Legislator Case Law & Legislation
1358/2018 AI generated

1358/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1358/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Με την από 29-9-2016 αίτηση αναίρεσης και τους από 22-9-2017 πρόσθετους λόγους της προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 57/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης (τακτικής διαδικασίας), με την οποία έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσία αντίθετες εφέσεις των εφεσιβλήτων - αναιρεσιβλήτων και του εκκαλούντος Σ. Τ. (ο οποίος απεβίωσε μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στη θέση του οποίου υπεισήλθαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι οι αναιρεσείοντες)κατά της 47/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου (με την οποία είχαν απορριφθεί οι από 4-2-2011 με αριθμ. κατάθ. 26/2011 και 27/2011 δυο αγωγές του ενάγοντος Σ. Τ. και έγινε εν μέρει δεκτή η από 23-7-2012 με αριθμ. κατάθ. 86/2012 αγωγή των πρώτης και δεύτερης των εφεσιβλήτων - αναιρεσιβλήτων.Η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του εκκαλούντος - εφεσιβλήτου Σ. Τ. (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 569 Κ.Πολ.Δ) και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την 20/2016 έκθεση κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Εφετείου Κρήτης. Είναι συνεπώς παραδεκτοί (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να συνεκδικασθούν (άρθρο 246 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 ΚΠολΔ, ΑΠ 1192/2014).

Legislator headnote

AI generated

1358/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Keywords

AI generated
statutory heir paternity action parental authority disinheritance of an insolvent heir legal capacity descendant
AI generated
1404/2015
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη Αρεοπαγίτες.
38/2016
Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding failure to consider new facts in inheritance suit.
1639/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1549/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-1993 αγωγή των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/1995 μη οριστική, 35/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 891/2005 μη οριστική, 520/2007 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της εφετειακών αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-10-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 29-1-2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 22-10-2007 αιτήσεως για αναίρεση των υπ' αριθ. 891/2005 και 520/2007 αποφάσεων του Εφετείου Πατρών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
2027/2009
Supreme Court allows appeal against land ownership claim, ruling material possession transfer via informal gift allows time calculation without formal succession. The court found the lower court erred in separating the donor's possession time from the donee's time. The decision clarifies that informal delivery of possession suffices for adverse possession claims. The court held that the lower court incorrectly separated the donor's possession time from the donee's time. The court ruled that the lower court erred in separating the donor's possession time from the donee's time. The court held that the lower court erred in separating the donor's possession time from the donee's time.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1358 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1358/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ι. Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Γεώργιο Παπανδρέου-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1.Α. χήρας Σ. Τ., θυγ. Γ. Α., 2. Β. Τ. του Σ., 3.Γ. Τ. του Σ. κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν ο 1ος δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Β. Τ., ο 2ος αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, ο 3ος μετά του ιδίου ως άνω δικηγόρου. Των αναιρεσίβλητων: 1.Γ. συζ. Γ. Κ., θυγ. Γ. Χ., 2.Ε. Κ. του Γ., 3.Ν. Κ. του Γ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κώστα Βελεγράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 4-2-2011 αγωγές του Σ.ος Τ., δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 47/2013 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 57/2015 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-9-2016 αίτησή τους και τους από 22-9-2017 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων να απορριφθούν, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 29-9-2016 αίτηση αναίρεσης και τους από 22-9-2017 πρόσθετους λόγους της προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 57/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης (τακτικής διαδικασίας), με την οποία έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσία αντίθετες εφέσεις των εφεσιβλήτων - αναιρεσιβλήτων και του εκκαλούντος Σ. Τ. (ο οποίος απεβίωσε μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στη θέση του οποίου υπεισήλθαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι οι αναιρεσείοντες)κατά της 47/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου (με την οποία είχαν απορριφθεί οι από 4-2-2011 με αριθμ. κατάθ. 26/2011 και 27/2011 δυο αγωγές του ενάγοντος Σ. Τ. και έγινε εν μέρει δεκτή η από 23-7-2012 με αριθμ. κατάθ. 86/2012 αγωγή των πρώτης και δεύτερης των εφεσιβλήτων - αναιρεσιβλήτων.Η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του εκκαλούντος - εφεσιβλήτου Σ. Τ. (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 569 Κ.Πολ.Δ) και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την 20/2016 έκθεση κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Εφετείου Κρήτης. Είναι συνεπώς παραδεκτοί (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να συνεκδικασθούν (άρθρο 246 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 ΚΠολΔ, ΑΠ 1192/2014).

2.Κατά τα άρθρα 1846, 1198 και 1199 ΑΚ ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομιά μόλις γίνει η επαγωγή, με την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 1198 ΑΚ που ορίζει ότι χωρίς μεταγραφή στις περιπτώσεις των άρθρων 1192 ΑΚ εδάφια 1 έως και 4 και 1193 ΑΚ δεν επέρχεται η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου ή η σύσταση, μετάθεση, κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος πάνω στο ακίνητο. Με τη μεταγραφή κατά το άρθρο 1193 ΑΚ η κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα πάνω σε ακίνητο θεωρούνται ότι περιήλθαν στον κληρονόμο ή στον κληροδόχο από το θάνατο του κληρονομουμένου, με την επιφύλαξη των διατάξεων για την αναβλητική αίρεση ή προθεσμία. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η μεν κυριότητα του κληρονομιαίου ακινήτου με το θάνατο του κυρίου παύει να υπάρχει για αυτόν, με την αυτοδίκαιη δε περιέλευση της περιουσίας του ως συνόλου στον κληρονόμο του, ο τελευταίος αποκτά αυτοδικαίως το κληρονομικό δικαίωμα που αποτελεί την ιδιάζουσα, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της μεταγραφής, νομική αιτία κτήσεως της κυριότητας του κληρονομιαίου ακινήτου.

Συνεπώς, μέχρι της μεταγραφής της αποδοχής η κυριότητα του κληρονόμου επί του κληρονομιαίου ακινήτου είναι μετέωρη, επέρχεται δε μόνον από της διενέργειας αυτής, αναδρομικώς από το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, χωρίς, πάντως, η αναδρομική αυτή ενέργεια να συνεπάγεται και την κατάλυση δικαιωμάτων τρίτων, που έχουν νόμιμα αποκτηθεί επί ακινήτου της κληρονομιάς, όπως κυριότητα αποκτηθείσα πρωτοτύπως με χρησικτησία συμπληρωθείσα μέχρι το χρόνο της μεταγραφής (ΑΠ 1201/2012,11192/2014.) Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ προκύπτει ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με τακτική χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία, ενώ με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και. στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

3. Επειδή, κατά το άρθρο 983 ΑΚ, η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα. Προϋποθέσεις δε γι' αυτήν τη μεταβίβαση είναι αφενός η κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου νομή του πράγματος εκ μέρους αυτού και αφετέρου η κατά τον ίδιο χρόνο στο πρόσωπο του διαδόχου στη νομή ύπαρξη της ιδιότητας του αληθούς κληρονόμου, είτε εκ διαθήκης είτε εξ αδιαθέτου. Η μεταβίβαση της νομής επέρχεται είτε καλής πίστεως είτε κακής πίστεως νομέας ήταν ο κληρονομούμενος (βλ. σχ. ΑΠ 448/2001). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 983, 1193 και 1051 ΑΚ προκύπτει ότι για να μεταβιβαστεί η νομή στον κληρονόμο δεν είναι ανάγκη, όταν πρόκειται για ακίνητο, να έχει μεταγραφεί η αποδοχή της κληρονομιάς, καθώς και ότι εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του (βλ. σχ. ΑΠ 617/1980). Ακόμη, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος (έκτακτη χρησικτησία-, ΑΠ 984/2002.).

4. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά συνεδρίασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες εκτιμώνται (άρθρ. 340 Κ.Πολ.Δ) καθ' εαυτές και σε συνδυασμό μεταξύ τους και προς τις υπόλοιπες αποδείξεις κατά το λόγο της γνώσεως και της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, τα οποία το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και οι ένορκες καταθέσεις μαρτύρων των διαδίκων μερών, που λήφθηκαν σε άλλη δίκη μεταξύ των ιδίων αλλά και στα πλαίσια άλλης συναφούς δίκης, αλλά και οι υπ' αρ. 526, 527 και 528/12-8-2009 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Κ.

Λ., οι υπ' αρ. 14140/23-2-2010, 14150/26-2-2010, 12532/15-11-2007, 14139/23-2-2010 και 14957/6-6-2011 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Γ. Ψ. και η υπ' αρ. 29/18-11-2010 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Μ. Α., που επικαλείται ο ενάγων των Α και Β αγωγών, οι οποίες λήφθηκαν για να χρησιμοποιηθούν σε άλλες δίκες μεταξύ των ιδίων διαδίκων αλλά και στα πλαίσια άλλης συναφούς δίκης, οι οποίες θα ληφθούν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 554/2012, ΑΠ 1867/2011) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο. Δ. Τ. του Ε., παππούς του ενάγοντος των Α και Β αγωγών και της πρώτης εναγομένης Γ. Κ., που απεβίωσε στις 18-12-1957 κατέλειπε την υπ' αρ. 21395/1956 δημόσια διαθήκη του Συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Γ. Μ., η οποία δημοσιεύτηκε με τα με αρ. 65/5-8-1958 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, με την οποία εγκατέστησε κληρονόμους τα τέκνα του Β. (θετό πατέρα του ενάγοντος), Ι., Ε. (θετή μητέρα της πρώτης εναγομένης) και Κ.

στα αναφερόμενα στην παραπάνω διαθήκη του ακίνητα. Μεταξύ των κληρονομιαίων ακινήτων ήταν και ένα ακίνητο, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του οικισμού ..., στην ειδικότερη τοποθεσία "...", το οποίο έχει έκταση 7288,30 τ.μ. και συνορεύει βόρεια με δημοτικό δρόμο, νότια με ιδιοκτησία κληρονόμου Α. Π., δυτικά εν μέρει με δημοτικό δρόμο και εν μέρει με ιδιοκτησία Ε.

και Κ. Κ. και ανατολικά εν μέρει με δημοτικό δρόμο και εν μέρει με ιδιοκτησία Σ. Σ., όπως αυτό απεικονίζεται και περιγράφεται στο από Μάιος 1997 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Κ. Λ.. Στο εν λόγω ακίνητο με την παραπάνω διαθήκη του ο Δ.ς Τ.ς εγκατέστησε κληρονόμους του τα δύο από τα παραπάνω τέκνα του τον Β.

Τ. και Ε. Τ. κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου τον καθένα, οι οποίοι δεν προέβησαν σε ρητή αποδοχή της κληρονομιάς του αποβιώσαντος πατέρα του, πλην όμως άρχισαν να νέμονται το παραπάνω ακίνητο, ο καθένας κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου που του αναλογούσε και συγκεκριμένα η Ε. Τ., ..., το νεμόταν αυτοπροσώπως, ενώ ο Β.

Τ., ..., το νεμόταν με αντιπρόσωπο τον αδελφό του Ι. (φυσικός πατέρας της πρώτης εναγομένης), ο οποίος έβοσκε σ' αυτό τα ζώα, το εκμίσθωνε σε τρίτους ως βοσκότοπο και έστελνε σε αυτόν αντί μισθώματος διάφορα αγροτικά προϊόντα (ελαιόλαδο, κρασί κλπ.) ενώ ταυτόχρονα το επέβλεπε και το επιτηρούσε. Το λάδι και το κρασί που του έστελνε τα παρήγαγε από την αγροτική περιουσία του και όχι από το παραπάνω ακίνητο, αφού αυτό μέχρι το έτος 1983 ήταν αγρός χέρσος (ακαλλιέργητος) και ειδικότερα πρόκειτο για χαλέπα, δηλαδή για βοσκότοπο, και δεν είχε καμία αξία.

Κατά τα τέλη του έτους 1982 η Ε. Τ.-Χ. (θετή μητέρα της πρώτης εναγόμενης) στη δια αλληλογραφίας επικοινωνία της με τον αδελφό της Β. Τ. ζητούσε επίμονα από αυτόν να μεταβιβάσει στη θετή κόρη της Γ. (πρώτη εναγόμενη - ενάγουσα) το εξ αδιαιρέτου ποσοστό της συγκυριότητάς του στο παραπάνω ακίνητο, ώστε το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας σ' αυτό να περιέλθει στην οικογένεια της τελευταίας.

Παρά τους αρχικούς του δισταγμούς, λόγω της επιμονής της αδελφής του Ε. και της μεγάλης πίεσης που του ασκούσε μαζί με την πρώτη εναγομένη (κόρη της) στις αρχές του έτους 1983 ο Β. Τ. δώρισε άτυπα το εξ αδιαιρέτου~ποσοστο της συγκυριότητας του στο παραπάνω ακίνητο στην πρώτη εναγομένη- ενάγουσα ανιψιά του.

Η βούληση του αυτή, η οποία ήταν σαφής, ρητή και ανεπιφύλακτη, διατυπώθηκε στην από 19-1-1983 ιδιόγραφη επιστολή του προς την πρώτη εναγόμενη-ενάγουσα, στην οποία ανέγραψε επί λέξει. "Διά της παρούσης μου σας γνωρίζω ότι σας κάνω δωρεάν ως γαμήλιον δώρον, και κατά πλήρη κυριότητα και εξουσίαν το ακίνητον αγρόκτημα μου το ευρισκόμενο, εις θέσιν σοχώρι της περιοχής του χωριού ...

και προερχόμενον της Πατρικής Κληρονομιάς και εξ αδιαιρέτου μαζί μετά της αδελφής μου Ε. Δ. Τ., ήτις κατέχει το έτερον μισό του όλου κτήματος. Την απόφασιν μου ταύτην έγραψα ο ίδιος και παρακαλώ να γίνει σεβαστή, δεν έχω να προσθέσω τίποτε άλλο εκτός τας ευχάς μου δια την ευτυχίαν σας.". Η παραπάνω βούληση του έχει διατυπωθεί και στην προγενέστερη από 17-1-1983 επιστολή του προς την αδελφή του Ε., αλλά και στις μεταγενέστερες από 3-7-1983και 14-8-1985 επιστολές του προς την ιδία την πρώτη εναγόμενη (ανιψιά του) και το σύζυγο της Γ., οι οποίοι του ζητούσαν στη συνέχεια να προβεί και σε τυπική μεταβίβαση του εξ αδιαιρέτου ποσοστού της συγκυριότητάς του στο παραπάνω ακίνητο, συντάσσοντας σχετικό συμβολαιογραφικό έγγραφο, πλην όμως αυτός αρνιόταν.

Η άρνηση του δωρητή Β. Τ. να προβεί και στη τυπική μεταβίβαση του δωρηθέντος οφειλόταν σε οικονομικούς και φορολογικούς λόγους γεγονός που διαφαίνεται από το περιεχόμενο των ως άνω επιστολών του, με τις οποίες εγγυήθηκε την τήρηση της θέλησής του για την ανωτέρω δωρεά επικαλούμενος την τιμή και την υπόληψή του.

Από τις ως άνω επιστολές του δωρητή Β. Τ. διαφαίνεται ακόμα ότι αυτός είχε κοινωνική μόρφωση, καθώς επίσης γνώση και αντίληψη της έννοιας της νομής, αφού σε μια από τις επιστολές του αναφέρει ότι ο Γ. (αδελφός του) που το έχει στην κατοχή του πάνω από 40 χρόνια έχει αποκτήσει δικαιώματα και κυριότητα σαν να 'ναι δικό του.

Γνώριζε επομένως ότι αν αποξενωθεί από το ακίνητο και τη νομή του θα αποκτήσει μετά από χρόνια κυριότητα σ' αυτό η δωρεοδόχος ανιψιά του. Το γεγονός ότι επιθυμούσε να αποξενωθεί οριστικά από το ακίνητο αυτό συνάγεται και από την από 14-8- 1985 απαντητική του επιστολή προς το σύζυγο της πρώτης εναγομένης ενάγουσας τον οποίο αποκαλεί ιδιοκτήτη.

Η δε άρνηση του να προβεί και στη τυπική μεταβίβαση οφειλόταν, όπως προαναφέρθηκε σε οικονομικούς - φορολογικούς λόγους, και όχι στην επιθυμία του να μην αποξενωθεί από τη νομή του, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων (θετό τέκνο του), ούτε το επίμονο δια αλληλογραφίας αίτημα της πρώτης εναγομένης και του συζύγου της προς τον Β.

Τ. να προβεί και σε συμβολαιογραφική μεταβίβαση του δωρηθέντος υποδηλώνει έλλειψη νομής διάνοια κυρίου εκ μέρους των, αντίθετα υποδηλώνει αποξένωση του ανωτέρω δωρητή από το ακίνητο του. Έτσι από τις αρχές του έτους 1983 ο Β. Τ. αποξενώθηκε από τη νομή του παραπάνω ακινήτου και άρχισε η πραγματική εξουσίαση του από την πρώτη εναγομένη (ανιψιά του)η οποία έκτοτε μαζί με τη μητέρα της Ε.

Τ.-Χ. (κυρία του υπόλοιπου ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου) ασκούσαν τη νομή σε ολόκληρο το ακίνητο, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου κάθε μία. Ο ως άνω θετός πατέρας του ενάγοντος Β. Τ. απεβίωσε στις 5-10-1987 και με την από 2-10-1986 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε με τα με αρ. 40/20-1-1988 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου κατέλειπε ολόκληρη την περιουσία του στο θετό τέκνο του Σ.

Τ. (ενάγοντα) και στην οικογένειά του (σύζυγο και τέκνα). Στη διαθήκη του αυτή ο Β. Τ., ο οποίος, όπως διαφαίνεται από τις ως άνω επιστολές του αλλά και την ίδια τη διαθήκη, είχε επάρκεια γνώσεων, κοινωνική μόρφωση και πλήρη συνείδηση των ενεργειών του, ως τελωνειακός υπάλληλος με πολύχρονη πείρα, αν και συμπεριλαμβάνει ένα άλλο ακίνητο στη θέση ..., στο οποίο ήταν συγκύριος με την αδελφή του Ε.

κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, εν τούτοις το παραπάνω ακίνητο στη θέση "..." της ίδιας περιοχής ενσυνείδητα δεν το συμπεριλαμβάνει στη διαθήκη του, διότι το ποσοστό του σ' αυτό (1/2 εξ αδιαιρέτου) το είχε μεταβιβάσει άτυπα στην ανιψιά του (πρώτη εναγομένη) από 19-1-1983με την ως άνω επιστολή και είχε πλέον εκφύγει της νομής του οικεία βουλήσει.

Ο δε ενάγων (κληρονόμος του διαθέτη Β. Τ.) ο οποίος γνώριζε για την άτυπη δωρεά του ποσοστού συγκυριότητας του πατέρα του προς την πρώτη εναγόμενη αποδέχθηκε την εκ διαθήκης κληρονομιά του τελευταίου με την με αρ. 16201/14-1-1994 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ρεθύμνου, χωρίς να περιλάβει σ' αυτήν και το επίδικο.

Μετά την παρέλευση δεκαετίας και πλέον το έτος 2005 προέβη σε αποδοχή κληρονομιάς του επίδικου τη με αρ. 1656/8-6-2005 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Γ. Λ., η όψιμη όμως αυτή αποδοχή οφείλεται στην απόφασή του για διεκδίκηση του ακινήτου, το οποίο άλλωστε ούτε στο Κτηματολόγιο δήλωσε.

Μετά την άτυπη παραχώρηση του επίδικου (1/2 εξ αδιαιρέτου του παραπάνω ακινήτου) από τον πατέρα του ενάγοντος στην πρώτη εναγόμενη στις αρχές του έτους 1983, η τελευταία άρχισε να νέμεται αυτό, είτε αυτοπροσώπως, είτε με τον αντιπρόσωπο σύζυγο της Γ. Κ., προβαίνοντας στις παρακάτω εμφανείς υλικές ενέργειες, δηλωτικές της πρόθεσής της να το νέμεται διανοία κυρίου.

Συγκεκριμένα προέβη σταδιακά από το 1983 μέχρι το 1985 σε επιχωμάτωση στο βόρειο τμήμα του ακινήτου, προκειμένου να γίνει βατό και επίπεδο, διότι ήταν ανισόπεδο και επικλινές, το έτος 1985 φύτεψε στη βορειοανατολική του πλευρά αμυγδαλιές και δύο στρέμματα περίπου αμπέλι, το οποίο μέχρι σήμερα καλλιεργεί και συλλέγει του καρπούς του, έχει δε υποβληθεί στην αρμόδια Διεύθυνση Αγροτικής Ανάπτυξης Ρεθύμνου δήλωση αμπελοκαλλιέργειας στο όνομά της, τα έτη 1987 και 1988, όταν διανοίχθηκε και διαπλατύνθηκε ο δρόμος βορείως και δυτικά του ακινήτου από τη ΜΟΜΑ, της ζητήθηκε η συγκατάθεση διάνοιξης του δρόμου χωρίς απαλλοτρίωση και χωρίς αποζημίωση και συναίνεσε προς τούτο, μετά τη διαπλάτυνση αυτή αποκατέστησε την περίφραξη του συρματόπλεγμα, ενώ στο νότιο τμήμα του καλλιεργούσε δημητριακά για τα ζώα και τέλος κατά τη δεκαετία του 1990 μερίμνησε για την υδροδότηση του ακινήτου και έκτοτε υδρεύεται και αρδεύεται το βόρειο τμήμα του, στο οποίο καλλιεργεί διάφορα κηπευτικά ήδη.

Στο μη καλλιεργήσιμο τμήμα του ο Ι. Τ. (θείος του ενάγοντος και φυσικός πατέρας της πρώτης εναγομένης) μέχρι το έτος 1990, που πέθανε, έβοσκε τα ζώα του, όπως έκανε και πριν την άτυπη παραχώρηση του ακινήτου στην πρώτη εναγομένη, έχοντας πριν την άτυπη παραχώρηση τη συναίνεση του αδελφού του Β. Τ., ενώ μετά την άτυπη παραχώρηση τη συναίνεση της πρώτης εναγομένης, γεγονός προφανές και εύλογο, αφού ήταν κόρη του (φυσικό τέκνο).

Μετά το θάνατο του Ι. Τ., το έτος 1990, στο ακαλλιέργητο τμήμα του επίδικου έβοσκε τα πρόβατά του μέχρι το έτος 2004, που ασθένησε ο Δ. Σ. (πρώτος εξάδελφος του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης) έχοντας τη συναίνεση της πρώτης εναγομένης και του συζύγου της Γ. Κ., όπως αυτό αποδεικνύεται από την ένορκη κατάθεσή της Μ.

συζύγου του Δ. Σ., η οποία περιέχεται στη με αρ. 29/2010 ένορκη βεβαίωση της συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Μ. Α.. Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο ως άνω Δ. Σ., έβοσκε τα πρόβατά του στο επίδικο από το έτος 1981 και εφεξής, έχοντας τη συναίνεση αρχικά του Β. Τ. και μετά το θάνατο του που επισυνέβη το έτος 1985, με τη συναίνεση του ίδιου (ενάγοντος).

Οι επιβεβαιωτικές του παραπάνω ισχυρισμού καταθέσεις των Χ Τ., Π. Π. και Γ. Τ., που περιέχονται στις με αρ. 526, 527 και 528/2009 ένορκες βεβαιώσεις της συμβολαιογράφου Κ. Λ.ς που είχαν δοθεί για να χρησιμεύσουν σε άλλη συναφή δίκη, και οι οποίες λαμβάνονται υπόψη μόνο για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ότι ο Δ.

Σ. έβοσκε τα πρόβατά του στο επίδικο, έχοντας την άδεια του ενάγοντος, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Εξάλλου ο περιεχόμενος στην αγωγή του ενάγοντος ισχυρισμός ότι το επίδικο το χρησιμοποιούσε από το 1981 περίπου ο Δ. Σ. με την άδεια του πατέρα του πατέρα του Β. Τ., αναιρείται από τις προαναφερθείσες από 3-7-1983 και 14-8-1985 επιστολές του προς την πρώτη εναγομένη και το σύζυγο της Γ.

Κ., στις οποίες αναφέρει ότι ο αδελφός του Γ. 1το κατέχει πάνω από σαράντα χρόνια και ότι το είχε περιφράξει και έβαζε τα ζώα του. Επομένως ούτε το 1983 ούτε το 1985 κατείχετο το επίδικο από τον Δ. Σ. και πολύ περισσότερο ούτε το 1981 που ισχυρίζεται ο ενάγων. Το αληθές είναι ότι το έτος 1981 μετά τη συνταξιοδότησή του ο Δ.

Σ. κατέβηκε από την Αθήνα, όπου διέμενε και εργαζόταν, στο Ρέθυμνο, πλην όμως στο επίδικο έβοσκε τα πρόβατά του (περίπου δέκα) μετά τον θάνατο του Ι. Τ. (1990), προσέχοντας μαζί με τα δικά του και μερικά του Γ. Κ., ο οποίος του είχε δώσει την άδεια. Ύστερα από το χαρακτηρισμό του οικισμού ... σε Ενδιαφέροντα, Στάσιμο, Συνεκτικό και Μεσαίο και την συνακόλουθη τροποποίηση της αρτιότητας του ακινήτου, που βρίσκονταν εντός των νέων ορίων του σε 1.000 τμ. (βλ.

τη υπ' αρ. 4633/1985 Απόφαση του Νομάρχη Ρεθύμνου και την υπ' αρ. 4858/1987 τροποποιητική του) η Ε. Τ. - Χ. και πρώτη εναγόμενη-ενάγουσα προέβησαν σε τεμαχισμό του όλου ακινήτου σε πέντε ανεξάρτητα και αυτοτελή τμήματα, εκτάσεώς τους του τμήματος 1 1.060,48 τ.μ., του τμήματος 2, 1.080,30 τ.μ. του τμήματος 3 1.053,82 τ.μ., του τμήματος 4 180,30 τ.μ.

και του τμήματος 5 2.913,40 τ.μ. Ακολούθως δυνάμει του υπ' αρ. 21.415/1997 συμβολαίου γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Ι. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα, η Ε. Τ.-Χ. μεταβίβασε στους εναγόμενους - ενάγοντες ένα μέρος του εξ αδιαιρέτου ποσοστού της (1/2) στο παραπάνω ακίνητο και συγκεκριμένα από τα τμήματα 1 και 2 μεταβίβασε το δικαίωμα της επικαρπίας στην πρώτη ενάγουσα (θετή κόρη της) και το δικαίωμα ψιλής κυριότητας στον τρίτο ενάγοντα, ενώ από το τμήμα 5 μεταβίβασε το δικαίωμα της επικαρπίας κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στην πρώτη ενάγουσα και το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στον τρίτο ενάγοντα.

Επίσης δυνάμει του υπ' αρ. 21416/1997 συμβολαίου γονικής παροχής της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, η Ε. Τ.-Χ. μεταβίβασε από τα τμήματα 3 και 4 το δικαίωμα της επικαρπίας στην πρώτη ενάγουσα-εναγομένη και το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας στη δεύτερη ενάγουσα-εναγόμενη, ενώ από το τμήμα 5 μεταβίβασε το δικαίωμα της επικαρπίας κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στην πρώτη ενάγουσα - εναγομένη και το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στη δεύτερη ενάγουσα-εναγομένη.

Ύστερα από την μεταβίβαση του μεριδίου της Ε. Τ.-Χ., η πρώτη ενάγουσα-εναγομένη (θετή κόρη της) θέλοντας να τακτοποιήσει νομικά και το ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στο παραπάνω ακίνητο, που είχε λάβει άτυπα ως δωρεά από τον θείο της Β. Τ. και θεωρώντας την προαναφερθείσα από 19-1-1983 ιδιόγραφη επιστολή του θείου της ως ιδιόγραφη διαθήκη του, προέβη στη δημοσίευσή της ως ιδιόγραφης διαθήκης με τη με αρ. 57/2-10-1998 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, ενώ στη συνέχεια κατόπιν αιτήσεως της η εν λόγω διαθήκη κηρύχθηκε κύρια με την με αρ. 187/1998 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου.

Επίσης υπέβαλε την από 18-12-1998 δήλωση φόρου κληρονομιάς και με την με αρ. 23.003/1999 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Ι. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα αποδέχθηκε την κληρονομιά του Β. Τ. ως εκ διαθήκης κληρονόμος του τελευταίου, όσον αφορά το ανωτέρω ποσοστό εξ αδιαιρέτου στο παραπάνω ακίνητο.

Όταν το έτος 2000 ο ενάγων - εναγόμενος επισκέφθηκε το Ρέθυμνο για να επιθεωρήσει την κληρονομιαία περιουσία του θετού πατέρα του Β. Τ. και διαπίστωσε την αλλαγή του χαρακτηρισμού του οικισμού ... και την τροποποίηση της αρτιότητας των ακινήτων, καθώς και όλες τις παραπάνω ενέργειες στις οποίες είχαν προβεί η Ε.

Τ.-Χ. και η πρώτη ενάγουσα-εναγομένη, επικαλούμενος εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα στο παραπάνω ακίνητο του θετού πατέρα του και ισχυριζόμενος ότι η ως άνω από 19-1-1983 ιδιόγραφη επιστολή του δεν συνιστά διαθήκη, άσκησε ανακοπή κατά του ως άνω πρακτικού δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης και τριτανακοπή κατά της ανωτέρω απόφασης με την οποία κηρύχθηκε κυρία.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου με την με αρ. 287/2003 απόφασή του ακύρωσε τόσο το πρακτικό δημοσίευσης, όσο και την υπ' αρ. 187/1998 απόφασή του, δεχόμενο ότι πρόθεση του Β. Τ. δεν ήταν να εγκαταστήσει την Γ. Κ. (ανιψιά του) κληρονόμο του στο εν λόγω ακίνητο αλλά να της το δωρίσει εν ζωή και συνεπώς δεν έχει τον χαρακτήρα διαθήκης.

Η απόφαση αυτή, η οποία κατέστη τελεσίδικη, όπως δεν αμφισβητείται από τους εναγόμενους-ενάγοντες, δεν αποτελεί δεδικασμένο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων των Α και Β αγωγών και ήδη εκκαλών με τον πέμπτο λόγο της έφεσής του, διότι οι αποφάσεις που εκδίδονται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν δημιουργούν δεδικασμένο ούτε ως προς το κύριο, ούτε ως προς το προδικαστικό ζήτημα, κατά την έννοια του άρθρου 321 Κ.Πολ.Δ., γι' αυτό δεν έχουν εφαρμογή σ' αυτήν (εκούσια δικαιοδοσία) τα άρθρα 322, 324 και 331 Κ.Πολ.Δ., επιφέρουν όμως αποτέλεσμα παρόμοιο με την αρνητική λειτουργία του δεδικασμένου σε κάθε νέα αίτηση με το αυτό αντικείμενο στην ίδια διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας κατά το άρθρο 778 Κ.Πολ.Δ., όχι όμως και σε αγωγές που εκδικάζονται με τη διαγνωστική διαδικασία (βλ.

ΑΠ 261/1987 ΕλΔ 29.118, ΑΠ 1984/1982 ΝοΒ 31-165, Εφ.ΑΘ. 2307/1998 NOB 1998, 1448, Β. Βαθρακοκοίλη Κ.Πολ.Δ. αρ.778 σελ. 489). Ακολούθως ο ενάγων-εναγόμενος, αφού υπέβαλε την από 6-7-2004 δήλωση φόρου κληρονομιάς προς την ΔΟΥ Ρεθύμνου, αποδέχθηκε την κληρονομιά του θετού πατέρα του Β. Τ., ως προς το ανωτέρω ακίνητο με την ιδιότητα του ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος του με την προαναφερθείσα με αρ. 16561/2005 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Γ.

Λ., που κατατέθηκε στο Υποθηκοφυλάκειο Ρεθύμνου στις 8-6-2005 και πρόκειται να καταχωριστεί στα βιβλία του Κτηματολογικού Ρεθύμνου κατά τις διατάξεις του άρθρου 7α παρ. 1 στοιχ. α του Ν. 2664/1998. Παρά τις ενέργειες αυτές του ενάγοντος-εναγομένου η πρώτη εναγόμενη-ενάγουσα συνέχισε να νέμεται με τον προαναφερθέντα τρόπο ως αποκλειστική νομέας και όχι με διάνοια συγκύριου το ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στο παραπάνω ακίνητο, που είχε λάβει άτυπα από τον θείο της Β.

Τ. και επιπλέον δήλωνε αυτό συνεχώς στο έντυπο Ε9 στην αρμόδια ΔΟΥ Ρεθύμνου, ενώ με ενέργειες της ίδιας και μητέρας της Ε. Τ. - Χ. το όλο ακίνητο καταχωρίστηκε στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Ρεθύμνου με τρία διαφορετικά ΚΑΕΚ και συγκεκριμένα με ΚΑΕΚ 411140404003 για τα τμήματα 1 και 2 συνολικής έκτασης 2141τμ., με ΚΑΕΚ 11140404002 για τα τμήματα 3 και 4 συνολικής έκτασης 2.235 τμ.

και με ΚΑΕΚ 411140404001 για το τμήμα 5 έκτασης 2914 τ.μ. Περαιτέρω δυνάμει του με αρ. 33.277/21-5-2010 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Ι. Σ., που καταχωρίστηκε νόμιμα στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Ρεθύμνου, όσον αφορά το ακίνητο με ΚΑΕΚ 411140404002, η πρώτη εναγομένη-ενάγουσα μεταβίβασε στο τέκνο της - δεύτερη ενάγουσα- εναγόμενη ένα μέρος του εξ αδιαιρέτου ποσοστού της (1/2) στο παραπάνω ενιαίο ακίνητο, που είχε λάβει άτυπα από τον Β.

Τ., και συγκεκριμένα το ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στα τμήματα 3 και 4 συνολικής έκτασης 2.235 τμ., ενώ διατήρησε το εξ αδιαιρέτου ποσοστό (1/2) στα τμήματα 1 και 2 με ΚΑΕΚ 411140404003 και το τμήμα 5 με ΚΑΕΚ 411140404001. Στη συνέχεια η δεύτερη εναγόμενη ενάγουσα αφού προέβη στην έκδοσή της με αρ. 273/2010 άδειας οικοδομής ξεκίνησε εκσκαπτικές εργασίες στο ακίνητο προκειμένου να ανεγείρει διώροφη οικοδομή σ' αυτό.

Όταν ο εναγόμενος πληροφορήθηκε τις ενέργειες αυτές άσκησε κατά των ήδη εναγομένων την με αρ. κατ. 553/1-11-2010 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ρεθύμνου, ζητώντας να αναγνωριστεί προσωρινά συννομέας του παραπάνω ακινήτου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και να παύσουν προσωρινά οι εκσκαπτικές εργασίες σ' αυτό ισχυριζόμενος ότι ο ίδιος είναι συννομέας του ακινήτου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του θετού πατέρα του Β.

Τ.. Η ως άνω αίτηση έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη με την αρ. 2/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ρεθύμνου, ενώ με τη με αρ. 86/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου απερρίφθη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η εκ μέρους των ήδη εναγομένων ασκηθείσα έφεση κατ' αυτής. Σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα η πρώτη εναγόμενη-ενάγουσα από τις αρχές του έτους 1983, οπότε ο Β.

Τ. της παραχώρησε με άτυπη δωρεά το ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου στο παραπάνω ακίνητο, τουλάχιστον μέχρι και το έτος 2003 νεμόταν με διάνοια κυρίου το ακίνητο αυτό ασκώντας μαζί με το σύζυγο της Γ. Κ. τις προαναφερθέντες πράξεις νομής αδιατάρακτα και εν γνώσει του θείου της Β. Τ. (πέθανε το 1987) και στη συνέχεια εν γνώσει του ενάγοντος-εναγομένου.

Έτσι αυτή μετά την πάροδο εικοσαετίας από την 19-1-1983^ήτοι την 19-1-2003, κατέστη κυρία του εν λόγω ακινήτου κατά το επίδικο ποσοστό ΧΑ εξ αδιαιρέτου, που ανήκε στο Β. Τ. με έκτακτη χρησικτησία, μετά δε την ως άνω μεταβίβαση στη δεύτερη εναγομένη-ενάγουσα με το προαναφερθέν συμβόλαιο με αρ. 33277/2010 η τελευταία κατέστη συγκύρια του εν λόγω ακινήτου κατά το επίδικο ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στα τμήματα 3 και 4 του ενιαίου ακινήτου δυνάμει σύμβασης γονικής παροχής και έκτακτης χρησικτησίας.

Ο δε ενάγων-εναγόμενος, ο οποίος γνώριζε τόσο την προαναφερθείσα βούληση του πατέρα του Β. Τ. να μεταβιβάσει άτυπα το επίδικο ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου στην πρώτη εναγομένη, όσο και την εγκατάσταση της τελευταίας στο ακίνητο αυτό και την αποξένωση του πατέρα του από αυτό, ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής στο ακίνητο ούτε αυτοπροσώπως ούτε με αντιπρόσωπο και συνεπώς, αφού αυτό είχε εκφύγει της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα του, δεν κατέστη κύριος με κληρονομική διαδοχή του ακινήτου κατά το επίδικο ποσοστό 1/2 εξ' αδιαιρέτου, το οποίο νεμόταν αποκλειστικά η πρώτη εναγομένη και συνακόλουθα ο ενάγων-εναγόμενος δεν απέκτησε κυριότητα επ' αυτού με την προαναφερθείσα 16561/2005 συμβολαιογραφική δήλωση αποδοχής κληρονομιάς.

Εφόσον δε ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος-εναγομένου Β. Τ. είχε αποξενωθεί με τη θέληση του από τη συννομή του στο ακίνητο, γεγονός που γνώριζε ο ενάγων ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος, η πρώτη εναγόμενη-ενάγουσα δεν ήταν αναγκαίο να γνωστοποιήσει στον τελευταίο την πρόθεση της να νέμεται το εν λόγω ακίνητο κατά το ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου για τον εαυτό της (βλ.

ΑΠ 1075/2005 ΑΠ 532/2009 ΑΠ 573/2002, ΑΠ 1268/1997). Περαιτέρω αναφορικά με την επικουρική βάση της Γ αγωγής τη στηριζόμενη σε πρωτότυπη κτήση κυριότητας (τακτική χρησικτησία) στο ακίνητο κατά το επίδικο ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου αποδείχθηκε ότι η πρώτη ενάγουσα κατά το χρόνο που απέκτησε τη νομή του ακινήτου κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου (19-1-1983) δεν συνέτρεχε η κατ' άρθρο 1041 ΑΚ προϋπόθεση της καλής πίστης, καθόσον αυτή γνώριζε ότι για την κτήση της κυριότητας στο ακίνητο απαιτούνταν η σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου, η γνώση της δε αυτή προκύπτει από τις προαναφερθείσες απαντητικές επιστολές του θείου της Β.

Τ., ο οποίος αρνείτο να προβεί στη σύνταξη συμβολαίου, όπως του ζητούσε αυτή. Τέλος δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων της Α αγωγής-εναγόμενος αμφισβήτησε σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο το δικαίωμα συγκυριότητας των εναγόντων της Γ' αγωγής κατά το μη επίδικο ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στο ακίνητο, που οι τελευταίοι απέκτησαν από την Ε.

Τ. - Χ. δυνάμει των παραπάνω συμβολαίων γονικής παροχής με αρ.21415 και 21416/1997 και συνεπώς η αγωγή αυτή είναι απορριπτέα ελλείψει εννόμου συμφέροντος τόσο ως προς τον τρίτο ενάγοντα (ο οποίος απέκτησε το 1/2 εξ αδιαιρέτου στο ακίνητο μόνο από το μερίδιο της Ε. Τ. - Χ.) όσο και ως προς τις υπόλοιπες ενάγουσες κατά το μέρος που οι τελευταίες ζητούν να αναγνωρίσει το δικαίωμα της συγκυριότητας και της επικαρπίας τους στο ακίνητο κατά το ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου που απέκτησαν από την Ε.

Τ. - Χ..

Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμες τις Α και Β αγωγές, γενομένης δεκτής ως βάσιμης κατ' ουσίαν της σχετικής ένστασης ιδίας κυριότητος που προέβαλαν οι εναγόμενοι αυτών, κατά το μέρος που αυτή (ένσταση) ισχυρίζεται στην έκτακτη χρησικτησία, και στη συνέχεια έκανε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν την Γ αγωγή με τις ίδιες ως άνω αιτιολογίες δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου ούτε προς την εκτίμηση των αποδείξεων και όλοι οι σχετικοί λόγοι της έφεσής του ενάγοντες των Α και Β αγωγών (4ος - 22ος) και της έφεσης των εναγόντων της Γ αγωγής, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι ουσιαστικά αβάσιμοι και απορριπτέοι." 5.Ειδικότερα όσον αφορά τον μοναδικό λόγο της αναίρεσης εκ του αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε, ότι" η πρώτη εναγομένη -ενάγουσα - αναιρεσίβλητη αρχές του έτους 1983 ,οπότε ο Β.

Τ. (δικαιοπάροχος του αρχικού ενάγοντος Σ. Τ.) της παραχώρησε με άτυπη δωρεά το ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου στο παραπάνω ακίνητο ,τουλάχιστον μέχρι και το έτος 2003 νεμόταν με διάνοια κυρίου το ακίνητο αυτό ασκώντας μαζί με το σύζυγο της Γ. Κ. τις προαναφερθείσες πράξεις νομής αδιατάρακτα και εν γνώσει του θείου της Β.

Τ. (πέθανε το 1987) και στη συνέχεια εν γνώσει του ενάγοντος -εναγομένου .Έτσι αυτή μετά την πάροδο εικοσαετίας από την 19-1- 1983, ήτοι την 19-1-2003 κατέστη κυρία του εν λόγω ακινήτου κατά το επίδικο ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ,που ανήκε στον Β. Τ. με έκτακτη χρησικτησία ,μετά δε την ως άνω μεταβίβαση στη δεύτερη εναγομένη-ενάγουσα με το προαναφερθέν συμβόλαιο με αρ. 33277/2010 η τελευταία κατέστη συγκυρία του εν λόγω ακινήτου κατά το επίδικο ποσοστό1/2 εξ αδιαιρέτου στα τμήματα 3 και 4 του ενιαίου ακινήτου δυνάμει σύμβασης γονικής παροχής και έκτακτης χρησικτησίας.

Ο δε ενάγων -εναγόμενος ,ο οποίος γνώριζε τόσο την προαναφερθείσα βούληση του πατέρα του Β. Τ. να μεταβιβάσει άτυπα το ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου στην πρώτη εναγομένη, όσο και την εγκατάσταση της τελευταίας στο ακίνητο αυτό και την αποξένωση του πατέρα του από αυτό, ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής στο ακίνητο ούτε αυτοπροσώπως ούτε με αντιπρόσωπο και συνεπώς ,αφού αυτό είχε εκφύγει της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα του, δεν κατέστη κύριος με κληρονομική διαδοχή του ακινήτου κατά το επίδικο ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, το οποίο νεμόταν αποκλειστικά η πρώτη εναγομένη και συνακόλουθα ο ενάγων εναγόμενος δεν απέκτησε κυριότητα επ'αυτού με την προαναφερθείσα 16561/2005 συμβολαιογραφική δήλωση αποδοχής κληρονομιάς.

Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος Σ. Τ., κρίνοντας ότι ορθώς με την πρωτόδικη απόφαση απορρίφθηκε ως αβάσιμη η αγωγή του γενομένης δεκτής ως βάσιμης κατ'ουσίαν σχετικής ένστασης ιδίας κυριότητας της εναγομένης. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων που προαναφέρθηκαν, διότι δεν περιέχει παραδοχή ότι με μόνη την άτυπη μεταβίβαση της νομής του επιδίκου ακινήτου το έτος 1983 το ακίνητο αυτό είχε εκφύγει της κληρονομιαίας περιουσίας ,όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, αλλά ότι μετά την άτυπη μεταβίβασή της νομής του, το έτος 1983 ,η πρώτη εναγομένη ασκούσε σ'αυτό πράξεις νομής και μετά την πάροδο εικοσαετίας από την 19-1-1983, ήτοι την 19-1-2003, κατέστη κυρία αυτού και, ότι κατά το χρόνο της συμβολαιογραφικής αποδοχής της κληρονομίας(2005)από τον ενάγοντα το επίδικο είχε εκφύγει της κληρονομιαίας περιουσίας λόγω της επελθούσας με έκτακτη χρησικτησία, πριν την αποδοχή της κληρονομιάς, κτήση της κυριότητάς του από την πρώτη εναγομένη.

Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο μοναδικός λόγος αναίρεσης. Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ συνάγεται ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, ήτοι η βούληση αυτού εξουσίασης με διάνοια κυρίου (Animus Domini) και η φυσική εξουσίαση πάνω στο πράγμα (Corpus).

Η ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (εξαιρέσει της πλασματικής κτήσης της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου από το ισχύον δίκαιο δικαιώματος της νομής. Ειδικότερα η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής.

Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα. Φυσική δε εξουσίαση υπάρχει όταν ασκούνται πάνω στο πράγμα πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, έτσι ώστε το πράγμα κατά την αντίληψη των συναλλαγών να θεωρείται ότι βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα.

Αν λείπει το πνευματικό στοιχείο υπάρχει μόνο κατοχή, η οποία είναι η σωματική εξουσία, ολική ή μερική, που ασκείται κατά κανόνα πάνω στο πράγμα στο όνομα άλλου από ενοχική σχέση, ισχυρή ή όχι, όπως μίσθωση, παρακαταθήκη, χρησιδάνεια κλπ. Στην κρινόμενη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τη βάση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων (κυριότητα στηριζόμενη σε τακτική χρησικτησία - ιδιόγραφη διαθήκη),και συνεπώς απαραδέκτως επιχειρείται υπό την επίφαση της παραβίασης εκ του αριθμ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειας με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης η ανατροπή της ανέλεγκτης αναιρετικά ουσιαστικής κρίσης του εφετείου με την επίφαση ότι οι αναιρεσίβλητοι ισχυριζόμενοι ότι ήταν κληρονόμοι του επιδίκου δεν ασκούσαν πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός τέταρτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης εφόσον το εφετείο δέχθηκε τη στηριζόμενη σε έκτακτη χρησικτησία βάση της αγωγής.

6.Στην εκουσία δικαιοδοσία δεν είναι, ούτε επιτρέπεται να είναι αντικείμενο της δίκης η δεσμευτική διάγνωση ιδιωτικών δικαιωμάτων, αλλά σκοπός αυτής είναι η λήψη ρυθμιστικών μέτρων (πχ η διόρθωση ληξιαρχικών πράξεων κ.α). Η εκουσία δικαιοδοσία συνίσταται στη διάπλαση ορισμένης έννομης σχέσης, καθώς και στη σιωπηρή αυθεντική διάγνωση της διάπλασης αυτής, χωρίς προηγούμενη αυθεντική αναγνώριση ιδιωτικού δικαιώματος όχι δηλαδή η δεσμευτική διάγνωση της ισχύος ή μη ισχύος κάποιου ιδιωτικού δικαιώματος. Ακόμη και όταν, η εξέταση ιδιωτικού δικαιώματος αποτελεί προδικαστικό ζήτημα για τη λήψη του ζητουμένου ρυθμιστικού μέτρου εκούσιας δικαιοδοσίας, η παρεμπίπτουσα εξέταση του προδικαστικού αυτού ζητήματος από το δικαστήριο δεν εξοπλίζεται με δεδικασμένο.

Συνεπώς, εφόσον στην εκουσία δικαιοδοσία δεν κρίνονται δικαιώματα, η διάγνωση των οποίων αποτελεί υπόθεση της δημιουργίας δεδικασμένου, οι αποφάσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν αναπτύσσουν δεδικασμένο, ούτε ως προς το κύριο, ούτε ως προς το προδικαστικό ζήτημα, γι' αυτό και δεν έχουν εφαρμογή σ' αυτήν(εκουσία δικαιοδοσία) τα άρθρα 322, 324 και 331 ΚΠολΔικ. Αν όμως πρόκειται για γνήσια ιδιωτική διαφορά, η οποία παραπέμπεται από νόμο στην ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η απόφαση που εκδίδεται γι' αυτήν, γίνεται δεκτό ότι αναπτύσσει δεδικασμένο που δεν υπάγεται στη ρύθμιση του άρθρου 778 του ΚΠολΔικ, γιατί αλλιώς η παρεχόμενη σε τέτοια διαφορά προστασία θα ήταν ασυμβίβαστη με τη φύση της, φαλκιδευμένη και αναιμική, με συνέπεια την αντίθεση της προστασίας αυτής στα άρθρα 20 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.(ΑΠ 560/2016) .

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 819 έως 824 ΚΠολΔ, σαφώς συνάγεται ότι η κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας εκδιδομένη απόφαση, υπό τύπο πιστοποιητικού περί κληρονομητηρίου, δεν παράγει δεδικασμένο, με την έννοια του κατά τα άρθρα 321 και 322 ΚΠολΔ αμάχητου τεκμηρίου, που εμποδίζει την επάνοδο σ' αυτά που κρίθηκαν τελεσίδικα, αλλά μόνο νόμιμο μαχητό τεκμήριο (άρθρο 821 Κ.Πολ.Δικ.) περί του κληρονομικού δικαιώματος και του δικαιούχου, το οποίο μπορεί να αμφισβητηθεί, σε κάθε άλλη δίκη, από τον αληθή κληρονόμο. (ΑΠ 1718/2001).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο έκρινε, με την προαναφερόμενη σ'αυτή αιτιολογία, ότι στην ένδικη διαφορά (που δικάσθηκε με την τακτική διαδικασία) δεν υφίσταται δεδικασμένο από την 287/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης (εκούσιας δικαιοδοσίας)με την οποία ακυρώθηκε η 187/1998 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου που είχε δεχθεί ότι η από 19-1-1983 επιστολή του Β.

Τ. , δικαιοπαρόχου του αρχικού ενάγοντος, προς την πρώτη εναγομένη φέρει το χαρακτήρα ιδιόγραφης διαθήκης την οποία κήρυξε κυρία και την αναγνώρισε κληρονόμο εκ διαθήκης του ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου.Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου δεν παραβιάστηκαν οι περί δεδικασμένου διατάξεις και ο υποστηρίζων τα αντίθετα και από τη διάταξη του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πρώτος πρόσθετος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

7. Επειδή, ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δικ., που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, η μη λήψη υπ* όψη των οποίων από το δικαστήριο, εφόσον προτάθηκαν νομίμως, συνεπάγεται την αναίρεση της απόφασης, θεωρούνται οι ισχυρισμοί οι οποίοι έχουν αυτοτελή ύπαρξη και κατατείνουν στη θεμελίωση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι αυτοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής. "Πράγματα" δε κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, αποτελούν και οι λόγοι της έφεσης εφόσον είναι ορισμένοι.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" που δεν προτάθηκαν θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, όπως είναι και η ανύπαρκτη βάση της αγωγής ή η λήψη υπόψη γεγονότων μη περιεχομένων στην αγωγή για τη θεμελίωσή της (Ολ.

ΑΠ 294/1981,ΑΠ 345/2017). Δεν ιδρύεται όμως ο σχετικός αναιρετικός λόγος αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις ,όπως από καταθέσεις μαρτύρων ,μη διαλαμβανόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/ 2008, ΑΠ 559/2008, ΑΠ 141/2006). "Πράγμα", αποτελεί και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Ολομ.

ΑΠ 11/1996). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη το προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολομ.ΑΠ 25/2003,ΑΠ 1404/2015). Από τις προπαρατεθείσες και αναφερόμενες ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον δεύτερο πρόσθετο αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Μετά το θάνατο του Ι.

Τ. το έτος 1990,στο ακαλλιέργητο τμήμα του επιδίκου έβοσκε τα πρόβατά του μέχρι το έτος 2004 που ασθένησε ,ο Δ. Σ. (πρώτος εξάδελφος του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης ),έχοντας τη συναίνεση της πρώτης εναγομένης και του συζύγου της Γ. Κ.,όπως αυτό αποδεικνύεται από την ένορκη κατάθεση της Μ. συζύγου Δ. Σ., η οποία περιέχεται στη με αριθμ. 29/2010 ένορκη βεβαίωση της συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Μ.

Α.. Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο ως άνω Δ. Σ., έβοσκε τα πρόβατά του στο επίδικο από το έτος 1981 και εφεξής ,έχοντας τη συναίνεση αρχικά του Β. Τ. και μετά το θάνατο του που επισυνέβη το έτος 1985(ορθώς το 1987),με τη συναίνεση του ιδίου (ενάγοντος)." Με τις παραδοχές αυτές δέχθηκε ότι, όπως προκύπτει από τις αναφερόμενες στην απόφαση αποδείξεις, η εναγομένη - ενάγουσα αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία με έκτακτη χρησικτησία και του ακαλλιέργητου τμήματος του επιδίκου με τον αναφερόμενο στην απόφαση τρόπο, ασκώντας σε αυτό διαφορετικές από τις αναφερόμενες στην αγωγή της πράξεις νομής επί του όλου επιδίκου, οι οποίες προέκυψαν από τις αποδείξεις.

Ειδικότερα από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής και των προτάσεων της ενάγουσας- αναιρεσίβλητης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στο εφετείο προκύπτει ότι ποτέ η αναιρεσίβλητη δεν πρόβαλλε σχετικό ισχυρισμό ότι δηλαδή ασκούσε στο επίδικο πράξεις νομής από το έτος 1993 έως το έτος 2003 με το ανωτέρω τρίτο πρόσωπο αλλά αναφέρει ότι το επίδικο "παρέμεινε στην κατοχή του Ι.

Τ. ,ο οποίος αφού το περιέφραξε με ξερολιθιά εξακολουθούσε να βόσκει σ'αυτό τα ζώα του μέχρι το χρόνο του θανάτου του το έτος 1990....Ακολούθως στη αγωγή περιγράφονται πράξεις νομής της ενάγουσας στο επίδικο που αφορούν επιχωμάτωση, καλλιέργεια αμπελιού διάνοιξη δρόμου και από το έτος 1989 και εντεύθεν επέκταση καλλιεργειών σε ολόκληρο το επίδικο, χωρίς να αναφέρεται ότι στο ακαλλιέργητο τμήμα του επιδίκου έβοσκε τα πρόβατά του μέχρι το έτος 2004 που ασθένησε, ο Δ.

Σ. (πρώτος εξάδελφος του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης), έχοντας τη συναίνεση της πρώτης εναγομένης και του συζύγου της Γ. Κ., γεγονότα που προέκυψαν από τις αποδείξεις, ενώ σαφώς αναφέρεται στην προσβαλλόμενη ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο ως άνω Δ. Σ., έβοσκε τα πρόβατά του στο επίδικο από το έτος 1981 και εφεξής, έχοντας τη συναίνεση αρχικά του Β.

Τ. και μετά το θάνατο του που επισυνέβη το έτος 1985 (ορθώς το 1987), με τη συναίνεση του ιδίου (ενάγοντος). Επομένως πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός εκ του αριθμ 8 του άρθρου 558 ΚΠολΔ δεύτερος πρόσθετος αναιρετικός λόγος. Με τον έκτο πρόσθετο εκ του αριθμ 8 του άρθρου 558 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην εκ του άρθρου αυτού πλημμέλεια.

Για την ίδρυση αυτού του λόγου πρέπει να αγνοήθηκαν λόγοι έφεσης που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς ή πραγματικά περιστατικά που προτείνονται ως άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής ή της ένστασης και έχουν προταθεί με λόγο έφεσης, αλλά όχι ως επιχειρήματα που στηρίζουν τον ίδιο ή άλλο λόγο έφεσης (ΑΠ 383 /2010).

Ό λόγος αυτός ιδρύεται και με την μη έρευνα του λόγου έφεσης του ενάγοντος του οποίου η αγωγή απορρίφθηκε πρωτοδίκως και με την παραδοχή ανύπαρκτου λόγου έφεσης. Ο λόγος, είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό, διότι παραδεκτώς προτάθηκε και ήταν νόμιμος, προκειμένου δε για αγωγικό ισχυρισμό που στηρίζει βάση της αγωγής, ή περιστατικών που προτείνονται προς θεμελίωσή της, προς διαπίστωση αυτού.(ΑΠ 345/2017).Σην κρινόμενη υπόθεση με τον έκτο προσθετο αναιρετικό λόγο εκ του αριθμ. 8 του άρθρ.559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ασχολήθηκε με τους συγκεκριμένους λόγους έφεσης και τους απέρριψε μαζικώς χωρίς να εξηγεί γιατί απέρριψε τους σχετικούς δικούς τους ισχυρισμούς και γιατί πείσθηκε και ειδικότερα γιατί απέρριψε τον έκτο λόγο έφεσης και γιατί πείσθηκε από τους (αντιφατικούς) ισχυρισμούς των αντιδίκων τους,δεν απάντησε στον δωδέκατο λόγο έφεσης αλλά επανέλαβε αυτολεξεί τη διατύπωση της πρωτόδικης απόφασης, αγνόησε τις αντιφάσεις στις οποίες είχαν υποπέσει οι αντίδικοι τους τις οποίες μνημονεύει, παρέλειψε να απαντήσει στους σχετικούς δέκατο τρίτο και δέκατο τέταρτο λόγους έφεσης που αφορούν ισχυρισμούς τους ότι οι αντίδικοι δεν ασκούσαν νομή διανοία κυρίου επί του επιδίκου τους οποίους ισχυρισμούς η προσβαλλόμενη δεν απέρριψε αλλά απλώς δεν ασχολήθηκε μαζί τους, δεν εξήγησε γιατί έκρινε πως ο Β.

Τ. αρνήθηκε να προβεί σε τυπική δωρεά του επιδίκου για οικονομικούς λόγους (δέκατος τέταρτος λόγος έφεσης)ότι δεν εξέτασε η προσβαλλόμενη τον δέκατο πέμπτο λόγο έφεσης με τον οποίο διαμαρτύρονται επειδή η πρωτόδικη απόφαση έκρινε πως η δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων εγνώριζε για τη δήθεν άτυπη δωρεά του επιδίκου επειδή αυτό δεν συμπεριελήφθη στη διαθήκη του Βασιλείου Δ.Τ.

ούτε έλαβε υπόψη τον δέκατο έκτο λόγο της έφεσης με τον οποίο διαμαρτύρεται γιατί δέχθηκε η πρωτόδικη απόφαση ότι η δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων εγνώριζε για τη δήθεν άτυπη δωρεά του επιδίκου γι'αυτό και δεν συμπεριέλαβε το επίδικο στην αποδοχή κληρονομιάς που συνετάγη το έτος 1994 ενώ υπάρχουν και άλλα κληρονομιαία ακίνητα που δεν εμπεριέχονται στην διαθήκη και στην αποδοχή κληρονομιάς, απέρριψε τον δέκατο έκτο λόγο έφεσης δεχόμενο, ως πρωτοδίκως, ότι ο δικαιοπάροχος τους σε καμία πράξη νομής δεν προέβη ποτέ στο επίδικο, απέρριψε τον δέκατο ένατο λόγο έφεσης παρά τις επικαλούμενες σχετικές αντιφάσεις των αντιδίκων τους, απέρριψε τον εικοστό δεύτερο λόγο έφεσης χωρίς να απαντήσει ουσιαστικά, σε κανένα δε σημείο της η προσβαλλόμενη δεν αναφέρεται στο παράπονο του δικαιοπαρόχου τους γιατί να κάνει η πρωτόδικη απόφαση δεκτούς τους αγωγικούς ισχυρισμού των αντιδίκων δεχόμενη τους (αντιφατικούς ) ισχυρισμούς των και τελικά η προσβαλλόμενη δεν εκτίμησε τους αυτοτελείς λόγους έφεσης.

Οι ανωτέρω λόγοι είναι απορριπτέοι γιατί όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το εφετείο ασχολήθηκε με όλους τους λόγους έφεσης, δεν αγνοήθηκε κανένας λόγος που αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή πραγματικά περιστατικά που έχουν προταθεί με λόγο έφεσης οι δε επικαλούμενοι αναιρετικοί λόγοι αφορούν επιχειρήματα και συμπεράσματα των αναιρεσειόντων από την εκτίμηση των αποδείξεων που δεν ιδρύουν λόγο αναίρεσης έστω και αν προτείνονται ως λόγος έφεσης (ΑΠ 1455/2009) και υπό την επίκληση του ανωτέρω λόγου σκοπείται η ανατροπή της αναιρετικά ανέλεγκτης ουσιαστικής κρίσης του εφετείου.

8.Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεώς τους προβάλλουν αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.

γ' του Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο, κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής του ενάγοντος δικαιοπαρόχου των δεν έλαβε υπόψη του νομίμως επικληθέντα έγγραφα και ειδικότερα :1)την με αριθμ. 11.772/1986 πράξη δωρεάς ακινήτου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Μ. Κ.-Π. από τηνοποία προκύπτει δωρεά άλλου ακινήτου εκ μέρους του Β.

Τ. με καταβολή του αντίστοιχου φόρου και συμβολαοογραφικών εξόδων ,προς ενίσχυση του ισχυρισμού ότι ο Β. Τ. αρνείτο να προβεί σε συμβολαιογραφική μεταβίβαση του επιδίκου επειδή δεν επιθυμούσε τη μεταβίβαση του και όχι λόγω άρνησης του να επιβαρυνθεί με δαπάνες μεταβίβασης,2)Τα πρακτικά της υπ'αριθμ.287/2003απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης που περιέχει κατάθεση του μάρτυρα των αναιρεσιβλήτων Γ.

Κ. 3) την υπ'αριθμ. 14.139/2010 ένορκη κατάθεση της μάρτυρος Μ. Π. ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρεθύμνης Γ.ς Ψ.. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος γιατί από την ειδική μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι "από όλα τα έγγραφα πού οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται... "δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι ελήφθησαν υπόψη τα ανωτέρω με αριθμ. 1 και 2 έγγραφα ,ενώ γίνεται ειδική μνεία ότι λαμβάνεται υπόψη η ανωτέρω υπό στοιχείο 3 ένορκη βεβαίωση ,δοθείσα στα πλαίσια άλλης δίκης για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

9. Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης (ΑΠ 217/2005). Αναφέρεται, αποκλειστικά, σε εκπτώσεις, ακυρότητες και δικαιώματα από το δικονομικό, αποκλειστικά, δίκαιο (Ολ.

ΑΠ 2/01, ΑΠ 12/00, ΑΠ 2001/09). Δικονομικές ακυρότητες είναι όσες αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, που απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων, οι οποίες ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τόπο των διαδικαστικών πράξεων (ΑΠ 373/2004), δηλαδή οι ακυρότητες, κατά την έννοια των άρθρων 159-161 ΚΠολΔ (ΑΠ 17/2000). Μέσω του παρόντος λόγου ελέγχεται, πλην άλλων, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, της ένστασης ή της αντέντασης (ΑΠ 443/2011, ΑΠ 480/2010, βλ.

και Ολ. ΑΠ 112/2008, ΑΠ 20/2005, ΑΠ 18/1998). Ειδικότερα, επί ενστάσεως, είναι ανάγκη να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, όσα προτάθηκαν στον πρώτο βαθμό και επαναφέρθηκαν, νόμιμα στο εφετείο, τα περιστατικά που τη συγκροτούν και δεν αρκεί η αναφορά μόνο των σχετικών διατάξεων (βλ. ειδικά για τη ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας (ΑΠ 1654/2007).

Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 (ή 560 παρ.1) του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο, κρίνοντας αυτήν ως αόριστη ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.

Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ή της ένστασης) (σχετ. ΟλΑΠ 16/1998, ΑΠ 991/2014). Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθ. 216 παρ. 1 στοιχ.

α' και β' ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν' αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 180/2016, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 1192/2012, ΑΠ 220/2012, ΑΠ 1125/2011).

Σε κάθε όμως περίπτωση και ανεξάρτητα από το είδος της αοριστίας, για να ιδρυθεί ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει η αοριστία του δικογράφου να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικά δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΑΠ 254/2016).

Επομένως για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο περί αοριστίας ισχυρισμός είχε νόμιμα προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1/1987, ΑΠ 1002/2017, ΑΠ 1244/2015, ΑΠ 991/2004, ΑΠ 939/2013, ΑΠ 883/2011, ΑΠ 1492/2011, ΑΠ 1162/2004,).Η από το ουσιαστικό δίκαιο συρροή αξιώσεων διαφέρει της σώρευσης αγωγών, δηλαδή, του δικαιώματος της άσκησης από ένα πρόσωπο περισσότερων για το ίδιο πράγμα αγωγών.

Όταν οι συρρέουσες κατά το ουσιαστικό δίκαιο αξιώσεις ενωθούν στο ίδιο δικόγραφο, τότε πρόκειται για σώρευση συρρεουσών αγωγών. Η δικονομικού δικαίου σώρευση αγωγών προβλέπεται από το άρθρο 218 ΚΠολΔ (αντικειμενική σώρευση). Η εν λόγω σώρευση υπάρχει όταν ενώνονται στο ίδιο δικόγραφο περισσότερες αιτήσεις του ίδιου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγομένου, δηλαδή αιτήσεις παροχής δικαστικής προστασίας, επιτρέπεται δε κατά νόμο μόνο, εφόσον πηγάζουν από την ίδια ή διαφορετική αιτία, αφορούν το ίδιο ή διαφορετικό αντικείμενο και στηρίζονται στον ίδιο ή διαφορετικό λόγο, δεν είναι αντιφατικές μεταξύ τους, υπάγονται στο σύνολο τους λόγω ποσού στο δικαστήριο όπου εισάγονται, υπάγονται στην τυπική αρμοδιότητα του ίδιου δικαστηρίου και στο ίδιο είδος διαδικασίας, η σύγχρονη δε εκδίκασή τους δεν επιφέρει σύγχυση.

Η - αντικειμενική - σώρευση αγωγών αποτελεί δικαίωμα του ενάγοντος, εναπόκειται, δηλαδή, στη βούλησή του, αφού από καμιά διάταξη νόμου δεν υποχρεώνεται γι' αυτή, ούτε δημιουργείται, στην αντίθετη περίπτωση, τεκμήριο καταστρατήγησης των διατάξεων περί της καθ' ύλην αρμοδιότητας (Ολομ. ΑΠ 451/1971). Η σώρευση περισσότερων αγωγών (αιτήσεων) στο ίδιο δικόγραφο χωρίς τη συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων, που ρητά ορίζονται στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 218 ΚΠολΔ, όπως λ.χ.

η σώρευση αντιφασκουσών αγωγών, δεν επιφέρει την ακυρότητα του δικογράφου, αφού στην τελευταία αυτή περίπτωση διατάσσεται από το δικαστήριο, με οριστική απόφαση, ο χωρισμός τους, όπως επιτάσσει η διάταξη της παρ. 2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, που τέθηκε για την άρση των αμφισβητήσεων που είχαν ανακύψει κατά το προϊσχύον δίκαιο. (ΑΠ 631/2006).Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, το περιεχόμενο των οποίων παραδεκτά επισκοπείται, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Με την 86/26-7-2012 αγωγή τους οι αναιρεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν ότι κατέστησαν κύριοι του επιδίκου ακινήτου τόσο με τακτική όσο και με έκτακτη χρησικτησία. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέθηκε την αγωγή αυτή κατά το μέρος που στηρίζεται στις διατάξεις για την έκτακτη χρησικτησία ως προς τον πρώτο και δεύτερη των εναγόντων.

Κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης ο εναγόμενος Σ. Τ.ς (δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων) άσκησε έφεση και με τον δεύτερο λόγο της έφεσης, καθώς και με τις πρωτοβάθμιες προτάσεις του, αντέταξε κατά της εκκαλούμενης απόφασης και το παράπονο ότι εσφαλμένα η τελευταία απέρριψε τον ισχυρισμό του ότι η αγωγή περιέχει απαράδεκτη σώρευση αντιφατικών και συνεπώς έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Επί του ως άνω λόγου της έφεσης η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε τα ακόλουθα: "Με το δεύτερο λόγο της έφεσής του ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι η Γ' αγωγή (των ήδη αναιρεσιβλήτων) έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη διότι οι ενάγοντες αυτής ισχυρίζονται ότι απέκτησαν την κυριότητα στο επίδικο τόσο με τακτική όσο και με έκτακτη χρησικτησία, οι ισχυρισμοί δε αυτοί που προβάλλονται σωρευτικά και όχι επικουρικά είναι αντιφατικοί και καθιστούν την αγωγή απαράδεκτη.

Ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, διότι η αγωγή που στηρίζεται σε περισσότερους τρόπους κτήσεως κυριότητας ,οι οποίοι σωρεύονται, μολονότι αντιφατική, εν τούτοις δεν θα απορριφθεί, επειδή, αν ευδοκιμήσει ουσιαστικά, το δικαστήριο θα στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του σε εκείνον από τους παράλληλους προσβαλλόμενους λόγους κυριότητας, ο οποίος συμπληρώνεται ως προς τα δικαιοπαραγωγικά στοιχεία του ενωρίτερα από τους άλλους" Σύμφωνα, όμως, με όσα ήδη αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, η ένωση αντιφασκουσών αγωγών στο ίδιο δικόγραφο, κατά παράβαση της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 218 ΚΠολΔ, δεν επιφέρει ακυρότητα του δικογράφου, αφού, στην περίπτωση αυτή, διατάσσεται από το δικαστήριο ο χωρισμός τους, κατ' επιλογή της διάταξης της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, χωρισμός, όμως, ο οποίος δεν διατάχθηκε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού, εξαιτίας της απόρριψης της βάσης της κύριας αγωγής για κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία, εξέλιπε πλέον ο νομικός λόγος του χωρισμού των παραλλήλως και κυρίως σωρευόμενων στο ίδιο αγωγικό δικόγραφο πιο πάνω αντιφασκουσών βάσεων (κτήσης κυριότητας με τακτική και έκτακτη χρησικτησία).

Με τα δεδομένα αυτά, οι αποδιδόμενες πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση από μέρους των αναιρεσειόντων από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε το δικόγραφο της εν λόγω αγωγής απαράδεκτο λόγω της επικαλούμενης απ' αυτούς ακυρότητας του δικογράφου αυτών, είναι αβάσιμες.

Επομένως, ο τρίτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει η παραδοχή ότι "από την επισκόπηση του δικογράφου της Γ'αγωγής (ήδη αναιρεσιβλήτων) προκύπτει ότι οι ενάγοντες αυτής επικαλούνται κτήση κυριότητας με τακτική και έκτακτη χρησικτησία και προσδιορίζουν σαφώς την έναρξη,τη διάρκεια και τη λήξη του χρόνου χρησικτησίας και συγκεκριμένα ότι νέμονται αδιάκοπα το επίδικο από το έτος 1983 μέχρι την άσκηση της αγωγής (2012) "παραδοχή που επιβεβαιώνεται και από την επισκόπηση του δικογράφου της ως άνω αγωγής.

Συνεπώς το εφετείο που έκρινε ορισμένη την ως άνω αγωγή δεν υπέπεσε στην από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός έβδομος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης. 10.Κατά το άρθρο 176 του ΚΠολΔ; ο διάδικος που νικήθηκε καταδικάζεται να πληρώσει τα έξοδα, κατά δε το άρθρο 178 του ίδιου κώδικα σε περίπτωση μερικής νίκης ή μερικής ήττας κάθε διαδίκου το δικαστήριο επιβάλει τα δικαστικά έξοδα ανάλογα με την έκταση της νίκης ή ήττας, ενώ κατά το άρθρο 179 του ίδιου κώδικα το δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει όλα τα έξοδα ή μέρος τους μόνο αν πρόκειται για διαφορές ανάμεσα σε συζύγους ή συγγενείς εξ αίματος έως και το δεύτερο βαθμό ή όταν η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.

Η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε και η επιδίκαση δικηγορικής αμοιβής πάνω από τα καθοριζόμενα από τον Κώδικα περί δικηγόρων κατώτατα όρια δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αλλά είναι συνέπεια της αρχής της ήττας και ανάγεται σε εκτίμηση πραγμάτων, ενώ ο συμψηφισμός εν όλω ή εν μέρει της δικαστικής δαπάνης λόγω μερικής ήττας ή λόγω ιδιαίτερης δυσχέρειας της διάταξης που εφαρμόστηκε κατά τα άρθρα 178 παρ. 1 και 179 ΚΠολΔ, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που δεν ελέγχεται αναιρετικά. (ΑΠ 19/2014, ΑΠ 613/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον όγδοο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ της παραβίασης των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 176, 178 και 179 ΚΠολΔ, με το να επιδικάσει υπέρ των αναιρεσιβλήτων, για τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας δικαστικά έξοδα, ύψους 7.000 ευρώ ενώ το αντικείμενο της αγωγής ανέρχεται σε 110.000 ευρώ ,με τον ισχυρισμό ότι αφορά δικαστική δαπάνη για τρεις αγωγές, για τις οποίες όμως οι αναιρεσίβλητοι κατέθεσαν κοινές προτάσεις και ένα γραμμάτιο δικηγορικής αμοιβής.

Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απαράδεκτος, αφού η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας, για την οποία δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.(ΑΠ 1668/2014). Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης και πρόσθετοι λόγοι της να απορριφθούν, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-9-2016 αίτηση των: 1 .Α. χήρας Σ. Τ. 2.Β. Τ. του Σ. και 3.Γ. Τ. του Σ. και τους από 22-9- 2017 πρόσθετους επ' αυτής λόγους για αναίρεση της υπ' αριθμ. 57/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2018.

O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ