Supreme Court dismisses appeal request for correction of judgment as it concerns substantive legal analysis, not clerical errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to correct a previous judgment regarding legal fees. The appellant argued the lower court made a clerical error in calculating fees based on cost savings, but the court found the issue involved a substantive legal interpretation of the contract and the validity of the appeal grounds. Since the dispute concerned the court's substantive reasoning rather than a mere clerical or drafting mistake, the request for correction was rejected under Article 315 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticle 315 of the Code of Civil Procedure; Correction of judgments is limited to clerical or drafting errors and does not extend to substantive legal analysis or diagnostic errors in the court's reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1358 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1358/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια και Παναγιώτη Βενιζελέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, προκειμένου να αποφανθεί για τη διόρθωση της 602/2020 απόφασης του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, μετά την από 12-11-2021 αίτηση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης "....", μεταξύ:
Της αιτούσας: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης "....", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αντιγόνη Παπαδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της καθής η αίτηση: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της: 1) Αλέξανδρο Δοβλέ και 2) Αικατερίνη Πανέρη, οι οποίοι δήλωσαν στο ακροατήριο ότι παρίσταται η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία (κατά την τελευταία τροποποίηση του καταστατικού της) "..." και τον διακριτικό τίτλο "...". Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω, ορίστηκε δε Εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Μαρί Δεργαζαριάν.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την διάταξη του άρθρου 315 του ΚΠολΔ που εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικος, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, ορίζεται ότι αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το Δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφασή του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι αντικείμενο διόρθωσης δεν αποτελούν διαγνωστικά σφάλματα του Δικαστηρίου, αλλά μόνο ακούσιες πλημμέλειες που παρεισφρύουν κατά τη σύνταξη ή την καθαρογραφή της αποφάσεως (ΑΠ 1595/2003).Τα ως άνω σφάλματα πρέπει να είναι πρόδηλα, δηλαδή να προκύπτουν από το κείμενο της απόφασης και των στοιχείων που ορίζουν το περιεχόμενο αυτής ή από τα πρακτικά ή από τις προτάσεις ή τα δικόγραφα των διαδίκων, έτσι ώστε να αποκλείεται η διόρθωση με βάση νέα στοιχεία (ΑΠ 251/2004, ΑΠ 1856/1999).
Συνεπώς, από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι είναι δυνατό να γίνει διόρθωση των σφαλμάτων της απόφασης, που οφείλονται στην ασυμφωνία μεταξύ αυτών που προδήλως θέλησε το δικαστήριο, όπως τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της προς διόρθωση απόφασης σε συνδυασμό και με άλλα στοιχεία που ορίζουν το περιεχόμενό της, όπως πρακτικά, προτάσεις ή δικόγραφα των διαδίκων, και εκείνων που έχουν διατυπωθεί στο διατακτικό της, έστω και αν από τη διόρθωση της ανακρίβειας της διατύπωσης του διατακτικού επέρχεται μεταβολή σε αυτό (ΟλΑΠ 29/2004, ΟλΑΠ 30/2004).
Αρκεί η μεν παραδρομή στην οποία οφείλονται τα λάθη να προκύπτει προδήλως από την όλη διάρθρωση της απόφασης και των συμβάντων κατά τη σύνταξή της, η δε διόρθωση να μην σχετίζεται με την ουσία της υπόθεσης, ούτε να αλλοιώνει την έννοια της απόφασης και να μεταβάλλει ή ανακαλεί το περιεχόμενό της (ΟλΑΠ 17/2017).
Αντικείμενο, επομένως, της αίτησης διόρθωσης δεν μπορεί να αποτελέσουν διαγνωστικά σφάλματα του δικαστηρίου, ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης και την εκτίμηση των αποδείξεων, τα οποία σχετίζονται με την ουσία της υπόθεσης και μεταβάλλουν ή αλλοιώνουν ηθελημένα το περιεχόμενο της απόφασης.
Τα σφάλματα αυτά διορθώνονται μόνο με προσβολή της απόφασης με ένδικα μέσα (ΟλΑΠ 17/2017, ΑΠ 266/2019, (ΑΠ 536/2020, ΑΠ 1703/2006). Η αιτία της παραδρομής είναι αδιάφορη. Μπορεί να οφείλεται σε παραδρομή του Δικαστηρίου ή των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους. Η συζήτηση της αιτήσεως διορθώσεως γίνεται κατά τη διαδικασία με την οποία εκδόθηκε η απόφαση της οποίας επιδιώκεται η διόρθωση (ΑΠ 64/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αιτούσα (αναιρεσείουσα), με την κρινόμενη από 12-11-2021 αίτηση, ζητεί τη διόρθωση της υπ' αριθ. 602/2020 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, επικαλούμενη ότι λόγω μαθηματικού σφάλματος που παρεισέφρυσε στο περιεχόμενο και στο διατακτικό αυτής (απόφασης), αφού κράτησε την από 11-11-2015 έφεση της εκκαλούσας-εναγομένης-αναιρεσείουσας (καθ' ης η παρούσα αίτηση) εξαφάνισε την υπ' αριθ. 2645/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δίκασε επί της ουσίας την αγωγή της εφεσίβλητης-ενάγουσας, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη-εκκαλούσα να καταβάλει στην τελευταία το ποσό 23.324 ευρώ, καθώς και το ποσό των 5.364,52 ευρώ.
Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αιτούσα άσκησε εναντίον της καθ' ης η αίτηση την από 20-12-2012 αγωγή της, με την οποία ιστορούσε ότι είναι εταιρεία διαχείρισης κόστους, ότι στον ειδικότερα εκτιθέμενο τόπο και χρόνο προέβη στη σύναψη μετά της εναγομένης εταιρείας (καθ' ης η αίτηση), μέλους του ομίλου εταιρειών ..., άτυπης σύμβασης έργου, χρονικής διάρκειας 24 μηνών και υπό τους ειδικότερα εκτιθέμενους στην αγωγή όρους, με αντικείμενο τη διερεύνηση των περιθωρίων και την ανεύρεση λύσεων προς εξοικονόμηση δαπανών της εναγομένης στους τομείς των logistics και των τηλεπικοινωνιών, συντασσομένων αντίστοιχων εκθέσεων για έκαστο στάδιο του ένδικου έργου.
Ότι μετά τη γνωστοποίηση από την εναγομένη των απαραίτητων λογιστικών στοιχείων, προδιαγραφών και άλλων εγγράφων, η ενάγουσα θα αποτύπωνε σε Έκθεσή της την υπάρχουσα κατάσταση-σημείο αναφοράς, με βάση την οποία θα μπορούσαν να εκτιμηθούν τα ποσά που θα εξοικονομούσε μελλοντικά η εναγομένη. Ότι στη συνέχεια, αφού η εναγομένη αποδεχόταν την Έκθεση, η ενάγουσα θα προέβαινε στη σύνταξη της δεύτερης Έκθεσης με τις εισηγήσεις της, στην οποία θα γινόταν προσδιορισμός, κατ' εκτίμηση, των εξοικονομούμενων από την εναγομένη δαπανών, εφόσον εφάρμοζε μία από τις προτεινόμενες με την εισήγηση λύση.
Ότι η αμοιβή της ίδιας συμφωνήθηκε ότι θα υπολογίζεται με βάση τη διαφορά ανάμεσα στο σημείο Αναφοράς, όπως τυχόν αναπροσαρμοστεί και τις τιμές ουσιαστικά που καταβάλλονται από την εναγομένη στη διάρκεια της περιόδου αμοιβής, κατόπιν εφαρμογής της Έκθεσης Εισηγήσεων. Ότι η εναγομένη εταιρεία απεδέχθη μεν ατύπως το σύνολο των συμβατικών όρων με μόνη -και αποδεκτή από τη ενάγουσα- τροποποίηση, συνιστάμενη σε αποκλιμάκωση των ποσοστών των ως άνω αμοιβών, πλην όμως ουδέποτε προέβη σε υπογραφή της σύμβασης καθεαυτήν, χωρίς ωστόσο τούτο να αναιρεί τη σιωπηρή τελικώς κατάρτιση της επίδικης σύμβασης, η οποία είχε ήδη ξεκινήσει να εκτελείται κανονικώς ως προς το κυριότερο αυτής μέρος.
Ότι η εναγομένη πέτυχε την αναλυτικώς παρατιθέμενη εξοικονόμηση δαπανών στον τομέα των logistics χάρη στη μεσολάβηση της ίδιας της ενάγουσας, καίτοι διατηρήθηκε ο ίδιος προμηθευτής ενώ υπήρχαν έτερες ανταγωνιστικότερες προσφορές. Ότι ο μέσος όρος εξοικονόμησης δαπανών ανέρχεται σε 272.277,50 ευρώ για τη διετία, ποσό το οποίο προκύπτει από την πρόσθεση των ποσών των 93.296 ευρώ, εφόσον διατηρείτο ως προμηθεύτρια η "...", 155.218 ευρώ, εφόσον επιλεγόταν ο Β., 165.906 ευρώ, εφ' όσον επιλεγόταν η ...
και 131.035 ευρώ εφ' όσον επιλεγόταν η ..., τα οποία στη συνέχεια διαιρούνταν δια του (4) με συνέπεια να υπολογίζεται η αμοιβή στο 1/4 της κάθε προτεινόμενης λύσης. Ότι με βάση τον πλασματικό αυτόν υπολογισμό η αμοιβή της ενάγουσας καθορίζονταν για την εν λόγω διετία (24 μήνες) σε ποσοστό 50% του ποσού των 272.277,50 ευρώ, ήτοι 136.363,75 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α (=167.727,41 ευρώ).
Ότι η ίδια εντόπισε τα ειδικότερα εκτιθέμενα περιθώρια εξοικονόμησης κόστους για την εναγομένη και στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, χωρίς ωστόσο να εφαρμοσθούν από την τελευταία οι σχετικές εκθέσεις εισήγησης της πρώτης, με αποτέλεσμα το αντίστοιχο για την αυτήν ως άνω διετία ποσοστό αμοιβής της, όπως τούτο προσδιορίζεται αναλυτικώς στο αυτό ως άνω δικόγραφο, να τυγχάνει αμέσως καταβλητέο.
Ότι η εναγομένη, καίτοι ήδη επωφελείτο και θα επωφελείτο των επιτευχθεισών από την ενάγουσα εταιρεία εξοικονομήσεων κόστους, προέβη κατά τον ειδικότερα εκτιθέμενο χρόνο άνευ σπουδαίου λόγου σε καταγγελία της επίδικης σύμβασης, επί σκοπώ αποφυγής καταβολής προς την ενάγουσα των ένδικων κατά ποσοστό αμοιβών, τις οποίες άλλωστε δεν έχει εισέτι καταβάλει.
Ότι η εναγομένη εταιρεία πέρα από την κατά τα ανωτέρω ενδοσυμβατική φέρει και αδικοπρακτική ευθύνη, συνιστάμενη κυρίως στην παράνομη και αντίθετη προς τα χρηστά ήθη εκ μέρους της άρνηση να καταβάλει στην ενάγουσα τη συμφωνηθείσα κατά ποσοστά αμοιβή της, που ιδιοποιείται με πρόθεση επί μακράν ζημιώνοντας ισόποσα την ενάγουσα εταιρεία, καθώς επίσης συνιστάμενη στην εκ μέρους της εναγομένης δόλια οικειοποίηση του προϊόντος του έργου της ενάγουσας, η οποία επωφελείται εισέτι των εξοικονομήσεων κόστους σε αμφότερους τους επίδικους τομείς (logistics και Τηλεπικοινωνίες).
Τέλος, ότι η αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης εξέθεσε το κύρος, τη φήμη και υπόληψη της ενάγουσας και κλόνισε την εμπιστοσύνη των τρίτων με αυτή συναλλασσόμενων -προμηθευτών και άλλων φυσικών ή και νομικών προσώπων- προς την ίδια την εταιρεία της, με αποτέλεσμα την επέλευση σε βάρος της ηθικής βλάβης λόγω προσβολής της προσωπικότητάς της ως νομικού προσώπου.
Για τους λόγους δε αυτούς ζητούσε 1)να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης και 2) να υποχρεωθεί η τελευταία, με απόφαση η οποία να κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή, να καταβάλει στην ενάγουσα [Α] ως αποζημίωση λόγω θετικής ζημίας το ποσό των: (i) 167.727,41 ευρώ ως ποσοστό αμοιβής για το έργο στον τομέα των logistics και (ii) 8.610,00 ευρώ ως ποσοστό αμοιβής για το έργο στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, καθώς επίσης [Β]ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 110.000,00 ευρώ και συνολικώς το ποσό των 286.337,41 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Με την υπ' αριθ. 2645/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε η σωρευόμενη βάση της αγωγής που στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικοπραξίας και στη συνέχεια έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή υποχρεώνοντας την εναγομένη (καθ' ης η αίτηση) να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 176.337,41 ευρώ.
Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη άσκησε έφεση ισχυριζόμενη ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή ως προς τη βάση της περί ενδοσυμβατικής ευθύνης. Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3466/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσία η έφεση της εναγομένης και αφού εξαφάνισε την απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και υποχρέωσε την εκκαλούσα-εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα-εφεσίβλητη νομιμοτόκως το ποσό των 93.296 ευρώ, καθώς επίσης το ποσό των 21.458,08 ευρώ.
Κατά της απόφασης του Εφετείου άσκησαν αναίρεση τόσον η ενάγουσα-εφεσίβλητη όσον και η εναγομένη-εκκαλούσα. Το παρόν δικαστήριο με την υπ' αριθ. 602/2020 απόφαση απέρριψε την αναίρεση της ενάγουσας-εφεσίβλητης. Όσον αφορά την αναίρεση που άσκησε η εναγομένη-εκκαλούσα, μεταξύ των άλλων αναιρετικών λόγων προέβαλε κατά της αναιρεσιβαλλομένης και την εκ του άρθρου 559 αρ. 9 πλημμέλεια, ήτοι ότι το Εφετείο επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος.
Επί του λόγου αυτού το παρόν Δικαστήριο έκρινε ως ακολούθως: "Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. β' Κ.Πολ.Δ. "Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν". Εξάλλου, στο πλαίσιο της καθιερουμένης από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ. θεμελιακής δικονομικής αρχής της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης, το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επιληφθεί αυτεπαγγέλτως μιας διαφοράς παρά μόνο ύστερα από σχετική αίτηση του διαδίκου, αν δε παρά ταύτα προβεί σε εκδίκαση και έκδοση αποφάσεως, τότε αυτή η απόφαση είναι ελαττωματική, διότι αντίκειται στην εν λόγω διαθετική αρχή.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "αίτηση" νοείται κάθε εκκρεμοδικία, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, κύριας πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου κλπ (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 670/2016, ΑΠ 962/2013). Ο αναιρετικός αυτός λόγος στοιχειοθετείται και όταν το δικαστήριο επιδίκασε ποσό μεγαλύτερο εκείνου που ζήτησε ο ενάγων κατά περιορισμό της αγωγικής του αξίωσης, είτε με το δικόγραφο της αγωγής ή παραδεκτά με τις προτάσεις του (ΑΠ 140/2019, ΑΠ537/2016, ΑΠ 92/2015, ΑΠ 785/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, ότι η ενάγουσα αναφέρει στην αγωγή της ότι, αφού αξιολογήθηκαν όλες οι προσφορές, συνέταξε την έκθεση 2, με την οποία υπολογίστηκε η δυνατότητα ετήσιας εξοικονόμησης, όπως τροποποιήθηκε μετά από συμφωνία των μερών, 93.296 ευρώ, εφόσον διατηρείτο η υφιστάμενη προμηθεύτρια της εναγομένης εταιρεία με την επωνυμία "..." (ήτοι ποσοστό εξοικονόμησης 20%), 155.218 ευρώ (ήτοι ποσοστό εξοικονόμησης 33%) εφόσον επιλεγόταν ο Β.,165.906 ευρώ (ήτοι ποσοστό εξοικονόμησης 36%) εφ' όσον επιλεγόταν η ...
και 131.035 (ήτοι ποσοστό εξοικονόμησης 28%) εφ' όσον επιλεγόταν η .... Ότι ο μέσος όρος εξοικονόμησης ανέρχεται σε 136.363,75 ετησίως (=93.296 + 155.218 + 165.906 + 131.035:4), δηλαδή συνολικό ποσό εξοικονόμησης για τη διετή ισχύ της σύμβασης 272.727,50 ευρώ και η συνολική συμφωνημένη αμοιβή της για τη διετή ισχύ της σύμβασης είναι ποσοστό 50% επί της εξοικονόμησης, δηλαδή συνολικά 136.363,75 ευρώ, πλέον ΦΠΑ και εν όλω 167.727,41 ευρώ το οποίο ζητεί με την αγωγή.
Όπως δέχεται το Εφετείο, από το ποσό των 93.296 ετησίως που αφορά την σε κάθε περίπτωση, προϋπολογιζόμενη- πιθανολογούμενη από την ενάγουσα εξοικονόμηση δαπανών σε σχέση με την εταιρεία ... για δύο χρόνια (186.592 ευρώ, ήτοι 93.296 ευρώ χ 2) η ενάγουσα δεν ζητά το ποσό των 93.296 ευρώ (186.592 ευρώ Χ 50%), αλλά το προσδιορίζει με την αγωγή της στο ποσό των 23.324 ευρώ, ως το 50% του ποσού των 46.648 ευρώ που αντιστοιχεί στην εξοικονόμηση δαπανών σε βάθος διετίας (23.324 ευρώ Χ 2) σχετικά με την εταιρεία ...
και αναλογεί το ποσό αυτό των 46.648 ευρώ στο 1/4 του συνολικού ποσού των 272.727,50 ευρώ, που αποτελεί, κατά την ενάγουσα το συνολικό ποσό εξοικονόμησης και από τις άλλες τρεις εταιρείες (93.296 + 155.218 + 165.906 + 131.035:4 = 23.324 + 38.804,50 + 41.476,50 + 32.758,75 = 136.363,75 ευρώ Χ 2 έτη = 272.727,50 ευρώ Χ 50%- ποσοστό διεκδικούμενης αμοιβής της ενάγουσας- ίσον 136.363,75, από το οποίο ποσό 23.324 ευρώ αναλογεί για την εταιρεία ...) (σελίδα 21 τη αγωγής).
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ζητώντας η ενάγουσα να της επιδικασθεί ο μέσος όρος των αμοιβών που θα εδικαιούτο να λάβει αν ελαμβάνοντο ως βάση υπολογισμού οι προϋπολογισθείσες από αυτήν την ίδια εξοικονομήσεις διετίας, προσδιόρισε την αμοιβή που θα αντιστοιχούσε στην εφαρμογή κάθε μιάς λύσης στο ένα τέταρτο.
Επομένως το αιτούμενο με την αγωγή ποσό από την εξοικονόμηση δαπανών, σε σχέση με τη ... ανέρχεται στο ποσό των 23.324 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 113.039,755 ευρώ (136.363,75-23.324) αφορά την αμοιβή της για πλασματική εξοικονόμηση δαπανών της σε βάθος διετίας σε σχέση με τις λοιπές ως άνω εταιρείες, που δεν έγιναν προμηθεύτριές της.
Αντί όμως το Εφετείο να επιδικάσει, κατά τις παραδοχές του, το ποσό των 23.324 ευρώ και το αίτημά της αγωγής σε σχέση με την εταιρεία ..., επεδίκασε το μεγαλύτερο κατά 69.972 ευρώ ποσό των 93.296 ευρώ. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση επεδίκασε και μείζον ποσό για αναλογούντα ΦΠΑ, ήτοι επεδίκασε το ποσό των 21.458,08 ευρώ, ενώ στο ποσό των 23.324 ευρώ ο αναλογών ΦΠΑ (με ποσοστό 23% που ζητείται με την αγωγή) ανέρχεται σε 5.364,52 ευρώ (23.324 Χ 23%).
Κατ' ακολουθίαν τούτων, το Εφετείο επεδίκασε μείζον του αιτηθέντος ποσού στην ενάγουσα, ήτοι μεγαλύτερο κατά το ποσό των 69.972 ευρώ, καθώς επίσης και μείζον του αναλογούντος ποσού ΦΠΑ, ήτοι μεγαλύτερο κατά το ποσό των 16.093,52 ευρώ. Επομένως, ο έβδομος λόγος της από 3-11-2017 αίτησης αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 9 περ.
β' ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατόπιν αυτών, πρέπει, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος αυτό".
Έκρινε δηλαδή το Δικαστήριο τούτο, κατά την έρευνα της βασιμότητας του γενομένου δεκτού λόγου αναιρέσεως, ότι, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, κατά τις σχετικές παραδοχές του Εφετείου, η αμοιβή της θα υπολογιζόταν με βάση το ποσό που θα προέκυπτε από την εξοικονόμηση δαπανών από την επιλεγείσα από την εναγομένη εταιρία-προμηθεύτρια, ότι με το να ζητήσει η ενάγουσα να της επιδικασθεί το 1/4 του αθροίσματος των αμοιβών, ήτοι ο μέσος όρος των αμοιβών που θα εδικαιούτο να λάβει αν ελαμβάνοντο ως βάση υπολογισμού οι προϋπολογισθείσες εξοικονομήσεις, προσδιόρισε την αμοιβή, που αντιστοιχούσε στην εφαρμογή κάθε μιάς λύσης, χωριστά, στο ένα τέταρτο και ότι, ενόψει αυτού, το Εφετείο, εφόσον δέχθηκε ότι ο αιτούμενος υπολογισμός της αμοιβής με βάση τον μέσο όρο εξοικονόμησης δεν ανταποκρίνεται στα συμφωνηθέντα, αλλά η επιτευχθείσα χάρη στη μεσολάβηση της ενάγουσας εξοικονόμηση λειτουργικού κόστους, η οποία αποτελεί και το εκτελεσθέν έργο στη συγκεκριμένη περίπτωση, ανέρχεται ετησίως σε 93.296 ευρώ και ότι, ως εκ τούτου, η συνολική αμοιβή της εφεσίβλητης ανέρχεται στο ποσό των 93.296 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, έπρεπε να επιδικάσει, με βάση τις παραδοχές του αυτές, το ποσό των 23.324 ευρώ, κατά το αίτημα της αγωγής σε σχέση με την επιλεγείσα εταιρεία, αφού, κατά τα ανωτέρω, η ενάγουσα είχε προσδιορίσει την αμοιβή κάθε μιας λύσης, άρα και της συγκεκριμένης, μόνον στο ένα τέταρτο, χωρίς να ζητήσει, επικουρικά, ολόκληρο το ποσό των 93.296 ευρώ.
που αφορά την αμοιβή με βάση την εξοικονόμηση δαπανών σε σχέση με την επωνυμία "...", ενώ το υπόλοιπο ποσό των 113.039,755 ευρώ (136.363,75-23.324) που αιτήθηκε να της καταβληθεί με την αγωγή της, αφορούσε την αμοιβή της για πλασματική εξοικονόμηση δαπανών της σε βάθος διετίας σε σχέση με τις λοιπές ως άνω εταιρείες, που δεν έγιναν προμηθεύτριές της, το οποίο ποσό κρίθηκε από την ως άνω απόφαση ως αβάσιμο.
Με βάση όσα λεπτομερώς εκτέθηκαν πιο πάνω, καθίσταται πρόδηλο ότι η κρινομένη αίτηση τυγχάνει απαράδεκτη, διότι η αιτουμένη διόρθωση δεν αφορά σε γραφικά ή λογιστικά λάθη της αποφάσεως ή ανακριβή διατύπωση του διατακτικού της, αλλά στην κατ` ουσίαν έρευνα του λόγου αναίρεσης του αναιρεσείουσας (καθ' ης η αίτηση), η οποία και δεν μπορεί να καταστεί αντικείμενο της ενδίκου αιτήσεως διορθώσεως, αφού, όπως αναφέρθηκε, αντικείμενο διόρθωσης δεν αποτελούν διαγνωστικά σφάλματα του Δικαστηρίου. Επομένως η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί, και να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, καθόσον η ερμηνεία του κανόνα που εφαρμόσθηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθ. 179 ΚΠολΔ ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, με την επωνυμία "... ", για διόρθωση της υπ` αριθ. 602/2020 αποφάσεως του Αρείου Πάγου.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ