Legislator Case Law & Legislation
1358/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on jurisdictional grounds, ruling private law claims fall under civil courts.

Case Number 1358/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the City of Kifissia's appeal against a lower court decision regarding a waste management contract dispute. The City argued the matter was an administrative case, but the Court found the claim for unjust enrichment based on invalid contracts was purely private law. Consequently, the Court held that the lower court correctly exercised jurisdiction and rejected the appeal as unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4, 559(4) and 580(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court ruled that a claim for unjust enrichment arising from invalid contracts constitutes a private law dispute, thereby confirming the civil court's jurisdiction and rejecting the appeal on grounds of excess of jurisdiction.

Keywords

AI generated
excess of jurisdiction private law dispute unjust enrichment invalid contracts civil court competence administrative jurisdiction appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Articles 4, 559(4) and 580(1) of the Code of Civil Procedure
Article 94(1), (2) and (3) of the Constitution
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 307(2) of Presidential Decree 410/1995

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 293/1981

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1358 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1358/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κράνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Γεώργιο Λέκκα και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δήμου Κηφισιάς, ως καθολικού διαδόχου του πρώην Δήμου Νέας Ερυθραίας, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του, κατοικοεδρεύοντα στην ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταυρούλα Κεμπερά και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΟΡΡΙΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΟΥΜΕΝΩΝ ΥΛΙΚΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Δεμερούκα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/11/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 786/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5357/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/4/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 5/1/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4, 559 αρ. 4 και 580 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για υπέρβαση δικαιοδοσίας ιδρύεται, όταν το δικαστήριο αποφάνθηκε για υπόθεση, η οποία δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του (Ολ.ΑΠ 293/1981). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Περαιτέρω, στις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1, 2 και 3 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1), ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2), και ότι σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια (παρ. 3).

Εξάλλου, με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1406/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διατάξεως του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν τη συνταγματική αναθεώρηση, και επέβαλε την εντός πενταετούς προθεσμίας, δυναμένης να παραταθεί με νόμο, υποβολή της εκδικάσεως στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια εκείνων εκ των διοικητικών διαφορών ουσίας που δεν είχαν ακόμη υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπομένων στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου 1 περιπτώσεων περιελήφθησαν και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι’ ), δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αξίωση.

Η σύμβαση δε είναι διοικητική εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με την σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών, οι οποίες προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση, αποκλίνουν δε από το κοινό δίκαιο, ευρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλομένου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (βλ.

Α.Ε.Δ. 28/2011, 18, 21/2009, 12, 14/2007, 10/2003, 3/1999, 21/1997, 10/1992). Επίσης, κατά την έννοια του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, διοικητικές διαφορές ουσίας είναι και οι διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, όταν η υποκείμενη σχέση που προκάλεσε τον πλουτισμό αυτό είναι σχέση δημοσίου δικαίου.

Αντιθέτως, διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου υπάγονται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν δεν υφίσταται σχέση δημοσίου δικαίου, συνδέουσα το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με κάποιο πρόσωπο, από την οποία (σχέση) ή με αφορμή τη λειτουργία της οποίας να δημιουργείται ο πλουτισμός του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (βλ.

Α.Ε.Δ. 13/2013, 28/2011, 18/2009, 2/1993, 42/1990). Περαιτέρω, κατά το άρθρ. 1 του ν. 2286/1995, οι συμβάσεις από επαχθή αιτία για την προμήθεια αγαθών που ενεργούνται από φορείς του δημόσιου τομέα, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα Ν.Π.Δ.Δ., οφείλουν να καταρτίζονται εγγράφως, η δε διαδικασία τους ρυθμίζεται ήδη από το π.δ/γμα 118/2007, που αντικατέστησε το π.δ/γμα 394/1996.

Γενικότερα ορίζεται με τις διατάξεις του άρθρ. 41 του ν.δ/τος 496/1974 "περί Κώδικος Λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ." ότι κάθε σύμβαση για λογαριασμό Ν.Π.Δ.Δ., που έχει αντικείμενο άνω των 10.000 δραχμών [και μεταγενέστερα κατά την υπ` αριθ. 2054839/452/0026/3 - 9.7.1992 απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών (ΦΕΚ Β`447/1992) 150.000 δραχμών ή 440,20 ευρώ, ήδη δε κατά την υπ` αριθ. 2/59649/ 0026/2001 απόφαση του αυτού Υπουργού (ΦΕΚ Β`1427/2001) 2.500 ευρώ] ή δημιουργεί υποχρεώσεις διαρκείας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, η πρόταση όμως για την κατάρτιση της σύμβασης και η αποδοχή της μπορούν να γίνουν και με χωριστά έγγραφα, αίρεται δε η ακυρότητα που προκαλείται από την έλλειψη έγγραφης αποδοχής, αν εκπληρωθεί η σύμβαση.

Από τις διατάξεις αυτές, που αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση του γενικότερου συμφέροντος και συνεπώς δεν είναι αντίθετες προς τις διατάξεις των άρθρ. 4§1 και 20 §1 του Συντάγματος ούτε προς αυτές του άρθρ. 1§1 του από 20.3.1952 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ΑΠ 1372/2012), συνάγεται, σε συνδυασμό και με τις αντίστοιχες διατάξεις του άρθρ. 84 του ν.δ/τος 321/1969 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού" και ήδη με τις διατάξεις του άρθρ. 80 του μεταγενέστερου ν. 2362/1995 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού" (που αντικατέστησε το προηγούμενο ν.δ/γμα), ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες για λογαριασμό Ν.Π.Δ.Δ.

ή αναλόγως του Δημοσίου ως άνω συμβάσεις, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, γι` αυτό και η έλλειψή του καθιστά κατά τα άρθρ. 158 και 159§1 του ΑΚ άκυρη τη σύμβαση, με συνέπεια να θεωρείται αυτή κατά το άρθρ. 180 του ίδιου Κώδικα ως μη γενόμενη, αίρεται δε η ακυρότητα σε περίπτωση εκτέλεσης της σύμβασης μόνον όταν για τη σύμβαση προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (ΟλΑΠ 862/1984, ΑΠ 1626/1995, 181/2004, 1161/2009, 1135/2010, 1057/2011, 766/2014).

Στην περίπτωση αυτή της άκυρης σύμβασης η παροχή, που τυχόν έγινε σε εκτέλεση της σύμβασης παρά την ακυρότητά της, είναι παροχή χωρίς νόμιμη αιτία και μπορεί συνεπώς κατά τις διατάξεις των άρθρ. 904 - 913 του ΑΚ για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό να αναζητηθεί αυτούσια η παροχή ή αναλόγως η αντίστοιχη ωφέλεια που επήλθε στο άλλο μέρος (ΑΠ 541/1978, 1646/1995, 250/2006, 322/2010, 1378/2011, 1462/ 2012, 766/2014).

Ο παραπάνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και για το Δημόσιο και τα Ν.Π.Δ.Δ., αφού γι` αυτά δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (Ολ. ΑΠ 218/1977). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης από 17-11-2005 αγωγής η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε ότι δραστηριοποιείται στον τομέα της καθαριότητας και ειδικότερα στην αποκομιδή απορριμμάτων και ανακύκλωση υλικών, διαθέτοντας για την πραγμάτωση του σκοπού της, απορριμματοφόρα οχήματα και κάδους περισυλλογής απορριμάτων.

Ότι δυνάμει προφορικής συμφωνίας που κατήρτισε με τον εναγόμενο Δήμο Νέας Ερυθραίας διά του Δημάρχου του Δήμου αυτού, που ενεργούσε ως εκπρόσωπός του (ήδη καθολικός διάδοχος του Δήμου αυτού είναι ο αναιρεσείων Δήμος Κηφισιάς σύμφωνα με το Ν. 3852/2010), ανέλαβε την εκμίσθωση προς τον άνω Δήμο, κάδων απορριμμάτων και την αποκομιδή των απορριμμάτων από διάφορα σημεία της περιφέρειας αυτού, αντί της αναφερόμενης στην αγωγή συμφωνηθείσας αμοιβής, κατά τιμή μονάδας, πληρωτέας με την έκδοση σχετικού τιμολογίου.

Και ότι η ίδια εκτέλεσε και παρείχε προς τον εναγόμενο, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα, τις άνω συμφωνηθείσες υπηρεσίες, πλην όμως, ο τελευταίος, δεν της κατέβαλε την συμφωνημένη αμοιβή της, που ανήλθε στο συνολικό ποσό των 43.493,83 ευρώ, όπως τα επί μέρους κονδύλια αναλύονται στην αγωγή.

Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Δήμος να της καταβάλει το εν λόγω ποσό των 42.493,83 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, για κάθε επί μέρους ποσό, από το χρόνο έκδοσης του αντίστοιχου τιμολογίου, διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού του Α.Κ., καθόσον, όπως αναφέρεται στην αγωγή, οι καταρτισθείσες συμβάσεις είναι άκυρες, αφού δεν περιβλήθηκαν τον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, αλλά με την εκμίσθωση των κάδων και την αποκομιδή των απορριμμάτων, χωρίς καταβολή της αμoιβής, ο Δήμος κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος, επωφεληθείς κατά το ανωτέρω ποσόν με αντίστοιχη ζημία της.

Με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων Δήμος Κηφισιάς (Ν.Π.Δ.Δ.) προβάλλει την αιτίαση, ότι λανθασμένα η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε την ένδικη υπόθεση, εφ` όσον δεν είχε δικαιοδοσία προς τούτο, δοθέντος ότι η επίδικη διαφορά υπήγετο, ως διοικητική διαφορά, στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.

Όμως, η ένδικη αγωγή με το περιεχόμενο και αίτημα αυτής που προεκτέθηκε, εισάγει διαφορά ιδιωτικού δικαίου, δεδομένου ότι η ένδικη αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού και η υποκειμένη σχέση, η οποία προκάλεσε τον πλουτισμό, αφορούν άκυρες συμβάσεις έργου και μίσθωσης για τις οποίες δεν τηρήθηκε ο αναγκαίος κατά τον νόμον έγγραφος τύπος.

Οι εν λόγω συμβάσεις ρυθμίζονται σε περίπτωση εγκυρότητάς τους από το ιδιωτικό δίκαιο, καθόσον δεν περιελάμβαναν, ούτε άλλωστε γίνεται σχετική επίκληση στην αγωγή, ότι αυτές περιείχαν όρους που επέτρεπαν στον εναγόμενο Δήμο μονομερείς επεμβάσεις σε όλο το συμβατικό πλαίσιο, ούτε διήποντο από εξαιρετικό υπέρ του τελευταίου νομοθετικό ή συμβατικό καθεστώς, έτσι ώστε να βρίσκεται σε υπερέχουσα θέση απέναντι στην εκτελέσασα τις άνω συμβάσεις έργου και μίσθωσης ενάγουσα, δηλαδή σε θέση μη προσιδιάζουσα στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό, προϋπόθεση από την οποία εξαρτάται κυρίως ο χαρακτηρισμός μιας σύμβασης ως διοικητικής.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο δικάζοντας την αγωγή αυτή έκρινε πως η παραπάνω διαφορά, είναι ιδιωτικού δικαίου και ότι είναι αρμόδια τα πολιτικά δικαστήρια για την εκδίκασή της (απορρίπτοντας ως αβάσιμη την ένσταση του αναιρεσείοντος Δήμου περί έλλειψης δικαιοδοσίας αυτού) δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία του και ο αντίθετος μοναδικός από το άρθρο 559 αριθ. 4 Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον (ν.π.δ.δ. με την επωνυμία Δήμος Κηφισιάς) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ, σε συνδ. με το άρθρο 307 παρ. 2 του π.δ. 410/1995).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-04-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5357/2013 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείον ν.π.δ.δ. με την επωνυμία Δήμος Κηφισιάς στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τριακοσίων πενήντα (1350) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Νοεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ