failure to cite evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding an employment dispute. The appellant argued that the lower court distorted the content of invoices and failed to consider specific documents, but the court found these arguments insufficient. The court ruled that the appeal was inadmissible because the appellant did not specify the exact content of the invoices or the specific error in the lower court's reasoning.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648 et seq. of the Civil Code and Article 6 of Law 765/1943; Article 559(20) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the distortion of a document is inadmissible if the appellant fails to specify the true content of the document, the differing content accepted by the court, the adverse finding, and the essential factual claim relied upon.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1359 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1359/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο (επειδή κωλύονται οι Αρεοπαγίτες Αθανάσιος Θεμέλης και Ειρήνη Αθανασίου), Παναγιώτη Κομνηνάκη και Δημήτριο Μουστάκα (επειδή κωλύεται ο Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ... χήρας Κ1, για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του ανήλικου παιδιού της ... . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Παπαθανάση.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σπανουδάκη, που δήλωσε ότι ανακαλεί την από 4-5-2009 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 116/2007 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-4-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 22-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του ν. 765/43, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 38 Εισαγ.Ν. ΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του , και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές.
Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεων και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη.
Εξάλλου, από τα άρθρα 47 - 50 ΕμπΝ προκύπτει ότι συμμετοχική ή αφανής εταιρεία είναι εκείνη στην οποία ένας μόνος από τους συνεταίρους, κατ' εξουσιοδότηση των λοιπών, που παραμένουν αφανείς έναντι των τρίτων, ενεργεί είτε εμπορία είτε μία ή περισσότερες εμπορικές πράξεις στο όνομά του, χωρίς να παρίσταται προς τα έξω ως διαχειριστής εταιρείας, η οποία παραμένει επίσης αφανής έναντι των τρίτων.
Αυτή συνιστάται και ατύπως εκ μόνου του γεγονότος της συμμετοχής, δεν υπόκειται σε οποιαδήποτε δημοσιότητα, στερείται νομικής προσωπικότητας και αυτόνομης περιουσίας. Ο σχηματισμός της εταιρείας, η αναλογία κάθε εταίρου στα κέρδη και στις ζημίες και οι υπόλοιπες συνθήκες λειτουργίας της εξαρτώνται από τις συμφωνίες των μετόχων, με την έννοια ότι, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι συνθήκες ίδρυσης και λειτουργίας ρυθμίζονται, κύρια, από τις μεταξύ των μετόχων συμφωνίες, ενώ σε περίπτωση ανυπαρξίας τέτοιων συμφωνιών, έχουν ανάλογη εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 18 του ΕμπΝ, οι διατάξεις περί εταιρειών του Αστικού Κώδικα (άρθρ. 741 επ Α.Κ.), οι οποίες αφορούν εταιρείες που δεν έχουν, όπως οι συμμετοχικές, νομική προσωπικότητα υπό την προϋπόθεση ότι συμβιβάζονται με τη φύση της αφανούς εταιρείας ως εσωτερικής εταιρείας που χαρακτηρίζεται κυρίως από την έναντι τρίτων αφάνειά της.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ), εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν την παρούσα δίκη: Ο σύζυγος της ενάγουσας Κ1 το έτος 1992 αγόρασε ένα μηχάνημα - εκσκαφέα και έχοντας αποκτήσει άδεια μηχανοδηγού-χειριστή μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων Β' τάξης, συνεργαζόταν με εργολάβους κατασκευής τεχνικών έργων, μεταξύ των οποίων και με τον εναγόμενο.
Από το έτος 1999 και μετά συνεργάστηκε σχεδόν αποκλειστικά με τον εναγόμενο με τη μορφή της αφανούς εταιρικής σχέσης για την εκτέλεση έργων που εκείνος αναλάμβανε. Ο εναγόμενος ασχολούνταν κυρίως με τη διαδικασία συμμετοχής του στους διαγωνισμούς αναλήψεως δημόσιων έργων, τη σύνταξη τοπογραφικών σχεδιαγραμμάτων, τις γραφειοκρατικές διαδικασίες κατά την περάτωση των έργων και τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων.
Ο σύζυγος της ενάγουσας είχε αναλάβει, ενεργώντας πάντα κατά τους από κοινού συμφωνούμενους όρους, τον πλήρη συντονισμό των εκτελούμενων εργασιών, τη μεταφορά στον τόπο παροχής της εργασίας και την επιστροφή του απασχολούμενου προσωπικού, τον τόπο και το χρόνο απασχόλησης, την παροχή προς αυτό οδηγιών και την πληρωμή του, επιπλέον δε είχε αναλάβει ως έμπειρος χειριστής με ειδικές τεχνικές γνώσεις την τακτική συντήρηση αλλά και την επισκευή των μηχανημάτων εκτελέσεως χωματουργικών εργασιών και παρευρισκόταν στον τόπο των εκτελούμενων έργων καθ' όλη τη διάρκεια της εργασίας του προσωπικού, σε αντίθεση με τον εναγόμενο, ο οποίος δεν παρευρισκόταν καθημερινά στον τόπο της εκτέλεσης των έργων.
Από την άτυπη αυτή εταιρική συνεργασία ο Κ1 ελάμβανε κάποιο συμφωνημένο ποσοστό το ύψος του οποίου δεν προέκυψε κατά τρόπο ασφαλή, αλλά και επιπλέον αμοιβή για τη χρήση από τον ίδιο του δικού του μηχανήματος, την οποία είχε εισφέρει στην εταιρεία. Για όσες ώρες κατά τα διάρκεια των χωματουργικών εργασιών χειριζόταν τον δικό του εκσκαφέα θα αμειβόταν ως ελεύθερος επαγγελματίας ανά ώρα.
Προς το σκοπό δε αυτό τηρούσε ημερολόγιο ωρών εργασίας, ενώ τις υπόλοιπες ώρες που χρησιμοποιούσε για την εκτέλεση των εργασιών μηχανήματα και φορτηγά αυτοκίνητα του εναγομένου και παρευρισκόταν στον τόπο του εκτελούμενου έργου εκτελούσε τις ως άνω εργασίες με ποσοστά. Στις 5-3-2002 ο σύζυγος της ενάγουσας επέβλεπε το εργατοτεχνικό προσωπικό που προέβαινε στο καλούπωμα των άκρων του οδοστρώματος, δρόμου του Δημοτικού Διαμερίσματος..., στο οποίο θα γινόταν ασφαλτόστρωση, ενώ παράλληλα ασχολούνταν με τον έλεγχο και τη συντήρηση του δικού του φορτηγού αυτοκινήτου, καθώς και του υπό δοκιμή μηχανήματος-οδοστρωτήρα.
Αφού τοποθέτησε σ' αυτόν καινούργια μπαταρία, με τη βοήθεια ενός αλλοδαπού εργάτη, κατάφερε να θέσει αυτόν σε λειτουργία. Στη συνέχεια επιβιβάστηκε σ' αυτόν και άρχισε να κινείται για δέκα λεπτά περίπου στο οδόστρωμα με κατεύθυνση αντίθετη προς την κλίση του, η οποία στο σημείο εκείνο ανερχόταν 8 έως 10%, χωρίς το άνω μηχάνημα να παρουσιάσει κανένα πρόβλημα.
Τελικά όμως οπισθοχώρησε και παρά τις προσπάθειες του χειριστή του-συζύγου της ενάγουσας, δεν κατέστη δυνατή η ακινητοποίησή του, με αποτέλεσμα από την προς τα πίσω κίνησή του να διαγράψει καμπύλη τροχιά από το αριστερό προς το δεξιό άκρο του οδοστρώματος και, αφού προσέκρουσε σχεδόν κάθετα με το οπίσθιο τμήμα του στο κράσπεδο του οδοστρώματος προς την πλευρά του πρανούς, άλλαξε στη συνέχεια πορεία και ακολούθησε διεύθυνση και φορά σύμφωνη προς την κλίση του οδοστρώματος, εντός του οποίου και ακινητοποιήθηκε σε διαγώνια θέση σε σχέση με την αρχική πορεία του.
Πριν την ακινητοποίησή του ο χειριστής του εγκατέλειψε βίαια τη θέση του οδηγού και κατέπεσε στο οδόστρωμα, με αποτέλεσμα να καταπλακωθεί από τον οπίσθιο δεξιό τροχό του και να τραυματιστεί θανάσιμα. Με βάση τα περιστατικά αυτά, το Εφετείο έκρινε ότι η συνδέουσα του διαδίκους σύμβαση είναι τέτοια της αφανούς εταιρείας και όχι της εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου και ότι το άνω ατύχημα δεν ήταν εργατικό, αφού ο εναγόμενος δεν ήταν εργοδότης του θανόντος αλλά συνεταίρος.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις αλλά και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής τους, όσον αφορά τα βασικά κριτήρια για το νομικό χαρακτήρα της επίμαχης συμβάσεως.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του με τον οποίο προβάλλονται οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 εδ. α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου μέρος του, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με μέρος του πρώτου λόγου αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.
β' ΚΠολΔ, με το να δεχθεί την ύπαρξη αφανούς εταιρείας. Όμως, ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως κατά το πιο πάνω μέρος του είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν προβάλλεται παραβίαση συγκεκριμένων διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εφαρμογή των άνω κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
ΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΑΚ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ., υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και νομίμως προσκόμισαν οι διάδικοι.
Από τη γενική αυτή διαβεβαίωση, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της απόφασης, αναφορικά με τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί του ότι μεταξύ του συζύγου της μέχρι την ημέρα του θανάτου του και του αναιρεσιβλήτου δεν είχε συναφθεί ποτέ σύμβαση αφανούς εταιρείας, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του το Εφετείο και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και τα ακόλουθα έγγραφα, ήτοι:
α) τα ημερολόγια ωρών εργασίας που τηρούσε ο σύζυγός της για τα έτη 1998, 1999, 2000, 2001 και 2002, β) έγγραφο με τίτλο " εκκαθάριση Κ1", γ) σημείωμα γραμμένο από τον αναιρεσίβλητο στο οποίο καταγράφονται για το έτος 1999 οι ώρες εργασίας, δ) την από 5-3-2002 έκθεση εξέτασης ως κατηγορουμένου του αναιρεσιβλήτου κατά την προανάκριση για το θάνατο του συζύγου της και ε) το από 29-9-2002 απολογητικό υπόμνημα του αναιρεσιβλήτου που υπέβαλε κατά την άνω προανάκριση.
Τούτο προκύπτει από το συνδυασμό της άνω διαβεβαίωσης, αλλά και της ειδικής μνείας ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκα κατά το στάδιο της αυτεπάγγελτης αστυνομικής προανάκρισης και όλα τα έγγραφα που συντάχθηκαν από την αστυνομική αρχή, και της αναφοράς στο αιτιολογικό της απόφασης ότι " για όσες ώρες κατά τη διάρκεια των χωματουργικών εργασιών χειριζόταν το δικό του εκσκαφέα θα αμειβόταν ως ελεύθερος επαγγελματίας ανά ώρα.
Προς το σκοπό δε αυτό τηρούσε ημερολόγιο ωρών εργασίας...γινόταν κατά τακτά χρονικά διαστήματα εκκαθάριση και ελάμβανε το οφειλόμενο ποσό, για το οποίο χορηγούσε στον εναγόμενο τιμολόγια παροχής υπηρεσιών...Μετά δε την εκτέλεση του εκάστοτε αναλαμβανόμενου έργου γινόταν η προσωρινή εκκαθάριση, ενώ η οριστική εκκαθάριση θα γινόταν με βάση τις τελικές επιμετρήσεις από την επιβλέπουσα υπηρεσία.".Επομένως, ο από τον αριθμό 11περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε τα άνω έγγραφα, επειδή δεν γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση γι' αυτά, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙΙ.-Έγγραφα δεκτικά παραμορφώσεως δημιουργικής λόγου αναιρέσεως είναι, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, μόνο αυτά που προβλέπονται ως αποδεικτικά μέσα από τα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, ενώ δεν είναι τα διαδικαστικά με την έννοια της συγκεκριμένης δικονομικής τους χρήσης. Ο οριζόμενος από το άνω άρθρο λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα ανάγνωσης και αποδίδει σε αποδεικτικό έγγραφο διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά αυτό έχει και, ακολούθως, καταλήγει, στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σ' αυτό ,σε επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα ,για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης .
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 118 περ.4, 566 § 1 και 559 αρ.20 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 20 πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο 1) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, 2) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, 3) το επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για την ύπαρξη ή όχι κρίσιμων πραγματικών γεγονότων και 4) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.
Στην υπόθεση που κρίνεται, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της αγωγής επί της οποίας έκρινε αυτό και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός, κατά το προαναφερόμενο μέρος του, πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, υποστηρίζει η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, το υποστηριζόμενο από την ενάγουσα ότι ο θανών αμειβόταν με το ποσό των 50 ευρώ ημερησίως όταν παρείχε εξαρτημένη εργασία και με το ποσό των 20 ευρώ την ώρα όταν χειριζόταν το δικό του μηχάνημα στα έργα του εναγομένου και ότι για τις ώρες αυτές εξέδιδε τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των υπ' αριθμ. ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...
και ... τιμολογίων παροχής υπηρεσιών. Δεν αναφέρεται, όμως, στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο των άνω τιμολογίων καθώς και η κρίσιμη παραδοχή της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ώστε να είναι δυνατό να διακριβωθεί αν υπάρχει διαγνωστικό λάθος.
Συνεπώς, πρέπει, ο άνω λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, να απορριφθεί ως αόριστος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-4-2007 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ.116/2007 αποφάσεως του εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 9 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ