Legislator Case Law & Legislation
1358/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding res judicata and procedural timing.

Case Number 1358/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision, ruling the appeal inadmissible. The appellant argued that the Court of Appeals violated res judicata by accepting a second appeal without recalling a prior ruling on the same issue. The court held that the appeal was untimely because the claim should have been raised as an additional appeal to the Court of Appeals, not as a ground for cassation.

Legislator headnote

AI generated

Article 562(2) of the Code of Civil Procedure; Article 559(16) and (17) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the alleged error concerns a claim not properly raised in the court of first instance or if the res judicata issue was not raised as an additional appeal to the appellate court.

Keywords

AI generated
res judicata inadmissible appeal additional appeal procedural timing cassation grounds Code of Civil Procedure res judicata effect

Cited Legislation

AI generated
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(16) of the Code of Civil Procedure
Article 559(17) of the Code of Civil Procedure
Article 325 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 1/2005
OLAP 15/1998

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1358 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1358/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου Δήμου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γαβριήλ Ντούγια με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ κατοίκου Σ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καλαϊτζίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-9-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 253/2003 μη οριστική, 80/2007 οριστική του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-5-2007 αίτησή τoυ.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 19-2-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε τη προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, λόγος, όμως, αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά του εν λόγω ισχυρισμού στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, πρέπει να γίνεται μόνο με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει ο ισχυρισμός να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει, επίσης, να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα συγκεκριμένα πράγματα, καθώς και ποια επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12/2000, ΟλΑΠ 43/1990). Ο πρώτος, επομένως, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο κατ' ορθή εκτίμησή του, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περίπτ.

β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, γιατί το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως προς τη σωρευόμενη βάση της από το άρθρο 1108 ΑΚ (αρνητική αγωγή), ως αόριστη, χωρίς να λάβει υπόψη όλους τους αγωγικούς ισχυρισμούς του, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποιοι είναι οι συγκεκριμένοι αυτοτελείς ισχυρισμοί του αναιρεσείοντα σε σχέση με το ορισμένο της αγωγής, ως προς την παραπάνω βάση της και, ειδικότερα, σε ποιες συγκεκριμένες διαταρακτικές ενέργειες και κατασκευές του αναιρεσιβλήτου, που απορρίφθηκαν ως αόριστες αναφέρονται οι ισχυρισμοί αυτοί, καθώς και εάν οι εν λόγω ισχυρισμοί επαναφέρθηκαν παραδεκτά ενώπιόν του με την έφεσή του κατά της απορριπτικής σε βάρος του πρωτόδικης απόφασης.

Ο λόγος αναίρεσης από το αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση, ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ έπρεπε να κριθεί ως νόμιμη σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα δικαίου.

Για να είναι, όμως, ορισμένος ο εν λόγω αναιρετικός λόγος και, ακολούθως, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει να αναφέρεται με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη (ΟλΑΠ 28/1998). Ο πρώτος, επομένως, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμησή του, ο αναιρεσείων προσάπτει στη προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Eφετείο, με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή, ως προς τη σωρευόμενη βάση της από το άρθρο 1108 ΑΚ και, ειδικότερα, ως προς τις σ' αυτή μνημονευόμενες (με αριθμό 1 και υπό στοιχεία α, β, γ, ζ και ι, αντίστοιχα) διαταρακτικές ενέργειες και κατασκευές του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, εφόσον, για την πληρότητά του, δεν αναφέρονται σ' αυτόν, όπως απαιτείται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, όλα τα πραγματικά περιστατικά που είχε επικαλεστεί ο αναιρεσείων για την θεμελίωση της αγωγής, κατά της παραπάνω βάση της, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για το αν η απόρριψή της ως μη νόμιμης συνιστά ευθεία παραβίαση της προμνημονευόμενης ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1108 ΑΚ.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι δεδικασμένο, δηλαδή δέσμευση από την αναγνωριζόμενη στην απόφαση έννομη συνέπεια παράγεται από την τελεσιδικία της απόφασης ανεξάρτητα από το είδος της παρεχόμενης έννομης προστασίας, δηλαδή τόσο από την καταψηφιστική, όσο και από την αναγνωριστική ή διαπλαστική απόφαση.

Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι από αυτό της αγωγής που κρίθηκε, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε από αυτό, αφού δεδικασμένο παράγεται και από εσφαλμένη απόφαση (ΟλΑΠ 1/2005), το οποίο μπορεί να ανατραπεί μόνο με την άσκηση των έκτακτων ένδικων μέσων κατά της απόφασης από την οποία παράγεται.

Το δεδικασμένο αφορά το δικαίωμα, το οποίο είχε προβληθεί με την αγωγή με βάση τη συγκεκριμένη ιστορική αιτία και τη συνακόλουθη νομική αιτία, των οποίων έγινε επίκληση, δηλαδή, το ίδιο νομικό γεγονός, το παραγωγικό, τροποποιητικό, καταργητικό ή αποσβεστικό κλπ της συγκεκριμένης έννομης σχέσης. Προκειμένου να εξεταστεί, αν υπάρχει από τελεσίδικη απόφαση που προηγήθηκε δεδικασμένο, το οποίο κωλύει την έρευνα του ήδη με νέα αγωγή φερόμενου προς κρίση, με βάση ορισμένη ιστορική αιτία, αιτήματος, θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης όσον αφορά την ιστορική αιτία επί της οποίας έκρινε και ο λόγος της απόρριψης (ΟλΑΠ 15/1998).

Η ύπαρξη, εξάλλου, ή η ανυπαρξία της καλυπτόμενης από το δεδικασμένο έννομης σχέσης αποτελεί στοιχείο του πραγματικού του ασκούμενου με τη δεύτερη αγωγή δικαιώματος. Ο δεύτερος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, με τη 253/2003 παρεμπίπτουσα απόφασή του, με την οποία διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για το σ' αυτή ειδικότερα διαλαμβανόμενο λόγο, την έφεση του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα κατά της απορριπτικής σε βάρος του πρωτόδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας τυπικά και κατ' ουσίαν και, στη συνέχεια, με την προσβαλλόμενη απόφαση, να δεχθεί τυπικά την ίδια έφεση και να την απορρίψει κατ' ουσίαν, χωρίς προηγουμένως να ανακαλέσει την πιο πάνω προδικαστική του απόφαση, παραβίασε, με αντιφατικές διατάξεις, το απορρέον από την προδικαστική αυτή απόφαση δεδικασμένο ως προς το τύποις και ουσία της εν λόγω έφεσης, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, εφόσον το δεδικασμένο απορρέει μόνο από τελεσίδικη απόφαση, που εκδόθηκε σε άλλη - προηγούμενη- δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων ή των περιοριστικά μνημονευομένων στη διάταξη του άρθρου 325 Κ.Πολ.Δ προσώπων και καλύπτει την έννομη σχέση που ήδη διατυπώθηκε, η οποία και αποτελεί αντικείμενο της εκκρεμούς δίκης, υπό την έννοια ότι θα κριθεί σ' αυτή η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη.

Ο ίδιος αναιρετικός λόγος, εκτιμώμενος ως πλημμέλεια από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι, επίσης, απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να υπάρχει στο διατακτικό της ίδιας - προσβαλλόμενης - απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-5-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 80/2007 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ