Legislator Case Law & Legislation
1358/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor contract termination ruling, upholding lower court's decision on procedural validity.

Case Number 1358/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by Compact Lain Automobiles against the Athens Court of Appeal's judgment. The appellant argued that the contract termination was procedurally flawed due to the timing of internal resolutions relative to the notice. The court rejected this, ruling that the lower court correctly applied substantive law regarding the invalidity of the termination and the appellant's subsequent delay in providing services.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 297, 298, 299 of the Code of Civil Procedure; Articles 495, 496 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appellant's voluntary compliance with a final judgment does not constitute a tacit acceptance of the decision, and appeals based on procedural defects must be substantively supported by the judgment's reasoning.

Keywords

AI generated
labor contract termination contract invalidity procedural defect tacit acceptance appeal dismissal judicial delay substantive law application

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 297, 298 and 299 of the Code of Civil Procedure
Articles 495 and 496 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1358 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1358/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο (επειδή κωλύονται οι Αρεοπαγίτες Αθανάσιος Θεμέλης και Ειρήνη Αθανασίου), Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας εμπορίας αυτοκινήτων με την επωνυμία "COMPACT LAIN ΕΜΠΟΡΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ - Κωνσταντίνο Πουλάκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ..., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 878/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 2664/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-11-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 8-10-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298 και 299 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η αποδοχή της αποφάσεως, προ της ασκήσεως κάποιου ενδίκου μέσου εναντίον της, η οποία υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα της ασκήσεώς του, δεν υπόκειται σε ορισμένο διαδικαστικό τύπο, όπως εκείνη που γίνεται μετά την άσκηση του ενδίκου μέσου, δυναμένη να γίνει ρητώς, με την τήρηση των διατυπώσεων που διαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 297 του κώδικος αυτού και συγκεκριμένα με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο αυτού που παραιτείται, είτε σιωπηρώς, με δηλώσεις ή πράξεις από τις οποίες συνάγεται αναγκαίως ο περί αποδοχής σκοπός.

Τέτοια σιωπηρή αποδοχή όμως δεν ενέχει η εκούσια συμμόρφωσή του αναιρεσείοντος προς το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης τελεσίδικης αποφάσεως, αφού αυτή γίνεται προς αποτροπή της αναγκαστικής εκτελέσεως καθώς και των επαγομένων από την εν λόγω απόφαση εννόμων συνεπειών. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 495 και 496 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το ένδικο μέσο της αναίρεσης ασκείται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση, την οποία υπογράφει και αυτός που καταθέτει, στο δικόγραφο σημειώνεται ο αριθμός της έκθεσης και η χρονολογία της και βεβαιώνεται με την υπογραφή εκείνου που συντάσσει την έκθεση, ο δε αρμόδιος υπάλληλος της γραμματείας του δικαστηρίου καταχωρεί την έκθεση στο βιβλίο που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 496 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της, που κατέθεσε εμπροθέσμως, σύμφωνα με το άρθρο 570 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., προτείνει την ένσταση του απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως, διότι: α) η αναιρεσείουσα αποδέχτηκε την προσβαλλόμενη απόφαση συμμορφούμενη πλήρως με το διατακτικό της, με την καταβολή σ' αυτήν (αναιρεσίβλητη) στις 18-5-2007, ήτοι πριν από την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως που έγινε την 19-11-2007, ολόκληρου του επιδικασθέντος ποσού, καθώς και των μη επιδικασθέντων και οφειλομένων από αυτήν μισθών υπερημερίας μέχρι την 18-5-2007 και β) γιατί η κατάθεση της αιτήσεως αναιρέσεως στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι νομότυπη, αφού δεν έγινε από τον υπογράφοντα αυτήν πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, αλλά από την μη νομίμως εξουσιοδοτηθείσα από αυτόν αναφερομένη δικηγόρο.

Η ένσταση αυτή και κατά τα δύο σκέλη της είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού οι ως άνω αιτιάσεις δεν καθιστούν απαράδεκτη την άσκηση της κρινόμενης αίτησης. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα επικαλούμενα από την αναιρεσίβλητη έγγραφα το μεν επιδικασθέν με την προσβαλλόμενη απόφαση ποσό των 13.969,67 ευρώ η αναιρεσείουσα κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη προκειμένου να αποφύγει την επαπειλούμενη από αυτήν αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης, ενώ το ποσό των 24.638.91 ευρώ που αφορά τις αποδοχές της αναιρεσίβλητης για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα καταβλήθηκε σ' αυτήν ενόψει νέας καταγγελίας της συμβάσεως της, που έγινε στις 18-5-2007, ουδόλως δε συνάγεται σιωπηρή αποδοχή της πιο πάνω απόφασης από τις ανωτέρω ενέργειες της.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, αυτή ασκήθηκε νομότυπα, δεδομένου ότι η αίτηση φέρει την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας Μιχαήλ Πουλάκου, καθώς και πράξη καταθέσεως του αρμοδίου Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών Αλέξανδρου Καλούδη, στην οποία αναφέρεται η ημερομηνία και η καταχώρηση αυτής στο βιβλίο εκθέσεων που τηρείται στο εν λόγω Εφετείο με αριθμό 1296/20-11-2007.

Το γεγονός, ότι το δικόγραφο της αναιρέσεως προσκομίστηκε προς κατάθεση στο Εφετείο από την εξουσιοδοτηθείσα με απλή εξουσιοδότηση, από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, δικηγόρο Αθηνών Παναγιώτα Τουρή, η οποία κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης είναι δικηγόρος στο Πρωτοδικείο και όχι στο Εφετείο δεν ασκεί έννομη επιρροή και δεν καθιστά απαράδεκτη την άσκηση αυτής, αφού από ουδεμία διάταξη προβλέπεται ακυρότητα της καταθέσεως στην περίπτωση που αυτή γίνεται από νομίμως εξουσιοδοτημένο από το δικηγόρο του αναιρεσείοντος με απλή εξουσιοδότηση άλλο δικηγόρο που δεν είναι διορισμένος στο Εφετείο.

Επειδή, με το άρθρο 18 παρ.1 και 3 του κωδικοποιημένου Ν.2190/192 για τις ανώνυμες εταιρίες, ρυθμίζονται τα θέματα της οργανικής εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας. Ειδικότερα, καθορίζεται, ότι το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρίας, ενεργώντας συλλογικά, εκπροσωπεί την εταιρία δικαστικώς και εξωδίκως και ότι το καταστατικό της μπορεί να ορίσει ένα ή περισσότερα μέλη του συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα τα οποία να εκπροσωπούν την εταιρία γενικώς ή σε ορισμένου είδους πράξεις.

Εξάλλου, με το άρθρο 22 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι το Δ.Σ. της ανώνυμης εταιρίας είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση, στη διαχείριση της περιουσίας της και στην επίτευξη των σκοπών της γενικά και ότι το καταστατικό της μπορεί να ορίζει θέματα πάνω στα οποία η εξουσία του Δ.Σ.

ασκείται από ένα ή περισσότερα μέλη του ή από τους διευθυντές της εταιρίας, με ανάλογο περιορισμό της παραγράφου 2 του άρθρου 18. Από τις διατάξεις αυτές, που είναι αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67, 68 και 70 του Α.Κ., συνάγεται ότι το Δ.Σ. αποτελεί το όργανο που διοικεί και εκπροσωπεί την Α.Ε. και διαχειρίζεται όλες τις υποθέσεις της, μη όντας, απέναντι στην εταιρία, πρόσωπο διαφορετικό από αυτή, αλλά όργανό της.

Το δικαίωμα αυτό της οργανικής εκπροσωπήσεως της Α.Ε. και διαχειρίσεως της περιουσίας της επιτρέπεται κατά τις πιο πάνω διατάξεις να ανατεθεί εν όλω ή εν μέρει με το καταστατικό σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα. Στην περίπτωση αυτή το μέλος του συμβουλίου ή ο τρίτος στον οποίο μεταβιβάστηκε η εξουσία του Δ.Σ., είναι υποκατάστατο αυτού και ενεργεί ως όργανο εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της εταιρίας που εκφράζει πρωτογενώς τη βούλησή της, αντλώντας την εξουσία του από το νόμο και το καταστατικό.

Για το λόγο αυτό ο δεσμός του με την εταιρία είναι ίδιος με το δεσμό του Δ.Σ. με την εταιρία και εντελώς διαφορετικός από εκείνο μεταξύ εντολέως και εντολοδόχου. Τέλος, κατά το άρθρο 7α περ.γ' του ως άνω κωδικοποιημένου ν.2190/1920 σε δημοσιότητα υποβάλλονται ο διορισμός και η για οποιοδήποτε λόγο παύση με τα στοιχεία ταυτότητας των προσώπων που ασκούν τη διαχείριση της εταιρίας ή έχουν την εξουσία να το εκπροσωπούν από κοινού ή μεμονωμένα.

Η δημοσιότητα δεν είναι συστατικός τύπος, έχει όμως σημασία διότι μόνον αν τα στοιχεία αυτά υποβληθούν στις διατυπώσεις δημοσιότητας αντιτάσσονται στους τρίτους, ενώ σε αντίθετη περίπτωση μόνον οι τρίτοι και όχι η εταιρία μπορούν να τα επικαλεσθούν. Στην κρινόμενη υπόθεση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα:

Η αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε στις 17-4-2000 από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΠΡΟΜΕΤ Ε.Ι.ΛΑΪΝΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Κηφισιά, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου ως υπάλληλος υποδοχής και τηλεφωνικού κέντρου στο τμήμα πωλήσεως αυτής, με πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία οκτάωρη απασχόληση και μισθό 175.617 δρχ.....

Στη συνέχεια με το από 11-7-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ της αναιρεσίβλητης, της πιο πάνω εργοδότριας εταιρίας και της αναιρεσείουσας εταιρίας, η οποία αποτελεί μέλος του Ομίλου εταιριών Λαϊνόπουλου, η οποία επίσης εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής, συμφωνήθηκε να συνεχίσει η ενάγουσα να εργάζεται και να προσφέρει τις ίδιες υπηρεσίες στην εναγομένη εταιρία με τους ίδιους ακριβώς όρους που όριζε η παραπάνω σύμβαση εργασίας της.

Από την επομένη 12-7-2000 η αναιρεσίβλητη συνέχισε να εργάζεται στην αναιρεσείουσα εταιρία, προσφέροντας σ' αυτή κανονικά τις συμφωνημένες υπηρεσίες της υπαλλήλου υποδοχής και τηλεφωνήτριας μέχρι το Σεπτέμβριο 2003, οπότε αναγκάστηκε να απέχει από την εργασία της λόγω ιδιαίτερα επικίνδυνης επιπλοκής της εγκυμοσύνης της, με τη σύμφωνη γνώμη της αναιρεσείουσας.

Ακολούθως έλαβε άδεια μητρότητας και επανήλθε στην εργασία της το Μάιο 2004, απασχολούμενη με τη σύμφωνη γνώμη της εργοδότριας της με μειωμένο ωράριο κατά δύο ώρες ημερησίως λόγω λήψης άδειας θηλασμού και φροντίδας των διδύμων τέκνων της. Στις 8-2-2005 ο νέος διευθυντής πωλήσεων της αναιρεσείουσας ..., κάλεσε την αναιρεσίβλητη και της δήλωσε ότι η αναιρεσείουσα εταιρία αποφάσισε την μετάθεση της από το κατάστημα της ....

στο κατάστημα της που βρίσκεται στη ... και ότι η μετάθεση της αυτή ισχύει από την ίδια ημέρα. Επειδή εκείνη αρνήθηκε την προταθείσα μονομερή μεταβολή των όρων της εργασίας της η αναιρεσείουσα δια του ως άνω διευθυντή της με το από 14-2-2005 έγγραφο κατήγγειλε την ίδια ημέρα την σύμβαση εργασίας της αναιρεσίβλητης καταβάλλοντας σ' αυτήν τη νόμιμη αποζημίωση και έκτοτε έπαυσε να δέχεται τις νομίμως προσφερόμενες υπηρεσίες της.

Ότι ο ως άνω καταγγελία έγινε στο όνομα της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας από τον υπάλληλο αυτής Υ1, ο οποίος κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ήταν στέλεχος της οικονομικής διεύθυνσης της εναγομένης και δεν είχε την εξουσία να καταγγείλει τη σύμβαση ενεργώντας μόνος του, αλλά μόνο από κοινού με το διευθύνοντα σύμβουλο ...

ή τον οικονομικό διευθυντή ..., όπως τούτο προκύπτει από την από 30-6-2004 απόφαση στης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων και το από 30-6-2004 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας εταιρίας...... Επομένως η ως άνω καταγγελία είναι ανυπόστατη. Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι ο Υ1 ήταν Διευθύνων Σύμβουλος αυτής και νόμιμος εκπρόσωπος της είναι αβάσιμος, αφού από το επικαλούμενο υπ' αριθμ. ...

Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως προκύπτει ότι αυτός διορίστηκε Διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας εταιρίας με την από 14-2-2005 απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων και το από 14-2-2005 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας, δηλαδή με απόφαση που λήφθηκε την ίδια ημέρα που έγινε η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, γεγονός που δεν μπορεί η αναιρεσείουσα να αντιτάξει έναντι της αναιρεσίβλητης, εφόσον δεν είχε γίνει η δημοσίευση των παραπάνω πράξεων των σχετικών με το διορισμό αυτού και των υπολοίπων μελών του ΔΣ.....

Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου αντέφεσης που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε απορριφθεί σιωπηρώς η κύρια βάση της αγωγής που αφορούσε το ανυπόστατο της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας και έκρινε ότι λόγω του ανυποστάτου της καταγγελίας η αναιρεσείουσα η οποία απέκρουε τις προσηκόντως παρεχόμενες υπηρεσίες της αναιρεσίβλητης περιήλθε σε υπερημερία και υποχρεούται στην καταβολή των αντιστοίχων αποδοχών.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 και 14 του Κ.Πολ.Δ., ανεξάρτητα από την αοριστία του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, με τους υπόλοιπους λόγους αναιρέσεως υπό την επίκληση των διατάξεων του άρθρου 559 αρ. 8, 9, 10, 11, 20 του Κ.Πολ.Δ., ανεξάρτητα από το απαράδεκτο αυτών εφόσον με τα εκτιθέμενα σ' αυτούς πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, προβάλλονται αιτιάσεις που αφορούν την κρίση του Εφετείου σχετικά με την παραδοχή της επικουρικής βάσης της αγωγής, με την οποία η αναιρεσίβλητη ζητούσε άλλως να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ.

Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη την κύρια βάση της αγωγής με την οποία η αναιρεσίβλητη ζητούσε να αναγνωριστεί ότι η από 14-2-2005 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της είναι ανυπόστατη για το λόγο ότι έγινε στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας, από πρόσωπο που δεν είχε εξουσία καταγγελίας, ενώ με επάλληλη αιτιολογία αποφάνθηκε ότι ακόμη και αν ήθελε κριθεί ότι η ως άνω καταγγελία θεωρηθεί έγκυρη και πάλι αυτή είναι άκυρη ως καταχρηστική και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή ως νόμιμη κατ' ουσίαν βάσιμη και ως προς την επικουρική βάση της.

Οι πιο πάνω επάλληλες αιτιολογίες στηρίζουν αυτοτελώς η κάθε μία από αυτές το διατακτικό της αποφάσεως και συνεπώς εφόσον με κάποιο λόγο αναιρέσεως δεν πλήττεται αποτελεσματικώς η κύρια ως άνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως ως αλυσιτελείς, όλοι οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-11-2007 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "COMPACT LAIN ΕΜΠΟΡΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ Α.Ε", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2664/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 9 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ