Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, allowing only the appellant's request regarding divorce property division.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the respondent's appeal while allowing the appellant's request to overturn the lower court's decision on divorce property division. The respondent argued that procedural errors regarding evidence and legal citations warranted reversal, but the court found these grounds inadmissible as they concern procedural rather than substantive law. Consequently, the appeal was partially allowed only to the extent of the appellant's valid claim, with the case remanded for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1400 § 1 A.K.; Art. 559 § 1 K.Pol.D.: The Supreme Court may allow an appeal regarding the division of increased marital property upon dissolution of marriage, while rejecting appeals based on procedural violations of non-substantive legal provisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1358 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1358/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - αναιρεσιβλήτου: Ζ. Μ. του Δ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανθούλα Πανταζίδου.
Του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Κ., κατοίκου ... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Αμοιρίδη, ο οποίος ανακάλεσε τις από 29-3-2024 δηλώσεις του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-6-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17106/2018 μη οριστική, 7843/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1054/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 31-8-2021 και 21-7-2021 αιτήσεις τους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησής τους και την απόρριψη της αίτησης του αντιδίκου τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 573 § 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, ο Άρειος Πάγος μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων υποθέσεων, που εκκρεμούν ενώπιόν του μεταξύ των ίδιων ή διαφόρων διαδίκων, αν κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (Α.Π. 3/2022, Α.Π. 205/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο (22-4-2024) συζητήθηκαν α) η από 21-7-2021 αίτηση αναιρέσεως του ενάγοντος Κ. Μ. και β) η από 31-8-2021 αίτηση αναιρέσεως της εναγόμενης Ζ. Μ., οι οποίες στρέφονται κατά της αυτής υπ' αριθμ. 1054/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, πρέπει οι αιτήσεις αυτές να συνεκδικασθούν, γιατί έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων, όπως ορίζει η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ.
Α) Επί της από 21-7-2021 αίτησης αναιρέσεως του ενάγοντος-αναιρεσείοντος Κ. Μ.
Από τη διάταξη του άρθρου 1400 § 1 Α.Κ., κατά την οποία "αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή", προκύπτει ότι, η απαίτηση του κάθε συζύγου από το άρθρο 1400 Α.Κ. είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας (Ολ.Α.Π. 28/1996), δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου, άμεση ή έμμεση (Α.Π. 1092/2021, Α.Π. 1696/2018).
Ο κανόνας αυτός, όμως, δεν αποκλείει την εξουσία του δικαστή να διατάξει, δεχόμενος σχετικό αίτημα του συζύγου, ενοχικά πάντοτε, την απόδοση του ποσοστού της συμβολής του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου με αυτούσια απόδοση είτε ανάλογου ποσοστού συγκυριότητας επί των αποκτημάτων, είτε ορισμένου ή ορισμένων πραγμάτων ίσης αξίας προς το ποσοστό της συμμετοχής του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου (Ολ.Α.Π. 28/1996, Α.Π. 1478/2017).
Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της γένεσης της αξίωσης, δηλαδή της έγερσης της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου, που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.
Για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας, με την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν, κρίσιμος χρόνος είναι, στη μεν περίπτωση της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), ο χρόνος της συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης (Α.Π. 1548/2022, Α.Π. 1646/2018, Α.Π. 1550/2018, Α.Π. 2120/2017, Α.Π. 1566/2017, Α.Π. 1357/2015, Α.Π. 825/2015), στη δε περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη.
Για την περαιτέρω αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, δηλαδή για την εξεύρεση της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος, σε κάθε περίπτωση, είναι ο χρόνος παροχής της έννομης προστασίας και ειδικότερα εκείνος της άσκησης της αγωγής (Α.Π. 1284/2021, Α.Π. 526/2015, Α.Π. 1029/2013). Ειδικότερα, για το στοιχείο της αύξησης λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής κατά το χρονικό σημείο τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) προς εκείνη που υφίσταται κατά το χρονικό σημείο γέννησης της αξίωσης (τελική περιουσία), να προκύπτει αύξηση.
Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που τη διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο. Κατά το χρόνο γέννησης της αξίωσης απαιτείται να διατηρείται η αύξηση της περιουσίας που έγινε με τη συμβολή του δικαιούχου συζύγου (Α.Π. 182/2021, Α.Π. 3/2016). Η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, με την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1400 ΑΚ, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών αποτιμώμενων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στον συζυγικό οίκο για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την κατά τα άρθρα 1389 και 1390 Α.Κ.
υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο ο υπόχρεος σύζυγος έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του (Α.Π. 1092/2021, Α.Π. 1550/2018, Α.Π. 1978/2014).
Συγκεκριμένα, κατά τη διάταξη του άρθρου 1389 Α.Κ. οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και η συνεισφορά αυτή γίνεται με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματά τους και την περιουσία τους, και κατά τη διάταξη του άρθρου 1390 του ίδιου Κώδικα στην υποχρέωση του προηγούμενου άρθρου περιλαμβάνονται η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή τους, η κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους και γενικά η υποχρέωση για συμβολή τους στη λειτουργία του κοινού οίκου.
Το μέτρο της υποχρέωσης προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή της γίνεται με τον τρόπο που επιβάλλει η έγγαμη συμβίωση (Α.Π. 182/2021). Η αποτίμηση όμως των υπηρεσιών του ενάγοντος, με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου του, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο και νόμιμο της αγωγής, όταν αυτή στηρίζεται στην τεκμαρτή κατά το 1/3 συμβολή του στα αποκτήματα του έτερου συζύγου, ή σε μικρότερο ποσοστό, όπως αντιθέτως απαιτείται, όταν η αγωγή στηρίζεται επί της υπερβαίνουσας την τεκμαρτή, πραγματικής συμβολής (Α.Π. 182/2021, Α.Π. 1473/2019).
Μόνο στην τελευταία περίπτωση, για να ληφθούν υπόψη και να υπολογιστούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο χρηματική αποτίμησή τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται, ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν (Α.Π. 1092/2021, Α.Π. 1473/2019).
Κατά συνέπεια, οι υπηρεσίες αυτές πρέπει να προσδιορίζονται κατ' είδος και αξία, τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση, μόνο όταν και κατά το μέρος που υπερβαίνουν το μέτρο που επιβάλλεται από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες (Α.Π. 588/2020, Α.Π. 1059/2014). Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του ενός συζύγου από τον άλλο με βάση το άρθρο 1400 Α.Κ.
είναι: α) η λύση ή ακύρωση του γάμου, ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου γ) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο, περιλαμβανόμενης και της υπερβαίνουσας το μέτρο της συνεισφοράς του ενάγοντος συζύγου συμβολής του στις τρέχουσες οικογενειακές δαπάνες, με χρηματικές εισφορές ή εισφορές χρήσης ακινήτου για στέγαση της οικογένειας ή με παροχή προσωπικών υπηρεσιών στην αντιμετώπιση των οικογενειακών εν γένει αναγκών, και δ) η αιτιώδης σχέση της συμβολής αυτής προς την αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου (Α.Π. 804/2020, Α.Π. 492/2017).
Όταν όμως ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρόμενου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων θα δικαιούται το ένα τρίτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου χωρίς να χρειάζεται να επικαλεστεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, με την προϋπόθεση βέβαια της επίκλησης και απόδειξης τέτοιας αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου (Α.Π. 101/2020, Α.Π. 182/2021, Α.Π. 1550/2018).
Ωστόσο, ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία φέρεται ότι αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, και στις δύο περιπτώσεις του άρθρου 1400 του Α.Κ., ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεστεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων, είτε δεν ήθελε να συμβάλει, και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο στον ίδιο (Α.Π. 1001/2023, Α.Π. 1451/2022, Α.Π. 421/2022).
Ο ισχυρισμός αυτός του εναγόμενου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 Α.Κ. τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, συνιστά, ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου, ένσταση, ενώ καθ' όσον αφορά τον πραγματικό υπολογισμό αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (Α.Π. 182/2021, Α.Π. 804/2020, Α.Π. 101/2020).
Δηλαδή, το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 εδ. β' του ΑΚ ως άνω μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων, με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ' ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή (Α.Π. 182/2021, Α.Π. 588/2020, Α.Π. 101/2020).
Στον ανωτέρω ισχυρισμό του εναγόμενου συζύγου περί μηδενικής συμβολής, κατά νομική και λογική αναγκαιότητα, εμπεριέχεται και ο ισχυρισμός ότι η συμβολή του ενάγοντος συζύγου ήταν κάτω από το 1/3 (Α.Π. 182/2021, Α.Π. 101/2020, Α.Π. 1037/2017). Με την ανωτέρω διάταξη δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλά απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρόμενου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος (Α.Π. 955/2022, Α.Π. 182/2021, Α.Π. 588/2020, Α.Π. 101/2020).
Είναι δυνατό όμως κατά τη διάρκεια του γάμου να έχουν αυξηθεί οι περιουσίες και των δύο συζύγων. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις, κάθε σύζυγος έχει τη δική του αυτοτελή αξίωση κατά του άλλου, με την έννοια ότι γεννιούνται δύο αμοιβαίες αξιώσεις συμμετοχής στα αποκτήματα, για καθεμία από τις οποίες εξετάζονται χωριστά οι προϋποθέσεις και το ύψος της.
Οι δύο αμοιβαίες αξιώσεις υπόκεινται σε συμψηφισμό, προτεινόμενο από τον εναγόμενο σύζυγο, εφόσον κατευθύνονται στη χρηματική αξία του ανάλογου ποσοστού περιουσίας, οπότε η προβαλλόμενη σε συμψηφισμό ανταξίωση του εναγομένου συζύγου διέπεται από τους κανόνες του άρθρου 1400 Α.Κ. (Α.Π. 1553/2018, Α.Π. 1478/2017, Α.Π. 658/2005).
Συνεπώς από το νόμο δεν προκύπτει η ανάγκη σύγκρισης των αυξήσεων των δύο περιουσιών, ώστε η διαφορά τους να αποτελέσει το αντικείμενο μίας μόνο αξίωσης προς μία κατεύθυνση και συγκεκριμένα κατά του συζύγου με τη μεγαλύτερη αύξηση. Άλλωστε, κάθε αξίωση διατηρεί την αυτοτέλειά της, αφού μπορεί να διαφέρουν και οι λοιπές προϋποθέσεις, εκτός από την αύξηση της περιουσίας του υποχρέου, λ.χ.
μπορεί να διαφέρει το μέγεθος συμβολής καθενός στην αύξηση της περιουσίας του άλλου (Α.Π. 1553/2018, Α.Π. 1478/2017). Ο ενάγων δεν μπορεί να υπολογίσει την αιτούμενη από αυτόν συμβολή του, επί του συνόλου της αύξησης της περιουσίας αμφοτέρων των συζύγων, συνυπολογίζοντας και αφαιρώντας από το μεγαλύτερο δικό του ποσοστό συμβολής επί του συνόλου αυτού, το ποσοστό της συμβολής του εναγομένου συζύγου, και ζητώντας τη διαφορά (Α.Π. 1478/2017), μπορεί όμως, υπολογίζοντας αυτοτελώς και με ορισμένο τρόπο τη δική του συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, να ζητήσει, στο πλαίσιο της κατοχυρούμενης από το άρθρο 106 ΚΠολΔ θεμελιώδους δικονομικής αρχής της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης, σύμφωνα με την οποία η ένδικη προστασία παρέχεται μόνο ύστερα από αίτηση των διαδίκων και μόνο κατά την έκταση που αυτή ζητείται (Α.Π. 71/2023) και η οποία απορρέει από την ελευθερία άσκησης και διάθεσης των ιδιωτικών δικαιωμάτων του ουσιαστικού δικαίου, μικρότερο ποσό από αυτό που αναλογεί στην αναφερόμενη στην αγωγή συμβολή του, για οποιονδήποτε λόγο, επομένως και διότι, κατά τους υπολογισμούς του, ο εναγόμενος έχει ανταπαίτηση εις βάρος του για την ίδια ή και άλλη αιτία, την οποία ο ενάγων αφαιρεί από τη συμβολή του, ζητώντας μόνο το υπόλοιπο, οπότε, αν ο εναγόμενος ασκήσει ένσταση συμψηφισμού για την ανταπαίτησή του αυτή, το δικαστήριο θα υπολογίσει τις αντίθετες απαιτήσεις και, αφού αφαιρέσει από την αρχική (και όχι τη μειωμένη) απαίτηση του ενάγοντος ποσό ίσο με την ανταπαίτηση (το οποίο αφαιρούμενο ποσό, σε κάθε περίπτωση, δεν πρέπει να είναι μικρότερο από το ποσό της μείωσης που αναφέρεται στην αγωγή, προκειμένου το δικαστήριο να μην επιδικάσει μείζον του αιτηθέντος), θα επιδικάσει σε αυτόν το τυχόν υπόλοιπο, ενώ αν ο εναγόμενος δεν ασκήσει τέτοια ένσταση, θα υπολογίσει μόνο την απαίτηση του ενάγοντος και θα του επιδικάσει αυτήν μειωμένη κατά το μη αιτούμενο ποσό, στην περίπτωση δε αυτή, αν ο εναγόμενος ασκήσει αργότερα δική του αγωγή για τη συμβολή του στα αποκτήματα ή για άλλη αιτία, ο ενάγων της πρώτης αγωγής, ως εναγόμενος πλέον, θα είναι σε θέση να προβάλει με ένσταση συμψηφισμού το μέρος της απαίτησής του, που δεν ζήτησε με την αγωγή του.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998).
Κανόνες ουσιαστικού δικαίου είναι αυτοί, που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρησή τους. Αντίθετα, δεν ιδρύεται η παραπάνω πλημμέλεια, όταν οι κανόνες που φέρονται, ότι έχουν παραβιαστεί, είναι δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνες που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (Α.Π. 1331/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη από 21-7-2021 αίτηση αναιρέσεως του Κ. Μ. προσβάλλεται η 1054/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 9-6-2017 αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ανέφερε ότι τέλεσε γάμο με την εναγόμενη-αναιρεσίβλητη, με την οποία βρίσκεται σε διάσταση, ότι η περιουσία της εναγόμενης κατά την τέλεση του γάμου ανερχόταν σε 109.314,16 ευρώ και κατά το χρόνο της συμπλήρωσης τριετίας από τη διάσταση και κατά την άσκηση της αγωγής ανερχόταν σε 75.695.112,59 ευρώ, και ότι η συμβολή του, με τους τρόπους που αναφέρει ειδικότερα, στην αύξηση αυτή ανέρχεται στο ένα δεύτερο (1/2).
Ζήτησε δε να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει 31.969.681,92 ευρώ (αργότερα μετέτρεψε εν μέρει το αίτημά του σε αναγνωριστικό για το ποσό των 10.656.560,66 ευρώ), δηλαδή το 1/2 της αύξησης της περιουσίας της μειωμένο κατά 5.823.217,30 ευρώ, ποσό στο οποίο ανέρχεται η δική της συμβολή κατά το ίδιο ποσοστό (1/2) στην αύξηση της περιουσίας του ενάγοντος, άλλως επικουρικώς να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει την τεκμαιρόμενη συμβολή του κατά το ένα τρίτο (1/3) στην αύξηση της περιουσίας της, η οποία, μειωμένη κατά το 1/3 της δικής της συμβολής της στην αύξηση της περιουσίας του, ανέρχεται σε 21.313.121,28 ευρώ.
Επ' αυτής εκδόθηκε αρχικά η 17106/2018 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία διέταξε τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, και ακολούθως η 7843/2020 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι, όπως αποδεικνύεται, η περιουσία του ενάγοντος αυξήθηκε περισσότερο από την περιουσία της εναγόμενης και συνεπώς με βάση τον αγωγικό υπολογισμό, κατά τον οποίο για την εξεύρεση της επίδικης απαίτησής του αφαιρείται από τη συμβολή του στην αύξηση της περιουσίας της εναγομένης η δική της συμβολή κατά το ίδιο ποσοστό (1/2 ή επικουρικώς 1/3) στην αύξηση της περιουσίας του, η απαίτησή του κατά το αιτούμενο μέρος της είναι ανύπαρκτη.
Επί αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 1054/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της εναγόμενης ως απαράδεκτη, έγινε δεκτή η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης του ενάγοντος, εξαφανίσθηκαν οι πρωτόδικες αποφάσεις, δικάστηκε η αγωγή του και απορρίφθηκε ως μη νόμιμη με την ακόλουθη αιτιολογία: " ...
το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 17108/2018 μη οριστική απόφασή του, η οποία εξεδόθη μετά την πρώτη συζήτηση της αγωγής και η οποία θεωρείται ότι συνεκκαλείται με την υπό κρίση έφεση του εκκαλούντος - ενάγοντος [αναιρεσείοντος] ... έκρινε νόμιμη την αγωγή κατά την κύρια βάση της και υπήγαγε το παρατιθέμενο σ' αυτήν ιστορικό και αίτημα, όπως πιο πάνω εκτέθηκαν, στη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, πλην όμως εσφαλμένως, καθώς με αυτήν ο ενάγων δεν ζήτησε, όπως προβλέπει ο εν λόγω κανόνας δικαίου, την απόδοση στον ίδιο του (πραγματικού, άλλως τεκμαρτού) ποσού συμβολής του στην περιουσία που απέκτησε η εναγόμενη [αναιρεσίβλητη] σύζυγός του κατά τη διάρκεια της εγγάμου συμβιώσεώς τους και η οποία υπήρχε κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής ..., δηλαδή δεν ζήτησε το 1/2 ή 1/3 του ποσού των 75.585.798,43 ευρώ, στο οποίο αποτιμά, υπό τα εκτιθέμενα αναλυτικώς στην αγωγή, την τελική περιουσία της εναγομένης (αποκτήματα), αλλά ιστορώντας ότι κατά τη διάρκεια του γάμου τους αυξήθηκε η περιουσία αμφοτέρων των συζύγων, προέβη σε σύγκριση της αυξήσεως των δύο περιουσιών, του ιδίου και της συζύγου του, και του ποσοστού συμβολής του καθενός συζύγου στην επαύξηση της περιουσίας του άλλου, το οποίο προσδιόρισε σε 50% όχι μόνον για τον ίδιο αλλά και για την εναγομένη, και το άνω ποσοστό της συμβολής του ζήτησε επί της διαφοράς της επαύξησης των δύο περιουσιών υπό την επίκληση ότι η επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης ήταν μεγαλύτερη από εκείνη της δικής του.
Ήτοι ο ενάγων προέβη εκ προοιμίου και μόνος του στον συμψηφισμό των, από το άρθρο 1400 Α.Κ., δύο απαιτήσεων, του ιδίου και της συζύγου του, προσδιορίζοντας όχι μόνον το ποσοστό της δικής του συμβολής στην επαύξηση της περιουσίας της συζύγου του αλλά και το ποσοστό καθώς και το είδος της συμβολής της τελευταίας στην δική του επαύξηση (τα οποία εναπόκειται στην ίδια να επικαλεστεί και αποδείξει ενδεχομένως κατά διάφορο τρόπο και σε διάφορο ύψος, ως στοιχεία της δικής της αντιθέτου αξιώσεως), μετά δε τον συμψηφισμό αυτό θεωρεί ότι η υπέρ αυτού προκύπτουσα διαφορά αποτελεί το αντικείμενο μίας μόνο απαίτησης με δικαιούχο τον ίδιο και υπόχρεη την εναγομένη, ως την σύζυγο με τη μεγαλύτερη επαύξηση.
Υπό την διατύπωση αυτή όμως η αγωγή παρίσταται μη νόμιμη ... γεγονός που, σύμφωνα με την πιο πάνω οικεία μείζονα σκέψη, ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο ακόμη και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, εφόσον ο εκκαλών - ενάγων παραπονείται με την υπό κρίση έφεσή του για την απόρριψη της αγωγής του ως ουσία αβάσιμης.
Τούτο δε καθώς, ως εκτέθηκε στην πιο πάνω νομική σκέψη, από την παραπάνω διάταξη του ΑΚ προκύπτουν δύο αυτοτελείς και ανεξάρτητες αξιώσεις για έκαστο σύζυγο, για καθεμία από τις οποίες εξετάζονται χωριστά οι προϋποθέσεις και το ύψος της, που μπορεί να διαφέρουν ως προς εκάστη αυτών, υπόκεινται δε οι αμοιβαίες αυτές αξιώσεις σε συμψηφισμό, προτεινόμενο από τον εναγόμενο σύζυγο κατ' ένσταση ...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 Α.Κ. Ειδικότερα, η αγωγή περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται από την προδιαληφθείσα διάταξη, δηλαδή τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης των συζύγων, την αύξηση της περιουσίας της εναγόμενης κατά τη διάρκεια του γάμου, τη συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση κατά το 1/2 με τους τρόπους, που αναφέρονται ειδικότερα, και την αιτιώδη σχέση της συμβολής αυτής προς την αύξηση της περιουσίας της εναγόμενης, ο δε ενάγων νομίμως ζητεί, βάσει της αρχής της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης, που του επιτρέπει να ζητήσει, για οποιαδήποτε αιτία, μέρος μόνο της απαίτησής του, την καταβολή της ένδικης απαίτησης ελαττωμένης κατά το ποσό που, κατά τους υπολογισμούς του, συνέβαλε η εναγόμενη στην αύξηση της περιουσίας του, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, χωρίς να υπολογίζει την απαίτησή του σε ποσοστό επί του συνόλου της αύξησης της περιουσίας των διαδίκων. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγω παράβασης της προδιαληφθείσας ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1400 Α.Κ., είναι βάσιμος.
Κατόπιν αυτού, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, αφού η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός καθιστά αλυσιτελή την έρευνα των λοιπών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το μέρος της, με το οποίο δέχτηκε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης του αναιρεσείοντος, δίκασε την αγωγή και απέρριψε αυτήν, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του αχρεωστήτως κατ' άρθρα 495 § 3 εδάφιο τελευταίο και 592 § 3 περ. δ' ΚΠολΔ καταβληθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του, όπως ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ.
Β) Επί της από 31-8-2021 αίτησης αναιρέσεως της εναγομένης-αναιρεσείουσας Ζ. Μ.
Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 516 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για την άσκηση εφέσεως απαιτείται ο εκκαλών να έχει έννομο συμφέρον, τούτο δε συμβαίνει κατ' αρχήν όταν αυτός έχει ηττηθεί εν όλω ή εν μέρει με την οριστική απόφαση την οποία προσβάλλει, θεωρείται δε αυτός ότι έχει ηττηθεί, όταν με την απόφαση απορρίπτονται αιτήσεις και προτάσεις του ή αντιθέτως γίνονται δεκτές αιτήσεις και προτάσεις του αντιδίκου του.
Το έννομο συμφέρον, ως γενική διαδικαστική προϋπόθεση, που κατά το άρθρο 73 του ίδιου κώδικα εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, συνίσταται στη δυνατότητα να διαμορφωθεί η δικαστική κρίση προς όφελος του εκκαλούντος, η δε έλλειψή του έχει ως συνέπεια την απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης (Α.Π. 730/2019, Α.Π. 154/2019, Α.Π. 66/2018).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 516 § 2 του ΚΠολΔ, έφεση έχει δικαίωμα να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Ειδικότερα, έννομο συμφέρον για την άσκηση έφεσης έχει ο διάδικος που νίκησε στην πρωτοβάθμια δίκη, όταν η στρεφόμενη κατ' αυτού αγωγή απορρίφθηκε για λόγους τυπικούς, αντί να απορριφθεί στην ουσία της, ή όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης παράγεται βλαπτικό των συμφερόντων του νικήσαντος διαδίκου δεδικασμένο, αν δηλαδή η αιτιολογία της αποφάσεως αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και φέρει έτσι προσόντα διατακτικού (Α.Π. 109/2022, Α.Π. 1811/2013, Α.Π. 1947/2009).
Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.
Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει το δικαίωμα που κρίθηκε εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού, έννομη δε σχέση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβεσαν τις έννομες αυτές συνέπειες (Ολ.Α.Π. 7/2013, Α.Π. 686/2020, Α.Π. 113/2019, Α.Π. 456/2018, Α.Π. 294/2016, Α.Π. 1419/2015).
Ακόμη, δεδικασμένο δημιουργείται και από τις αιτιολογίες της τελεσίδικης απόφασης, όταν δηλαδή οι αιτιολογίες αυτές αποτελούν στοιχεία του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και έτσι ανήκουν στο διαγνωστικό μέρος της απόφασης, στο οποίο υπάρχει η κρίση του δικαστηρίου, καταφατική ή αποφατική, για το δικαίωμα, έχοντας έτσι τα προσόντα διατακτικού.
Οι τελεσίδικες αποφάσεις αποτελούν δεδικασμένο ως προς εκείνα μόνο τα ζητήματα, επί των οποίων η κρίση και απόφανση ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της διαφοράς και τα οποία έτσι στηρίζουν το διατακτικό τους, όχι δε και ως προς τα πλεοναστικώς ερευνηθέντα (Α.Π. 686/2020, Α.Π. 39/2020). Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λπ.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ.Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, Α.Π. 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 933/2019).
Ειδικότερα, με τον όρο απαράδεκτο νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 480/2020, Α.Π. 175/2019, Α.Π. 1496/2017). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις επιτευκτικές διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (Α.Π. 927/2019, Α.Π. 357/2018).
Έτσι, με τον ανωτέρω από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο ελέγχονται, μεταξύ άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (Α.Π. 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (Α.Π. 1206/2019, Α.Π. 2081/2018).
Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα-εναγόμενη με την από 30-9-2020 έφεσή της, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της, ζήτησε την εξαφάνιση της 7843/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, προβάλλοντας α) με τον πρώτο λόγο της έφεσης, ότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένα υπολόγισε στην τελική της περιουσία το τίμημα μετοχών της εταιρίας "Δ.
Μ. Α.Ε." που είχε αποκτήσει πριν από την τέλεση του γάμου, το τίμημα μετοχών, που απέκτησε μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης, και την αξία μετοχών που εκδόθηκαν κατόπιν κεφαλαιοποίησης i) της υπεραξίας λόγω αναπροσαρμογής της αξίας των ακινήτων, ii) των φορολογηθέντων αποθεματικών, iii) της υπεραξίας των παγίων και iv) του υπολοίπου των κερδών της ανωτέρω εταιρίας, β) με τον δεύτερο λόγο, ότι εσφαλμένα υπολογίσθηκε η τελική περιουσία του ενάγοντος σε ποσό μικρότερο του πραγματικού, γ) με τον τρίτο λόγο, ότι εσφαλμένα δεν εξετάσθηκε καθόλου το ζήτημα της συμβολής ή μη του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας της, δ) με τον τέταρτο λόγο, ότι η πραγματογνωμοσύνη δεν είναι ορθή και ότι έχει ασκήσει για το λόγο αυτό έγκληση κατά του πραγματογνώμονα, και ε) με τον πέμπτο λόγο, ότι εσφαλμένα δεν επιβλήθηκε εις βάρος του ενάγοντος χρηματική ποινή λόγω μη τήρησης των κανόνων της καλής πίστης και του καθήκοντος αληθείας.
Το Εφετείο απέρριψε την έφεση, ως προς τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και πέμπτο λόγους αυτής, ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος της εναγόμενης-εκκαλούσας, με την αιτιολογία ότι οι προσβαλλόμενες αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης δεν έχουν συνέπειες διατακτικού και δεν τείνουν στη δημιουργία δεδικασμένου δυσμενούς για την εκκαλούσα, και ως προς τον τέταρτο λόγο, ως μη νόμιμη, επειδή το δεδικασμένο της εκκαλουμένης δεν καταλαμβάνει την ορθότητα ή μη της πραγματογνωμοσύνης.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, και απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση ως προς τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους αυτής, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 Α.Κ., την οποία ορθώς ερμήνευσε ως προς τα στοιχεία του δικαιώματος, που προβλέπεται από αυτήν, και νομίμως κήρυξε απαράδεκτο, δεδομένου ότι στη δημιουργία δεδικασμένου τείνει μόνο η κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου σχετικά με την ανυπαρξία της απαίτησης του ενάγοντος, όπως αυτή τέθηκε προς κρίση με την αγωγή του, για συμβολή του στην αύξηση της περιουσίας της εναγόμενης, αφού μόνο η απαίτηση αυτή αποτελεί έννομη σχέση, ενώ δεν δημιουργείται δεδικασμένο από τον τρόπο υπολογισμού της περιουσίας των διαδίκων και από τη διαπίστωση ότι η αύξηση της περιουσίας του ενάγοντος κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης είναι μικρότερη από την αύξηση της περιουσίας της εναγομένης, αφού αυτά δεν αποτελούν στοιχεία της έννομης σχέσης του δικαιώματος από το άρθρο 1400 Α.Κ., αλλά πραγματικά γεγονότα, περιεχόμενα στην ελάσσονα πρόταση (ιστορική αιτία) του δικανικού συλλογισμού, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε την ανυπαρξία της ως άνω έννομης σχέσης και τα οποία δεν έχουν τα προσόντα διατακτικού και δεν δημιουργούν δεδικασμένο, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αρ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τις ανωτέρω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 205 ΚΠολΔ το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, με την οριστική απόφασή του, επιβάλλει στο διάδικο ή στο νόμιμο αντιπρόσωπο του ή στο δικαστικό του πληρεξούσιο, ανάλογα με την ευθύνη καθενός, χρηματική ποινή από χίλια (1.000) ευρώ έως δύο χιλιάδες πεντακόσια (2.500) ευρώ, που περιέρχονται στο Ταμείο Νομικών, αν προκύψει από τη δίκη που έγινε, ότι αν και το γνώριζαν 1) άσκησαν προφανώς αβάσιμη αγωγή, ανταγωγή ή παρέμβαση ή προφανώς αβάσιμο ένδικο μέσο ή 2) διεξήγαγαν τη δίκη παρελκυστικά ή δεν τήρησαν τους κανόνες των χρηστών ηθών ή της καλής πίστης ή το καθήκον της αλήθειας.
Με τη διάταξη αυτή, η οποία εναρμονίζεται με το άρθρο 116 ΚΠολΔ, καθιερώνεται αποκλειστικά για την εξασφάλιση της διαδικαστικής τάξης, χωρίς καμία επίδραση στο περιεχόμενο της απόφασης, η υποχρέωση του δικαστηρίου και όχι η διακριτική ευχέρεια αυτού, για την επιβολή χρηματικής ποινής, που περιέρχεται στο Ταμείο Νομικών, ως ασφαλιστικό φορέα των νομικών επαγγελμάτων, εφόσον διαπιστωθεί δικονομική συμπεριφορά, η οποία έχει αρνητική επενέργεια στην απονομή δικαιοσύνης.
Κύρια προϋπόθεση για την επιβολή της ποινής τάξης του άρθρου 205 ΚΠολΔ αποτελεί το στοιχείο της υπαιτιότητας με την μορφή του άμεσου δόλου, χωρίς να αρκεί ενδεχόμενος δόλος ή βαριά αμέλεια (Α.Π. 431/2023, Α.Π. 1211/2021, Α.Π. 602/2016, Α.Π. 1443/2014, Α.Π. 738/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως απαράδεκτο ελλείψει εννόμου συμφέροντος της εκκαλούσας-εναγόμενης τον πέμπτο λόγο εφέσεως, με τον οποίο αυτή παραπονείτο για μη επιβολή χρηματικής ποινής κατ' άρθρο 205 ΚΠολΔ εις βάρος του ενάγοντος, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ (Ολ.Α.Π. 25/2008), την οποία ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, και νομίμως κήρυξε απαράδεκτο, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, η επιβολή χρηματικής ποινής, που περιέρχεται στο Ταμείο Νομικών, καθιερώνεται αποκλειστικά για την εξασφάλιση της διαδικαστικής τάξης και δεν έχει καμία επίδραση στο περιεχόμενο της απόφασης, επομένως τυχόν παράλειψη του δικαστηρίου να την επιβάλει δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο εφέσεως.
Επομένως είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλειες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης από τους αρ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τις ανωτέρω αιτιάσεις. Ο ίδιος λόγος, ως προς το σκέλος του με το οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείται επιπλέον για παράβαση κατ' άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ των διατάξεων των άρθρων 116 και 516 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, επειδή οι ανωτέρω διατάξεις δεν είναι ουσιαστικού, αλλά δικονομικού δικαίου, αφού καθορίζουν τον τρόπο της παροχής της ένδικης προστασίας, και συνεπώς τυχόν παράβασή τους δεν μπορεί να θεμελιώσει αναιρετικό λόγο από τη διάταξη του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αρ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενη παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 68, 331 και 516 ΚΠολΔ και παρά τον νόμο κήρυξη απαραδέκτου από το γεγονός ότι το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμο τον τέταρτο λόγο εφέσεως, με τον οποίο η εκκαλούσα επικαλείτο κίνδυνο δημιουργίας δυσμενούς δεδικασμένου εις βάρος της από την παραδοχή της πραγματογνωμοσύνης ως ορθής.
Ο λόγος στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι ως εκ τούτου απαράδεκτος, επειδή το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτο τον τέταρτο λόγο της έφεσης, αλλά απέρριψε αυτόν ως μη νόμιμο, ενώ καθ' όσον γίνεται επίκληση παράβασης κατ' άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ των διατάξεων των άρθρων 116 και 516 ΚΠολΔ, ο λόγος είναι απαράδεκτος, επειδή οι ως άνω διατάξεις δεν είναι ουσιαστικού, αλλά δικονομικού δικαίου, όπως προαναφέρθηκε.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 592 παρ. 3 εδ. δ' του ιδίου Κώδικα η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που αχρεωστήτως κατέβαλε αυτή (Α.Π. 1548/2022) και να καταδικαστεί η ηττώμενη αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός του, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την από 21-7-2021 αίτηση αναιρέσεως του Κ. Μ.
Αναιρεί την 1054/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, μόνο κατά το μέρος της με το οποίο δέχτηκε την έφεση και τους προσθέτους λόγους έφεσης του αναιρεσείοντος και απέρριψε την αγωγή του ως μη νόμιμη.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή.
Διατάσσει την επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος παραβόλου της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα.
Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Απορρίπτει την από 31-8-2021 αίτηση αναιρέσεως της Ζ. Μ.
Διατάσσει την επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ