Supreme Court dismisses appeal against defamation judgment, upholding liability of publisher and editor for false statements.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by 'Ideodromio Ekdotiki A.E.' and its directors against a lower court ruling. The original trial established that the defendants knowingly published false statements intended to defame the plaintiff, violating provisions on media liability. The court held that the appellate court correctly applied the law and did not abuse its discretion in awarding damages and ordering a retraction.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1 and 4 of Law 1178/1981; Article 932 of the Civil Code: The owner of a publication is strictly liable for damages caused by defamatory content, regardless of the fault of the author or editor, and must pay compensation not lower than statutory minimums.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1358 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1358/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη , Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ιδεοδρόμιο Εκδοτική Α.Ε", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Α. Λ. του Β., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Βγόντζα.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Π. του Π., κατοίκου ..., συνταξιούχου δικηγόρου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χιώλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Νοεμβρίου 2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:38/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2034/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 8 Φεβρουαρίου 2013 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο μόνο § 1 του ν. 1.178/1981 "Περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων", ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκε υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 του ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρο 919 του ΑΚ πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 του ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχει στο συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν ο τελευταίος είναι άγνωστος στον εκδότη ή στο διευθυντή συντάξεως του εντύπου.
Στην § 2 του ιδίου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο μόνο § 4 του ν. 2243/1994, η κατά το άρθρο 932 του ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος από κάποια από τις προβλεπόμενες στην προηγούμενη παράγραφο πράξεις ορίζεται, εφόσον αυτές τελέσθηκαν δια του τύπου, κατά την κρίση του δικαστή, όχι κατώτερη των αναφερόμενων κατά περίπτωση ποσών.
Οι διατάξεις αυτές αναφέρονται μόνο στην ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου, φυσικού ή νομικού προσώπου, και όχι στον συντάκτη του επιλήψιμου δημοσιεύματος ή τον εκδότη του εντύπου (αν αυτός δεν ταυτίζεται με τον ιδιοκτήτη) ή τον διευθυντή συντάξεως. Ο συντάκτης (του επιλήψιμου δημοσιεύματος), ο εκδότης (αν δεν είναι και ιδιοκτήτης του εντύπου) ή ο διευθυντής συντάξεως ευθύνονται προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης που έχει προκληθεί από επιλήψιμο δημοσίευμα, κατά τις κοινές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 919, 920, 932 του ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 361 - 363 του ΠΚ.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 57 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 του ΑΚ και στην περίπτωση του άρθρου 57 του ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.
Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Τέτοιο προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι και η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου. Κατά το άρθρο 914 του ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά το άρθρο 920 του ΑΚ, όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά το άρθρο 932 του ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη 361 § 1 του ΠΚ "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται ...", με τη διάταξη του άρθρου 362 του ίδιου Κώδικα "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται", και με τη διάταξη του άρθρου 363 αυτού ως άνω Κώδικα, "αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται".
Ειδικότερα, από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές.
Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή εκ μεταδόσεως από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα, διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοινώσεως. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια.
Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις.
Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως ακόμη δε και χαρακτηρισμός οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά τη διάταξη του άρθρου 361 του ΠΚ.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α'- δ' του Π.Κ το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 και 362 του ίδιου ΠΚ πράξεων αίρεται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομικών καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματα ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.
γ' και δ'). Η τελευταία αυτή διάταξη 367, με εκείνη του άρθρου 30, του Π.Κ., για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 του ΑΚ. Επομένως, αιρουμένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη εφαρμογής, επί αντένστασης προβλητέας από τον ενάγοντα, της διάταξης του άρθρου 367 παρ. 2 του Π.Κ), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου (Α.Π. 44/2010, Α.Π. 56/2009, Α.Π. 1339/2008).
Τέλος κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία - Ολ.ΑΠ 1/1999).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, τα ακόλουθα: " Η δεύτερη εναγομένη είναι ιδιοκτήτρια της εβδομαδιαίας εφημερίδας "ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ 13", που εκδίδεται στην Αθήνα και κυκλοφορεί σε όλη την Ελλάδα. Εκδότης και διευθυντής της εφημερίδας αυτής είναι ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος είναι και δημοσιογράφος.
Στο υπ' αριθ. 80 φύλλο της 27ης Ιανουαρίου 2006 της εν λόγω εφημερίδας καταχωρήθηκε στη σελίδα 32 δημοσίευμα, καταλαμβάνον το μεγαλύτερο μέρος της σελίδας αυτής, με τίτλο (με πολύ έντονα γράμματα) "ΣΤΙΣ ΣΕΡΡΕΣ Δημοσιογράφος σε ρόλο ... Ρ.!", υπότιτλους (με έντονα γράμματα) "Κυνηγητό και μπλόκο για τη σύλληψη της", "Στο πλευρό της ο Νομάρχης", και το ακόλουθο περιεχόμενο: "Στις Σέρρες εξακολουθούν να ζουν επικίνδυνα και πέρα από τα όρια της καθημερινότητας.
Αυτό είναι το συμπέρασμα από ένα γεγονός που συνέχιζε ν' απασχολεί την τοπική κοινωνία, καθρέπτης ολόκληρης της Ελλάδας (μίας και παρόμοια περιστατικά συμβαίνουν παντού). Η συνάδελφος Β. Λ., εκφωνήτρια τοπικού τηλεοπτικού σταθμού, ξανθιά και ευειδής, όπως ταιριάζει σε κάθε δελτίο που σέβεται τον εαυτό του αποφάσισε μετά τη βραδινή εργασία της να διασκεδάσει και να ξεδώσει.
Έτσι μάλλον ήπιε παραπάνω από όσο άντεχε και προέβη σε μια σειρά πράξεων που θα ζήλευε ακόμη και ο ... Ρ.! Το γεγονός αυτό καθαυτό συμβαίνει καθημερινά και δεν σχετίζεται με την επαγγελματική ιδιότητα της συναδέλφου. Σχετίζονται όμως άμεσα οι απειλές και η υπεροψία με την οποία αντιμετώπισε δύο αστυφύλακες που έκαναν τη δουλειά τους.
Σχετίζεται με την ιδιότητά της, εξαιτίας των απειλών της ως, ... δημοσιογράφου. Κι εκεί αρχίζει το απαράδεκτο. Τι συνέβη. Στις 10 προς 11 Ιανουαρίου και συγκεκριμένα στη 1.30 το πρωί, αυτοκίνητο που οδηγούσε η Β. Λ. δεν σταμάτησε σε εντολή τροχονόμου για αλκοτέστ. Ακολούθησε καταδίωξη του αυτοκινήτου, που αφού παραβίασε τρεις φορές κόκκινο σηματοδότη, μπήκε δύο φορές αντίθετα σε μονόδρομο, τελικά ακινητοποιήθηκε από αυτοκίνητο της Ασφάλειας που προσέτρεξε προς συνδρομή στη Τροχαία.
Δηλαδή έπειτα από μπλόκο. Η οδηγός ευρισκόμενη υπό την επήρεια οινοπνεύματος, συμπεριφέρθηκε προκλητικά και έβρισε χυδαία τους άνδρες της Αστυνομίας που τη συνέλαβαν και την οδήγησαν στα κρατητήρια, μέχρι το πρωί της 11ης Ιανουαρίου, που με βάση τη διαδικασία του αυτοφώρου οδηγήθηκε στον Εισαγγελέα. Εκεί ορίσθηκα δικάσιμος και αφέθηκε ελεύθερη.
Το ίδιο βράδυ και αφού ειδοποιήθηκε ο νομάρχης Σερρών Κ. Π., ο τελευταίος τηλεφώνησε στους αστυνομικούς που συνέλαβαν την κ. Λαχανά και ζητούσε να την ελευθερώσουν, ενώ, σύμφωνα με πληροφορίες μας, απείλησε πώς θα ζητήσει από ιστάμενο πολιτικό πρόσωπο να τους τιμωρήσει με μετάθεση τους. Η Αστυνομία, Η υπόθεση αυτή προκάλεσε εσωτερικό θέμα στη διοίκηση της Αστυνομικής Διεύθυνσης Σερρών, καθόσον αρκετοί από τους ανώτερους αξιωματικούς αναφερόμενοι στο ζήτημα θεώρησαν πως πρέπει να δημοσιοποιηθεί.
Πάντα σύμφωνα με πληροφορίες μας, όμως, υπήρξε επέμβαση της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων του Νομού, που ελέγχεται από τη Νέα Δημοκρατία και... αποφάνθηκε υπέρ της απόκρυψης του γεγονότος. Αιτία, σε πρώτη ανάγνωση, είναι το γεγονός πως ο νομάρχης Σερρών Κ. Π. ανήκει επίσης στη Ν. Δ. (παρότι δύσκολα το κόμμα θα τον ξαναπαρουσιάσει στις λίστες του στις προσεχείς Νομαρχιακές).
Ορισμένοι άλλοι όμως προέβαλαν σαν επιχείρημα πως "δεν θα πρέπει η αστυνομία να έρθει σε ανοιχτή σύγκρουση με τον ... Τύπο!" Ερωτήματα. Το πρώτο ερώτημα που προκύπτει είναι από πού παίρνει τη δύναμη και το θάρρος το κάθε δημόσιο πρόσωπο να απειλεί τις αρχές, που είναι εντεταλμένες με την τήρηση των νόμων και της τάξης, στη βάση πολιτικών και κομματικών του πεποιθήσεων.
Φυσικά, μετά προκύπτει το ερώτημα γιατί προκάλεσε τόσο πάθος η υποστήριξη της συναδέλφου (αλλά αυτό ας το λύσει η τοπική κοινωνία). Το ίδιο ισχύει και για την Ένωση Αστυνομικών. Η προσπάθεια της να αποκρύψει το γεγονός (που άλλωστε είναι περασμένο στο βιβλίο γεγονότων της 11ης Ιανουαρίου) προκαλεί μόνο κατάπληξη, καθώς ούτε λόγος (από το νόμο) της πέφτει ούτε άποψη μπορεί να έχει για παρόμοια περιστατικά.
Επίσης χωρίς καμία διάθεση να παρέμβουμε στη ζωή κανενός και στο δικαίωμα του να διασκεδάζει όπως και όποτε θέλει ακόμη και να το σπάει (μιας και είναι για πολλούς ... εξαγνισμός από την καθημερινότητα), δεν κάνεις κράτει λίγο, βρε κορίτσι μου, αφού δεν το αντέχεις; Τέλος, θα πρέπει να ρωτήσουμε και τον Β.
Μ. τι θα κάνει με τον εν λόγω νομάρχη.". Το δημοσίευμα αυτό συνέταξε ο πρώτος εναγόμενος, κατόπιν πληροφοριών που περιήλθαν στην εφημερίδα από άγνωστο ανταποκριτή της στην πόλη των Σερρών, για ένα γεγονός που συνέβη τα ξημερώματα της 11ης Ιανουαρίου του 2006 στην πόλη των Σερρών με πρωταγωνίστρια την τοπική δημοσιογράφο της πόλης των Σερρών Π.
Λ.. Συγκεκριμένα η τελευταία στις 11.1.2006 και ώρα 01.30, ενώ οδηγούσε το με αριθ. κυκλοφορίας ΕΡΚ 2278 ΙΧΕ αυτοκίνητο της στην Πόλη των Σερρών, δεν συμμορφώθηκε σε σήμα στάσης που δόθηκε στη διασταύρωση των οδών Εθνικής Αντίστασης και Χατζηπανταζή από αστυνομικό όργανο με στολή και δη από τον αρχιφύλακα του Τμήματος Τροχαίας Σερρών Π.
Π., ο οποίος μαζί με τον αρχιφύλακα του ίδιου Τμήματος Ε. Κ. είχαν συγκροτήσει συνεργείο αλκοτέστ, με επικεφαλής τον ανθυπασπιστή Ν. Κ., αλλά ανέπτυξε ταχύτητα και εισήλθε αντικανονικά σε μονόδρομο στην οδό Κουρέως. Οι ανωτέρω αρχιφύλακες την καταδίωξαν με το περιπολικό τους και τελική την εγκλώβισαν και τη συνέλαβαν στην πλατεία Εμπορίου.
Ακολούθως την οδήγησαν στο Τμήμα Τροχαίας Σερρών, όπου κρατήθηκε και την επομένη οδηγήθηκε με την σχηματισθείσα δικογραφία στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σερρών, ο οποίος άσκησε εναντίον της ποινική δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις της μη συμμόρφωσης σε σήμα στάσης αστυνομικού (άρθρο 45 παρ. 4 του ΚΟΚ),της οδήγησης οχήματος υπό την επίδραση οινοπνεύματος (άρθρο 42 παρ. 1, 1 εδ.
γ' και 10 του ΚΟΚ), της απαγορευμένης οδήγησης σε μονόδρομους (όρθρο 4 παρ. 3 του ΚΟΚ), και της οδήγησης οχήματος χωρίς τη νόμιμη άδεια οδήγησης (άρθρο 100 παρ. 1 του ΚΟΚ) και την παρέπεμψε να δικαστεί κατά την αυτόφωρη διαδικασία, ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, το οποίο τελικά με την 284/8.2.2006 απόφαση του την έκρινε ένοχη για τις άνω αξιόποινες πράξεις και της επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης 5 μηνών και συνολική χρηματική ποινή 160 ευρώ.
Κατά το χρόνο που η ανωτέρω Π. Λ. βρισκόταν στο Τμήμα Τροχαίας Σερρών για το σχηματισμό της εναντίον της δικογραφίας, θορυβημένη από το γεγονός της συλλήψεως της και μη γνωρίζοντας τη διαδικασία που επρόκειτο να τηρηθεί, τηλεφώνησε στον Π. Β., με τον οποίο είχε φιλική σχέση, με σκοπό να μεριμνήσει ο τελευταίος για το διορισμό κάποιου δικηγόρου που θα αναλάμβανε την υπεράσπιση της.
Ο Π. Β., στενός φίλος και συνεργάτης, ως Αντινομάρχης, του ενάγοντος, έχοντας υπόψη του την πολυετή δικηγορική πείρα του τελευταίου, τηλεφώνησε περί ώρα 02.00 στην οικία του και ζήτησε τη συνδρομή του (παροχή πληροφοριών για την ακριβή αιτία της συλλήψεως της άνω δημοσιογράφου και διευκρινίσεις για το τι επρόκειτο να ακολουθήσει) στην ανωτέρω ποινική εμπλοκή της Π.
Λ.. Ο ενάγων, επιθυμώντας απλώς και μόνο να πληροφορηθεί την αιτία συλλήψεως της άνω δημοσιογράφου, ώστε να εξηγήσει στον Π. Β. τη μετέπειτα πορεία της υπόθεσης, τηλεφώνησε ο ίδιος στο αστυνομικό τμήμα, όπου εκρατείτο αυτή, και ζήτησε πληροφορίες για το συμβάν. Κατά την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον αξιωματικό υπηρεσίας και επικεφαλής του άνω συνεργείου αλκοτέστ Ν.
Κ. υπήρξε ήπιος και ευγενής, περιοριζόμενος μόνο να ρωτήσει αν κρατείται η Π. Λ., γιατί κατηγορείται και ποια διαδικασία θα ακολουθηθεί. Τούτο επιβεβαιώνεται και από τον ίδιο τον προαναφερθέντα αστυνομικό, ο οποίος τόσο στην από 31.10.2006 προανακριτική κατάθεση του, όσο και κατά την εξέταση του ως μάρτυρα στα πλαίσια της ποινικής δίκης που διεξήχθη κατόπιν υποβολής εγκλήσεως εκ μέρους του ενάγοντος κατά του πρώτου εναγομένου, ρητά κατέθεσε ότι ο ενάγων ρώτησε αν κρατείται η Π.
Λ., γιατί κατηγορείται και ποία διαδικασία θα ακολουθηθεί, ότι η συμπεριφορά του δεν ήταν υβριστική και απειλητική και ότι στο τέλος της συνομιλίας τους τον ευχαρίστησε και έκλεισε το τηλέφωνο. Παρά ταύτα το άνω δημοσίευμα εμφανίζει τον ενάγοντα και τότε Νομάρχη Σερρών να εκμεταλλεύεται την ιδιότητα του και να ενεργεί όλως παρανόμως και εξωθεσμικά, απαιτώντας από τους αρμόδιους αστυνομικούς να αφεθεί ελεύθερη η Π.
Λ., απειλώντας τους μάλιστα με μετάθεση σε περίπτωση μη ικανοποιήσεως του άνω αιτήματος του. Το φερόμενο ως γεγονός εις βάρος του ενάγοντος, ότι δηλαδή αυτός ζητούσε να ελευθερωθεί η συλληφθείσα και ότι απείλησε τους αστυνομικούς πως θα ζητήσει από υψηλά ιστάμενο πολιτικό πρόσωπο να τους τιμωρήσει με τη μετάθεση τους, είναι καθ' ολοκληρίαν ψευδές, δεδομένου ότι ο ενάγων ποτέ δεν ζήτησε να ελευθερωθεί η συλληφθείσα, ούτε απείλησε τους αστυνομικούς με μετάθεση τους.
Τούτο το γνώριζε και ο πρώτος εναγόμενος, καθόσον, όπως και σ ίδιος αναφέρει στις από 23.6.2006 εξηγήσεις που έδωσε στον πταισματοδίκη Αθηνών, το άνω δημοσίευμα στηρίχθηκε σε δημόσια έγραφα και δη στο από 11.1.2006 κατηγορητήριο του Εισαγγελέα Πλημ/κών Σερρών κατά της Π. Λ. και στο με αριθ. πρωτ. 1019/26/14-α'/11.1.2006 αντίγραφο αδικημάτων και συμβάντων του Τμήματος Τροχαίας Σερρών, σε συνδυασμό με τις πληροφορίες που τέθηκαν υπόψη της εφημερίδας από έγκυρους κύκλους της πόλης των Σερρών.
Όμως στα άνω δημόσια έγγραφα, δεν γίνεται καμία αναφορά ή νύξη για παρέμβαση του ενάγοντος, του οποίου ούτε καν αναφέρεται το όνομα.
Συνεπώς οι όλως αορίστως επικαλούμενες από τον πρώτο εναγόμενο πληροφορίες που, κατά τους ισχυρισμούς του, τέθηκαν υπόψη της εφημερίδας από έγκυρους κύκλους της πόλης των Σερρών, δεν επιβεβαιώνονταν από κανένα συγκεκριμένο στοιχείο. Παρόλα αυτά ο πρώτος εναγόμενος διέδωσε το άνω ψευδές περιστατικό, αναφέροντας το ως γεγονός στο άνω δημοσίευμα, διατεινόμενος μάλιστα άτι υπήρξε παρέμβαση της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων του Νομού Σερρών, ώστε να αποφευχθεί η δημοσιοποίηση των ως άνω ενεργειών του ενάγοντος, παρόλο που γνώριζε ότι η αστυνομία είχε διαψεύσει τα περί ασκήσεως πιέσεως μέσω απειλών εκ μέρους του ενάγοντος.
Επιπροσθέτως ο συντάκτης του άνω δημοσιεύματος συσχετίζοντας αναπόφευκτα την άνω φερόμενη ως μη επιδεχόμενη σκανδαλώδη συμπεριφορά του ενάγοντος με την ιδιότητα που αυτός έφερε και την, κατά Πληροφορίες του, επέμβαση της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων του Νομού υπέρ της απόκρυψης του γεγονότος προσέβαλε σκόπιμα την τιμή του ενάγοντος με τις φράσεις "Αιτία, σε πρώτη ανάγνωση, είναι το γεγονός πως ο νομάρχης Σερρών Κ.
Π. ανήκει επίσης στη Ν.Δ. [παρότι δύσκολα το κόμμα θα τον ξαναπαρουσιάσει στις λίστες του στις προσεχείς Νομαρχιακές) ... . Ερωτήματα. Το πρώτο ερώτημα που προκύπτει είναι από που παίρνει τη δύναμη και το θάρρος το κάθε δημόσιο πρόσωπο να απειλεί τις αρχές, που είναι εντεταλμένες με την τήρηση των νόμων και της τάξης, στη βάση πολιτικών και κομματικών του πεποιθήσεων.
Φυσικά, μετά προκύπτει το ερώτημα γιατί προκάλεσε τόσο ... πάθος η υποστήριξη της συναδέλφου (αλλά αυτό ας το λύσει η τοπική κοινωνία).... Τέλος, θα πρέπει να ρωτήσουμε και τον Β. Μ. τι θα κάνει με τον εν λόγω νομάρχη". Με τις φράσεις αυτές ο συντάκτης του επίμαχου δημοσιεύματος εκδήλωσε αμφισβήτηση και περιφρόνηση στην ηθική, κοινωνική και πολιτική αξία του ενάγοντος, τον οποίο παρουσίασε αφενός ως διεφθαρμένο πολιτικό, ο οποίος χρησιμοποιεί την πολιτική και κομματική του ιδιότητα για να εξαναγκάζει με απειλές τις αρχές σε παράνομες πράξεις ή παραλείψεις, αφετέρου ως μη ικανό να προταθεί ως υποψήφιος του κόμματος του στις εκλογές της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Σερρών.
Έτσι με τη διάδοση των άνω ψευδών περιστατικών και τη χρησιμοποίηση των άνω φράσεων ο πρώτος εναγόμενος τέλεσε εις βάρος του ενάγοντος τα αδικήματα της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της εξύβρισης δια του τύπου, για τα οποία ασκήθηκε σε βάρος του, κατόπιν Εγκλήσεως του ενάγοντος, ποινική δίωξη και ήδη εκδόθηκε η 3096/2008 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κηρύχθηκε αυτός ένοχος των άνω αξιόποινων πράξεων και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 8 μηνών για τη συκοφαντική δυσφήμηση και ενός μηνός για την εξύβριση.
Ο ισχυρισμός των άνω ψευδών περιστατικών και η δια των άνω φράσεων αμφισβήτηση και περιφρόνηση της ηθικής, κοινωνικής και πολιτικής αξίας του ενάγοντος μπορούσε να βλάψει την τιμή και υπόληψη του τελευταίου και πράγματι την έβλαψε, αφού του άνω δημοσιεύματος έλαβε γνώση μεγάλος αριθμός αναγνωστών, κυρίως της πόλης των Σερρών, όπου κατοικεί και δραστηριοποιείται πολιτικά ο ενάγων.
Βεβαία η εν λόγω εβδομαδιαία εφημερίδα έχει, συνήθως, περιορισμένες πωλήσεις στην πόλη των Σερρών, πλην όμως, λόγω του ότι το άνω δημοσίευμα αφορούσε δημόσιο πρόσωπο της τοπικής κοινωνίας, αυξήθηκαν σημαντικά οι πωλήσεις του συγκεκριμένου φύλλου, δεδομένου άλλωστε και του ενδιαφέροντος που επιδεικνύουν συνήθως οι αναγνώστες ενός τόπου για ειδήσεις που αφορούν γνώριμα σ' αυτούς πρόσωπα.
Η βλάβη δε αυτή της τιμής και υπόληψης του ενάγοντος ήταν βαρύτατη, αφού το δημοσίευμα τον εμφάνιζε αφενός ως ανέντιμο πολιτικό, ο οποίος χρησιμοποιεί την πολιτική και κομματική του ιδιότητα για να εξαναγκάζει με απειλές τις τοπικές αρχές σε παράνομες πράξεις ή παραλείψεις και αφετέρου "ως μη ικανό να προταθεί ως υποψήφιος του κόμματος του στις επόμενες νομαρχιακές εκλογές, ενώ ο ενάγων ετύγχανε της ευρύτατης αποδοχής στην κοινωνία των Σερρών.
Αναμφίβολα ο ενάγων διεσύρθη στον κοινωνικό του περίγυρο και στους ψηφοφόρους του, διότι το επίμαχο δημοσίευμα παρείχε στους τρίτους με την αναφορά γεγονότων αντικειμένων στο νόμο και την ηθική, στα οποία θα μπορούσαν να στηρίξουν τη δική τους αρνητική και περιφρονητική για το πρόσωπό του κρίση. Μάλιστα ο χρόνος δημοσίευσης του άνω δημοσιεύματος ήταν ιδιαίτερα κρίσιμος για τον ενάγοντα, διότι εντός των επομένων μηνών η κομματική παράταξη στην οποία ανήκε επρόκειτο να προβεί σε επιλογή του υποψηφίου που θα στήριζε στις επόμενες νομαρχιακές εκλογές.
Βέβαια οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων τους αίρεται, γιατί οι άνω εκδηλώσεις τους έγιναν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον που πηγάζει από την κοινωνική αποστολή του τύπου. Όμως, καθόσον αφορά το σκέλος της δυσφημήσεως του ενάγοντος με τη διάδοση των άνω ψευδών περιστατικών, ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως των εναγομένων δεν αίρεται και συνεπώς παραμένει η υποχρέωση τους προς αποζημίωση, διότι οι επίμαχες αναφορές τους περί έχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως των άρθρων 363 -362 ΠΚ, κατά τη βάσιμη περί αυτού αντένσταση του ενάγοντος.
Καθόσον αφορά το σκέλος της εξυβρίσεως του τελευταίου, ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως των εναγομένων δεν αίρεται και συνεπώς παραμένει η υποχρέωση τους προς αποζημίωση, διότι υπήρχε εκ μέρους τους ειδικός σκοπός εξυβρίσεως του ενάγοντος, κατά τη βάσιμη περί αυτού αντένσταση του τελευταίου. Πράγματι, κατ' αντικειμενική κρίση, το εν λόγω δημοσίευμα δεν αποτελούσε το επιβαλλόμενο και αναγκαίο μέτρο για την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, δηλαδή της άσκησης του έργου της ενημέρωσης, καθόσον ο πρώτος εναγόμενος είχε τη δυνατότητα, ως εκ της εμπειρίας του στα πολιτικά θέματα, να ασκήσει οξεία κριτική με εκφράσεις και σχόλια που θα περιορίζονταν στη σύλληψη και την τις ενέργειες της Π.
Τ. και τον τρόπο συμμετοχής του ενάγοντος στην όλη υπόθεση ή σε χαρακτηρισμούς που θα αφορούσαν τη συμπεριφορά του τελευταίου, ως νομάρχη, για την επέμβασή του ως νομικού, πλην όμως αυτός, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των τίτλων του δημοσιεύματος με το περιεχόμενο του, δεν περιορίσθηκε στην επιβαλλόμενη κριτική του ενάγοντος αλλά, πέραν της αναφοράς του σε όλως ψευδή περιστατικά, κατευθύνθηκε ειδικά στην καταφρόνηση της προσωπικότητας του ενάγοντος με την αναφορά των παραπάνω εξυβριστικών φράσεων, που δεν ήταν καθόλου αναγκαίες για την απόδοση του νοήματος του.
Συνεπώς, κατ' αποδοχή της σχετικής αντενστάσεως του ενάγοντος, η προβληθείσα από τους εναγομένους σχετική ένσταση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 367 ΠΚ, είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη. Εξάλλου, καμία αντιδεοντολογική ή παράνομη συμπεριφορά του ενάγοντος δεν προηγήθηκε του δημοσιεύματος, ώστε να υφίσταται συντρέχον πταίσμα αυτού στην επελθούσα βλάβη της προσωπικότητας του και ως εκ τούτου ο προβληθείς σχετικός ισχυρισμός των εναγομένων είναι ως ουσία αβάσιμος.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του δέχθηκε ότι το άνω δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό και εξυβριστικό για τον ενάγοντα και ότι εξαιτίας αυτού προσεκλήθη η τιμή και η υπόληψη του τελευταίου, καθώς και ότι υπήρχε ειδικός σκοπός εξυβρίσεώς του, απορρίπτοντας έτσι ως ουσία αβάσιμη την προβληθείσα από τους εναγομένους ένσταση περί άρσεως του αδίκου της πράξεως τους, όπως και την ένσταση των ιδίων περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος στη βλάβη της προσωπικότητας του, ορθά εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις, τόσο ως προς το δυσφημιστικό και εξυβριστικό περιεχόμενο του άνω δημοσιεύματος όσο και ως προς την ύπαρξη ειδικού σκοπού εξυβρίσεως του ενάγοντος, καθώς και ως προς την έλλειψη οικείου πταίσματος του τελευταίου και όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εναγόμενοι με τους πρώτο και τέταρτο λόγους της έφεσής τους, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Με το να δεχθεί όμως περαιτέρω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του ότι ο συντάκτης του δημοσιεύματος (πρώτος εναγόμενος) δεν γνώριζε την αναλήθεια των άνω διαλαμβανομένων σ' αυτό ψευδών περιστατικών περί απαιτήσεως του ενάγοντος να αλέθει ελεύθερη η συλληφθείσα δημοσιογράφος και απειλών του για μετάθεση των αστυνομικών, με συνέπεια η άνω συμπεριφορά του να πλήρη τη νομοτυπική μορφή της απλής και όχι της συκοφαντικής δυσφήμησης, εσφαλμένα εκτίμησε τις ως άνω αποδείξεις, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο ενάγων με τον πρώτο λόγο της έφεσης του, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσία βάσιμος.
Περαιτέρω, εφόσον αποδείχθηκε ότι το επίμαχο δημοσίευμα προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα του ενάγοντος στις εκφάνσεις της τιμής και υπόληψης του, και ότι η προσβολή αυτή καλύπτεται κατά το υποκειμενικό της στοιχείο από την υπαίτια συμπεριφορά του συντάκτη του δημοσιεύματος αυτού, δηλαδή του πρώτου εναγομένου, εκδότη και διευθυντή της εφημερίδας, ενώ η τρίτη εναγομένη ευθύνεται αντικειμενικά ως ιδιοκτήτρια της εφημερίδας συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση οι νόμιμες προϋποθέσεις (άρθρα 914, 932 ΑΚ και 361, 363-362 ΠΚ) και συνεπώς ο ενάγων δικαιούται χρηματικής ικανοποιήσεως για την ανόρθωση της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητας του (άρθρα 57 και 59 ΑΚ).
Το Δικαστήριο, σταθμίζοντας όλα τα περιστατικά που χαρακτηρίζουν τη συγκεκριμένη σχέση και περίπτωση και τις εκφάνσεις της προσωπικότητας του ενάγοντος, κατά του οποίου στράφηκε η προσβολή, τη βαρύτητα της, το βαθμό υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, των συνθηκών και της δημοσιότητας της προσβολής, κρίνει ότι το ποσό της ανάλογης χρηματικής ικανοποίησης του ενάγοντος ανέρχεται σε 40.000 ευρώ (πέραν του επιδικασθέντος με την 3096/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ποσού των 44 ευρώ, το οποίο, μετά στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων (άρθρο 932 του ΑΚ), κρίνεται εύλογο.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση του έκρινε ότι το επιδικαστέο στον ενάγοντα, ως χρηματική ικανοποίησή του λόγω ηθικής βλάβης, ποσό πρέπει να οριστεί σε 20.000 ευρώ, εσφαλμένα εκτίμησε τα υποβληθέντα υπό την κρίση του ως άνω περιστατικά (συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, βαθμό πταίσματος των εναγομένων, είδος της προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών κλπ.), όπως βάσιμα παραπονείται ο ενάγων με το δεύτερο λόγο της έφεσής του, ενώ αντίθετα ο δεύτερος λόγος της έφεσης των εναγομένων, με τον οποίο αυτοί ισχυρίζονται ότι το επιδικασθέν στον ενάγοντα ποσό των 20.000 ευρώ είναι δυσανάλογα μεγάλο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας έκανε μερικά δεκτή την αγωγή κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στον ενάγοντα, σε ολόκληρο ο καθένας τους, το ποσό των 40.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και να καταχωρίσουν περίληψη της εκδοθείσας απόφασης στην αναφερόμενη εφημερίδα με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα καθυστέρησης της δημοσίευσης.
Με τη κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε καμιά από τις διατάξεις του άρθρου μόνου του ν. 1.178/1981, του άρθρου μόνου του ν. 2.243/1994, του άρθρου 21 παρ. 3 π.δ/τος 39/1996, ως και των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 71, 297, 299, 300, 481, 482, 914, 922, 926, 932 του ΑΚ, 361-363 και 367 του Π.Κ., ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ελαττώματος σ' αυτήν, αφού εξέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, και τα πραγματικά γεγονότα, που εκείνο δέχθηκε, τα οποία ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε κατά τα αναλυτικώς προεκτιθέμενα.
Ειδικότερα περιέχει σαφείς και επαρκείς παραδοχές σχετικά με τις δηλώσεις, τις κρίσεις και τα σχόλια του διαλαμβάνονται στο ως άνω δημοσίευμα, με τα οποία προσβλήθηκε η προσωπικότητα του ενάγοντος, και τις περιστάσεις, από τις οποίες προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, ως προς το ότι τα αναγραφόμενα στο δημοσίευμα αυτό ήταν ψευδή και ο συντάκτης του δημοσιεύματος, στο πρόσωπο του οποίου συντρέχει, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, και η ιδιότητα του εκδότη και διευθυντή της εν λόγω εφημερίδας, γνώριζε ότι αυτά ήταν ψευδή, καθώς και ως προς και την απόρριψη της ερειδομένης στο άρθρο 367 του Π.Κ.
ενστάσεως των αναιρεσειόντων, κατ' αποδοχή της αντενστάσεως του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος. Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά δε και υπό την επίκληση πλημμέλειας από τους αριθ. 1 και 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας (αρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως εξ' ολοκλήρου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.12.2010 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ιδεοδρόμιο Εκδοτική Α.Ε." κ.λ.π., για αναίρεση της 2034/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ